ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΑ
JUDITH BUTLER, Αναταραχή Φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, επιμ. Χριστίνα Σπυροπούλου, εισ. και επιστ. επιμ. Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου), εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 231
Εν μέσω οικονομικής κρίσης, μίας εκ των σημαντικότερων της μεταπολεμικής περιόδου όπως λένε, κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα η μετάφραση του βιβλίου της Judith Butler, Gender Trouble: Feminism and the subversion of identity, που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1990 από τις εκδόσεις Routledge. Στην ελληνική έκδοση, η λίστα των «συντελεστών» του έργου υπογραμμίζει το βάρος της έκδοσης. Το ερώτημα όμως παραμένει— γιατί είναι σημαντικό το βιβλίο αυτό, και, επίσης, τι σχέση έχει το βιβλίο αυτό, που πρωτοδημοσιεύθηκε στις ΗΠΑ το 1990, με «εμάς»;
Το Gender Trouble αποτέλεσε το πρώτο πόνημα που έτυχε ευρείας αναγνώρισης στον επιστημονικό αλλά και ακτιβιστικό χώρο, ενώ επιτίθεται, με εξαιρετική μαεστρία και τεκμηρίωση, σε έναν ακρογωνιαίο λίθο του κοινωνικού μορφώματος του σύγχρονου ατόμου, είτε αυτό είναι «δεξιό» «κεντρώο» «αριστερό» ή, ενδεχομένως, και συνδεδεμένο με τον χώρο της αναρχίας∙ η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι το φύλο δεν είναι φυσικό, δεν προδιαγράφεται από κάποιο υποτιθέμενα αντικειμενικό βιολογικό στερέωμα. Αλλά, επίσης, δεν είναι και, με την ρηχή έννοια, μία απλή κατασκευή. Αντίθετα, αυτή η φαινομενικά τόσο απλή και «διαφανής» διάσταση της ταυτότητας μεταμορφώνεται, μέσα από τη γραφή της Μπάτλερ στο βιβλίο αυτό, σε ένα σύνθετο κοινωνικό εγχείρημα που, επιπλέον, έχει εξέχουσα πολιτική σημασία, η οποία επεκτείνεται πέρα από στενά οριζόμενα ζητήματα «ισότητας», φεμινισμού κτλ.
Για την Μπάτλερ, αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η λεγόμενη «επιτελεστικότητα» του φύλου, η οποία δεν θα πρέπει να μπερδεύεται με την οποιουδήποτε τύπου «παράσταση». Πρόκειται μάλλον για μια εννοιολόγηση του φύλου ως κάτι που στηρίζεται σε ενσώματες, λεκτικές ή μη, πρακτικές «αναφοράς» σε κάποιο πρότυπο που όμως απουσιάζει. Έτσι το φύλο δρα ως ένα «ρυθμιστικό ιδεώδες» που διαμορφώνει όχι μόνο κανονικότητες στη συμπεριφορά, στην εμφάνιση, αλλά και στην ίδια την σκέψη και τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας. Δεν πρόκειται δηλαδή για έναν «ρόλο» που ένας φαινομενικός πυρήνας του εαυτού ασπάζεται ή απορρίπτει, και «παίζει» με μεγαλύτερη ή μικρότερη δεξιοτεχνία, όπως προτείνουν κάποιες θεωρήσεις των κοινωνικών επιστημών που ξεχωρίζουν το «κοινωνικό φύλο» και το «βιολογικό φύλο».
Για το Gender Trouble, ένας σοβαρός «ύποπτος» στο εγχείρημα αυτό είναι η ετεροφυλοφιλία, η οποία κι εκείνη στο πλαίσιο αυτό αντιμετωπίζεται ως μια πολιτική τάξη πραγμάτων που έχει αυθαίρετες διασυνδέσεις με τη «φύση» του ανθρώπου. Συνέπεια της φυσικοποίησης του φύλου, σε συνάρτηση με ένα είδος κανονιστικής ετεροφυλοφιλίας, είναι, κατά τη Μπάτλερ, η θεμελίωση ιεραρχιών και αποκλεισμών που οικοδομούν το ίδιο το πεδίο του ανθρώπινου. Καθίσταται έτσι καταστατικής σημασίας για την παραγωγή αναγνωρίσιμων ανθρώπινων υποκειμένων ένα ιδιαίτερο είδος βίας. Για να γίνoυν περισσότερο κατανοητά αυτά, αρκεί να σκεφτούμε την ταινία του Πάνου Χ. Κούτρα Στρέλλα, που παιζόταν μέχρι πρόσφατα σε κάποιες κινηματογραφικές αίθουσες στην Αθήνα. Σε αντίστιξη με αυτό που επιτυγχάνει η ταινία, στην «κανονική» τάξη πραγμάτων ο χαρακτήρας του πατέρα που παραμένει ερωτευμένος με την Στρέλλα, μία τρανς που ανακαλύπτει πως είναι γιος του, καθώς και η ίδια η Στρέλλα, θεώνται ως είδη «τεράτων», σίγουρα υποκείμενα με «παθολογίες» και όχι ακριβώς άνθρωποι. Τα μη επαρκώς έμφυλα υποκείμενα, άνθρωποι που δεν επιτελούν το φύλο με βάση τις προτασσόμενες κανονικότητες του διπολικού στατικού συστήματος που κυριαρχεί σήμερα στις χώρες της «Δύσης» και όχι μόνο, εξοστρακίζονται και «στοιχειώνουν» το πεδίο του διανοητού, περιφρουρώντας, μέσα από μία φρικαλεότητα που τους αποδίδεται, τα κανονιστικά σχήματα υποκειμενοποίησης και κοινωνικών σχέσεων.
Με άλλα λόγια, η αναπαραγωγή ενός πολιτισμικού θα λέγαμε καθεστώτος, εντός του οποίου το φύλο αναδύεται ως «φυσική» και αυτονόητη απόρροια κάποιων βιολογικών χαρακτηριστικών, και άμεσα συνδεδεμένο με την επίσης «φυσική» ετεροφυλοφιλία, σε συγκεκριμένες αρθρώσεις της βέβαια, τίθεται στο ερευνητικό, και πολιτικό στόχαστρο, ως κατ’ εξοχήν τόπος άσκησης εξουσίας και ανάπτυξης των τεχνολογιών της. Θέτοντας ερωτήματα για το πώς διαμορφώνεται το τι είναι διανοητό και τι όχι στο πεδίο του φύλου, καθώς και για τα θεμελιώδη διακυβεύματα που συνοδεύουν το εγχείρημά αυτό, παρά την συνήθη νοηματοδότηση του φύλου ως σημαντικής αλλά, εντέλει, «ελαφριάς» διάστασης της ταυτότητας, ή έστω πιο ελαφριάς από την «τάξη» για παράδειγμα, το Αναταραχή Φύλου πράγματι δημιουργεί και αυτό το ίδιο… αναταραχή!
Ουσιαστικά, το βιβλίο αυτό λειαίνει το έδαφος για την υποστήριξη της θέσης πως η ίδια η έννοια του ανθρώπου, και άρα η αναγνώριση κάποιων υποκειμένων ως ανθρώπινων και άξιων ζωής, ή άξιων θρήνου αν χαθούν, περιστρέφεται γύρω από την επιτελεστικότητα, όπως προτείνει η Μπάτλερ, της κανονιστικής θηλυκότητας ή του κανονιστικού ανδρισμού. Όπως λέει η ίδια η Μπάτλερ στον δεύτερο πρόλογο που έγραψε για την επανέκδοση του βιβλίου το 1999 (2009:15), «Στο βαθμό που οι έμφυλοι κανόνες (…)θεσπίζουν τι θα είναι και τι δεν θα είναι διανοητά ανθρώπινο, τι θα θεωρείται και τι δεν θα θεωρείται «πραγματικό», θεσπίζουν το οντολογικό πεδίο στο οποίο μπορεί να δίνεται νόμιμη έκφραση στα σώματα. Αν υπάρχει ένα θετικό κανονιστικό καθήκον στην Αναταραχή φύλου, είναι η επιμονή στην επέκταση αυτής της νομιμότητας σε σώματα που έχουν θεωρηθεί πλαστά, μη πραγματικά και αδιανόητα».
Σαν ένα απλό παράδειγμα του τι μπορεί να σημαίνει αυτό στην Ελλάδα σήμερα, έρχεται στο νου ένα επεισόδιο της τηλεοπτικής εκπομπής «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη, που προβλήθηκε προ λίγου καιρού (12 Απριλίου, 2010), με θέμα τις γυναίκες τρανς που «παίζουν» στο μαγαζί Κούκλες στο Κουκάκι. Κατά τη διάρκειά της παρουσιάζονται διάφοροι συντελεστές του προγράμματος στο μαγαζί, οι οποίες μιλάνε για τη ζωή τους στο συγκεκριμένο μαγαζί -τα μικρά καμαρίνια, τον άλλοτε κεφάτο και άλλοτε δύσκολο κόσμο- αλλά και τη ζωή τους γενικότερα. Τα πρόσωπα που βλέπουμε είναι γυναικεία, και τα αποσπάσματα από τις παραστάσεις τους που προβάλλονται σαφώς δείχνουν γυναίκες να τραγουδάνε, να μιλάνε στο κοινό κτλ.
Ωστόσο, την ίδια ώρα που η εκπομπή διανύει έδαφος στο πολιτισμικό εγχείρημα του να «εξανθρωπιστούν» οι τρανς στην Ελλάδα, με την έννοια του να θεαθούν καθαρά και απροβλημάτιστα ως απολύτως εξίσου άνθρωποι, παρουσιάζονται και κάποιες ρωγμές, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται το προβληματικό του εγχειρήματος αυτού. Ο Θεοδωράκης ψάχνει, με τις ερωτήσεις του, πολύ, θα λέγαμε, για «πρόβλημα». Ο λόγος του επιχειρεί να τις εντάξει σε ένα πλαίσιο όπου οι ίδιες, αν και ωραίες, σαγηνευτικές, γυναίκες, δεν είναι ωστόσο, εντέλει «κανονικές». Χαρακτηριστικά, με μία από αυτές, ενώ έχουν μιλήσει για το παρόν για αρκετή ώρα, με τρόπο που επιτρέπει την «ανάγνωση» της συνομιλήτριάς του ως γυναίκας, ο Θεοδωράκης αίφνης την ρωτά για την παιδική της ηλικία. Εκείνη απαντά ελλειπτικά, αδιόρατα ενοχλημένη από την αλλαγή θέματος, και εκείνος επιμένει, προτρέποντάς την, με «μαλακό» ύφος σίγουρα, κοιτώντας στα μάτια την κοπέλα με την οποία συνομιλεί, αλλά επιμένει, «τότε, τότε… εσύ είσαι ένα αγόρι».
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η στροφή της συζήτησης δρα κατασταλτικά προς την περαιτέρω κινητοποίηση του εγχειρήματος που το Αναταραχή φύλου υποστηρίζει. Ας μην ξεχνιόμαστε, είναι σα να λέει ο Θεοδωράκης, μπροστά στην εμφανώς απόλυτα επαρκή επιτελεστικότητα της θηλυκότητας από την μεριά της συνομιλήτριάς του, ...δεν είσαστε ωστόσο ίδιες. Δεν είσαστε, δηλαδή, «πραγματικές». Κι έτσι προβάλλει πάλι η κατηγορία του μη αυθεντικού, του «κάλπικου», χρωματίζοντας τα υποκείμενα που δεν επιτελούν φύλα με ευθυγραμμισμένους τρόπους, ως «λιγότερα», ως παθολογικά, και, ακόμα, ως κάποιου είδους απατεώνες.
Ωστόσο, στην ίδια εκπομπή, τα αποσπάσματα από τις παραστάσεις στις Κούκλες αναδεικνύουν γλαφυρά, έμμεσα βέβαια, πως και οι «κανονικές» δεν είναι φυσικά τέτοιες. Άλλωστε όλα τα νομίσματα, μπορούμε να πούμε πια με μεγαλύτερη άνεση στην γενικότερα ταραχώδη εποχή που διανύουμε, είναι ένα χαραγμένο μέταλλο, ή χαρτί. Η διαφορά είναι πως κάποιες χαράξεις του υλικού νομιμοποιούνται, μέσα από μία σειρά συμβάσεων, «σαν» να έχουν οι ίδιες μία αξία -σαν να αντιστοιχούν σε ανάλογη ποσότητα χρυσού για παράδειγμα, παρόλο που ο κανόνας του χρυσού έχει αναιρεθεί- και μετατρέπουν το υλικό, που συνήθως δεν έχει σχεδόν καμία δική του αξία, ή σημασία θα μπορούσαμε να πούμε, σε κάτι που φέρεται να έχει, ως ουσία του, και «αυτονόητα», την αξία που αναγράφεται.
Η ορολογία της Μπάτλερ έχει κατηγορηθεί από πολλούς ως αφαιρετική, ασαφής, περιττά σύνθετη κτλ. Όμως, η προσεχτική ανάγνωση του Gender Trouble φανερώνει και την πειθαρχία με την οποία η συγγραφέας επιστρέφει στα «απλά», συνυφαίνει αναλύσεις γεγονότων της επικαιρότητας, και επιμένει στη μεγάλη σημασία που έχει η αυστηρότερη θέαση του φύλου ως μη-φυσικού, και, δη, ως παραγωγής που στηρίζεται σε ένα είδος επιτελεστικότητας, όπως υποστηρίζει, όπου τα υποκείμενα «παραπέμπουν» σε διαφορετικές δεξαμενές νοημάτων, αναφερόμενα σε ένα πρότυπο που δεν υπάρχει εντέλει κάπου, βγάζοντας το καπέλο τους, τρόπον τινά, σε καταστατικά αφηγήματα που αφορούν το φύλο, χωρίς βέβαια να είναι το φύλο.
Η επιστημονική και πολιτική σημασία του βιβλίου έχει συζητηθεί εκτενώς. Διεθνώς, χιλιάδες επιστημονικών άρθρων και βιβλίων «εμπνεύστηκαν», τιθέμενα υπέρ ή κατά, από τις θέσεις που υποστηρίζει εδώ η Μπάτλερ, και τις διερευνούν περαιτέρω. Κάποια από αυτά καταπιάνονται με τα υποτιθέμενα λάθη, ή έστω τις αστοχίες, στην έμφαση του επιχειρήματος, στην ανάλυση κ.α. Ειδικά η αμερικανική αριστερά της διανόησης έθεσε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσον μία ανάλυση που βασίζεται στη διάλυση ουσιοκρατικών τοποθετήσεων μπορεί να συμμαχήσει με αγώνες για την κοινωνική δικαιοσύνη. Ίσως η εποχή της «κρίσης» στην οποία έρχεται η ελληνική μετάφραση του βιβλίου να αρκεί για την απάντηση του ζητήματος αυτού. Είναι σαφές πως το βιβλίο αυτό συμβάλλει ποικιλοτρόπως στους σύνθετους αγώνες για την κοινωνική δικαιοσύνη, κι ας χτυπάει νεύρα.
Η Αλεξάνδρα Χαλκιά διδάσκει Φύλο και Κοινωνική Θεωρία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζούντιθ Μπάτλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζούντιθ Μπάτλερ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
4/9/10
Η σκέψη της Τζούντιθ Μπάτλερ στα ελληνικά
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
-Ποιό είναι το πιο ακραίο πράγμα που έχετε κάνει ποτέ;
-Τον εαυτό μου!
συνέντευξη στη Μίνα Ορφανού, Ελευθεροτυπία, 25.01.09
Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη θεωρία. Το επιβεβαίωσαν και οι δύο πρόσφατες, μαζικότατες διαλέξεις της στην Αθήνα, υπό την αιγίδα των τμημάτων Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς». Τιμώντας τη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά, η Μπάτλερ μίλησε περισσότερο πολιτικά για τη διακρατική βία και τους όρους αναγνώρισης της ζωής και του θανάτου σε καιρούς πολέμου, με σημείο αναφοράς τις πολεμικές αναμετρήσεις στο Ιράκ και τη Γάζα. Η άλλη διάλεξή της, στο Πάντειο, είχε περισσότερο προγραμματικό χαρακτήρα, καθώς στάθηκε στις βασικές μέριμνες της σημερινής της έρευνας, στις έννοιες της «επιλεστικότητας» του φύλου και της «επισφάλειας» της ανθρώπινης ζωής.
Παρακολουθώντας τη Μπάτλερ μέσα και έξω από τα ακαδημαϊκά μας τείχη, εντοπίσαμε τις κύριες συντεταγμένες της πολυσχιδούς της παρέμβασης στα περιθώρια της ρητορικής θεωρίας, της πολιτικής φιλοσοφίας, της λογοτεχνικής κριτικής. Ήρθαμε σε άμεση επαφή με μια σκέψη που διαρκώς αμφισβητεί τους τρόπους συγκρότησης των νοητικών «μας» κατηγοριών. Άλλωστε, η κατά Μπάτλερ κριτική αναφέρεται στη διερεύνηση των όρων δυνατότητας ενός πεδίου αντικειμενικοτήτων, στην εργασία επί των ορίων. Πρόκειται για μια κίνηση ουσιωδώς νεοτερική, σε πείσμα όσων θεωρούν πως κατέχουν τα αποκλειστικά προνόμια διακονίας κάποιου υποτιθέμενου «Ορθού Λόγου». Οι προτάσεις, οι αναγνώσεις και οι παρ-αναγνώσεις της Μπάτλερ δίνουν πνοή σε κινήματα έμφυλης χειραφέτησης, αναδεικνύουν νέα πεδία έρευνας και μελέτης, χαρτογραφούν και πολιτικοποιούν λησμονημένες περιοχές γνώσης, θεματοποιώντας τις «κουήρ» θεωρητικές ταυτότητες όσων αρνούνται πεισματικά να ομονοήσουν στον αυστηρό ακαδημαϊκό φορμαλισμό που τόσο δεσπόζει στην διανοητική «μας» επικράτεια.
Η Μπάτλερ διέμεινε στην Αθήνα πολύ λίγο, όσο της επέτρεπε το πρόγραμμα της διαρκώς ανανεούμενης περιοδείας της. Η διανοητική της όμως παρουσία είναι σήμερα περισσότερο αισθητή από ποτέ, μέσα από τις διαθέσιμες μεταφράσεις του σημαντικότερου μέρους του έργου της. Η μεταφραστική εργασία, ως γνωστόν, δεν εξαντλείται στην απλή μεταγραφή λέξεων ή ακόμη και στη μεταφορά εννοιών και νοημάτων, αλλά οικειοποιείται, απηχεί, αντηχεί και συνηχεί πολιτισμικές κανονικότητες και τοπικές ιδιομορφίες. Πρόκειται για μέριμνες πολύ ισχυρότερες από τους πρόσκαιρους παραπλανητικούς τίτλους μερίδας του Τύπου («Γιατί να μην παντρεύονται περισσότεροι από δυο;» - τίτλος συνέντευξής της στη Καθημερινή) , τις ακατανόητες (ή ακόμη χειρότερα: πλήρως κατανοήσιμες) εκδηλώσεις λατρείας φανατικών θαυμαστών της και τις σκόπιμες παρανοήσεις ορκισμένων εχθρών της. Άλλωστε και η ίδια η Μπάτλερ από την αρχή της θεωρητικής της συγκρότησης βρέθηκε εν μέσω πολύπλοκων «μεταφράσεων» και «δεξιώσεων», διερευνώντας τους όρους πρόσληψης της εγελιανής διαλεκτικής της επιθυμίας από την γαλλική μεταπολεμική διανόηση, όπως μορφοποιήθηκε στο μέχρι σήμερα αμετάφραστο Υποκείμενα της Επιθυμίας: Εγελιανοί Στοχασμοί στην Γαλλία του 20ου αιώνα [Subjects of Desire: Hegelian Reflections in Twentieth-Century France (1987)]
Το ύφος και οι συμβάσεις της γραφής της Μπάτλερ εκτός από ανυπέρβλητα μεταφραστικά εμπόδια προκαλούν συχνά παρεξηγήσεις, σκάνδαλα, αλλά και περισσότερο ή λιγότερο θεμιτές κριτικές, όπως η κατηγορία περί «λογοκεντρισμού» -περί του γεγονότος ότι τα πάντα στο έργο της φαίνεται να είναι προϊόν γλωσσικής επιτέλεσης. Η πιο κοινή και συνάμα εύπεπτη κριτική αναφέρεται στην ύπαρξη μιας επιτηδευμένης ιδιολέκτου, η οποία σύμφωνα με τους επικριτές της μυστικοποιεί νοήματα και έννοιες, εξαϋλώνοντας τις δυνατότητες πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης. Η κατηγορία αυτή αποφέρει, αν μη τι άλλο, και έπαθλα, τόσο σε εκείνη (βραβείο «κακής γραφής») όσο και στους κατά τόπους αναγνώστες ή ακροατές της (τιμητικό Lower, ευγενική χορηγία του Αθηνοράματος για τη μετάφραση του τίτλου της διάλεξής της στο Πάντειο). Είναι εμφανές ότι οι απλουστευτικές προσεγγίσεις και κριτικές δεν είναι μόνο προνόμιο των «υποανάπτυκτων» διανοητικών κοινοτήτων, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται ορισμένοι επηρμένοι πολέμιοι του καθ’ ημάς θεωρητικού «επαρχιωτισμού». Λαμβάνουν χώρα και στα μητροπολιτικά διανοητικά κέντρα, αρκεί κανείς να παρακολουθήσει τις στρατηγικές διαστρεβλώσεις των θέσεων της Μπάτλερ στην οξεία κριτική της φιλοσόφου Μάρθα Νουσμπαουμ. Μια συστηματική μελέτη παρόμοιων (αντι)στάσεων θα οδηγούσε σε ενδιαφέροντα πορίσματα για τη θέση της σημερινής κριτικής θεωρίας στα οικεία μας δυτικά διανοητικο-πολιτικά συγκείμενα.
Από την Αναταραχή φύλου στην Ευάλωτη Ζωή
Οι πολύ προσεγμένες και ιδιαίτερα επιμελημένες ελληνικές εκδόσεις των έργων της Μπάτλερ καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος των ασχολιών της και αναδεικνύουν την ιδιαίτερη πολυφωνικότητα μιας γραφής που αδιάκοπα συνομιλεί, μέσω συλλογικών έργων, με αρκετούς από τους κριτικούς στοχαστές της εποχής μας (Ζίζεκ, Λακλάου, Σπίβακ, Ασάντ, Μαχμούντ, Κόνολλυ) για τα επείγοντα της θεωρίας και της πολιτικής, είτε αυτά αφορούν τη στρατηγική της αριστεράς, είτε τη μεταβαλλόμενη μορφή του έθνους-κράτους, τη θρησκευτική ανοχή και την κριτική της εκκοσμίκευσης.
Η Αναταραχή Φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας πρωτοεκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1990 και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της δεσπόζουσας φεμινιστικής κριτικής ριζοσπαστικοποιώντας, παράλληλα, τις θεωρητικό-πολιτικές της προκείμενες. Ευθύς εξαρχής η Μπάτλερ έθεσε υπό αμφισβήτηση τους κατεστημένους δυϊσμούς της βιολογικής και κοινωνικής διάστασης του φύλου. Η υπονόμευση της κατεστημένης, ακόμη και σήμερα, θεώρησης του φύλου ως μια βιολογικά καθορισμένη βάση την οποία σμιλεύουν οι εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες έφερε στο προσκήνιο μια δέσμη κριτικών ερωτημάτων αναφορικά με τους όρους συγκρότησης/θέσμισης των έμφυλων υποκειμένων. Έτσι, το ενδιαφέρον στράφηκε από τα θετικά περιεχόμενα των φεμινιστικών ταυτοτήτων στις νόρμες, στις σχέσεις εξουσίας που ανα-παράγουν το φύλο και επαν-ορίζουν συγκεκριμένες πολιτικές αναγνώρισης των έμφυλων ταυτοτήτων και της σεξουαλικής ζωής.
Το εγχείρημα της Μπάτλερ κατέστη εφικτό μέσα από δημιουργικούς διαλόγους με τις γλώσσες της «γαλλικής θεωρίας» και της φεμινιστικής κριτικής της εποχής και συνέτεινε στην επεξεργασία μιας δυναμικής θεωρίας για την επιτελεστικότητα του φύλου [gender performativity], η οποία ενεπλάκη σε πολυδιάστατες συζητήσεις και διαμάχες στο μεταίχμιο της ηπειρωτικής και της αναλυτικής φιλοσοφικής παράδοσης. Το φύλο προσεγγίστηκε ως «το επαναλαμβανόμενο στιλιζάρισμα του σώματος, ένα σύνολο επαναλαμβανόμενων πράξεων μέσα σε ένα άκαμπτο ρυθμιστικό πλαίσιο, πράξεων που παγώνουν με τον χρόνο προσφέροντας την επίφαση μιας ουσίας, ενός φυσικού τρόπου ύπαρξης» (σελ. 61). Το αναλυτικό καθήκον στράφηκε στην κατάδειξη των τρόπων «αποφυσικοποίησης» του φύλου, στην αντίσταση ενάντια στις δεσπόζουσες μορφές κανονιστικής βίας. Οι προτάσεις της Μπάτλερ επέφεραν σημαντικές θεωρητικές αναταραχές και προκάλεσαν, μεταξύ άλλων, πολλά ερωτήματα σε σχέση με την υλικότητα του σώματος και τη σωματικότητα του έμφυλου υποκειμένου.
Το βιβλίο της Σώματα με Σημασία : Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, που πρωτοεκδόθηκε λίγα μόλις χρόνια αργότερα (1993), επιχείρησε να διαυγάσει τους τρόπους διαμέσου των οποίων παράγονται και εκτίθενται τα σώματα εντός των παραγωγικών πλαισίων που θέτουν οι έμφυλοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί. Για τη Μπάτλερ το σώμα δεν είναι μια στέρεη, δεδομένη ύλη. Η υλικότητά του δεν μπορεί να εννοηθεί εκτός των κοινωνικών-πολιτισμικών πρακτικών και νορμών που ορίζουν τις πολλαπλές υλοποιήσεις του. Προς τούτο, αναδιατυπώνεται η ιδέα της επιτελεστικότητας του φύλου, με τρόπο που να μην επιτρέπει βολονταριστικές και κονστρουκτιβιστικές παρεξηγήσεις. Η επιτελεστικότητα, γράφει η Μπάτλερ εκ νέου, πρέπει να εννοηθεί ως «πρακτική της επανάληψης και της παράθεσης με την οποία ο λόγος παράγει τα αποτελέσματα που ονομάζει» (σελ. 42).
Η Ψυχική ζωή της Εξουσίας επικεντρώνεται στις σχέσεις του υποκειμένου, της εξουσίας και της ψυχικής ζωής. Τα δοκίμια που συνθέτουν τον τόμο αναλύουν πτυχές της φροϋδικής και λακανικής ψυχανάλυσης, της νιτσεϊκής και εγελιανής φιλοσοφίας, της φουκωϊκής εξουσίας και της αλτουσεριανής ιδεολογίας. Η Μπάτλερ καταφάσκει, μαζί με τον Φουκώ, τη ριζική αμφισημία του υποκειμένου η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι, αφενός, το ίδιο το υποκείμενο είναι το προϊόν εξουσίας που επιδρά πάνω του, αλλά, αφετέρου, η εξουσία αυτή μπορεί να δρα μόνο εάν τα υποκείμενα την ενσωματώνουν και την αναπαράγουν. Η Μπάτλερ, μέσω της γραφής της, μας προτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πιο πέρα από την κατανόηση αυτής της αμφισημίας, ωθώντας μας να εντοπίσουμε τις επί μέρους, πρόσκαιρες ρωγμές αυτού του κλειστού αναπαραγόμενου σχήματος, οι οποίες μπορούν να επιτρέψουν την ανάδυση ενός ανα-στοχαστικού υποκειμένου. Για το λόγο αυτό στρέφεται στη μελέτη της ψυχικής διάστασης του υποκειμένου, σε συνδυασμό πάντα με τους κοινωνικούς περιορισμούς που τίθενται σε αυτό. Σε αυτό το πλαίσιο ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εργασία της συνείδησης μέσω της οποίας το υποκείμενο ορίζεται ως ανα-στοχαστικό ον και η λειτουργία της μελαγχολίας, η οποία «σφραγίζει τα όρια της υποκειμενοποίησης» (σελ.43)
Η προσπάθεια αυτή για την τιθάσευση της αμφισημίας του υποκειμένου προκαλεί εύλογους αντιλόγους. Εάν, όπως γράφει ο Γ. Σταυρακάκης σε μια πρόσφατη κριτική του, «το υποκείμενο αλλοτριώνεται μέσα στην εξάρτησή του από την εξουσία, αν διχάζεται και αποπροσανατολίζεται κατά τον αναστοχασμό της ετερόνομης συγκρότησής του, πώς μπορεί να θεωρηθεί προσωπικά και κοινωνικά υπεύθυνο;»
Με το βιβλίο Λογοδοτώντας για τον Εαυτό η Μπάτλερ έρχεται εν πολλοίς να τοποθετηθεί απέναντι στο παραπάνω ερώτημα. Πέρα από τους συνήθεις υπόπτους, επιλέγει να συνομιλήσει και με τους Αντόρνο, Λεβινάς, Καβαρέρο και Λαπλάνς, περί των τρόπων αφήγησης του εαυτού, αντίστασης στην ηθική βία και ανάληψης της ευθύνης. Εδώ η Μπάτλερ προτείνει μια «ηθικοπολιτική της απεύθυνσης και της ευθύνης» η οποία, σύμφωνα με την ανάλυση της Αθηνάς Αθανασίου στο επίμετρο που συνοδεύει την έκδοση, εργάζεται στα «όρια της αυτονομίας του υποκειμένου» και «αναπροσανατολίζει την εννοιολόγηση της πράξης, πέρα από το στερεότυπο της αποκαλυπτικής, βουλησιαρχικής θετικότητας και προς μια έννοια συσχέτισης με την αρνητικότητα, όπου η ετερονομία δεν συμπίπτει με την υποταγή αλλά γίνεται πηγή δημιουργικής μετασχηματιστικής πράξης» (σελ. 224-225).
Τα τελευταία χρόνια, η Μπάτλερ επιχειρεί μια μετατόπιση του εστιακού κέντρου της θεωρητικής της αναζήτησης, από την επιτελεστικότητα του φύλου προς την επισφάλεια της ζωής, την τρωτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε αυτήν την κίνηση, οι έννοιες του πένθους και της οδύνης, της βίας και της μελαγχολίας, που χαρακτηρίζουν τους αγώνες αναγνώρισης των γκέι και λεσβιακών κοινοτήτων -ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του AIDS- και οργανώνουν το θεωρητικό οπλοστάσιο της έμφυλης αντίστασης, γίνονται όροι διαύγασης των σημερινών πολιτικο-κοινωνικών συγκυριών.
Αρκεί κανείς να εξετάσει τα πρόσφατα δοκίμια που συνθέτουν το βιβλίο Ευάλωτη Ζωή: Οι Δυνάμεις του Πένθους και της Βίας και το αμετάφραστο Πλαίσια Πολέμου: Πότε η ζωή γίνεται πενθήσιμη; [Frames of War: When Life is Grievable?]. Πρόκειται για δοκίμια που γράφονται, δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε καιρό πολέμου και αναφέρονται στο αμερικανικό θεωρητικο-πολιτικό συγκείμενο, χωρίς, φυσικά, να εξαντλούνται σε αυτό. Η Ευάλωτη Ζωή, ειδικότερα, ασκεί κριτική στις θεμελιώδεις παραμορφώσεις μιας εν πολλοίς αντι-διανοητικής, αντι-θεωρητικής δημόσιας σφαίρας, που αποκλείει de facto την άρθρωση ουσιωδών ερωτημάτων κατανόησης του ιστορικού και πολιτικού φορτίου των γεγονότων της 9/11. Σε αυτό το πλαίσιο, καταγγέλλονται οι εύκολες θυματοποιήσεις και οι υποτιθέμενες αντι-σημιτικές «ευαισθησίες», που καταπνίγουν έμπρακτα κάθε δημόσια απόπειρα κριτικής του ισραηλινού κράτους. Το έργο καλεί επίσης σε αντίσταση απέναντι στην «εθνική μελαγχολία» που γέννησε η δημόσια αποκήρυξη του πένθους για το φονταμενταλιστικό τραύμα στην καρδιά του αυτοκρατορικού κήτους. Η εξέταση των διαφορετικών πολιτικών αναγνώρισης του πένθους στο δημόσιο χώρο μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση των διαφορετικών επιπέδων ορατότητας των ανθρώπινων ζωών. Οι διαφορετικές αυτές κανονιστικές αντιλήψεις για το ανθρώπινο, υποστηρίζει η Μπάτλερ, είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού στο Γκουαντανάμο, τον κατεξοχήν τόπο περι-ορισμού θολών νομικοπολιτικών υπάρξεων, μη βιώσιμων ζωών. Η Ευάλωτη Ζωή επιμένει επίσης στο επιτακτικό αίτημα της ηθικής και πολιτικής στάσης απέναντι στην έκρηξη και διασπορά της κρατικής (πολεμικής) βίας. Εδώ, η αναμέτρηση με την αγωνιστική μη-βία που προτείνει η λεβινασιακή ηθική -με τον περίφημο λεβινασιανό «άλλο»- μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις διαδικασίες ανθρωποποίησης που υπερβαίνουν τις απλές αναπαραστατικές πρακτικές και τεχνικές, για να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα της ηθικής.
Εν κατακλείδι..
Είδαμε ότι η Μπάτλερ τώρα τελευταία εστιάζει στην τρωτότητα, στο θάνατο, στις νεκρολογίες, για να μιλήσει για τη ζωή και την επιβίωση, για να θέσει το ποιητικό και βαθύτατα πολιτικό ερώτημα περί του τι και ποιος/α «μετρά» ως έμφυλο υποκείμενο, ως ανθρώπινη ζωή, ως υπήκοος του έθνους-κράτους, ως συν-ανήκων/ουσα σε μια κοινότητα. Από τα Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στον λόγο, στις Ζωές με σημασία: Οριοθετήσεις του «ανθρώπινου» στον λόγο, εάν μου επιτραπεί ο νεολογισμός, η Μπάτλερ δεν παύει ποτέ να αναζητεί τρόπους έκθεσης του ερωτήματος της πολιτικής χειραφέτησης, μακριά από βολικούς ντετερμινισμούς και τελεολογίες.
Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας
Βιβλία της στα ελληνικά
-Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2008
-Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου, εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Νήσος, 2008
-Λογοδοτώντας για τον εαυτό, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, επίμετρο και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2009
-Η ψυχική ζωή της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον, 2009
-Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.
-Επιτελεστική πολιτική και κριτική της κρατικής βίας (Τρίτη ετήσια διάλεξη στην μνήμη του Ν. Πουλαντζά), Αθήνα: Νήσος 2010
ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ
-Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και Πολιτικές της Ανθρωπολογίας (επιμέλεια, εισαγωγή: Κώστας Γιαννακόπουλος), Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2006,
-Φεμινιστική Θεωρία και Πολιτισμική Κριτική (επιμέλεια και εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου), Αθήνα: Νήσος 2006
ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ
-Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η συγγένεια μεταξύ ζωής και θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας και Κώστας Λιβιεράτος, εισαγωγή Έλενα Τζελέπη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΑΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ
-J. Butler, Excitable Speech: A Politics of the Performative. Λονδίνο: Rοutledge 1997, http://www.routledge.com/books/details/9780415915885/
-J. Butler, E.Laclau, S.Zizek, Contingency, Hegemony, Universality: Contemporary Dialogues of the Left, Λονδίνο: Verso 2000, http://www.versobooks.com/books/ab/b-titles/butler_j_contingency.shtml
-J. Butler & G.Spivak, Who sings the Nation-State: Laguage, Politics, Belonging, Λονδίνο: Seagull 2007,
http://www.seagullindia.com/books/detailviewlonnew.asp?prodid=3217
-J. Butler, T. Asad, W. Brown, S. Mahmood, Is Critique Secular? Blasphemy, Injury and Free Speech Μπέρκλεϊ: Berkeley University Press: 2009, http://www.ucpress.edu/book.php?isbn=9780982329412
- J. Butler, Frames of War: When is life grievable? Λονδίνο: Verso 2009,
http://www.versobooks.com/books/ab/b-titles/butler_judith_frames_of_war.shtml
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ
-«Εξήγηση και απενοχοποίηση, ή τι μπορούμε να ακούσουμε», (μτρφ. Γρηγόρης Ανανιάδης), Σύγχρονα Θέματα, Ιούνιος 2002
http://www.synchronathemata.gr/, http://synchronathemata.wordpress.com/
-«Ο μαρξισμός και το απλώς πολιτισμικό» (μτφρ. Άκης Γαβριηλίδης) Θέσεις Ιανουάριος 2008, http://www.theseis.com/
-«Ζωές που δεν είναι άξιες πένθους» Συνέντευξη στη Νέλλη Καμπούρη για το ηλεκτρονικό περιοδικό re-public, http://www.re-public.gr/?p=300
-«Το φύλο ως επιτέλεση», (μτφρ. Μαρία Παγκάκη), περ. Στίγμα, χχ
-«Μια άκριτη μορφή έξαψης», (μτρφ. Μωυσής Μπουντουρίδης) http://thrymmata.blogspot.com/2008/11/judith-butler.html
-«Η ψυχική ζωή της Εξουσίας» (μτφρ- εισαγωγή Σούλα), Black Out, Θεσσαλονίκη 2007, http://www.blackout.gr
-«Τζούντιθ Μπάτλερ: Επαν-ορίζοντας το ‘κανονικό’: Φεμινισμός και ριζοσπαστική αριστερά» Συνέντευξη στην Αθηνά Αθανασίου για τις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (μετάφραση: Θεοδοσία Μαρινούδη) Κυριακάτικη Αυγή,13.12.2009, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=511625
-«Γιατί να μην παντρεύονται περισσότεροι από δυο;» Συνέντευξη στον Ματθαίο Τσιμιτάκη για την Καθημερινή, 10.01.2010, http://tsimitakis.wordpress.com
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΣΤΟΝ HΜΕΡHΣΙΟ ΚΑΙ KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ TΥΠΟ
-Νόρα Τσιμπούκη, «Τα όρια του σώματος», Ελευθεροτυπία 17.02.2009, http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=27/02/2009&id=34643652
-Παναγιώτης Σωτήρης, «Σώμα, Εξουσίες, Ταυτότητες», Κυριακάτικη Αυγή, 22.02.2009, http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=437324
-Δημήτρης Παπανικολάου, «Γυναίκα (και άντρας) δε γίνεσαι, αλλά γεννιέσαι», Τα Νέα, 08.08.2009,
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4530620&enthDate=08082009
-Αποστόλης Αρτινός, «Ο Εαυτός στον τόπο του Άλλου», Ελευθεροτυπία, 05.02.2010 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=128703
-Γιάννης Σταυρακάκης, «Οι ευθύνες της εξουσίας και οι εξουσίες της ευθύνης», Τα Νέα, 30.04.2010, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4572575&enthDate=30042010
-Φώτης Τερζάκης, «Το ηθικό πρόβλημα σήμερα», Ελευθεροτυπία, 21.05.2010
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=21/05/2010&id=164368
Η διάλεξη της Μπάτλερ στην μνήμη του Ν. Πουλαντζά είναι διαθέσιμη και ηλεκτρονικά μέσα από την ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς: http://www.poulantzas.gr και τον ιστότοπο vimeo.com - εκεί μπορεί κανείς να δει και την ομιλία της στο Πάντειο. Στο Youtube υπάρχουν επίσης πολλές διαθέσιμες συνεντεύξεις και ομιλίες της Μπάτλερ.
Για μια αριστερή πολιτική
Σε πρώτο επίπεδο, η αριστερή πολιτική θα μπορούσε να έχει ως στόχο την αναπροσαρμογή και επέκταση της πολιτικής κριτικής στην κρατική βία, περιλαμβάνοντας τον πόλεμο και τις μορφές νόμιμης βίας, που με διαφορετικούς τρόπους στερούν από πληθυσμούς τους απαιτούμενους πόρους για την ελαχιστοποίηση της επισφάλειάς τους. Αυτό φαντάζει επειγόντως αναγκαίο, στο πλαίσιo των διαλυμένων κρατών προνοίας και όσων έχουν διαρρήξει ή δεν είναι σε θέση να επανασυνάψουν τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Σε δεύτερο επίπεδο, [μια αριστερή πολιτική] θα μπορούσε να εστιάζει λιγότερο στις πολιτικές της ταυτότητας ή σε συμφέροντα και πεποιθήσεις που απορρέουν από ταυτοτικές αξιώσεις, και περισσότερο στις διαφορετικές διανομές της επισφάλειας, ελπίζοντας ότι θα διαμορφωθούν νέες συμμαχίες, ικανές να υπερβούν τα είδη φιλελεύθερων αδιεξόδων που προαναφέραμε. Διατέμνοντας τις ταυτοτικές κατηγορίες και τους πολυπολιτισμικούς χάρτες, η επισφάλεια δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για μια συμμαχία που δομείται γύρω από την αντίσταση στην κρατική βία και στην ικανότητα αυτής να παράγει, να εκμεταλλεύεται και να επιμερίζει την επισφάλεια, για τους σκοπούς του κέρδους και της υπεράσπισης της εδαφικής επικράτειας. Μια τέτοια συμμαχία δεν θα προϋπέθετε τη συμφωνία για κάθε ζήτημα επιθυμίας, πίστης ή αυτοπροσδιορισμού. Θα ήταν ένα κίνημα που προφυλάσσει συγκεκριμένα είδη υφιστάμενων ανταγωνισμών μεταξύ των μελών του, αποτιμώντας τέτοιες επίμονες και έντονες διαφορές ως το σημείο και τo περιεχόμενο μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής πολιτικής.
Από το τελευταίο έργο της Μπάτλερ, Frames Of War: When is Life Grievable?, Λονδίνο: Verso २००९, σελ. 32 (μτφρ. Γιώργος Γιαννακόπουλος)
-Ποιό είναι το πιο ακραίο πράγμα που έχετε κάνει ποτέ;
-Τον εαυτό μου!
συνέντευξη στη Μίνα Ορφανού, Ελευθεροτυπία, 25.01.09
Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη θεωρία. Το επιβεβαίωσαν και οι δύο πρόσφατες, μαζικότατες διαλέξεις της στην Αθήνα, υπό την αιγίδα των τμημάτων Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου, Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς». Τιμώντας τη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά, η Μπάτλερ μίλησε περισσότερο πολιτικά για τη διακρατική βία και τους όρους αναγνώρισης της ζωής και του θανάτου σε καιρούς πολέμου, με σημείο αναφοράς τις πολεμικές αναμετρήσεις στο Ιράκ και τη Γάζα. Η άλλη διάλεξή της, στο Πάντειο, είχε περισσότερο προγραμματικό χαρακτήρα, καθώς στάθηκε στις βασικές μέριμνες της σημερινής της έρευνας, στις έννοιες της «επιλεστικότητας» του φύλου και της «επισφάλειας» της ανθρώπινης ζωής.
Παρακολουθώντας τη Μπάτλερ μέσα και έξω από τα ακαδημαϊκά μας τείχη, εντοπίσαμε τις κύριες συντεταγμένες της πολυσχιδούς της παρέμβασης στα περιθώρια της ρητορικής θεωρίας, της πολιτικής φιλοσοφίας, της λογοτεχνικής κριτικής. Ήρθαμε σε άμεση επαφή με μια σκέψη που διαρκώς αμφισβητεί τους τρόπους συγκρότησης των νοητικών «μας» κατηγοριών. Άλλωστε, η κατά Μπάτλερ κριτική αναφέρεται στη διερεύνηση των όρων δυνατότητας ενός πεδίου αντικειμενικοτήτων, στην εργασία επί των ορίων. Πρόκειται για μια κίνηση ουσιωδώς νεοτερική, σε πείσμα όσων θεωρούν πως κατέχουν τα αποκλειστικά προνόμια διακονίας κάποιου υποτιθέμενου «Ορθού Λόγου». Οι προτάσεις, οι αναγνώσεις και οι παρ-αναγνώσεις της Μπάτλερ δίνουν πνοή σε κινήματα έμφυλης χειραφέτησης, αναδεικνύουν νέα πεδία έρευνας και μελέτης, χαρτογραφούν και πολιτικοποιούν λησμονημένες περιοχές γνώσης, θεματοποιώντας τις «κουήρ» θεωρητικές ταυτότητες όσων αρνούνται πεισματικά να ομονοήσουν στον αυστηρό ακαδημαϊκό φορμαλισμό που τόσο δεσπόζει στην διανοητική «μας» επικράτεια.
Η Μπάτλερ διέμεινε στην Αθήνα πολύ λίγο, όσο της επέτρεπε το πρόγραμμα της διαρκώς ανανεούμενης περιοδείας της. Η διανοητική της όμως παρουσία είναι σήμερα περισσότερο αισθητή από ποτέ, μέσα από τις διαθέσιμες μεταφράσεις του σημαντικότερου μέρους του έργου της. Η μεταφραστική εργασία, ως γνωστόν, δεν εξαντλείται στην απλή μεταγραφή λέξεων ή ακόμη και στη μεταφορά εννοιών και νοημάτων, αλλά οικειοποιείται, απηχεί, αντηχεί και συνηχεί πολιτισμικές κανονικότητες και τοπικές ιδιομορφίες. Πρόκειται για μέριμνες πολύ ισχυρότερες από τους πρόσκαιρους παραπλανητικούς τίτλους μερίδας του Τύπου («Γιατί να μην παντρεύονται περισσότεροι από δυο;» - τίτλος συνέντευξής της στη Καθημερινή) , τις ακατανόητες (ή ακόμη χειρότερα: πλήρως κατανοήσιμες) εκδηλώσεις λατρείας φανατικών θαυμαστών της και τις σκόπιμες παρανοήσεις ορκισμένων εχθρών της. Άλλωστε και η ίδια η Μπάτλερ από την αρχή της θεωρητικής της συγκρότησης βρέθηκε εν μέσω πολύπλοκων «μεταφράσεων» και «δεξιώσεων», διερευνώντας τους όρους πρόσληψης της εγελιανής διαλεκτικής της επιθυμίας από την γαλλική μεταπολεμική διανόηση, όπως μορφοποιήθηκε στο μέχρι σήμερα αμετάφραστο Υποκείμενα της Επιθυμίας: Εγελιανοί Στοχασμοί στην Γαλλία του 20ου αιώνα [Subjects of Desire: Hegelian Reflections in Twentieth-Century France (1987)]
Το ύφος και οι συμβάσεις της γραφής της Μπάτλερ εκτός από ανυπέρβλητα μεταφραστικά εμπόδια προκαλούν συχνά παρεξηγήσεις, σκάνδαλα, αλλά και περισσότερο ή λιγότερο θεμιτές κριτικές, όπως η κατηγορία περί «λογοκεντρισμού» -περί του γεγονότος ότι τα πάντα στο έργο της φαίνεται να είναι προϊόν γλωσσικής επιτέλεσης. Η πιο κοινή και συνάμα εύπεπτη κριτική αναφέρεται στην ύπαρξη μιας επιτηδευμένης ιδιολέκτου, η οποία σύμφωνα με τους επικριτές της μυστικοποιεί νοήματα και έννοιες, εξαϋλώνοντας τις δυνατότητες πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης. Η κατηγορία αυτή αποφέρει, αν μη τι άλλο, και έπαθλα, τόσο σε εκείνη (βραβείο «κακής γραφής») όσο και στους κατά τόπους αναγνώστες ή ακροατές της (τιμητικό Lower, ευγενική χορηγία του Αθηνοράματος για τη μετάφραση του τίτλου της διάλεξής της στο Πάντειο). Είναι εμφανές ότι οι απλουστευτικές προσεγγίσεις και κριτικές δεν είναι μόνο προνόμιο των «υποανάπτυκτων» διανοητικών κοινοτήτων, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται ορισμένοι επηρμένοι πολέμιοι του καθ’ ημάς θεωρητικού «επαρχιωτισμού». Λαμβάνουν χώρα και στα μητροπολιτικά διανοητικά κέντρα, αρκεί κανείς να παρακολουθήσει τις στρατηγικές διαστρεβλώσεις των θέσεων της Μπάτλερ στην οξεία κριτική της φιλοσόφου Μάρθα Νουσμπαουμ. Μια συστηματική μελέτη παρόμοιων (αντι)στάσεων θα οδηγούσε σε ενδιαφέροντα πορίσματα για τη θέση της σημερινής κριτικής θεωρίας στα οικεία μας δυτικά διανοητικο-πολιτικά συγκείμενα.
Από την Αναταραχή φύλου στην Ευάλωτη Ζωή
Οι πολύ προσεγμένες και ιδιαίτερα επιμελημένες ελληνικές εκδόσεις των έργων της Μπάτλερ καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος των ασχολιών της και αναδεικνύουν την ιδιαίτερη πολυφωνικότητα μιας γραφής που αδιάκοπα συνομιλεί, μέσω συλλογικών έργων, με αρκετούς από τους κριτικούς στοχαστές της εποχής μας (Ζίζεκ, Λακλάου, Σπίβακ, Ασάντ, Μαχμούντ, Κόνολλυ) για τα επείγοντα της θεωρίας και της πολιτικής, είτε αυτά αφορούν τη στρατηγική της αριστεράς, είτε τη μεταβαλλόμενη μορφή του έθνους-κράτους, τη θρησκευτική ανοχή και την κριτική της εκκοσμίκευσης.
Η Αναταραχή Φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας πρωτοεκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1990 και τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της δεσπόζουσας φεμινιστικής κριτικής ριζοσπαστικοποιώντας, παράλληλα, τις θεωρητικό-πολιτικές της προκείμενες. Ευθύς εξαρχής η Μπάτλερ έθεσε υπό αμφισβήτηση τους κατεστημένους δυϊσμούς της βιολογικής και κοινωνικής διάστασης του φύλου. Η υπονόμευση της κατεστημένης, ακόμη και σήμερα, θεώρησης του φύλου ως μια βιολογικά καθορισμένη βάση την οποία σμιλεύουν οι εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες έφερε στο προσκήνιο μια δέσμη κριτικών ερωτημάτων αναφορικά με τους όρους συγκρότησης/θέσμισης των έμφυλων υποκειμένων. Έτσι, το ενδιαφέρον στράφηκε από τα θετικά περιεχόμενα των φεμινιστικών ταυτοτήτων στις νόρμες, στις σχέσεις εξουσίας που ανα-παράγουν το φύλο και επαν-ορίζουν συγκεκριμένες πολιτικές αναγνώρισης των έμφυλων ταυτοτήτων και της σεξουαλικής ζωής.
Το εγχείρημα της Μπάτλερ κατέστη εφικτό μέσα από δημιουργικούς διαλόγους με τις γλώσσες της «γαλλικής θεωρίας» και της φεμινιστικής κριτικής της εποχής και συνέτεινε στην επεξεργασία μιας δυναμικής θεωρίας για την επιτελεστικότητα του φύλου [gender performativity], η οποία ενεπλάκη σε πολυδιάστατες συζητήσεις και διαμάχες στο μεταίχμιο της ηπειρωτικής και της αναλυτικής φιλοσοφικής παράδοσης. Το φύλο προσεγγίστηκε ως «το επαναλαμβανόμενο στιλιζάρισμα του σώματος, ένα σύνολο επαναλαμβανόμενων πράξεων μέσα σε ένα άκαμπτο ρυθμιστικό πλαίσιο, πράξεων που παγώνουν με τον χρόνο προσφέροντας την επίφαση μιας ουσίας, ενός φυσικού τρόπου ύπαρξης» (σελ. 61). Το αναλυτικό καθήκον στράφηκε στην κατάδειξη των τρόπων «αποφυσικοποίησης» του φύλου, στην αντίσταση ενάντια στις δεσπόζουσες μορφές κανονιστικής βίας. Οι προτάσεις της Μπάτλερ επέφεραν σημαντικές θεωρητικές αναταραχές και προκάλεσαν, μεταξύ άλλων, πολλά ερωτήματα σε σχέση με την υλικότητα του σώματος και τη σωματικότητα του έμφυλου υποκειμένου.
Το βιβλίο της Σώματα με Σημασία : Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, που πρωτοεκδόθηκε λίγα μόλις χρόνια αργότερα (1993), επιχείρησε να διαυγάσει τους τρόπους διαμέσου των οποίων παράγονται και εκτίθενται τα σώματα εντός των παραγωγικών πλαισίων που θέτουν οι έμφυλοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί. Για τη Μπάτλερ το σώμα δεν είναι μια στέρεη, δεδομένη ύλη. Η υλικότητά του δεν μπορεί να εννοηθεί εκτός των κοινωνικών-πολιτισμικών πρακτικών και νορμών που ορίζουν τις πολλαπλές υλοποιήσεις του. Προς τούτο, αναδιατυπώνεται η ιδέα της επιτελεστικότητας του φύλου, με τρόπο που να μην επιτρέπει βολονταριστικές και κονστρουκτιβιστικές παρεξηγήσεις. Η επιτελεστικότητα, γράφει η Μπάτλερ εκ νέου, πρέπει να εννοηθεί ως «πρακτική της επανάληψης και της παράθεσης με την οποία ο λόγος παράγει τα αποτελέσματα που ονομάζει» (σελ. 42).
Η Ψυχική ζωή της Εξουσίας επικεντρώνεται στις σχέσεις του υποκειμένου, της εξουσίας και της ψυχικής ζωής. Τα δοκίμια που συνθέτουν τον τόμο αναλύουν πτυχές της φροϋδικής και λακανικής ψυχανάλυσης, της νιτσεϊκής και εγελιανής φιλοσοφίας, της φουκωϊκής εξουσίας και της αλτουσεριανής ιδεολογίας. Η Μπάτλερ καταφάσκει, μαζί με τον Φουκώ, τη ριζική αμφισημία του υποκειμένου η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι, αφενός, το ίδιο το υποκείμενο είναι το προϊόν εξουσίας που επιδρά πάνω του, αλλά, αφετέρου, η εξουσία αυτή μπορεί να δρα μόνο εάν τα υποκείμενα την ενσωματώνουν και την αναπαράγουν. Η Μπάτλερ, μέσω της γραφής της, μας προτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πιο πέρα από την κατανόηση αυτής της αμφισημίας, ωθώντας μας να εντοπίσουμε τις επί μέρους, πρόσκαιρες ρωγμές αυτού του κλειστού αναπαραγόμενου σχήματος, οι οποίες μπορούν να επιτρέψουν την ανάδυση ενός ανα-στοχαστικού υποκειμένου. Για το λόγο αυτό στρέφεται στη μελέτη της ψυχικής διάστασης του υποκειμένου, σε συνδυασμό πάντα με τους κοινωνικούς περιορισμούς που τίθενται σε αυτό. Σε αυτό το πλαίσιο ιδιαίτερη σημασία αποκτά η εργασία της συνείδησης μέσω της οποίας το υποκείμενο ορίζεται ως ανα-στοχαστικό ον και η λειτουργία της μελαγχολίας, η οποία «σφραγίζει τα όρια της υποκειμενοποίησης» (σελ.43)
Η προσπάθεια αυτή για την τιθάσευση της αμφισημίας του υποκειμένου προκαλεί εύλογους αντιλόγους. Εάν, όπως γράφει ο Γ. Σταυρακάκης σε μια πρόσφατη κριτική του, «το υποκείμενο αλλοτριώνεται μέσα στην εξάρτησή του από την εξουσία, αν διχάζεται και αποπροσανατολίζεται κατά τον αναστοχασμό της ετερόνομης συγκρότησής του, πώς μπορεί να θεωρηθεί προσωπικά και κοινωνικά υπεύθυνο;»
Με το βιβλίο Λογοδοτώντας για τον Εαυτό η Μπάτλερ έρχεται εν πολλοίς να τοποθετηθεί απέναντι στο παραπάνω ερώτημα. Πέρα από τους συνήθεις υπόπτους, επιλέγει να συνομιλήσει και με τους Αντόρνο, Λεβινάς, Καβαρέρο και Λαπλάνς, περί των τρόπων αφήγησης του εαυτού, αντίστασης στην ηθική βία και ανάληψης της ευθύνης. Εδώ η Μπάτλερ προτείνει μια «ηθικοπολιτική της απεύθυνσης και της ευθύνης» η οποία, σύμφωνα με την ανάλυση της Αθηνάς Αθανασίου στο επίμετρο που συνοδεύει την έκδοση, εργάζεται στα «όρια της αυτονομίας του υποκειμένου» και «αναπροσανατολίζει την εννοιολόγηση της πράξης, πέρα από το στερεότυπο της αποκαλυπτικής, βουλησιαρχικής θετικότητας και προς μια έννοια συσχέτισης με την αρνητικότητα, όπου η ετερονομία δεν συμπίπτει με την υποταγή αλλά γίνεται πηγή δημιουργικής μετασχηματιστικής πράξης» (σελ. 224-225).
Τα τελευταία χρόνια, η Μπάτλερ επιχειρεί μια μετατόπιση του εστιακού κέντρου της θεωρητικής της αναζήτησης, από την επιτελεστικότητα του φύλου προς την επισφάλεια της ζωής, την τρωτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε αυτήν την κίνηση, οι έννοιες του πένθους και της οδύνης, της βίας και της μελαγχολίας, που χαρακτηρίζουν τους αγώνες αναγνώρισης των γκέι και λεσβιακών κοινοτήτων -ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του AIDS- και οργανώνουν το θεωρητικό οπλοστάσιο της έμφυλης αντίστασης, γίνονται όροι διαύγασης των σημερινών πολιτικο-κοινωνικών συγκυριών.
Αρκεί κανείς να εξετάσει τα πρόσφατα δοκίμια που συνθέτουν το βιβλίο Ευάλωτη Ζωή: Οι Δυνάμεις του Πένθους και της Βίας και το αμετάφραστο Πλαίσια Πολέμου: Πότε η ζωή γίνεται πενθήσιμη; [Frames of War: When Life is Grievable?]. Πρόκειται για δοκίμια που γράφονται, δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε καιρό πολέμου και αναφέρονται στο αμερικανικό θεωρητικο-πολιτικό συγκείμενο, χωρίς, φυσικά, να εξαντλούνται σε αυτό. Η Ευάλωτη Ζωή, ειδικότερα, ασκεί κριτική στις θεμελιώδεις παραμορφώσεις μιας εν πολλοίς αντι-διανοητικής, αντι-θεωρητικής δημόσιας σφαίρας, που αποκλείει de facto την άρθρωση ουσιωδών ερωτημάτων κατανόησης του ιστορικού και πολιτικού φορτίου των γεγονότων της 9/11. Σε αυτό το πλαίσιο, καταγγέλλονται οι εύκολες θυματοποιήσεις και οι υποτιθέμενες αντι-σημιτικές «ευαισθησίες», που καταπνίγουν έμπρακτα κάθε δημόσια απόπειρα κριτικής του ισραηλινού κράτους. Το έργο καλεί επίσης σε αντίσταση απέναντι στην «εθνική μελαγχολία» που γέννησε η δημόσια αποκήρυξη του πένθους για το φονταμενταλιστικό τραύμα στην καρδιά του αυτοκρατορικού κήτους. Η εξέταση των διαφορετικών πολιτικών αναγνώρισης του πένθους στο δημόσιο χώρο μπορεί να οδηγήσει στη συνειδητοποίηση των διαφορετικών επιπέδων ορατότητας των ανθρώπινων ζωών. Οι διαφορετικές αυτές κανονιστικές αντιλήψεις για το ανθρώπινο, υποστηρίζει η Μπάτλερ, είναι ορατές δια γυμνού οφθαλμού στο Γκουαντανάμο, τον κατεξοχήν τόπο περι-ορισμού θολών νομικοπολιτικών υπάρξεων, μη βιώσιμων ζωών. Η Ευάλωτη Ζωή επιμένει επίσης στο επιτακτικό αίτημα της ηθικής και πολιτικής στάσης απέναντι στην έκρηξη και διασπορά της κρατικής (πολεμικής) βίας. Εδώ, η αναμέτρηση με την αγωνιστική μη-βία που προτείνει η λεβινασιακή ηθική -με τον περίφημο λεβινασιανό «άλλο»- μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε τις διαδικασίες ανθρωποποίησης που υπερβαίνουν τις απλές αναπαραστατικές πρακτικές και τεχνικές, για να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα της ηθικής.
Εν κατακλείδι..
Είδαμε ότι η Μπάτλερ τώρα τελευταία εστιάζει στην τρωτότητα, στο θάνατο, στις νεκρολογίες, για να μιλήσει για τη ζωή και την επιβίωση, για να θέσει το ποιητικό και βαθύτατα πολιτικό ερώτημα περί του τι και ποιος/α «μετρά» ως έμφυλο υποκείμενο, ως ανθρώπινη ζωή, ως υπήκοος του έθνους-κράτους, ως συν-ανήκων/ουσα σε μια κοινότητα. Από τα Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στον λόγο, στις Ζωές με σημασία: Οριοθετήσεις του «ανθρώπινου» στον λόγο, εάν μου επιτραπεί ο νεολογισμός, η Μπάτλερ δεν παύει ποτέ να αναζητεί τρόπους έκθεσης του ερωτήματος της πολιτικής χειραφέτησης, μακριά από βολικούς ντετερμινισμούς και τελεολογίες.
Ο Γιώργος Γιαννακόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας
Βιβλία της στα ελληνικά
-Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2008
-Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου, εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Νήσος, 2008
-Λογοδοτώντας για τον εαυτό, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, επίμετρο και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές, 2009
-Η ψυχική ζωή της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον, 2009
-Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.
-Επιτελεστική πολιτική και κριτική της κρατικής βίας (Τρίτη ετήσια διάλεξη στην μνήμη του Ν. Πουλαντζά), Αθήνα: Νήσος 2010
ΑΡΘΡΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ
-Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και Πολιτικές της Ανθρωπολογίας (επιμέλεια, εισαγωγή: Κώστας Γιαννακόπουλος), Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2006,
-Φεμινιστική Θεωρία και Πολιτισμική Κριτική (επιμέλεια και εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου), Αθήνα: Νήσος 2006
ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ
-Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η συγγένεια μεταξύ ζωής και θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας και Κώστας Λιβιεράτος, εισαγωγή Έλενα Τζελέπη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΑΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ
-J. Butler, Excitable Speech: A Politics of the Performative. Λονδίνο: Rοutledge 1997, http://www.routledge.com/books/details/9780415915885/
-J. Butler, E.Laclau, S.Zizek, Contingency, Hegemony, Universality: Contemporary Dialogues of the Left, Λονδίνο: Verso 2000, http://www.versobooks.com/books/ab/b-titles/butler_j_contingency.shtml
-J. Butler & G.Spivak, Who sings the Nation-State: Laguage, Politics, Belonging, Λονδίνο: Seagull 2007,
http://www.seagullindia.com/books/detailviewlonnew.asp?prodid=3217
-J. Butler, T. Asad, W. Brown, S. Mahmood, Is Critique Secular? Blasphemy, Injury and Free Speech Μπέρκλεϊ: Berkeley University Press: 2009, http://www.ucpress.edu/book.php?isbn=9780982329412
- J. Butler, Frames of War: When is life grievable? Λονδίνο: Verso 2009,
http://www.versobooks.com/books/ab/b-titles/butler_judith_frames_of_war.shtml
ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ
-«Εξήγηση και απενοχοποίηση, ή τι μπορούμε να ακούσουμε», (μτρφ. Γρηγόρης Ανανιάδης), Σύγχρονα Θέματα, Ιούνιος 2002
http://www.synchronathemata.gr/, http://synchronathemata.wordpress.com/
-«Ο μαρξισμός και το απλώς πολιτισμικό» (μτφρ. Άκης Γαβριηλίδης) Θέσεις Ιανουάριος 2008, http://www.theseis.com/
-«Ζωές που δεν είναι άξιες πένθους» Συνέντευξη στη Νέλλη Καμπούρη για το ηλεκτρονικό περιοδικό re-public, http://www.re-public.gr/?p=300
-«Το φύλο ως επιτέλεση», (μτφρ. Μαρία Παγκάκη), περ. Στίγμα, χχ
-«Μια άκριτη μορφή έξαψης», (μτρφ. Μωυσής Μπουντουρίδης) http://thrymmata.blogspot.com/2008/11/judith-butler.html
-«Η ψυχική ζωή της Εξουσίας» (μτφρ- εισαγωγή Σούλα), Black Out, Θεσσαλονίκη 2007, http://www.blackout.gr
-«Τζούντιθ Μπάτλερ: Επαν-ορίζοντας το ‘κανονικό’: Φεμινισμός και ριζοσπαστική αριστερά» Συνέντευξη στην Αθηνά Αθανασίου για τις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής (μετάφραση: Θεοδοσία Μαρινούδη) Κυριακάτικη Αυγή,13.12.2009, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=511625
-«Γιατί να μην παντρεύονται περισσότεροι από δυο;» Συνέντευξη στον Ματθαίο Τσιμιτάκη για την Καθημερινή, 10.01.2010, http://tsimitakis.wordpress.com
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΗΣ ΣΤΟΝ HΜΕΡHΣΙΟ ΚΑΙ KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ TΥΠΟ
-Νόρα Τσιμπούκη, «Τα όρια του σώματος», Ελευθεροτυπία 17.02.2009, http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=27/02/2009&id=34643652
-Παναγιώτης Σωτήρης, «Σώμα, Εξουσίες, Ταυτότητες», Κυριακάτικη Αυγή, 22.02.2009, http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=437324
-Δημήτρης Παπανικολάου, «Γυναίκα (και άντρας) δε γίνεσαι, αλλά γεννιέσαι», Τα Νέα, 08.08.2009,
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4530620&enthDate=08082009
-Αποστόλης Αρτινός, «Ο Εαυτός στον τόπο του Άλλου», Ελευθεροτυπία, 05.02.2010 http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=128703
-Γιάννης Σταυρακάκης, «Οι ευθύνες της εξουσίας και οι εξουσίες της ευθύνης», Τα Νέα, 30.04.2010, http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4572575&enthDate=30042010
-Φώτης Τερζάκης, «Το ηθικό πρόβλημα σήμερα», Ελευθεροτυπία, 21.05.2010
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=21/05/2010&id=164368
Η διάλεξη της Μπάτλερ στην μνήμη του Ν. Πουλαντζά είναι διαθέσιμη και ηλεκτρονικά μέσα από την ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς: http://www.poulantzas.gr και τον ιστότοπο vimeo.com - εκεί μπορεί κανείς να δει και την ομιλία της στο Πάντειο. Στο Youtube υπάρχουν επίσης πολλές διαθέσιμες συνεντεύξεις και ομιλίες της Μπάτλερ.
Για μια αριστερή πολιτική
Σε πρώτο επίπεδο, η αριστερή πολιτική θα μπορούσε να έχει ως στόχο την αναπροσαρμογή και επέκταση της πολιτικής κριτικής στην κρατική βία, περιλαμβάνοντας τον πόλεμο και τις μορφές νόμιμης βίας, που με διαφορετικούς τρόπους στερούν από πληθυσμούς τους απαιτούμενους πόρους για την ελαχιστοποίηση της επισφάλειάς τους. Αυτό φαντάζει επειγόντως αναγκαίο, στο πλαίσιo των διαλυμένων κρατών προνοίας και όσων έχουν διαρρήξει ή δεν είναι σε θέση να επανασυνάψουν τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας. Σε δεύτερο επίπεδο, [μια αριστερή πολιτική] θα μπορούσε να εστιάζει λιγότερο στις πολιτικές της ταυτότητας ή σε συμφέροντα και πεποιθήσεις που απορρέουν από ταυτοτικές αξιώσεις, και περισσότερο στις διαφορετικές διανομές της επισφάλειας, ελπίζοντας ότι θα διαμορφωθούν νέες συμμαχίες, ικανές να υπερβούν τα είδη φιλελεύθερων αδιεξόδων που προαναφέραμε. Διατέμνοντας τις ταυτοτικές κατηγορίες και τους πολυπολιτισμικούς χάρτες, η επισφάλεια δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για μια συμμαχία που δομείται γύρω από την αντίσταση στην κρατική βία και στην ικανότητα αυτής να παράγει, να εκμεταλλεύεται και να επιμερίζει την επισφάλεια, για τους σκοπούς του κέρδους και της υπεράσπισης της εδαφικής επικράτειας. Μια τέτοια συμμαχία δεν θα προϋπέθετε τη συμφωνία για κάθε ζήτημα επιθυμίας, πίστης ή αυτοπροσδιορισμού. Θα ήταν ένα κίνημα που προφυλάσσει συγκεκριμένα είδη υφιστάμενων ανταγωνισμών μεταξύ των μελών του, αποτιμώντας τέτοιες επίμονες και έντονες διαφορές ως το σημείο και τo περιεχόμενο μιας ριζοσπαστικής δημοκρατικής πολιτικής.
Από το τελευταίο έργο της Μπάτλερ, Frames Of War: When is Life Grievable?, Λονδίνο: Verso २००९, σελ. 32 (μτφρ. Γιώργος Γιαννακόπουλος)
12/6/10
Το Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ και ο εξοπλισμός του Ισραήλ
Η Τζούντιθ Μπάτλερ έχει όλα αυτά τα χρόνια εμπλακεί ενεργά στον αγώνα για ειρήνη και δικαιοσύνη στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη, τόσο μέσα από τη συγγραφή άρθρων και κριτικών δοκιμίων όσο και συμμετέχοντας σε διάφορες οργανώσεις, που προωθούν την ειρήνη και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περιοχή. Αυτή την περίοδο, μάλιστα, ασχολείται ερευνητικά με τις εβραϊκές κριτικές της κρατικής βίας και τη σημασία της «ανάμνησης» στην εβραιο-παλαιστινιακή ποιητική και φιλοσοφική παράδοση. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα από μια πρόσφατη ομιλία της σε φοιτητική συνέλευση στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ τον περασμένο Απρίλη. Στο κείμενο, που δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό περιοδικό The Nation στις 14 Απρίλη 2010, η Μπάτλερ ενώνει τη φωνή της με την πλειοψηφία του συλλόγου φοιτητών του Μπέρκλεϊ, υπέρ της απεμπλοκής του πανεπιστημίου από επενδύσεις σε εταιρείες όπως η General Electric και η United Technologies, οι οποίες στηρίζουν έμπρακτα την παράνομη Ισραηλινή κατοχή και τις επιθέσεις στη Γάζα. Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε την βίαιη αντίδραση φιλοϊσραηλινών συντηρητικών κύκλων, που δεν δίστασαν να εγκαλέσουν δημόσια την αμερικανοεβραία φιλόσοφο για αντισημιτική πολιτική δράση.
Γιώργος Γιαννακόπουλος
ΤΗΣ ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΜΠΑΤΛΕΡ
Αυτό που έμαθα ως μικρό παιδί στη συναγωγή μου, που δεν υπήρξε και κανένα άντρο ριζοσπαστικότητας, ήταν η αναγκαιότητα της δημόσιας έκφρασης εναντίον της κοινωνικής αδικίας. Διδάχθηκα να βρίσκω το θάρρος να εκφράζομαι και να τοποθετούμαι δημόσια, ακόμη και όταν κανείς κατηγορείται ότι απομακρύνεται από τον κοινό νου ή απειλείται με λογοκρισία και τιμωρία. Έμαθα ότι η μεγαλύτερη αδικία είναι η σιωπή μπροστά στην εγκληματική αδικία. Αυτή ακριβώς η παράδοση της εβραϊκής κοινωνικής ηθικής έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον του ναζισμού, του φασισμού και κάθε άλλης μορφής διάκρισης, καθώς και στις διαμάχες για την εδραίωση των δικαιωμάτων των προσφύγων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σίγουρα δεν υπάρχουν ακραιφνείς αναλογίες ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μεταξύ της Νότιας Αφρικής και του Ισραήλ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υφίστανται γενικά πλαίσια για το στοχασμό της συν-ύπαρξης, του δικαιώματος σε μια ζωή χωρίς εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις, των δικαιωμάτων των προσφύγων. Πάνω σε αυτά εδράζονται πολλοί διεθνείς νόμοι που επιτρέπουν σε εβραίους και μη-εβραίους να ζήσουν σε έναν κόσμο περισσότερο δίκαιο, όχι για το ένα ή το άλλο έθνος αλλά για κάθε πληθυσμό, ανεξαρτήτως εθνικότητας και υπηκοότητας. Εάν ορισμένοι από εμάς ελπίζουμε ότι το Ισραήλ θα συμμορφωθεί απέναντι στο διεθνές δίκαιο, είναι ακριβώς για να μπορέσουν οι λαοί να συνυπάρξουν μεταξύ τους ελεύθερα και ειρηνικά. Η απαίτηση αυτή δεν απο-νομιμοποιεί το Ισραήλ∙ τουναντίον, η ευθυγράμμιση με το διεθνές δίκαιο είναι ο καλύτερος τρόπος ώστε το Ισραήλ να αποκτήσει τη νομιμοποίηση, το σεβασμό και μια σταθερή θέση ανάμεσα στους λαούς του κόσμου.[...]
Υπάρχουν δύο εταιρείες που δεν έχουν μόνο επενδύσει στην ισραηλινή κατοχή παλαιστινιακής γης και ανθρώπων, αλλά κερδοσκοπούν από την κατοχή αυτή, που εν μέρει την συντηρούν κεφάλαια επενδεδυμένα από Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Πρόκειται για την General Electric και την United Technologies. Παράγουν αεροπλάνα που είναι σχεδιασμένα για βομβαρδισμούς και δολοφονίες και τα οποία, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία και την Human Rights Watch, έχουν βομβαρδίσει και δολοφονήσει αθώους πολίτες. Καλείστε να αποσύρετε τα κεφάλαια από τις δυο αυτές εταιρείες. ΔΕΝ καλείστε να αποσύρετε κεφάλαια από κάθε εταιρεία που έχει πάρε-δώσε με το Ισραήλ. Δεν καλείστε να καταφύγετε σε απόσυρση κεφαλαίων από ισραηλινές εταιρείες ή πολίτες, στη βάση της υπηκοότητας ή εθνικής τους αναφοράς. Σας ζητείται μόνο να απαιτήσετε την απόσυρση κεφαλαίων από συγκεκριμένες εταιρείες που παράγουν όπλα που σκοτώνουν αμάχους. [...]
Ας γίνει αυτή η απόσυρση κεφαλαίων αφορμή για μια περισσότερο θαρραλέα πολιτική της ηθικής επένδυσης, που θα εφαρμόζεται σε κάθε εταιρεία στην οποία επενδύει πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Πρόκειται για την εκκίνηση μιας αλληλουχίας την οποία επιθυμούν και οι δυο πλευρές αυτής της αντιδικίας. Το Ισραήλ δεν θα ξεχωρίζει ως έθνος που μποϋκοτάρεται – αν και πρέπει να σημειώσουμε ότι το ίδιο το Ισραήλ δεν μποϋκοτάρεται από αυτή την απόφαση (1). Αλλά ούτε και η ισραηλινή κατοχή θα εξαιρείται από τα διεθνή μέτρα και σταθμά. Εάν πιστεύετε ότι η ιστορική κατανόηση της γέννησης του Ισραήλ του προσδίδει μια ιδιαίτερη θέση στον κόσμο, τότε διαφωνείτε με εκείνους τους πρώιμους σιωνιστές, τον Martin Buber και τον Judah Magnes μεταξύ άλλων, που δεν υποστήριζαν μόνο ότι το Ισραήλ πρέπει να πορευτεί ισότιμα με τα άλλα έθνη, αλλά και ότι πρέπει να εξειδικεύσει τις αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης στις πράξεις και τις πολιτικές του. Δεν υπάρχει τίποτε στην ιστορία του Ισραήλ και του εβραϊκού λαού που να δικαιολογεί εγκλήματα πολέμου και να απαιτεί την αναβολή της κρίσης μας για αυτά σήμερα. Έχουμε την δυνατότητα να διαφωνούμε επί μακρόν για την κατοχή, αλλά δεν νομίζω ότι θα καταφέρουμε ποτέ να δικαιολογήσουμε, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, την αποστέρηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης σε εκατομμύρια ανθρώπους και την έλλειψη προστασίας έναντι της αστυνομικής, στρατιωτικής παρενόχλησης και καταστροφής. Ακόμη και έτσι, μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση και δεν χρειάζεται να την εξαντλήσουμε εδώ για να καταλάβουμε τη συγκεκριμένη επιλογή που έχουμε μπροστά μας. Δεν χρειάζεται να αποφασίσετε οριστικά για την κατοχή, ώστε να συμφωνήσετε ότι είναι λάθος η επένδυση σε εταιρείες που διαπράττουν εγκλήματα πολέμου, και ότι υποστηρίζοντας αυτό συμπαρατάσσεστε με τους Εβραίους, τους Μουσουλμάνους, τους Ινδουϊστές, τους Χριστιανούς και τόσους πολλούς άλλους λαούς με διαφορετικές θρησκείες και κοσμικές παραδόσεις, που πιστεύουν ότι η διεθνής διακυβέρνηση, η δικαιοσύνη και η ειρήνη απαιτούν τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αντίσταση στα εγκλήματα πολέμου.
Δηλώνετε ότι δεν επιθυμείτε να επενδύονται τα χρήματά σας σε βόμβες, ελικόπτερα και πολεμικό υλικό που καταστρέφει αθώες ζωές. Δεν το επιθυμείτε σε αυτό το συγκείμενο και δεν το επιθυμείτε σε κανένα συγκείμενο.
Ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να αστειευθεί. Πού θα ήταν τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς τους Εβραίους! Με τη βοήθειά μας συντάχθηκαν τα δικαιώματα αυτά στη Νυρεμβέργη και για μια ακόμη φορά στην Ιερουσαλήμ∙ τι σημαίνει λοιπόν η ύπαρξη εκείνων που σας λένε ότι είναι αναλγησία προς την εβραϊκότητα η δημόσια υποστήριξη του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Πρόκειται για ένα ψέμα και για μια τερατώδη άποψη περί του τι σημαίνει να είναι κανείς εβραίος.
Καταισχύνει τις βαθυστόχαστες παραδόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης που προέκυψαν από τους αγώνες ενάντια στον φασισμό και τον ρατσισμό. Διαγράφει την παράδοση του ta-ayush, της συμβίωσης, την ηθική σχέση ως προς τον μη-εβραίο που είναι η ουσία της εβραϊκής ηθικής, και εξαλείφει την αξία που αποδίδεται στη ζωή, ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής. Δεν χρειάζεται να δείξει κανείς ότι ο αγώνας εναντίον αυτής της κατοχής είναι ανάλογος με εκείνον εναντίον του απαρτχάιντ, για να μάθουμε ότι κάθε αγώνας έχει τη δική του αξιοπρέπειά και τη δική του απόλυτη αξία, και ότι το κάθε είδος καταπίεσης δεν πρέπει να ταυτίζεται επακριβώς για να είναι το ίδιο εσφαλμένο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κατοχή και το απαρτχάιντ συνιστούν δυο διαφορετικές εκδοχές αποικιοκρατίας, αν και δεν είναι ανάγκη να κατανοήσουμε πλήρως τις παραπάνω συγκλίσεις και αποκλίσεις για να θέσουμε το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα.[...]
Ο αγώνας εναντίον του φόβου, στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι μέρος μιας μεγάλης και αξιοσέβαστης μη-εθνικιστικής εβραϊκής παράδοσης, που είναι αφοσιωμένη όχι μόνο στην ελευθερία του καθενός, αλλά σε όλες τις ελευθερίες μας. Ας θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός εβραίος, ούτε ένα μοναδικό Ισραήλ, και ότι όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο επιδιώκουν τον εκφοβισμό ή τον περιορισμό των κριτικών σας ικανοτήτων. Ψηφίζοντας υπέρ εισέρχεστε σε μια συζήτηση που έχει ήδη αρχίσει, που έχει ιδιαίτερη σημασία για την πραγμάτωση της δικαιοσύνης και που προϋποθέτει την θαρραλέα δημόσια τοποθέτηση ενάντια στην κοινωνική αδικία, κάτι που διδάχθηκα ήδη από παιδί και πρέπει να διδασκόμαστε συνέχεια. Κατανοώ την δυσκολία αυτού του τρόπου έκφρασης. Εάν όμως αντιμάχεστε την σιωπή, παίρνοντας δημόσια θέση υπέρ του δικαίου, βρίσκεστε ήδη μέσα στον αγώνα εναντίον της καταπίεσης και υπέρ της ελευθερίας, έναν αγώνα που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ελευθερία του ενός χωρίς την ελευθερία όλων. Σίγουρα θα υπάρξουν εκείνοι και εκείνες που θα σας κατηγορήσουν για μίσος, αλλά ίσως οι ίδιες οι κατηγορίες είναι αυτές που ενεργοποιούν το μίσος. Δεν πρέπει να μπείτε στον κύκλο των απειλών, του φόβου και του μίσους – αυτός είναι ο διαβολικός κύκλος του ίδιου του πολέμου. Πρέπει να εγκαταλείψετε τον λόγο του πολέμου και να διεκδικήσετε το δίκαιο. Δεν θα είστε μόνοι. Θα συν-ομιλείτε με άλλους και θα βαδίζετε προς την πραγμάτωση της ειρήνης – των αρχών της μη-βίας και της συν-ύπαρξης, που μόνο αυτές μπορούν να γίνουν τα θεμέλια της ειρήνης. Παίρνοντας θέση εναντίον της στρατιωτικής καταστροφής αθώων ζωών και του εταιρικού κέρδους που εξαρτάται από αυτή την καταστροφή, θα έχετε την υποστήριξη ενός ανερχόμενου, δυναμικού κινήματος, παγκόσμιου και διαγενεακού. Θα σταθείτε μαζί μας και εμείς ασφαλώς θα σταθούμε μαζί σας.
(1) Για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση της Μπάτλερ σχετικά με το ακαδημαϊκό και πολιτισμικό μποϋκοτάζ του ισραηλινού κράτους, που κερδίζει έδαφος και στα καθ’ ημάς, βλ. την πρόσφατη συνέντευξή της στον Udi Aloni, διαθέσιμη στο διαδικτυακό τόπο Haaretz.com (14.02.2010)
Γιώργος Γιαννακόπουλος
ΤΗΣ ΤΖΟΥΝΤΙΘ ΜΠΑΤΛΕΡ
Αυτό που έμαθα ως μικρό παιδί στη συναγωγή μου, που δεν υπήρξε και κανένα άντρο ριζοσπαστικότητας, ήταν η αναγκαιότητα της δημόσιας έκφρασης εναντίον της κοινωνικής αδικίας. Διδάχθηκα να βρίσκω το θάρρος να εκφράζομαι και να τοποθετούμαι δημόσια, ακόμη και όταν κανείς κατηγορείται ότι απομακρύνεται από τον κοινό νου ή απειλείται με λογοκρισία και τιμωρία. Έμαθα ότι η μεγαλύτερη αδικία είναι η σιωπή μπροστά στην εγκληματική αδικία. Αυτή ακριβώς η παράδοση της εβραϊκής κοινωνικής ηθικής έπαιξε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον του ναζισμού, του φασισμού και κάθε άλλης μορφής διάκρισης, καθώς και στις διαμάχες για την εδραίωση των δικαιωμάτων των προσφύγων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σίγουρα δεν υπάρχουν ακραιφνείς αναλογίες ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μεταξύ της Νότιας Αφρικής και του Ισραήλ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, υφίστανται γενικά πλαίσια για το στοχασμό της συν-ύπαρξης, του δικαιώματος σε μια ζωή χωρίς εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις, των δικαιωμάτων των προσφύγων. Πάνω σε αυτά εδράζονται πολλοί διεθνείς νόμοι που επιτρέπουν σε εβραίους και μη-εβραίους να ζήσουν σε έναν κόσμο περισσότερο δίκαιο, όχι για το ένα ή το άλλο έθνος αλλά για κάθε πληθυσμό, ανεξαρτήτως εθνικότητας και υπηκοότητας. Εάν ορισμένοι από εμάς ελπίζουμε ότι το Ισραήλ θα συμμορφωθεί απέναντι στο διεθνές δίκαιο, είναι ακριβώς για να μπορέσουν οι λαοί να συνυπάρξουν μεταξύ τους ελεύθερα και ειρηνικά. Η απαίτηση αυτή δεν απο-νομιμοποιεί το Ισραήλ∙ τουναντίον, η ευθυγράμμιση με το διεθνές δίκαιο είναι ο καλύτερος τρόπος ώστε το Ισραήλ να αποκτήσει τη νομιμοποίηση, το σεβασμό και μια σταθερή θέση ανάμεσα στους λαούς του κόσμου.[...]
Υπάρχουν δύο εταιρείες που δεν έχουν μόνο επενδύσει στην ισραηλινή κατοχή παλαιστινιακής γης και ανθρώπων, αλλά κερδοσκοπούν από την κατοχή αυτή, που εν μέρει την συντηρούν κεφάλαια επενδεδυμένα από Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Πρόκειται για την General Electric και την United Technologies. Παράγουν αεροπλάνα που είναι σχεδιασμένα για βομβαρδισμούς και δολοφονίες και τα οποία, σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία και την Human Rights Watch, έχουν βομβαρδίσει και δολοφονήσει αθώους πολίτες. Καλείστε να αποσύρετε τα κεφάλαια από τις δυο αυτές εταιρείες. ΔΕΝ καλείστε να αποσύρετε κεφάλαια από κάθε εταιρεία που έχει πάρε-δώσε με το Ισραήλ. Δεν καλείστε να καταφύγετε σε απόσυρση κεφαλαίων από ισραηλινές εταιρείες ή πολίτες, στη βάση της υπηκοότητας ή εθνικής τους αναφοράς. Σας ζητείται μόνο να απαιτήσετε την απόσυρση κεφαλαίων από συγκεκριμένες εταιρείες που παράγουν όπλα που σκοτώνουν αμάχους. [...]
Ας γίνει αυτή η απόσυρση κεφαλαίων αφορμή για μια περισσότερο θαρραλέα πολιτική της ηθικής επένδυσης, που θα εφαρμόζεται σε κάθε εταιρεία στην οποία επενδύει πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Πρόκειται για την εκκίνηση μιας αλληλουχίας την οποία επιθυμούν και οι δυο πλευρές αυτής της αντιδικίας. Το Ισραήλ δεν θα ξεχωρίζει ως έθνος που μποϋκοτάρεται – αν και πρέπει να σημειώσουμε ότι το ίδιο το Ισραήλ δεν μποϋκοτάρεται από αυτή την απόφαση (1). Αλλά ούτε και η ισραηλινή κατοχή θα εξαιρείται από τα διεθνή μέτρα και σταθμά. Εάν πιστεύετε ότι η ιστορική κατανόηση της γέννησης του Ισραήλ του προσδίδει μια ιδιαίτερη θέση στον κόσμο, τότε διαφωνείτε με εκείνους τους πρώιμους σιωνιστές, τον Martin Buber και τον Judah Magnes μεταξύ άλλων, που δεν υποστήριζαν μόνο ότι το Ισραήλ πρέπει να πορευτεί ισότιμα με τα άλλα έθνη, αλλά και ότι πρέπει να εξειδικεύσει τις αρχές της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης στις πράξεις και τις πολιτικές του. Δεν υπάρχει τίποτε στην ιστορία του Ισραήλ και του εβραϊκού λαού που να δικαιολογεί εγκλήματα πολέμου και να απαιτεί την αναβολή της κρίσης μας για αυτά σήμερα. Έχουμε την δυνατότητα να διαφωνούμε επί μακρόν για την κατοχή, αλλά δεν νομίζω ότι θα καταφέρουμε ποτέ να δικαιολογήσουμε, από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου, την αποστέρηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης σε εκατομμύρια ανθρώπους και την έλλειψη προστασίας έναντι της αστυνομικής, στρατιωτικής παρενόχλησης και καταστροφής. Ακόμη και έτσι, μπορούμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση και δεν χρειάζεται να την εξαντλήσουμε εδώ για να καταλάβουμε τη συγκεκριμένη επιλογή που έχουμε μπροστά μας. Δεν χρειάζεται να αποφασίσετε οριστικά για την κατοχή, ώστε να συμφωνήσετε ότι είναι λάθος η επένδυση σε εταιρείες που διαπράττουν εγκλήματα πολέμου, και ότι υποστηρίζοντας αυτό συμπαρατάσσεστε με τους Εβραίους, τους Μουσουλμάνους, τους Ινδουϊστές, τους Χριστιανούς και τόσους πολλούς άλλους λαούς με διαφορετικές θρησκείες και κοσμικές παραδόσεις, που πιστεύουν ότι η διεθνής διακυβέρνηση, η δικαιοσύνη και η ειρήνη απαιτούν τη συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αντίσταση στα εγκλήματα πολέμου.
Δηλώνετε ότι δεν επιθυμείτε να επενδύονται τα χρήματά σας σε βόμβες, ελικόπτερα και πολεμικό υλικό που καταστρέφει αθώες ζωές. Δεν το επιθυμείτε σε αυτό το συγκείμενο και δεν το επιθυμείτε σε κανένα συγκείμενο.
Ένα μέρος του εαυτού μου θέλει να αστειευθεί. Πού θα ήταν τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς τους Εβραίους! Με τη βοήθειά μας συντάχθηκαν τα δικαιώματα αυτά στη Νυρεμβέργη και για μια ακόμη φορά στην Ιερουσαλήμ∙ τι σημαίνει λοιπόν η ύπαρξη εκείνων που σας λένε ότι είναι αναλγησία προς την εβραϊκότητα η δημόσια υποστήριξη του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; Πρόκειται για ένα ψέμα και για μια τερατώδη άποψη περί του τι σημαίνει να είναι κανείς εβραίος.
Καταισχύνει τις βαθυστόχαστες παραδόσεις κοινωνικής δικαιοσύνης που προέκυψαν από τους αγώνες ενάντια στον φασισμό και τον ρατσισμό. Διαγράφει την παράδοση του ta-ayush, της συμβίωσης, την ηθική σχέση ως προς τον μη-εβραίο που είναι η ουσία της εβραϊκής ηθικής, και εξαλείφει την αξία που αποδίδεται στη ζωή, ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής. Δεν χρειάζεται να δείξει κανείς ότι ο αγώνας εναντίον αυτής της κατοχής είναι ανάλογος με εκείνον εναντίον του απαρτχάιντ, για να μάθουμε ότι κάθε αγώνας έχει τη δική του αξιοπρέπειά και τη δική του απόλυτη αξία, και ότι το κάθε είδος καταπίεσης δεν πρέπει να ταυτίζεται επακριβώς για να είναι το ίδιο εσφαλμένο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κατοχή και το απαρτχάιντ συνιστούν δυο διαφορετικές εκδοχές αποικιοκρατίας, αν και δεν είναι ανάγκη να κατανοήσουμε πλήρως τις παραπάνω συγκλίσεις και αποκλίσεις για να θέσουμε το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα.[...]
Ο αγώνας εναντίον του φόβου, στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι μέρος μιας μεγάλης και αξιοσέβαστης μη-εθνικιστικής εβραϊκής παράδοσης, που είναι αφοσιωμένη όχι μόνο στην ελευθερία του καθενός, αλλά σε όλες τις ελευθερίες μας. Ας θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός εβραίος, ούτε ένα μοναδικό Ισραήλ, και ότι όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο επιδιώκουν τον εκφοβισμό ή τον περιορισμό των κριτικών σας ικανοτήτων. Ψηφίζοντας υπέρ εισέρχεστε σε μια συζήτηση που έχει ήδη αρχίσει, που έχει ιδιαίτερη σημασία για την πραγμάτωση της δικαιοσύνης και που προϋποθέτει την θαρραλέα δημόσια τοποθέτηση ενάντια στην κοινωνική αδικία, κάτι που διδάχθηκα ήδη από παιδί και πρέπει να διδασκόμαστε συνέχεια. Κατανοώ την δυσκολία αυτού του τρόπου έκφρασης. Εάν όμως αντιμάχεστε την σιωπή, παίρνοντας δημόσια θέση υπέρ του δικαίου, βρίσκεστε ήδη μέσα στον αγώνα εναντίον της καταπίεσης και υπέρ της ελευθερίας, έναν αγώνα που γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ελευθερία του ενός χωρίς την ελευθερία όλων. Σίγουρα θα υπάρξουν εκείνοι και εκείνες που θα σας κατηγορήσουν για μίσος, αλλά ίσως οι ίδιες οι κατηγορίες είναι αυτές που ενεργοποιούν το μίσος. Δεν πρέπει να μπείτε στον κύκλο των απειλών, του φόβου και του μίσους – αυτός είναι ο διαβολικός κύκλος του ίδιου του πολέμου. Πρέπει να εγκαταλείψετε τον λόγο του πολέμου και να διεκδικήσετε το δίκαιο. Δεν θα είστε μόνοι. Θα συν-ομιλείτε με άλλους και θα βαδίζετε προς την πραγμάτωση της ειρήνης – των αρχών της μη-βίας και της συν-ύπαρξης, που μόνο αυτές μπορούν να γίνουν τα θεμέλια της ειρήνης. Παίρνοντας θέση εναντίον της στρατιωτικής καταστροφής αθώων ζωών και του εταιρικού κέρδους που εξαρτάται από αυτή την καταστροφή, θα έχετε την υποστήριξη ενός ανερχόμενου, δυναμικού κινήματος, παγκόσμιου και διαγενεακού. Θα σταθείτε μαζί μας και εμείς ασφαλώς θα σταθούμε μαζί σας.
(1) Για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θέση της Μπάτλερ σχετικά με το ακαδημαϊκό και πολιτισμικό μποϋκοτάζ του ισραηλινού κράτους, που κερδίζει έδαφος και στα καθ’ ημάς, βλ. την πρόσφατη συνέντευξή της στον Udi Aloni, διαθέσιμη στο διαδικτυακό τόπο Haaretz.com (14.02.2010)
12/12/09
Τζούντιθ Μπάτλερ
Πέρα από τα «αυτονόητα» του φύλου: η πολιτική δυναμική της επιτέλεσης
ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι καθηγήτρια στα Τμήματα Ρητορικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ, στις ΗΠΑ. Μία από τις σημαντικότερες θεωρητικούς της εποχής μας, έχει συμβάλει καθοριστικά στα πεδία της φεμινιστικής θεωρίας, της πολιτικής φιλοσοφίας, της ψυχαναλυτικής θεωρίας και της κοινωνικής και πολιτισμικής κριτικής. Το πρωτοποριακό έργο της καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα θεματικών: φύλο και σεξουαλικότητα, φεμινιστική-queer θεωρία και πολιτική, σχέσεις εξουσίας, λόγος, βία, υποκειμενικότητα, επιτελεστικότητα, ηθική, κριτική. Οι κυριότερες διανοητικές οφειλές της είναι: η εγελιανή έννοια του υποκειμένου, η ιδέα της Σιμόν ντε Μποβουάρ για την ενσώματη ύπαρξη, η φεμινιστική αποφυσικοποίηση της έννοιας του φύλου, η φουκωική αναλυτική της εξουσίας, η φεμινιστική ανάγνωση της ψυχαναλυτικής θεωρίας, οι θεωρίες του λόγου και η αποδομητική προσέγγιση της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων από τον Ζακ Ντεριντά. Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι μια διανοούμενη με ενεργό δράση στο χώρο της Αριστεράς.
Μεταξύ νόρμας και αγωνισμού
Η φεμινιστική θεωρία της Μπάτλερ αποσπά από τη θεώρηση του φύλου και της σεξουαλικότητας δύο κανονιστικές παραδοχές: την περιχαράκωση του φύλου σε διπολικές κατηγορίες «ουσίας» (οι δύο ιδεατές μορφολογίες «άνδρας»-«γυναίκα») και το υπόρρητο αυτονόητο του ετεροφυλοφιλικού πλαισίου αναφοράς. Η προσέγγισή της, εμπνεόμενη από το έργο του Μισέλ Φουκώ, αλλά και φεμινιστριών διανοητριών, όπως η Μονίκ Βιτίγκ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αποδιαρθρώνει την αλληλουχία σύμφωνα με την οποία το βιολογικό φύλο (αρσενικό-θηλυκό) παράγει κοινωνικό φύλο (ανδρισμός-θηλυκότητα), το οποίο, με τη σειρά του, παράγει επιθυμία (προς το «αντίθετο» φύλο).
Μέσα από αυτή την οπτική, ερμηνεύει με όρους πολιτικούς τις πειθαρχικές συνθήκες μέσω των οποίων η έμφυλη και σεξουαλική ταυτότητα καθιερώνεται κοινωνικά ως επιταγή να είσαι ένα δεδομένο φύλο και να έχεις μια σεξουαλικότητα, η οποία να βρίσκεται σε φυσική αντιστοιχία με το φύλο σου. Το ζήτημα αυτής της ερμηνείας δεν είναι η άρνηση κάποιων βιολογικών διαφορών, αλλά η εξέταση των συνθηκών κάτω από τις οποίες κάποιες πολύ συγκεκριμένες διαφορές εκλαμβάνονται ως καθοριστικές στον κοινωνικό ορισμό του φύλου.
Στο πλαίσιο της φεμινιστικής θεωρίας της επιτελεστικότητας [performativity], η Μπάτλερ διερευνά το φύλο ως διαρκή επιτέλεση, η οποία λαμβάνει χώρα εντός του κοινωνικού χρόνου και σε πλαίσια βίαιης και βεβιασμένης συγκρότησης του υποκειμένου. Διακρίνεται, έτσι, η έννοια της «παράστασης», η οποία προϋποθέτει ένα υποκείμενο, από την έννοια της «επιτέλεσης», η οποία αμφισβητεί την έννοια του υποκειμένου. Έτσι, το φύλο νοείται ως ασταθές και ατελές αποτέλεσμα τελετουργικά επαναλαμβανόμενων κοινωνικών δραματοποιήσεων της εξιδανικευμένης κανονικότητας, αλλά και ως διαρκής δυνατότητα εναλλακτικών επιτελέσεων που υπονομεύουν το καθιερωμένο πλέγμα της ανδρικής κυριαρχίας και της επιβεβλημένης ετεροφυλοφιλίας. Επιχειρείται, έτσι, να απαντηθεί το ερώτημα πώς αυτό που εκτοπίζεται από την κανονιστική τάξη του φύλου, αυτό που υποβιβάζεται στη μιαρή και απειλητική παθολογία της «διαταραχής φύλου», ενδέχεται να μετατραπεί σε αναταραχή, δηλαδή σε δημιουργική πρακτική διαφοροποιητικής ιδιοποίησης της έμφυλης νόρμας.
Η μεταδομιστική-φεμινιστική-queer προσέγγιση της Μπάτλερ αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, μια αποδομητική επεξεργασία της φαινομενολογίας, μέσα από το πρίσμα του γαλλικού εγελιανισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση της σεξουαλικότητας είναι απαραίτητα συνδεδεμένη με την ανάλυση του φύλου, ο φεμινισμός με την queer θεωρία. Το έμφυλο–σεξουαλικό υποκείμενο που αναδύεται από την επεξεργασία αυτή είναι επιτελεστικό και μελαγχολικό. Αδιαφανές, ασυνεχές, έκκεντρο, αναπόδραστα διχασμένο, εκ-στατικό, διϋποκειμενικό, ετερόνομο, συσχετιζόμενο με τους άλλους και, ταυτόχρονα, μ’ έναν κόσμο ρυθμιζόμενο από κανονικότητες που το υπερβαίνουν. Επαναλαμβάνοντας αδιάλειπτα και δυνάμει διαφορετικά και διαφοροποιητικά τις κοινωνικές και ψυχικές νόρμες που περιορίζουν αλλά και επιτρέπουν αυτό που πράττει, το επιτελεστικό υποκείμενο ποιεί και ποιείται, γίνεται υποκείμενο και υπόκειται σε εξουσίες. Η εμπρόθετη δράση του έμφυλου υποκειμένου καθίσταται δυνατή εκεί ακριβώς όπου διεξάγονται οι διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτείται –αλλά δεν καθορίζεται πλήρως και αναπόδραστα.
Αντιστεκόμενη σε κάθε λογική πρόσληψης της σωματικής υλικότητας ως δεδομένης, η Μπάτλερ επιχειρεί να αναλύσει πώς τα σώματα υλοποιούνται• με άλλα λόγια, πώς παίρνουν τη μορφή μέσω της οποίας σημαίνεται η υλική διακριτότητά τους. Αυτή η δια-μόρφωση των ορίων του σώματος πραγματοποιείται μέσω απαγορεύσεων, εκτοπισμών και απωλειών. Ποιες είναι αυτές οι ετερότητες που αποκλείονται και αποβάλλονται από το σώμα, προκειμένου να χαραχθούν τα σύνορα που το καθιστούν αναγνωρίσιμο και αποδεκτό; Η διαδικασία υλοποίησης των σωμάτων ως σωμάτων που είναι σημαντικά και έχουν σημασία είναι σύμφυτη με μια παραγωγική βία, που χρειάζεται αδιάκοπα να επιβεβαιώνεται ως συμβολικό ιδεώδες.
Έτσι, για την Μπάτλερ, το έμφυλο σώμα αποτελεί πεδίο επιτελεστικού αγωνισμού• πεδίο διαρκών και δυναμικών σχέσεων εξουσίας, επιθυμίας, αποποίησης, ιδιοποίησης, διαφοράς, ταύτισης, εκτοπισμού και αντιδικίας.
Η ψυχική επένδυση των σχέσεων εξουσίας
Η διαδικασία της ταύτισης αφενός δεν είναι ποτέ πλήρης και αφετέρου δεν μπορεί παρά να ενέχει συμβολική βία, αφού διεξάγεται μέσω συγκροτησιακών διαδικασιών αποκήρυξης του διαφορετικού, του απαγορευμένου, του πολιτισμικά αδιανόητου. Ως πεδίο απώλειας και υπόσχεσης, ή κοινότητας και αποξένωσης, η ταύτιση έφερε στο προσκήνιο της φεμινιστικής θεωρίας τη συζήτηση γύρω από τα όρια ανάμεσα στο ψυχικό και το κοινωνικό. Η έννοια της ταύτισης ανοίγει ένα δρόμο προς την προβληματοποίηση της έννοιας της ταυτότητας, η οποία προσλαμβάνεται πια ως μια διαρκής και αμφίσημη διαδικασία ταυτίσεων και απο-ταυτίσεων. Έτσι, το ψυχαναλυτικό πρόβλημα της ταύτισης παίρνει το χαρακτήρα ενός κρίσιμου πολιτικού ζητήματος.
Η Μπάτλερ επιχειρεί να αναλύσει την ψυχική πλευρά της επιτελεστικότητας και εκλαμβάνει τη μελαγχολία ως καταστατική διάσταση της συγκρότησης του έμφυλου υποκειμένου, αφού η απώλεια και η αποκήρυξη κάποιων πολιτισμικά ανεπίτρεπτων και αδιανόητων ταυτίσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτελεστική συγκρότηση του έμφυλου (ετεροσεξουαλικού) υποκειμένου.
Μέσα από τον ψυχαναλυτικό φεμινισμό αναδύονται εγχειρήματα διερεύνησης των δυνατοτήτων για μια άλλη ψυχανάλυση, μη ομοφοβική και μη φαλλοκεντρική, που δεν θεμελιώνεται στο ταμπού της αιμομιξίας και άρα που δεν επιτάσσει ως αποκλειστική οδό επίλυσης την κουλτούρα της υποχρεωτικής ετεροφυλοφιλίας. Το ζητούμενο είναι ένας ψυχαναλυτικό λόγος που δεν αντιμετωπίζει την ετεροφυλοφιλία ως μοναδική εγγύηση ψυχικής ακεραιότητας και την ομοφυλοφιλία ως ψυχωτική διάλυση του υποκειμένου.
Χαρακτηριστικό εδώ είναι το εγχείρημα της Μπάτλερ να αναθεωρήσει τη μορφή της Αντιγόνης προτείνοντας μια νέα ερμηνευτική της συγγένειας• παίρνοντας την Αντιγόνη –ένα «μεταοιδιπόδειο» υποκείμενο– ως αφετηρία, αντί για τον Οιδίποδα, διερευνά τις μορφές σεξουαλικής συμμαχίας και πολιτικής δράσης που προκύπτουν από μια τέτοια εναλλακτική ψυχαναλυτική ανάγνωση. Αυτή η ανάγνωση της Αντιγόνης δίνει τη δυνατότητα να αναλυθούν οι αποκλεισμοί μέσω των οποίων συγκροτούνται οι μορφές συγγένειας και σχεσιακότητας που είναι πολιτισμικά διανοητές. Η Μπάτλερ αναθεωρεί το ταμπού της αιμομιξίας, με τρόπο που διανοίγει τη συγγένεια στο ενδεχόμενο της κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής. Συνομιλώντας με το έργο φιλοσόφων όπως ο Χέγκελ, ο Λακάν και η Ιριγκαρέ, εξετάζει την Αντιγόνη ως μια αμφίσημη μορφή για τη φεμινιστική πολιτική, αφού παραμένει ασαφές αν η εμβληματική αυτή φιγούρα γυναικείας εξέγερσης απέχει από τις μορφές εξουσίας στις οποίες αντιτίθεται.
Η κριτική στη βία της κυριαρχίας
Το όραμα της Μπάτλερ για ηθικοπολιτική ευθύνη απέναντι στον άλλο προβάλλεται ως διαμαρτυρία εναντίον της ηγεμονικής συναίνεσης που διαμορφώθηκε στην αμερικανική πολιτική σκηνή μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001• μιας συναίνεσης που θεμελιωνόταν στην εθνοκεντρική μονομέρεια των ΗΠΑ, στην κυριαρχική περιφρόνηση της διεθνούς νομοθεσίας, στην απουσία έγνοιας για την τρωτότητα των άλλων. Διατυπωμένη σε συνθήκες πατριωτικής έξαρσης και δαιμονοποίησης του κριτικού στοχασμού και του δημόσιου αντίλογου, η παρέμβασή της επικεντρώθηκε στις ρητορικές, συγκινησιακές, ηθικές και πολιτικές επιτελέσεις του πένθους και της βίας, και ειδικότερα στο πώς αυτές περιχαρακώνουν αυτό που είναι δυνατό και διανοητό να διατυπωθεί και να ακουστεί ως δημόσια μαρτυρία.
Το ζήτημα του πώς περι-ορίζονται οι δυνατότητες να διανοούμαστε και να αναγνωρίζουμε ένα ανθρώπινο σώμα, ένα έμφυλο υποκείμενο ή μια βιώσιμη ζωή, παραμένει κεντρικό μέλημα της σκέψης της Μπάτλερ. Προεκτείνοντας τη συλλογιστική των τρόπων με τους οποίους εγκαθιδρύονται τα όρια του πολιτισμικά διανοητού, από έμφυλους, σεξουαλικούς, φυλετικούς και εθνικούς περιορισμούς, αυτή η θεωρία της βίας μάς καλεί να αναλογιστούμε τις ανισότητες και τους αποκλεισμούς που δομούν την τρωτότητα της ανθρώπινης ζωής.
Το έργο της Μπάτλερ απευθύνει το αίτημα για διαρκή εγρήγορση απέναντι τους τρόπους με τους οποίους ένα πολιτισμικό καθεστώς κανονικότητας και κανονικοποίησης ορίζει το τι πιστοποιείται ως ανθρώπινο. Επιτακτικό αίτημα είναι επίσης η σφυρηλάτηση πολιτικών μορφών κοινότητας και δράσης, οι οποίες μπορούν να στρατευτούν στην αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών. Κι αυτό το αίτημα είναι πέρα για πέρα επίκαιρο, σε μια ιστορική στιγμή που ορίζεται από τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της αστικής δημοκρατίας, τους νέους εθνικισμούς και επεκτατισμούς, τους μιλιταριστικούς ανθρωπισμούς, την ιμπεριαλιστική κατάχρηση του παγκόσμιου, την ξενοφοβία, το σεξισμό και την ομοφοβία, την πολύμορφη αναζωογόνηση της κυριαρχίας.
Θα λέγαμε ότι το συνολικό έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ είναι αφιερωμένο στην κριτική στη βία της κυριαρχίας –έμφυλης, σεξουαλικής, εθνικής, φυλετικής, ταξικής.
Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι καθηγήτρια στα Τμήματα Ρητορικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ, στις ΗΠΑ. Μία από τις σημαντικότερες θεωρητικούς της εποχής μας, έχει συμβάλει καθοριστικά στα πεδία της φεμινιστικής θεωρίας, της πολιτικής φιλοσοφίας, της ψυχαναλυτικής θεωρίας και της κοινωνικής και πολιτισμικής κριτικής. Το πρωτοποριακό έργο της καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα θεματικών: φύλο και σεξουαλικότητα, φεμινιστική-queer θεωρία και πολιτική, σχέσεις εξουσίας, λόγος, βία, υποκειμενικότητα, επιτελεστικότητα, ηθική, κριτική. Οι κυριότερες διανοητικές οφειλές της είναι: η εγελιανή έννοια του υποκειμένου, η ιδέα της Σιμόν ντε Μποβουάρ για την ενσώματη ύπαρξη, η φεμινιστική αποφυσικοποίηση της έννοιας του φύλου, η φουκωική αναλυτική της εξουσίας, η φεμινιστική ανάγνωση της ψυχαναλυτικής θεωρίας, οι θεωρίες του λόγου και η αποδομητική προσέγγιση της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων από τον Ζακ Ντεριντά. Η Τζούντιθ Μπάτλερ είναι μια διανοούμενη με ενεργό δράση στο χώρο της Αριστεράς.
Μεταξύ νόρμας και αγωνισμού
Η φεμινιστική θεωρία της Μπάτλερ αποσπά από τη θεώρηση του φύλου και της σεξουαλικότητας δύο κανονιστικές παραδοχές: την περιχαράκωση του φύλου σε διπολικές κατηγορίες «ουσίας» (οι δύο ιδεατές μορφολογίες «άνδρας»-«γυναίκα») και το υπόρρητο αυτονόητο του ετεροφυλοφιλικού πλαισίου αναφοράς. Η προσέγγισή της, εμπνεόμενη από το έργο του Μισέλ Φουκώ, αλλά και φεμινιστριών διανοητριών, όπως η Μονίκ Βιτίγκ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, αποδιαρθρώνει την αλληλουχία σύμφωνα με την οποία το βιολογικό φύλο (αρσενικό-θηλυκό) παράγει κοινωνικό φύλο (ανδρισμός-θηλυκότητα), το οποίο, με τη σειρά του, παράγει επιθυμία (προς το «αντίθετο» φύλο).
Μέσα από αυτή την οπτική, ερμηνεύει με όρους πολιτικούς τις πειθαρχικές συνθήκες μέσω των οποίων η έμφυλη και σεξουαλική ταυτότητα καθιερώνεται κοινωνικά ως επιταγή να είσαι ένα δεδομένο φύλο και να έχεις μια σεξουαλικότητα, η οποία να βρίσκεται σε φυσική αντιστοιχία με το φύλο σου. Το ζήτημα αυτής της ερμηνείας δεν είναι η άρνηση κάποιων βιολογικών διαφορών, αλλά η εξέταση των συνθηκών κάτω από τις οποίες κάποιες πολύ συγκεκριμένες διαφορές εκλαμβάνονται ως καθοριστικές στον κοινωνικό ορισμό του φύλου.
Στο πλαίσιο της φεμινιστικής θεωρίας της επιτελεστικότητας [performativity], η Μπάτλερ διερευνά το φύλο ως διαρκή επιτέλεση, η οποία λαμβάνει χώρα εντός του κοινωνικού χρόνου και σε πλαίσια βίαιης και βεβιασμένης συγκρότησης του υποκειμένου. Διακρίνεται, έτσι, η έννοια της «παράστασης», η οποία προϋποθέτει ένα υποκείμενο, από την έννοια της «επιτέλεσης», η οποία αμφισβητεί την έννοια του υποκειμένου. Έτσι, το φύλο νοείται ως ασταθές και ατελές αποτέλεσμα τελετουργικά επαναλαμβανόμενων κοινωνικών δραματοποιήσεων της εξιδανικευμένης κανονικότητας, αλλά και ως διαρκής δυνατότητα εναλλακτικών επιτελέσεων που υπονομεύουν το καθιερωμένο πλέγμα της ανδρικής κυριαρχίας και της επιβεβλημένης ετεροφυλοφιλίας. Επιχειρείται, έτσι, να απαντηθεί το ερώτημα πώς αυτό που εκτοπίζεται από την κανονιστική τάξη του φύλου, αυτό που υποβιβάζεται στη μιαρή και απειλητική παθολογία της «διαταραχής φύλου», ενδέχεται να μετατραπεί σε αναταραχή, δηλαδή σε δημιουργική πρακτική διαφοροποιητικής ιδιοποίησης της έμφυλης νόρμας.
Η μεταδομιστική-φεμινιστική-queer προσέγγιση της Μπάτλερ αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, μια αποδομητική επεξεργασία της φαινομενολογίας, μέσα από το πρίσμα του γαλλικού εγελιανισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση της σεξουαλικότητας είναι απαραίτητα συνδεδεμένη με την ανάλυση του φύλου, ο φεμινισμός με την queer θεωρία. Το έμφυλο–σεξουαλικό υποκείμενο που αναδύεται από την επεξεργασία αυτή είναι επιτελεστικό και μελαγχολικό. Αδιαφανές, ασυνεχές, έκκεντρο, αναπόδραστα διχασμένο, εκ-στατικό, διϋποκειμενικό, ετερόνομο, συσχετιζόμενο με τους άλλους και, ταυτόχρονα, μ’ έναν κόσμο ρυθμιζόμενο από κανονικότητες που το υπερβαίνουν. Επαναλαμβάνοντας αδιάλειπτα και δυνάμει διαφορετικά και διαφοροποιητικά τις κοινωνικές και ψυχικές νόρμες που περιορίζουν αλλά και επιτρέπουν αυτό που πράττει, το επιτελεστικό υποκείμενο ποιεί και ποιείται, γίνεται υποκείμενο και υπόκειται σε εξουσίες. Η εμπρόθετη δράση του έμφυλου υποκειμένου καθίσταται δυνατή εκεί ακριβώς όπου διεξάγονται οι διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτείται –αλλά δεν καθορίζεται πλήρως και αναπόδραστα.
Αντιστεκόμενη σε κάθε λογική πρόσληψης της σωματικής υλικότητας ως δεδομένης, η Μπάτλερ επιχειρεί να αναλύσει πώς τα σώματα υλοποιούνται• με άλλα λόγια, πώς παίρνουν τη μορφή μέσω της οποίας σημαίνεται η υλική διακριτότητά τους. Αυτή η δια-μόρφωση των ορίων του σώματος πραγματοποιείται μέσω απαγορεύσεων, εκτοπισμών και απωλειών. Ποιες είναι αυτές οι ετερότητες που αποκλείονται και αποβάλλονται από το σώμα, προκειμένου να χαραχθούν τα σύνορα που το καθιστούν αναγνωρίσιμο και αποδεκτό; Η διαδικασία υλοποίησης των σωμάτων ως σωμάτων που είναι σημαντικά και έχουν σημασία είναι σύμφυτη με μια παραγωγική βία, που χρειάζεται αδιάκοπα να επιβεβαιώνεται ως συμβολικό ιδεώδες.
Έτσι, για την Μπάτλερ, το έμφυλο σώμα αποτελεί πεδίο επιτελεστικού αγωνισμού• πεδίο διαρκών και δυναμικών σχέσεων εξουσίας, επιθυμίας, αποποίησης, ιδιοποίησης, διαφοράς, ταύτισης, εκτοπισμού και αντιδικίας.
Η ψυχική επένδυση των σχέσεων εξουσίας
Η διαδικασία της ταύτισης αφενός δεν είναι ποτέ πλήρης και αφετέρου δεν μπορεί παρά να ενέχει συμβολική βία, αφού διεξάγεται μέσω συγκροτησιακών διαδικασιών αποκήρυξης του διαφορετικού, του απαγορευμένου, του πολιτισμικά αδιανόητου. Ως πεδίο απώλειας και υπόσχεσης, ή κοινότητας και αποξένωσης, η ταύτιση έφερε στο προσκήνιο της φεμινιστικής θεωρίας τη συζήτηση γύρω από τα όρια ανάμεσα στο ψυχικό και το κοινωνικό. Η έννοια της ταύτισης ανοίγει ένα δρόμο προς την προβληματοποίηση της έννοιας της ταυτότητας, η οποία προσλαμβάνεται πια ως μια διαρκής και αμφίσημη διαδικασία ταυτίσεων και απο-ταυτίσεων. Έτσι, το ψυχαναλυτικό πρόβλημα της ταύτισης παίρνει το χαρακτήρα ενός κρίσιμου πολιτικού ζητήματος.
Η Μπάτλερ επιχειρεί να αναλύσει την ψυχική πλευρά της επιτελεστικότητας και εκλαμβάνει τη μελαγχολία ως καταστατική διάσταση της συγκρότησης του έμφυλου υποκειμένου, αφού η απώλεια και η αποκήρυξη κάποιων πολιτισμικά ανεπίτρεπτων και αδιανόητων ταυτίσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτελεστική συγκρότηση του έμφυλου (ετεροσεξουαλικού) υποκειμένου.
Μέσα από τον ψυχαναλυτικό φεμινισμό αναδύονται εγχειρήματα διερεύνησης των δυνατοτήτων για μια άλλη ψυχανάλυση, μη ομοφοβική και μη φαλλοκεντρική, που δεν θεμελιώνεται στο ταμπού της αιμομιξίας και άρα που δεν επιτάσσει ως αποκλειστική οδό επίλυσης την κουλτούρα της υποχρεωτικής ετεροφυλοφιλίας. Το ζητούμενο είναι ένας ψυχαναλυτικό λόγος που δεν αντιμετωπίζει την ετεροφυλοφιλία ως μοναδική εγγύηση ψυχικής ακεραιότητας και την ομοφυλοφιλία ως ψυχωτική διάλυση του υποκειμένου.
Χαρακτηριστικό εδώ είναι το εγχείρημα της Μπάτλερ να αναθεωρήσει τη μορφή της Αντιγόνης προτείνοντας μια νέα ερμηνευτική της συγγένειας• παίρνοντας την Αντιγόνη –ένα «μεταοιδιπόδειο» υποκείμενο– ως αφετηρία, αντί για τον Οιδίποδα, διερευνά τις μορφές σεξουαλικής συμμαχίας και πολιτικής δράσης που προκύπτουν από μια τέτοια εναλλακτική ψυχαναλυτική ανάγνωση. Αυτή η ανάγνωση της Αντιγόνης δίνει τη δυνατότητα να αναλυθούν οι αποκλεισμοί μέσω των οποίων συγκροτούνται οι μορφές συγγένειας και σχεσιακότητας που είναι πολιτισμικά διανοητές. Η Μπάτλερ αναθεωρεί το ταμπού της αιμομιξίας, με τρόπο που διανοίγει τη συγγένεια στο ενδεχόμενο της κοινωνικής και πολιτισμικής αλλαγής. Συνομιλώντας με το έργο φιλοσόφων όπως ο Χέγκελ, ο Λακάν και η Ιριγκαρέ, εξετάζει την Αντιγόνη ως μια αμφίσημη μορφή για τη φεμινιστική πολιτική, αφού παραμένει ασαφές αν η εμβληματική αυτή φιγούρα γυναικείας εξέγερσης απέχει από τις μορφές εξουσίας στις οποίες αντιτίθεται.
Η κριτική στη βία της κυριαρχίας
Το όραμα της Μπάτλερ για ηθικοπολιτική ευθύνη απέναντι στον άλλο προβάλλεται ως διαμαρτυρία εναντίον της ηγεμονικής συναίνεσης που διαμορφώθηκε στην αμερικανική πολιτική σκηνή μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001• μιας συναίνεσης που θεμελιωνόταν στην εθνοκεντρική μονομέρεια των ΗΠΑ, στην κυριαρχική περιφρόνηση της διεθνούς νομοθεσίας, στην απουσία έγνοιας για την τρωτότητα των άλλων. Διατυπωμένη σε συνθήκες πατριωτικής έξαρσης και δαιμονοποίησης του κριτικού στοχασμού και του δημόσιου αντίλογου, η παρέμβασή της επικεντρώθηκε στις ρητορικές, συγκινησιακές, ηθικές και πολιτικές επιτελέσεις του πένθους και της βίας, και ειδικότερα στο πώς αυτές περιχαρακώνουν αυτό που είναι δυνατό και διανοητό να διατυπωθεί και να ακουστεί ως δημόσια μαρτυρία.
Το ζήτημα του πώς περι-ορίζονται οι δυνατότητες να διανοούμαστε και να αναγνωρίζουμε ένα ανθρώπινο σώμα, ένα έμφυλο υποκείμενο ή μια βιώσιμη ζωή, παραμένει κεντρικό μέλημα της σκέψης της Μπάτλερ. Προεκτείνοντας τη συλλογιστική των τρόπων με τους οποίους εγκαθιδρύονται τα όρια του πολιτισμικά διανοητού, από έμφυλους, σεξουαλικούς, φυλετικούς και εθνικούς περιορισμούς, αυτή η θεωρία της βίας μάς καλεί να αναλογιστούμε τις ανισότητες και τους αποκλεισμούς που δομούν την τρωτότητα της ανθρώπινης ζωής.
Το έργο της Μπάτλερ απευθύνει το αίτημα για διαρκή εγρήγορση απέναντι τους τρόπους με τους οποίους ένα πολιτισμικό καθεστώς κανονικότητας και κανονικοποίησης ορίζει το τι πιστοποιείται ως ανθρώπινο. Επιτακτικό αίτημα είναι επίσης η σφυρηλάτηση πολιτικών μορφών κοινότητας και δράσης, οι οποίες μπορούν να στρατευτούν στην αποκατάσταση των κοινωνικών αδικιών. Κι αυτό το αίτημα είναι πέρα για πέρα επίκαιρο, σε μια ιστορική στιγμή που ορίζεται από τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της αστικής δημοκρατίας, τους νέους εθνικισμούς και επεκτατισμούς, τους μιλιταριστικούς ανθρωπισμούς, την ιμπεριαλιστική κατάχρηση του παγκόσμιου, την ξενοφοβία, το σεξισμό και την ομοφοβία, την πολύμορφη αναζωογόνηση της κυριαρχίας.
Θα λέγαμε ότι το συνολικό έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ είναι αφιερωμένο στην κριτική στη βία της κυριαρχίας –έμφυλης, σεξουαλικής, εθνικής, φυλετικής, ταξικής.
Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Τζούντιθ Μπάτλερ
Επαν-ορίζοντας το «κανονικό»: φεμινισμός και ριζοσπαστική αριστερά
Συνέντευξη στην Αθηνά Αθανασίου
-Με τη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου, την οποία αναπτύσσετε στα βιβλία σας Αναταραχή Φύλου και Σώματα με Σημασία, αμφισβητείτε τη φυσική συνέχεια μεταξύ βιολογικού φύλου, κοινωνικού φύλου και σεξουαλικότητας. Πώς εμπεδώνεται το φύλο ως «φυσικό» και «φυσιολογικό»; Και γιατί η κριτική στην υποτιθέμενη πρόδηλη «αλήθεια» του φύλου ως βιολογικού γεγονότος είναι σημαντική για τη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, αλλά και για την αριστερή, ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική;
Οφείλω να παραδεχτώ ότι έχουν περάσει πια είκοσι χρόνια από τότε που διατυπώθηκε η θέση μου αυτή. Δεν είναι ότι μετανιώνω γι’ αυτήν, ούτε την αποκηρύσσω, αλλά πιστεύω ότι ίσως τα θέματα έχουν αλλάξει για μένα. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι υποθέτουν ότι το να έχεις γεννηθεί με ένα συγκεκριμένο βιολογικό φύλο σημαίνει να έχεις μια ορισμένη σεξουαλική προδιάθεση ή να προορίζεσαι να αποκτήσεις μια ορισμένη έμφυλη μορφή και σημασία. Για παράδειγμα, απογοητεύτηκα πρόσφατα όταν έμαθα ότι γιατροί αποφάσισαν να εκλαμβάνουν τη διαφυλικότητα [intersex: φύλο που δεν εμπίπτει στη σαφή οριοθέτηση αρσενικού-θηλυκού] ως παθολογία της σεξουαλικής ανάπτυξης. Πώς θα μπορούσε αυτό να είναι αλήθεια; Μόνο αν δεχόμασταν ότι το να γεννιέσαι με ένα δεδομένο φύλο σε προορίζει για ένα συγκεκριμένο μονοπάτι σεξουαλικής ανάπτυξης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί που γεννιούνται με μεικτά ή μη σαφώς ορίσιμα πρωταρχικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά έχουν «διαταραγμένη» σεξουαλικότητα.
Στην πραγματικότητα, οι δικές μου απόψεις σχετικά με τη βιολογία άλλαξαν από τη στιγμή που πολλοί/-ές βιολόγοι, συμπεριλαμβανομένων φεμινιστριών ιστορικών της επιστήμης, εναντιώθηκαν στην αντίληψη ότι οι βιολογικές διαφορές είναι απλά «γεγονότα». Αυτού του είδους ο θετικισμός έχει αντικατασταθεί από μοντέλα που υιοθετούν τη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κουλτούρας και βιολογίας. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που συλλαμβάνουμε τη βιολογία έχει ιστορία, αλλά και ότι οι πολιτισμικές νόρμες διαμορφώνουν και αναδιαμορφώνουν το σώμα ακόμα και στο επίπεδο της βιολογίας. Αντίστροφα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολιτισμικές αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε μορφοποιούνται σε σχέση με τις βιολογικές μας ανάγκες. Το πρόβλημα παραμένει, ωστόσο, ότι θα υπάρχει πάντοτε μια πολιτισμική άρθρωση αυτών των αναγκών, ακόμη και εντός του ιατρικού λόγου.
Αυτό φαίνεται καθαρά στην πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την Caster Semenye(1), για παράδειγμα. Ποια κριτήρια προσδιορισμού του φύλου θα επικρατήσουν τελικά; Αν το φύλο ήταν «γεγονός», τότε δεν θα υπήρχε συζήτηση. Είναι ενδιαφέρον ότι οι νόρμες που χρησιμοποιούνται για να βγει μια απόφαση σε περιπτώσεις ασαφών χαρακτηριστικών φύλου είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται για να ρυθμίσουν και να ορίσουν το «κανονικό», και συνεπώς αυτές που εμφανίζονται οι ίδιες ως «κανονικές». Οι ποικιλίες των σωμάτων είναι σημαντικές, όχι μόνο στο επίπεδο της χρωμοσωματικής σύνθεσης, αλλά και σε ορμονικά επίπεδα και ανατομικά χαρακτηριστικά.
Τι σχέση, όμως, έχει αυτό με την πολιτική, με τη ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική; Καταρχήν, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το υποκείμενο της πολιτικής δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Δεν αντιπροσωπευόμαστε απλώς από υπάρχουσες εξουσίες, αλλά διαμορφωνόμαστε επίσης μέσα στους όρους που αυτές θέτουν. Επομένως, οποιαδήποτε ριζοσπαστική πολιτική θα έπρεπε να επεμβαίνει στο ζήτημα της εξουσίας, όχι μόνο για να αυξήσει την αντιπροσωπευτική ισχύ αυτών που πρέπει να αντιπροσωπευτούν (κι αυτοί δεν περιορίζονται στους «πολίτες»), αλλά για να εναντιωθεί στην καταπίεση, τόσο σε επίπεδο αστυνομικής βίας όσο και στο επίπεδο της πιο κοινότοπης βίας που ασκούν οι κατηγορίες. Αν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την καθημερινή βία των κατηγοριών, τότε θα πρέπει να αναλογιστούμε όλες τις δυνάμεις μέσω των οποίων διαμορφωνόμαστε και ρυθμιζόμαστε. Μια ριζοσπαστική πολιτική πρέπει να επεμβαίνει σε όλα αυτά τα επίπεδα.
Επιθυμία και αναγνώριση
-Έχετε δείξει ότι η δυνατότητα αναδιαμόρφωσης των έμφυλων ζωών μας δεν προκύπτει από μια άσκηση «ελεύθερης επιλογής», αλλά από την εμπλοκή με περιοριστικές νόρμες. Πώς τα πειθαρχικά συστήματα γνώσης/εξουσίας ορίζουν και περιορίζουν το τι μετράει ως κοινωνικά αναγνωρίσιμος τρόπος της έμφυλης υποκειμενικότητας και του συν-ανήκειν;
Είναι αλήθεια ότι δεν διαμορφώνουμε τους εαυτούς μας με «ελεύθερη επιλογή», κι όμως πρέπει να βρούμε έναν τρόπο άσκησης μιας εμπρόθετης δράσης που να αναδύεται ακριβώς από αυτές τις νόρμες μέσω των οποίων διαμορφωνόμαστε. Κάποιες φορές οι νόρμες αυτές είναι περιοριστικές, αλλά όχι πάντα. Επομένως, ίσως να πρέπει να διακρίνουμε τις πειθαρχικές νόρμες από αυτές που μας παρέχουν δυνατότητες. Κάποιες πειθαρχικές νόρμες μπορούν επίσης να παρέχουν δυνατότητες, ενώ άλλες όχι. Και κάποιες μπορεί να παρέχουν δυνατότητες, χωρίς απαραίτητα να είναι πειθαρχικές. Άρα, θα πρέπει να κατανοήσουμε τις νόρμες ως ένα σύνθετο σύνολο αλληλοεπικαλυπτόμενων πεδίων. Έτσι, μπορεί κάποιες φορές να βρεθούμε να επιθυμούμε μια κάποια αναγνώριση - ο γκέι γάμος είναι ένα δυναμικό παράδειγμα στην τρέχουσα πολιτική. Και τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε πώς ο θεσμός παράγει την επιθυμία για αναγνώριση από το θεσμό (μια δύσκολη μορφή κυκλικότητας), όπως, επίσης, πώς το κράτος, ως ο ύψιστος κριτής της νόρμας του γάμου, παράγει την επιθυμία για αναγνώριση από το κράτος. Με αυτή την έννοια, επιθυμεί κάποιος/-α να παντρευτεί έναν/μία σύντροφο ή επιθυμεί αναγνώριση από το κράτος; Πρόκειται για διακριτές μεταξύ τους επιθυμίες, και μήπως είναι ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενες επιθυμίες; Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι η επιθυμία μπορεί να ρυθμιστεί ή να προκαθοριστεί εντελώς, συνεπώς θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί/ές με τις διατυπώσεις που μόλις πρότεινα. Κανένας θεσμός δεν παράγει επιθυμία μονομερώς ή απολύτως. Υπάρχουν πάντοτε ρωγμές και εκτοπίσεις. Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να μην επιθυμούμε αναγνώριση, αφού χωρίς κάποιου είδους αναγνώριση δεν υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα. Κατά συνέπεια, η ερώτηση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: πώς παρεμβαίνουμε στην πολιτική των νορμών, έτσι ώστε οι μορφές αναγνώρισης να επεκτείνονται πέρα από το πεδίο που ρυθμίζεται από το κράτος; Σε τι συνίσταται το να επιθυμείς αναγνώριση, χωρίς όμως να επιθυμείς την επιθυμία για το κράτος;
-Αν το φύλο συγκροτείται μέσω αναγνωρίσιμων επαναλήψεων της νόρμας, πώς μπορούν να αναδυθούν καινοτόμες μορφές εμπρόθετης δράσης; Πώς μπορεί να καταστεί δυνατό το συμβάν της έμφυλης ανατροπής;
Η εναντίωση στην εξουσία δεν είναι μια απλή απομάκρυνση από αυτήν και μπορεί να συνεπάγεται περισσότερα πράγματα από τη διατύπωση μιας ομιλιακής πράξης ή την υιοθέτηση μιας μορφής συμπεριφοράς. Η ετεροδοξία μπορεί να υπαινίσσεται μια αλλαγή εντός του υποκειμένου και από το υποκείμενο, και μπορεί να αμφισβητεί ιστορικά τοποθετημένες μορφές ορθολογισμού. Έτσι, η ετεροδοξία δεν είναι αποσυνδεμένη από τις μορφές γνώσης που αρθρώνουν τρόπους κυβερνητικής εξουσίας. Η πρακτική της συναίνεσης, από την άλλη, ενέχει μια ελεύθερη συγκατάβαση, ακόμα και αν αυτή η ελευθερία δεν νοείται αναστοχαστικά ως τέτοια. Δεν συναινούμε στη βάση της αυτονομίας μας, ούτε εκχωρούμε την αυτονομία μας προκειμένου να συναινέσουμε. Η συναίνεση είναι πράξη μέσω της οποίας συγκροτείται η αυτονομία και, παρομοίως, η μη-συναίνεση είναι ένας τρόπος να αποσύρει κανείς ελεύθερα την αυτονομία του και έτσι να συγκροτήσει τον εαυτό του όντας σε διάσταση από την εξουσία (και ασκώντας μια κάποια μορφή ελευθερίας). Η συνθήκη δυνατότητας αυτών των εκδοχών εναπόκειται στις ιστορικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, κάνοντας αυτές τις πράξεις υποχρεωτικές ή δυνατές.
Στα συμφραζόμενα της πολιτικής ανυπακοής, το κίνητρο για να αποσύρει κανείς τη συναίνεσή του σε μια δεδομένη εξουσία είναι να προσπαθήσει να θέσει ένα όριο στην κυβερνητικότητα. Και αυτό μπορεί, ανάλογα με το πώς διατυπώνεται και δημοσιοποιείται, να καταλήξει σε μια πιο ριζοσπαστική διερεύνηση σχετικά με τη νομιμότητα της εκάστοτε εξουσίας. Και πάλι, δεν υπάρχει πλευρά του εαυτού που να είναι εξ ορισμού μη κυβερνήσιμη. Αποσύροντας τον εαυτό από το πεδίο της κυβερνητικότητας, ο εαυτός συγκροτεί τη δική του μη κυβερνητικότητα εντός και διαμέσου της πράξης. Ο Φουκώ δεν προτείνει, στο κείμενό του «Τι είναι κριτική», αλλά και ούτε σε άλλα του κείμενα, τη ριζοσπαστική αναρχία, αφού το πρόβλημα γι’ αυτόν δεν είναι να παράγει ένα υποκείμενο το οποίο να είναι ριζικά και διά παντός μη κυβερνήσιμο. Το ερώτημα «Πώς να μην κυβερνιέσαι;» ισοδυναμεί πάντα με το ερώτημα «Πώς να μην κυβερνιέσαι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα, που προκύπτει σε σχέση με μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης και μπορεί να συνιστά ένα είδος τακτικής και μεταβατικής αναρχίας σε σχέση με την υπάρχουσα αρχή. Με τα δικά του λόγια: «πώς να μην κυβερνιέσαι με αυτόν τον τρόπο, από αυτό το φορέα, στο όνομα αυτών των αρχών, με τους τάδε ή τους δείνα στόχους και με αυτές τις διαδικασίες, και όχι με αυτόν τον τρόπο, όχι γι’ αυτό το σκοπό, όχι από αυτούς».
Αυτό το «όχι» στην εξουσία είναι ταυτόχρονα εκκίνηση για ένα νέο σχηματισμό εξουσίας: το «όχι» αρθρώνει την εξουσία με έναν νέο τρόπο και παράγει ένα νέο είδος υποκειμένου στη βάση αυτής του της άρνησης και έτσι κι έναν άλλο τρόπο να αποδέχεται εναλλακτικά σχήματα ορθολογικότητας. Με αυτόν τον τρόπο ενεργεί η εξουσία, όχι απλώς ως πολιτική τοποθέτηση: είναι ταυτόχρονα άρνηση και παραγωγή, λέει «όχι» και ταυτόχρονα διαμορφώνει νέους τρόπους ρύθμισης των ορίων του διανοητού.
Επιτελεστικότητα και διαλεκτική
-Η εξουσία που δεσμεύει το έμφυλο υποκείμενο είναι αυτή ακριβώς που ανοίγει στο υποκείμενο τη δυνατότητα της αμφισβήτησής της. Πρόκειται για μια θέση που υπαινίσσεται την ανήσυχη σχέση μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας. Θα λέγατε ότι η επιτελεστικότητα του φύλου παραπέμπει κατά κύριο λόγο στην αποδόμηση των κατεστημένων κατηγοριών του φύλου και της σεξουαλικότητας ή μας εμπλέκει ταυτόχρονα σε μια συνεχή δυνατότητα για νέες εννοήσεις και νέους τρόπους έμφυλης ύπαρξης; Ίσως η κριτική εργασία της αρνητικότητας να ανοίγει το πεδίο προς αυτό που αποκαλείτε «επιτελεστική έκπληξη» - το όριο της διαλεκτικής, αν, βέβαια, δεχτούμε ότι η διαλεκτική τείνει στη διαρκή επαναφορά της διαφοράς στην τάξη. Με ποιον τρόπο η δουλειά σας σχετίζεται με αυτό που ο Jean-Luc Nancy αποκαλούσε «αναστάτωση του αρνητικού»;
Αυτό το βιβλίο του Nancy είναι πράγματι πολύ σημαντικό για μένα. Και ίσως λέει κάτι για τις εγελιανές καταβολές της σκέψης μου. Πιστεύω, πράγματι, ότι ο Χέγκελ είναι σημαντικός για πολλούς λόγους και υποθέτω ότι, με κάποιο τρόπο, η σκέψη μου παραμένει διαλεκτική. Αλλά η ανάγνωσή μου της διαλεκτικής εναντιώνεται στην ιδέα του τελικού κλεισίματος. Ακόμα κι όταν κανείς διαβάζει φαινομενολογία, ταλαντεύεται ανάμεσα στην «ησυχία» του κλεισίματος και την «ανησυχία» της κίνησης. Η αίσθησή μου είναι ότι το υποκείμενο ανακαλύπτει διαρκώς τις συνθήκες διαμόρφωσής του και δεν είναι σε θέση να διανοηθεί απολύτως και στο σύνολό τους τις συνθήκες μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται. Επίσης, αυτή η «διαμόρφωση» δεν σταματά να συμβαίνει, κι έτσι οποιαδήποτε προσπάθεια να κατανοηθούν αυτές οι συνθήκες στο παρόν δεν μπορούν να λάβουν εντελώς υπόψη τους το «τώρα». Αλλά, το γεγονός ότι η χρονικότητα υπερβαίνει κατ’ ανάγκη την κατανόηση έχει επιπτώσεις στο πώς σκεφτόμαστε την επιτελεστικότητα. Αν διαμορφώνομαι και προσδιορίζομαι από νόρμες που προϋπήρχαν της δικής μου ύπαρξης και αν αυτή η «διαμόρφωση» και αυτός ο «προσδιορισμός» συμβαίνουν συνεχώς, εγκαθιστώντας μια επαναληπτική πρακτική του παρόντος, τότε το «εγώ» αναδύεται μέσα από τα διάκενα αυτής της επαναληπτικής άσκησης. «Εγώ» είμαι το διάνυσμα αυτού που διαμορφώνεται και διαμορφώνει, και επομένως η αυτονομία μου, αν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, διαμορφώνεται πάντοτε από την ετερονομία. Στην πραγματικότητα, μια κάποια ετερονομία χαρακτηρίζει την άσκηση της αυτονομίας μου.
Στο πλαίσιο του έμφυλου διπολισμού, περιμένουμε να βρούμε, σύμφωνα με τη διαλεκτική, ότι το ένα φύλο διαμορφώνει το άλλο, ή ότι είναι ουσιωδώς το αντίθετό του. Χρειάζεται, ωστόσο, να επιτρέψουμε τη δυνατότητα για διαφορές που πάνε πέρα από αυτόν το διπολισμό. Αναρωτιέμαι αν ο χρόνος για τον Χέγκελ είναι κάτι που υπερβαίνει τις διπολικές σχέσεις. Θα μπορούσε, με κάποιο τρόπο, να παίζει πιο θεμελιώδη ρόλο. Με το να σκεφτόμαστε τις έμφυλες κατηγορίες με όρους της επαναληπτικής χρονικότητάς τους, ανοίγεται ένα μέλλον πέρα από το δίπολο «αρσενικού» και «θηλυκού».
Η 11η Σεπτεμβρίου και οι «γυμνές ζωές»
-Στο έργο σας, και κυρίως στο βιβλίο Ευάλωτη ζωή, με αφορμή τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, συζητάτε τη σχέση μεταξύ τρωτότητας και πολιτικής, και αναδιατυπώνετε το ερώτημα για το ποιος μετρά ως «άνθρωπος». Αναλύετε τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικές νόρμες –το φύλο, η σεξουαλικότητα, η εθνοτική και φυλετική ένταξη, το θρήσκευμα- προσδιορίζουν τι μορφές ζωής γίνονται άξιες αναγνώρισης, αγάπης ή πένθους. Κάποιοι κριτικοί εκφράζουν την επιφύλαξη ότι αυτή η κριτική στον αφηρημένο και επιλεκτικό ανθρωπισμό διατρέχει τον κίνδυνο να εισάγει μια νέα ανθρωπιστική οντολογία, κι επομένως νέα κανονιστικά κριτήρια ορισμού του «ανθρώπινου». Πώς θα μπορούσε η αμφισβήτηση της κανονικότητας, που καθιστά διανοητή την ανθρώπινη υποκειμενικότητα –που ρυθμίζει ποιοι αναγνωρίζονται ως άνθρωποι- να αποφύγει τη διολίσθηση σε άλλες, καινούργιες μορφές κανονικοποίησης; Τι είδους πολιτικής επαγρύπνησης θα απαιτούσε αυτή η αποφυγή;
Προσπαθώ να θέσω το ερώτημα στο βιβλίο μου Frames of war, που πρόσφατα εκδόθηκε από το Verso. Η γνώμη μου είναι ότι δε θα έπρεπε να φοβόμαστε τόσο να χρησιμοποιούμε τον όρο «άνθρωπος», αφού οφείλουμε να θέτουμε το ερώτημα: τι απέμεινε στον άνθρωπο μετά από τον ανθρωπισμό; Αν θεωρούμε ότι η όποια αναφορά στο ανθρώπινο μας φέρνει πίσω στον ανθρωπισμό, τότε σημαίνει ότι προσδίδουμε στον ανθρωπισμό μια τεράστια, αν όχι ολοκληρωτική, δύναμη. Στην πραγματικότητα, θέτοντας το ερώτημα τι είναι αυτό που συνιστά το ανθρώπινο, έχουμε ήδη αποστασιοποιηθεί από την επικράτεια του ανθρωπισμού. Όταν ρωτάμε πώς τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας εκλαμβάνουν το ανθρώπινο προκειμένου να οριοθετήσουν αυτό που αξίζει δημόσιας μνείας και πένθους, τότε ρωτάμε πώς το «εκτός» έρχεται να ορίσει την κατεστημένη εννοιολόγηση της δημόσιας ζωής. Παραμένω δεσμευμένη σε μια έννοια του ανθρώπινου ζώου που διανοίγεται από το ερώτημα του τι συνιστά τη «ζωή» της ανθρώπινης ζωής. Η «ζωή» της ανθρώπινης ζωής δεν είναι ποτέ απλώς ανθρώπινη: είναι ο όρος που υπερβαίνει τον ορισμό του ανθρώπινου. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται από τη μορφολογία ή την ικανότητα. Αντιθέτως, ο ορισμός αυτού που μετράει ως ανθρώπινο παραμένει προνόμιο της εξουσίας, η οποία καθιερώνει διανοητές κατηγορίες. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι εκθέτω τα όρια αυτού που κατασκευάζεται ως άξιο πένθους σε συμφραζόμενα πολέμου (όπου κάποιοι πληθυσμοί ορίζονται ως άξιοι μνείας και πένθους ενώ άλλοι όχι), προκειμένου να επεκταθούν τα όρια του πενθήσιμου σε όλους τους πληθυσμούς. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν τελείως λάθος. Τα καίρια σημεία που διαφεύγουν αυτής της διατύπωσης είναι ότι η αναγνώριση της δυνατότητας του πένθους συγκροτεί το ανθρώπινο, και ότι οι πολεμικές πρακτικές εμπλέκονται ενεργά στον προσδιορισμό και τη θεσμοθέτηση των ορίων αυτού που μπορεί να ονομαστεί ανθρώπινη ζωή. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει και να θεσμοθετήσει τα όρια αυτά με έναν καθοριστικό τρόπο, και αυτό έχει να κάνει με την επίμονη ζωικότητα του ανθρώπου και με τις οριακές περιστάσεις της ζωής που ορίζουν και απειλούν την «ανθρώπινη» ζωή.
-Ο αντι-μεταναστευτικός λόγος στην Ευρώπη βρίθει από εικόνες που παρουσιάζουν το έθνος-κράτος σαν ευάλωτο σώμα που απειλείται από διάφορα «ξένα σώματα» - μετανάστες, πρόσφυγες και φυλετικά σεσημασμένους ανθρώπους και πληθυσμούς. Στο πλαίσιο αυτό, μια αισθηματολογική πολιτική που «συμπονά» τους ανθρώπους αυτούς φαίνεται να συσχετίζεται με τη βία που τους αποκλείει. Πώς η νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική κατασκευάζει και ταυτόχρονα εξαιρεί «γυμνές ζωές» (σύμφωνα με τη φράση του Μπένγιαμιν και του Αγκάμπεν) - αν έτσι νοούμε τη ζωή που έχει στερηθεί κάθε πολιτικής αξίας;
Ένα πρόβλημα είναι ότι δεν νομίζω πως οι άνθρωποι χωρίς κράτος είναι «γυμνή ζωή», αν με τον όρο αυτό εννοούμε «ζωή στερημένη από πολιτική αξία». Οι προσφυγικοί πληθυσμοί χωρίς πολιτικά δικαιώματα είναι φορτισμένοι με πολιτική αξία, ακόμη κι αν η αξία αυτή είναι αρνητική. Επομένως, αντιστέκομαι στην ιδέα ότι είτε θα έχει κανείς πλήρη πολιτικά δικαιώματα, και έτσι θα φέρει πολιτική αξία, είτε δεν θα έχει πολιτικά δικαιώματα, και άρα δεν θα έχει καμία πολιτική αξία. Αυτό δίνει στο κράτος το μονοπώλιο της εξουσίας και ξέρουμε ότι η εξουσία λειτουργεί με άλλους τρόπους, όπως με το να ρυθμίζει πληθυσμούς και να τους ορίζει, ειδικά όταν δεν έχουν ρητά δικαιώματα. Αυτό που θεωρώ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι δυνάμεις του πρώτου κόσμου, όπως οι ΗΠΑ, προσπαθούν να μεταθέσουν τη δική τους τρωτότητα σε «άλλους» πληθυσμούς. Συνεπώς, αυτό που αποκαλείτε «αισθηματολογική πολιτική» ενδέχεται να εξυπηρετεί αυτό τον επιμερισμό και την μετάθεση της τρωτότητας προς άλλες κατευθύνσεις. Η έννοια της τρωτότητας πρέπει να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τους όρους της παγκόσμιας ανισότητας.
Πολιτική και ηθική
-Στο βιβλίο σας Λογοδοτώντας για τον εαυτό, τοποθετείτε την κοινωνική κριτική στην καρδιά της ηθικής διαβούλευσης, αναδιατυπώνοντας την ηθική με πολιτικούς όρους. Σύμφωνα με την προσέγγισή σας, η οποία πολιτικοποιεί το ερώτημα του Λεβινάς για την ηθική προτεραιότητα του άλλου, η ηθική της ευθύνης προκύπτει από τη σχέση του υποκειμένου με τους άλλους όσο και με τις κοινωνικές νόρμες που προσδιορίζουν αυτή τη σχέση. Αν η αφήγηση του εαυτού -ως «απολογία» και «απολογισμός»- είναι μια αναπόφευκτα ατελής και ανεκπλήρωτη ανταπόκριση στο κάλεσμα του άλλου, ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της ευθύνης στις σύγχρονες πολιτικές συνθήκες;
Το κείμενο αυτό ασχολείται με την ευθύνη μόνο σε ό,τι αφορά την προσωπική λογοδοσία, αλλά έχω προσπαθήσει να αναπτύξω ευρύτερες έννοιες ευθύνης αλλού. Ένα ερώτημα που με απασχολεί τελευταία είναι το εξής: ποιες είναι οι υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι σε όσα δε γνωρίσαμε και δεν επιλέξαμε ποτέ; Το ερώτημα αυτό απορρέει κατά κάποιο τρόπο από την αντίληψη του Λεβινάς, ότι οι υποχρεώσεις μας προηγούνται της σύναψης του κοινωνικού συμβολαίου και, με αυτήν την έννοια, δεν βασίζεται στις κλασικές παραδοχές του φιλελευθερισμού. Η δική μου αντίληψη είναι ότι δεν έχουμε ακόμη ξεκινήσει να σκεφτόμαστε τις συνέπειες μιας δέσμευσης στην ισονομία. Με τη δουλειά μου για τα όρια του πένθους προσπάθησα να αναλογιστώ τι αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει η ισονομία σε ό,τι διαφορετικά θα αποκαλούνταν ηθικά συναισθήματα. Πιστεύω ότι υπάρχουν συναισθηματικές διαστάσεις στην αλληλεξάρτηση και την εγγύτητα, οι οποίες θα πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να αναθεωρηθεί το νόημα της ευθύνης στο όνομα μιας παγκόσμιας πολιτικής που προσπαθεί να επεκτείνει τα δικαιώματα της στέγης και της τροφής, της προστασίας από τη βία, και της ελαχιστοποίησης της επισφάλειας. Η επισφάλεια δεν χαρακτηρίζει απλώς και μόνο μια κοινή ανθρώπινη κατάσταση, αλλά επιμερίζεται πολιτικά με ριζικά άνισους τρόπους. Κάποιες πολύ σαφείς ευθύνες προκύπτουν υπό το φως αυτής της απαράδεκτης ανισότητας.
Αγωνιστική συμμαχία κινημάτων
-Έχετε υποστηρίξει ότι η αποδόμηση της ταυτότητας δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να καταργήσουμε αιτήματα αυτονομίας και αυτοπροσδιορισμού. Ποια νομίζετε ότι είναι τα πιο κρίσιμα πεδία της πολιτικής και θεωρητικής δουλειάς των σημερινών φεμινιστικών και queer κινημάτων; Με ποιους τρόπους θέματα όπως η οικογενειακή βία, ο βιασμός, η βία ενάντια στις γυναίκες, η ομοφοβία, ο σεξισμός, ο ρατσισμός, ο μιλιταρισμός και η αδικία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας αλληλοσυνδέονται; Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τον περσινό Δεκέμβρη αναδύθηκε ένα κίνημα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα -καθαρίστρια και συνδικαλίστρια, μετανάστρια από τη Βουλγαρία- που έγινε στόχος βίαιης επίθεσης, αφού διαμαρτυρήθηκε ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Οι πολιτικές παρεμβάσεις του κινήματος εστίασαν στο ότι η Κούνεβα μετατράπηκε με τον πιο βίαιο τρόπο σε μια ενσάρκωση του θηλυκού και εθνοτικού «άλλου» της νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Στα σύγχρονα συμφραζόμενα νεοαποικιοκρατίας, ρατσισμού και ξενοφοβίας, σεξισμού και ομοφοβίας, πόσο σημαντικό είναι να θέτουμε πολιτικά το ρόλο που παίζουν από κοινού το φύλο, η φυλή, η κοινωνική τάξη, η σεξουαλικότητα και το έθνος στον κανονιστικό ορισμό «του πολίτη»;
Για μένα, είναι εξαιρετικά οδυνηρό να βλέπω κάποια μέλη της λεσβιακής και γκέι κοινότητας να μπαίνουν σε μια σχέση ανταγωνισμού με νέες μεταναστευτικές κοινότητες στην Ευρώπη. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, πήγαν να μας πείσουν ότι οι νέοι μουσουλμάνοι μετανάστες απειλούν τις πολιτισμικές ελευθερίες και, ειδικότερα, την ελευθερία της λεσβιακής και γκέι έκφρασης. Φυσικά, η ελευθερία της έκφρασης και η αντίθεση στη λογοκρισία υπήρξαν θεμέλιοι λίθοι του κινήματος για δεκαετίες. Το κίνημα για τη σεξουαλική ελευθερία έχει διεκδικήσει ελευθερία της έκφρασης, και σε πολλά μέρη έξω από την Ολλανδία η λογοκρισία έχει εμποδίσει τις προσπάθειες των λεσβιών, γκέι, αμφιφυλόφιλων, διαφυλικών και queer να εκδίδουν, να συγκεντρώνουν, να καταγράφουν και να δημοσιοποιούν την ιστορία τους, να οργανώνουν και να εκφράζουν την επιθυμία τους. Επομένως, είναι εντελώς κατανοητό ότι θα υπάρχει μια ισχυρή ομάδα προοδευτικών σε ζητήματα σεξουαλικότητας που θεωρούν την ελευθερία της έκφρασης θεμελιώδη για το κίνημα, και που πιστεύουν ότι το λεσβιακό, γκέι, αμφί, τρανσεξουαλικό, queer, διαφυλικό κίνημα δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς την ελευθερία της έκφρασης και χωρίς την καταφυγή στην ίδια την έννοια της ελευθερίας ως καθοδηγητική αξία και νόρμα. Φυσικά, αυτή η θέση δεν απαντά το ερώτημα του πώς αυτή η νόρμα μπορεί να συμφιλιωθεί με άλλες νόρμες, ούτε μας λέει ακριβώς τι εννοείται με τον όρο «ελευθερία».
Θα πρέπει να είμαστε σαφείς ως προς το τι εννοούμε με τον όρο ελευθερία, αφού η ελευθερία [freedom] εξ ορισμού δεν ταυτίζεται με την ελευθερία [liberty] που ανήκει στο άτομο, αλλά προσδιορίζεται και επιμερίζεται κοινωνικά. Δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος αν δεν είναι και οι άλλοι, αφού η ελευθερία κατακτιέται ως συνέπεια μιας συγκεκριμένης κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της ζωής. Το queer κίνημα, εννοημένο με διεθνικούς όρους, αγωνίστηκε ενάντια στην ομοφοβία, το μισογυνισμό και το ρατσισμό, και ο αγώνας αυτός είναι μέρος μιας αγωνιστικής συμμαχίας ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεις και αποκλεισμούς. Ο σκοπός της queer πολιτικής είναι να υπογραμμίσει τη σημασία του να αντιμάχεσαι την ομοφοβία ανεξάρτητα από την ταυτότητά σου. Δεν προϋποθέτει μια ταυτοτική θέση. Ο όρος σηματοδοτεί τη σημασία της συμμαχίας: υποδηλώνει το συντονισμό με ποικίλες εκδοχές κατασκευής μειονοτήτων, τον αγώνα ενάντια στις επισφαλείς συνθήκες ανεξάρτητα από την «ταυτότητα», και τον αγώνα ενάντια στο ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Αν το κράτος οχυρώνεται απέναντι στις ήδη εγκαθιδρυμένες και τις νέες μεταναστευτικές κοινότητες, στερώντας τις ελευθερίες τους και αμφισβητώντας τα δικαιώματά τους για συνάθροιση και έκφραση, αν αντιμετωπίζει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του ως απειλή στην αξία της ελευθερίας, τότε δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προστατεύει μια αξίωση της ελευθερίας εμπεδώνοντας συστηματικά την ανελευθερία μέσω της ενίσχυσης των κατασταλτικών του μηχανισμών.
Υπάρχει μια αντιπαλότητα, ιδιαίτερα πολωμένη αυτή τη στιγμή, ανάμεσα στις πολιτικές των σεξουαλικών μειονοτήτων που βασίζονται στην ταυτότητα και αυτές που βασίζονται στις συμμαχίες. Η δική μου σχέση με το queer υποστηρίζει την πολιτική της συμμαχίας που διασχίζει τη διαφορά. Για να το θέσω ευρύτερα: στοιχειώδης προϋπόθεση για μια ισχυρή συμμαχία της αριστεράς είναι η δέσμευση για σύγκρουση, και με το ρατσισμό και με την ομοφοβία, για σύγκρουση τόσο με αντι-μεταναστευτικές πολιτικές όσο και με τις ποικίλες μορφές του μισογυνισμού και της φτώχειας. Γιατί να θέλαμε να συμμετέχουμε σε μια συμμαχία που δεν παίρνει σαφώς υπόψη της όλες αυτές τις μορφές διακρίσεων και που δεν μεριμνά για ζητήματα οικονομικής δικαιοσύνης που επηρεάζουν τις σεξουαλικές μειονότητες, τις γυναίκες, όπως επίσης και τις φυλετικές και θρησκευτικές μειονότητες; Όσο κι αν έχουμε επίγνωση της ευθύνης που φέρουν οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί για τις διαφορές στα επίπεδα της φτώχειας, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τη σημασία που έχει η κριτική στην κρατική βία και επιβολή για ένα δυναμικό αριστερό πολιτικό κίνημα.
Μετάφραση: Θεοδοσία Μαρινούδη
(1) Η δρομέας Caster Semenye, μέλος της αποστολής της Νότιας Αφρικής στη διοργάνωση του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος του 2009 στο Βερολίνο, κέρδισε χρυσό μετάλλιο και απασχόλησε τα ΜΜΕ όταν προέκυψε το ερώτημα αν είναι ‘άνδρας’ ή ‘γυναίκα’.
Συνέντευξη στην Αθηνά Αθανασίου
-Με τη θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου, την οποία αναπτύσσετε στα βιβλία σας Αναταραχή Φύλου και Σώματα με Σημασία, αμφισβητείτε τη φυσική συνέχεια μεταξύ βιολογικού φύλου, κοινωνικού φύλου και σεξουαλικότητας. Πώς εμπεδώνεται το φύλο ως «φυσικό» και «φυσιολογικό»; Και γιατί η κριτική στην υποτιθέμενη πρόδηλη «αλήθεια» του φύλου ως βιολογικού γεγονότος είναι σημαντική για τη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, αλλά και για την αριστερή, ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική;
Οφείλω να παραδεχτώ ότι έχουν περάσει πια είκοσι χρόνια από τότε που διατυπώθηκε η θέση μου αυτή. Δεν είναι ότι μετανιώνω γι’ αυτήν, ούτε την αποκηρύσσω, αλλά πιστεύω ότι ίσως τα θέματα έχουν αλλάξει για μένα. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι υποθέτουν ότι το να έχεις γεννηθεί με ένα συγκεκριμένο βιολογικό φύλο σημαίνει να έχεις μια ορισμένη σεξουαλική προδιάθεση ή να προορίζεσαι να αποκτήσεις μια ορισμένη έμφυλη μορφή και σημασία. Για παράδειγμα, απογοητεύτηκα πρόσφατα όταν έμαθα ότι γιατροί αποφάσισαν να εκλαμβάνουν τη διαφυλικότητα [intersex: φύλο που δεν εμπίπτει στη σαφή οριοθέτηση αρσενικού-θηλυκού] ως παθολογία της σεξουαλικής ανάπτυξης. Πώς θα μπορούσε αυτό να είναι αλήθεια; Μόνο αν δεχόμασταν ότι το να γεννιέσαι με ένα δεδομένο φύλο σε προορίζει για ένα συγκεκριμένο μονοπάτι σεξουαλικής ανάπτυξης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί που γεννιούνται με μεικτά ή μη σαφώς ορίσιμα πρωταρχικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά έχουν «διαταραγμένη» σεξουαλικότητα.
Στην πραγματικότητα, οι δικές μου απόψεις σχετικά με τη βιολογία άλλαξαν από τη στιγμή που πολλοί/-ές βιολόγοι, συμπεριλαμβανομένων φεμινιστριών ιστορικών της επιστήμης, εναντιώθηκαν στην αντίληψη ότι οι βιολογικές διαφορές είναι απλά «γεγονότα». Αυτού του είδους ο θετικισμός έχει αντικατασταθεί από μοντέλα που υιοθετούν τη σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κουλτούρας και βιολογίας. Αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος που συλλαμβάνουμε τη βιολογία έχει ιστορία, αλλά και ότι οι πολιτισμικές νόρμες διαμορφώνουν και αναδιαμορφώνουν το σώμα ακόμα και στο επίπεδο της βιολογίας. Αντίστροφα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολιτισμικές αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε μορφοποιούνται σε σχέση με τις βιολογικές μας ανάγκες. Το πρόβλημα παραμένει, ωστόσο, ότι θα υπάρχει πάντοτε μια πολιτισμική άρθρωση αυτών των αναγκών, ακόμη και εντός του ιατρικού λόγου.
Αυτό φαίνεται καθαρά στην πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την Caster Semenye(1), για παράδειγμα. Ποια κριτήρια προσδιορισμού του φύλου θα επικρατήσουν τελικά; Αν το φύλο ήταν «γεγονός», τότε δεν θα υπήρχε συζήτηση. Είναι ενδιαφέρον ότι οι νόρμες που χρησιμοποιούνται για να βγει μια απόφαση σε περιπτώσεις ασαφών χαρακτηριστικών φύλου είναι εκείνες που χρησιμοποιούνται για να ρυθμίσουν και να ορίσουν το «κανονικό», και συνεπώς αυτές που εμφανίζονται οι ίδιες ως «κανονικές». Οι ποικιλίες των σωμάτων είναι σημαντικές, όχι μόνο στο επίπεδο της χρωμοσωματικής σύνθεσης, αλλά και σε ορμονικά επίπεδα και ανατομικά χαρακτηριστικά.
Τι σχέση, όμως, έχει αυτό με την πολιτική, με τη ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική; Καταρχήν, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το υποκείμενο της πολιτικής δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Δεν αντιπροσωπευόμαστε απλώς από υπάρχουσες εξουσίες, αλλά διαμορφωνόμαστε επίσης μέσα στους όρους που αυτές θέτουν. Επομένως, οποιαδήποτε ριζοσπαστική πολιτική θα έπρεπε να επεμβαίνει στο ζήτημα της εξουσίας, όχι μόνο για να αυξήσει την αντιπροσωπευτική ισχύ αυτών που πρέπει να αντιπροσωπευτούν (κι αυτοί δεν περιορίζονται στους «πολίτες»), αλλά για να εναντιωθεί στην καταπίεση, τόσο σε επίπεδο αστυνομικής βίας όσο και στο επίπεδο της πιο κοινότοπης βίας που ασκούν οι κατηγορίες. Αν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την καθημερινή βία των κατηγοριών, τότε θα πρέπει να αναλογιστούμε όλες τις δυνάμεις μέσω των οποίων διαμορφωνόμαστε και ρυθμιζόμαστε. Μια ριζοσπαστική πολιτική πρέπει να επεμβαίνει σε όλα αυτά τα επίπεδα.
Επιθυμία και αναγνώριση
-Έχετε δείξει ότι η δυνατότητα αναδιαμόρφωσης των έμφυλων ζωών μας δεν προκύπτει από μια άσκηση «ελεύθερης επιλογής», αλλά από την εμπλοκή με περιοριστικές νόρμες. Πώς τα πειθαρχικά συστήματα γνώσης/εξουσίας ορίζουν και περιορίζουν το τι μετράει ως κοινωνικά αναγνωρίσιμος τρόπος της έμφυλης υποκειμενικότητας και του συν-ανήκειν;
Είναι αλήθεια ότι δεν διαμορφώνουμε τους εαυτούς μας με «ελεύθερη επιλογή», κι όμως πρέπει να βρούμε έναν τρόπο άσκησης μιας εμπρόθετης δράσης που να αναδύεται ακριβώς από αυτές τις νόρμες μέσω των οποίων διαμορφωνόμαστε. Κάποιες φορές οι νόρμες αυτές είναι περιοριστικές, αλλά όχι πάντα. Επομένως, ίσως να πρέπει να διακρίνουμε τις πειθαρχικές νόρμες από αυτές που μας παρέχουν δυνατότητες. Κάποιες πειθαρχικές νόρμες μπορούν επίσης να παρέχουν δυνατότητες, ενώ άλλες όχι. Και κάποιες μπορεί να παρέχουν δυνατότητες, χωρίς απαραίτητα να είναι πειθαρχικές. Άρα, θα πρέπει να κατανοήσουμε τις νόρμες ως ένα σύνθετο σύνολο αλληλοεπικαλυπτόμενων πεδίων. Έτσι, μπορεί κάποιες φορές να βρεθούμε να επιθυμούμε μια κάποια αναγνώριση - ο γκέι γάμος είναι ένα δυναμικό παράδειγμα στην τρέχουσα πολιτική. Και τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε πώς ο θεσμός παράγει την επιθυμία για αναγνώριση από το θεσμό (μια δύσκολη μορφή κυκλικότητας), όπως, επίσης, πώς το κράτος, ως ο ύψιστος κριτής της νόρμας του γάμου, παράγει την επιθυμία για αναγνώριση από το κράτος. Με αυτή την έννοια, επιθυμεί κάποιος/-α να παντρευτεί έναν/μία σύντροφο ή επιθυμεί αναγνώριση από το κράτος; Πρόκειται για διακριτές μεταξύ τους επιθυμίες, και μήπως είναι ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενες επιθυμίες; Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι η επιθυμία μπορεί να ρυθμιστεί ή να προκαθοριστεί εντελώς, συνεπώς θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί/ές με τις διατυπώσεις που μόλις πρότεινα. Κανένας θεσμός δεν παράγει επιθυμία μονομερώς ή απολύτως. Υπάρχουν πάντοτε ρωγμές και εκτοπίσεις. Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να μην επιθυμούμε αναγνώριση, αφού χωρίς κάποιου είδους αναγνώριση δεν υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα. Κατά συνέπεια, η ερώτηση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: πώς παρεμβαίνουμε στην πολιτική των νορμών, έτσι ώστε οι μορφές αναγνώρισης να επεκτείνονται πέρα από το πεδίο που ρυθμίζεται από το κράτος; Σε τι συνίσταται το να επιθυμείς αναγνώριση, χωρίς όμως να επιθυμείς την επιθυμία για το κράτος;
-Αν το φύλο συγκροτείται μέσω αναγνωρίσιμων επαναλήψεων της νόρμας, πώς μπορούν να αναδυθούν καινοτόμες μορφές εμπρόθετης δράσης; Πώς μπορεί να καταστεί δυνατό το συμβάν της έμφυλης ανατροπής;
Η εναντίωση στην εξουσία δεν είναι μια απλή απομάκρυνση από αυτήν και μπορεί να συνεπάγεται περισσότερα πράγματα από τη διατύπωση μιας ομιλιακής πράξης ή την υιοθέτηση μιας μορφής συμπεριφοράς. Η ετεροδοξία μπορεί να υπαινίσσεται μια αλλαγή εντός του υποκειμένου και από το υποκείμενο, και μπορεί να αμφισβητεί ιστορικά τοποθετημένες μορφές ορθολογισμού. Έτσι, η ετεροδοξία δεν είναι αποσυνδεμένη από τις μορφές γνώσης που αρθρώνουν τρόπους κυβερνητικής εξουσίας. Η πρακτική της συναίνεσης, από την άλλη, ενέχει μια ελεύθερη συγκατάβαση, ακόμα και αν αυτή η ελευθερία δεν νοείται αναστοχαστικά ως τέτοια. Δεν συναινούμε στη βάση της αυτονομίας μας, ούτε εκχωρούμε την αυτονομία μας προκειμένου να συναινέσουμε. Η συναίνεση είναι πράξη μέσω της οποίας συγκροτείται η αυτονομία και, παρομοίως, η μη-συναίνεση είναι ένας τρόπος να αποσύρει κανείς ελεύθερα την αυτονομία του και έτσι να συγκροτήσει τον εαυτό του όντας σε διάσταση από την εξουσία (και ασκώντας μια κάποια μορφή ελευθερίας). Η συνθήκη δυνατότητας αυτών των εκδοχών εναπόκειται στις ιστορικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, κάνοντας αυτές τις πράξεις υποχρεωτικές ή δυνατές.
Στα συμφραζόμενα της πολιτικής ανυπακοής, το κίνητρο για να αποσύρει κανείς τη συναίνεσή του σε μια δεδομένη εξουσία είναι να προσπαθήσει να θέσει ένα όριο στην κυβερνητικότητα. Και αυτό μπορεί, ανάλογα με το πώς διατυπώνεται και δημοσιοποιείται, να καταλήξει σε μια πιο ριζοσπαστική διερεύνηση σχετικά με τη νομιμότητα της εκάστοτε εξουσίας. Και πάλι, δεν υπάρχει πλευρά του εαυτού που να είναι εξ ορισμού μη κυβερνήσιμη. Αποσύροντας τον εαυτό από το πεδίο της κυβερνητικότητας, ο εαυτός συγκροτεί τη δική του μη κυβερνητικότητα εντός και διαμέσου της πράξης. Ο Φουκώ δεν προτείνει, στο κείμενό του «Τι είναι κριτική», αλλά και ούτε σε άλλα του κείμενα, τη ριζοσπαστική αναρχία, αφού το πρόβλημα γι’ αυτόν δεν είναι να παράγει ένα υποκείμενο το οποίο να είναι ριζικά και διά παντός μη κυβερνήσιμο. Το ερώτημα «Πώς να μην κυβερνιέσαι;» ισοδυναμεί πάντα με το ερώτημα «Πώς να μην κυβερνιέσαι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Πρόκειται, δηλαδή, για ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα, που προκύπτει σε σχέση με μια συγκεκριμένη μορφή διακυβέρνησης και μπορεί να συνιστά ένα είδος τακτικής και μεταβατικής αναρχίας σε σχέση με την υπάρχουσα αρχή. Με τα δικά του λόγια: «πώς να μην κυβερνιέσαι με αυτόν τον τρόπο, από αυτό το φορέα, στο όνομα αυτών των αρχών, με τους τάδε ή τους δείνα στόχους και με αυτές τις διαδικασίες, και όχι με αυτόν τον τρόπο, όχι γι’ αυτό το σκοπό, όχι από αυτούς».
Αυτό το «όχι» στην εξουσία είναι ταυτόχρονα εκκίνηση για ένα νέο σχηματισμό εξουσίας: το «όχι» αρθρώνει την εξουσία με έναν νέο τρόπο και παράγει ένα νέο είδος υποκειμένου στη βάση αυτής του της άρνησης και έτσι κι έναν άλλο τρόπο να αποδέχεται εναλλακτικά σχήματα ορθολογικότητας. Με αυτόν τον τρόπο ενεργεί η εξουσία, όχι απλώς ως πολιτική τοποθέτηση: είναι ταυτόχρονα άρνηση και παραγωγή, λέει «όχι» και ταυτόχρονα διαμορφώνει νέους τρόπους ρύθμισης των ορίων του διανοητού.
Επιτελεστικότητα και διαλεκτική
-Η εξουσία που δεσμεύει το έμφυλο υποκείμενο είναι αυτή ακριβώς που ανοίγει στο υποκείμενο τη δυνατότητα της αμφισβήτησής της. Πρόκειται για μια θέση που υπαινίσσεται την ανήσυχη σχέση μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας. Θα λέγατε ότι η επιτελεστικότητα του φύλου παραπέμπει κατά κύριο λόγο στην αποδόμηση των κατεστημένων κατηγοριών του φύλου και της σεξουαλικότητας ή μας εμπλέκει ταυτόχρονα σε μια συνεχή δυνατότητα για νέες εννοήσεις και νέους τρόπους έμφυλης ύπαρξης; Ίσως η κριτική εργασία της αρνητικότητας να ανοίγει το πεδίο προς αυτό που αποκαλείτε «επιτελεστική έκπληξη» - το όριο της διαλεκτικής, αν, βέβαια, δεχτούμε ότι η διαλεκτική τείνει στη διαρκή επαναφορά της διαφοράς στην τάξη. Με ποιον τρόπο η δουλειά σας σχετίζεται με αυτό που ο Jean-Luc Nancy αποκαλούσε «αναστάτωση του αρνητικού»;
Αυτό το βιβλίο του Nancy είναι πράγματι πολύ σημαντικό για μένα. Και ίσως λέει κάτι για τις εγελιανές καταβολές της σκέψης μου. Πιστεύω, πράγματι, ότι ο Χέγκελ είναι σημαντικός για πολλούς λόγους και υποθέτω ότι, με κάποιο τρόπο, η σκέψη μου παραμένει διαλεκτική. Αλλά η ανάγνωσή μου της διαλεκτικής εναντιώνεται στην ιδέα του τελικού κλεισίματος. Ακόμα κι όταν κανείς διαβάζει φαινομενολογία, ταλαντεύεται ανάμεσα στην «ησυχία» του κλεισίματος και την «ανησυχία» της κίνησης. Η αίσθησή μου είναι ότι το υποκείμενο ανακαλύπτει διαρκώς τις συνθήκες διαμόρφωσής του και δεν είναι σε θέση να διανοηθεί απολύτως και στο σύνολό τους τις συνθήκες μέσα από τις οποίες διαμορφώνεται. Επίσης, αυτή η «διαμόρφωση» δεν σταματά να συμβαίνει, κι έτσι οποιαδήποτε προσπάθεια να κατανοηθούν αυτές οι συνθήκες στο παρόν δεν μπορούν να λάβουν εντελώς υπόψη τους το «τώρα». Αλλά, το γεγονός ότι η χρονικότητα υπερβαίνει κατ’ ανάγκη την κατανόηση έχει επιπτώσεις στο πώς σκεφτόμαστε την επιτελεστικότητα. Αν διαμορφώνομαι και προσδιορίζομαι από νόρμες που προϋπήρχαν της δικής μου ύπαρξης και αν αυτή η «διαμόρφωση» και αυτός ο «προσδιορισμός» συμβαίνουν συνεχώς, εγκαθιστώντας μια επαναληπτική πρακτική του παρόντος, τότε το «εγώ» αναδύεται μέσα από τα διάκενα αυτής της επαναληπτικής άσκησης. «Εγώ» είμαι το διάνυσμα αυτού που διαμορφώνεται και διαμορφώνει, και επομένως η αυτονομία μου, αν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, διαμορφώνεται πάντοτε από την ετερονομία. Στην πραγματικότητα, μια κάποια ετερονομία χαρακτηρίζει την άσκηση της αυτονομίας μου.
Στο πλαίσιο του έμφυλου διπολισμού, περιμένουμε να βρούμε, σύμφωνα με τη διαλεκτική, ότι το ένα φύλο διαμορφώνει το άλλο, ή ότι είναι ουσιωδώς το αντίθετό του. Χρειάζεται, ωστόσο, να επιτρέψουμε τη δυνατότητα για διαφορές που πάνε πέρα από αυτόν το διπολισμό. Αναρωτιέμαι αν ο χρόνος για τον Χέγκελ είναι κάτι που υπερβαίνει τις διπολικές σχέσεις. Θα μπορούσε, με κάποιο τρόπο, να παίζει πιο θεμελιώδη ρόλο. Με το να σκεφτόμαστε τις έμφυλες κατηγορίες με όρους της επαναληπτικής χρονικότητάς τους, ανοίγεται ένα μέλλον πέρα από το δίπολο «αρσενικού» και «θηλυκού».
Η 11η Σεπτεμβρίου και οι «γυμνές ζωές»
-Στο έργο σας, και κυρίως στο βιβλίο Ευάλωτη ζωή, με αφορμή τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, συζητάτε τη σχέση μεταξύ τρωτότητας και πολιτικής, και αναδιατυπώνετε το ερώτημα για το ποιος μετρά ως «άνθρωπος». Αναλύετε τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικές νόρμες –το φύλο, η σεξουαλικότητα, η εθνοτική και φυλετική ένταξη, το θρήσκευμα- προσδιορίζουν τι μορφές ζωής γίνονται άξιες αναγνώρισης, αγάπης ή πένθους. Κάποιοι κριτικοί εκφράζουν την επιφύλαξη ότι αυτή η κριτική στον αφηρημένο και επιλεκτικό ανθρωπισμό διατρέχει τον κίνδυνο να εισάγει μια νέα ανθρωπιστική οντολογία, κι επομένως νέα κανονιστικά κριτήρια ορισμού του «ανθρώπινου». Πώς θα μπορούσε η αμφισβήτηση της κανονικότητας, που καθιστά διανοητή την ανθρώπινη υποκειμενικότητα –που ρυθμίζει ποιοι αναγνωρίζονται ως άνθρωποι- να αποφύγει τη διολίσθηση σε άλλες, καινούργιες μορφές κανονικοποίησης; Τι είδους πολιτικής επαγρύπνησης θα απαιτούσε αυτή η αποφυγή;
Προσπαθώ να θέσω το ερώτημα στο βιβλίο μου Frames of war, που πρόσφατα εκδόθηκε από το Verso. Η γνώμη μου είναι ότι δε θα έπρεπε να φοβόμαστε τόσο να χρησιμοποιούμε τον όρο «άνθρωπος», αφού οφείλουμε να θέτουμε το ερώτημα: τι απέμεινε στον άνθρωπο μετά από τον ανθρωπισμό; Αν θεωρούμε ότι η όποια αναφορά στο ανθρώπινο μας φέρνει πίσω στον ανθρωπισμό, τότε σημαίνει ότι προσδίδουμε στον ανθρωπισμό μια τεράστια, αν όχι ολοκληρωτική, δύναμη. Στην πραγματικότητα, θέτοντας το ερώτημα τι είναι αυτό που συνιστά το ανθρώπινο, έχουμε ήδη αποστασιοποιηθεί από την επικράτεια του ανθρωπισμού. Όταν ρωτάμε πώς τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας εκλαμβάνουν το ανθρώπινο προκειμένου να οριοθετήσουν αυτό που αξίζει δημόσιας μνείας και πένθους, τότε ρωτάμε πώς το «εκτός» έρχεται να ορίσει την κατεστημένη εννοιολόγηση της δημόσιας ζωής. Παραμένω δεσμευμένη σε μια έννοια του ανθρώπινου ζώου που διανοίγεται από το ερώτημα του τι συνιστά τη «ζωή» της ανθρώπινης ζωής. Η «ζωή» της ανθρώπινης ζωής δεν είναι ποτέ απλώς ανθρώπινη: είναι ο όρος που υπερβαίνει τον ορισμό του ανθρώπινου. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται από τη μορφολογία ή την ικανότητα. Αντιθέτως, ο ορισμός αυτού που μετράει ως ανθρώπινο παραμένει προνόμιο της εξουσίας, η οποία καθιερώνει διανοητές κατηγορίες. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι εκθέτω τα όρια αυτού που κατασκευάζεται ως άξιο πένθους σε συμφραζόμενα πολέμου (όπου κάποιοι πληθυσμοί ορίζονται ως άξιοι μνείας και πένθους ενώ άλλοι όχι), προκειμένου να επεκταθούν τα όρια του πενθήσιμου σε όλους τους πληθυσμούς. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν τελείως λάθος. Τα καίρια σημεία που διαφεύγουν αυτής της διατύπωσης είναι ότι η αναγνώριση της δυνατότητας του πένθους συγκροτεί το ανθρώπινο, και ότι οι πολεμικές πρακτικές εμπλέκονται ενεργά στον προσδιορισμό και τη θεσμοθέτηση των ορίων αυτού που μπορεί να ονομαστεί ανθρώπινη ζωή. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει και να θεσμοθετήσει τα όρια αυτά με έναν καθοριστικό τρόπο, και αυτό έχει να κάνει με την επίμονη ζωικότητα του ανθρώπου και με τις οριακές περιστάσεις της ζωής που ορίζουν και απειλούν την «ανθρώπινη» ζωή.
-Ο αντι-μεταναστευτικός λόγος στην Ευρώπη βρίθει από εικόνες που παρουσιάζουν το έθνος-κράτος σαν ευάλωτο σώμα που απειλείται από διάφορα «ξένα σώματα» - μετανάστες, πρόσφυγες και φυλετικά σεσημασμένους ανθρώπους και πληθυσμούς. Στο πλαίσιο αυτό, μια αισθηματολογική πολιτική που «συμπονά» τους ανθρώπους αυτούς φαίνεται να συσχετίζεται με τη βία που τους αποκλείει. Πώς η νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική κατασκευάζει και ταυτόχρονα εξαιρεί «γυμνές ζωές» (σύμφωνα με τη φράση του Μπένγιαμιν και του Αγκάμπεν) - αν έτσι νοούμε τη ζωή που έχει στερηθεί κάθε πολιτικής αξίας;
Ένα πρόβλημα είναι ότι δεν νομίζω πως οι άνθρωποι χωρίς κράτος είναι «γυμνή ζωή», αν με τον όρο αυτό εννοούμε «ζωή στερημένη από πολιτική αξία». Οι προσφυγικοί πληθυσμοί χωρίς πολιτικά δικαιώματα είναι φορτισμένοι με πολιτική αξία, ακόμη κι αν η αξία αυτή είναι αρνητική. Επομένως, αντιστέκομαι στην ιδέα ότι είτε θα έχει κανείς πλήρη πολιτικά δικαιώματα, και έτσι θα φέρει πολιτική αξία, είτε δεν θα έχει πολιτικά δικαιώματα, και άρα δεν θα έχει καμία πολιτική αξία. Αυτό δίνει στο κράτος το μονοπώλιο της εξουσίας και ξέρουμε ότι η εξουσία λειτουργεί με άλλους τρόπους, όπως με το να ρυθμίζει πληθυσμούς και να τους ορίζει, ειδικά όταν δεν έχουν ρητά δικαιώματα. Αυτό που θεωρώ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι οι δυνάμεις του πρώτου κόσμου, όπως οι ΗΠΑ, προσπαθούν να μεταθέσουν τη δική τους τρωτότητα σε «άλλους» πληθυσμούς. Συνεπώς, αυτό που αποκαλείτε «αισθηματολογική πολιτική» ενδέχεται να εξυπηρετεί αυτό τον επιμερισμό και την μετάθεση της τρωτότητας προς άλλες κατευθύνσεις. Η έννοια της τρωτότητας πρέπει να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τους όρους της παγκόσμιας ανισότητας.
Πολιτική και ηθική
-Στο βιβλίο σας Λογοδοτώντας για τον εαυτό, τοποθετείτε την κοινωνική κριτική στην καρδιά της ηθικής διαβούλευσης, αναδιατυπώνοντας την ηθική με πολιτικούς όρους. Σύμφωνα με την προσέγγισή σας, η οποία πολιτικοποιεί το ερώτημα του Λεβινάς για την ηθική προτεραιότητα του άλλου, η ηθική της ευθύνης προκύπτει από τη σχέση του υποκειμένου με τους άλλους όσο και με τις κοινωνικές νόρμες που προσδιορίζουν αυτή τη σχέση. Αν η αφήγηση του εαυτού -ως «απολογία» και «απολογισμός»- είναι μια αναπόφευκτα ατελής και ανεκπλήρωτη ανταπόκριση στο κάλεσμα του άλλου, ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενο της ευθύνης στις σύγχρονες πολιτικές συνθήκες;
Το κείμενο αυτό ασχολείται με την ευθύνη μόνο σε ό,τι αφορά την προσωπική λογοδοσία, αλλά έχω προσπαθήσει να αναπτύξω ευρύτερες έννοιες ευθύνης αλλού. Ένα ερώτημα που με απασχολεί τελευταία είναι το εξής: ποιες είναι οι υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι σε όσα δε γνωρίσαμε και δεν επιλέξαμε ποτέ; Το ερώτημα αυτό απορρέει κατά κάποιο τρόπο από την αντίληψη του Λεβινάς, ότι οι υποχρεώσεις μας προηγούνται της σύναψης του κοινωνικού συμβολαίου και, με αυτήν την έννοια, δεν βασίζεται στις κλασικές παραδοχές του φιλελευθερισμού. Η δική μου αντίληψη είναι ότι δεν έχουμε ακόμη ξεκινήσει να σκεφτόμαστε τις συνέπειες μιας δέσμευσης στην ισονομία. Με τη δουλειά μου για τα όρια του πένθους προσπάθησα να αναλογιστώ τι αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει η ισονομία σε ό,τι διαφορετικά θα αποκαλούνταν ηθικά συναισθήματα. Πιστεύω ότι υπάρχουν συναισθηματικές διαστάσεις στην αλληλεξάρτηση και την εγγύτητα, οι οποίες θα πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να αναθεωρηθεί το νόημα της ευθύνης στο όνομα μιας παγκόσμιας πολιτικής που προσπαθεί να επεκτείνει τα δικαιώματα της στέγης και της τροφής, της προστασίας από τη βία, και της ελαχιστοποίησης της επισφάλειας. Η επισφάλεια δεν χαρακτηρίζει απλώς και μόνο μια κοινή ανθρώπινη κατάσταση, αλλά επιμερίζεται πολιτικά με ριζικά άνισους τρόπους. Κάποιες πολύ σαφείς ευθύνες προκύπτουν υπό το φως αυτής της απαράδεκτης ανισότητας.
Αγωνιστική συμμαχία κινημάτων
-Έχετε υποστηρίξει ότι η αποδόμηση της ταυτότητας δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να καταργήσουμε αιτήματα αυτονομίας και αυτοπροσδιορισμού. Ποια νομίζετε ότι είναι τα πιο κρίσιμα πεδία της πολιτικής και θεωρητικής δουλειάς των σημερινών φεμινιστικών και queer κινημάτων; Με ποιους τρόπους θέματα όπως η οικογενειακή βία, ο βιασμός, η βία ενάντια στις γυναίκες, η ομοφοβία, ο σεξισμός, ο ρατσισμός, ο μιλιταρισμός και η αδικία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας αλληλοσυνδέονται; Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τον περσινό Δεκέμβρη αναδύθηκε ένα κίνημα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα -καθαρίστρια και συνδικαλίστρια, μετανάστρια από τη Βουλγαρία- που έγινε στόχος βίαιης επίθεσης, αφού διαμαρτυρήθηκε ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία. Οι πολιτικές παρεμβάσεις του κινήματος εστίασαν στο ότι η Κούνεβα μετατράπηκε με τον πιο βίαιο τρόπο σε μια ενσάρκωση του θηλυκού και εθνοτικού «άλλου» της νεοφιλελεύθερης οικονομίας. Στα σύγχρονα συμφραζόμενα νεοαποικιοκρατίας, ρατσισμού και ξενοφοβίας, σεξισμού και ομοφοβίας, πόσο σημαντικό είναι να θέτουμε πολιτικά το ρόλο που παίζουν από κοινού το φύλο, η φυλή, η κοινωνική τάξη, η σεξουαλικότητα και το έθνος στον κανονιστικό ορισμό «του πολίτη»;
Για μένα, είναι εξαιρετικά οδυνηρό να βλέπω κάποια μέλη της λεσβιακής και γκέι κοινότητας να μπαίνουν σε μια σχέση ανταγωνισμού με νέες μεταναστευτικές κοινότητες στην Ευρώπη. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, πήγαν να μας πείσουν ότι οι νέοι μουσουλμάνοι μετανάστες απειλούν τις πολιτισμικές ελευθερίες και, ειδικότερα, την ελευθερία της λεσβιακής και γκέι έκφρασης. Φυσικά, η ελευθερία της έκφρασης και η αντίθεση στη λογοκρισία υπήρξαν θεμέλιοι λίθοι του κινήματος για δεκαετίες. Το κίνημα για τη σεξουαλική ελευθερία έχει διεκδικήσει ελευθερία της έκφρασης, και σε πολλά μέρη έξω από την Ολλανδία η λογοκρισία έχει εμποδίσει τις προσπάθειες των λεσβιών, γκέι, αμφιφυλόφιλων, διαφυλικών και queer να εκδίδουν, να συγκεντρώνουν, να καταγράφουν και να δημοσιοποιούν την ιστορία τους, να οργανώνουν και να εκφράζουν την επιθυμία τους. Επομένως, είναι εντελώς κατανοητό ότι θα υπάρχει μια ισχυρή ομάδα προοδευτικών σε ζητήματα σεξουαλικότητας που θεωρούν την ελευθερία της έκφρασης θεμελιώδη για το κίνημα, και που πιστεύουν ότι το λεσβιακό, γκέι, αμφί, τρανσεξουαλικό, queer, διαφυλικό κίνημα δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς την ελευθερία της έκφρασης και χωρίς την καταφυγή στην ίδια την έννοια της ελευθερίας ως καθοδηγητική αξία και νόρμα. Φυσικά, αυτή η θέση δεν απαντά το ερώτημα του πώς αυτή η νόρμα μπορεί να συμφιλιωθεί με άλλες νόρμες, ούτε μας λέει ακριβώς τι εννοείται με τον όρο «ελευθερία».
Θα πρέπει να είμαστε σαφείς ως προς το τι εννοούμε με τον όρο ελευθερία, αφού η ελευθερία [freedom] εξ ορισμού δεν ταυτίζεται με την ελευθερία [liberty] που ανήκει στο άτομο, αλλά προσδιορίζεται και επιμερίζεται κοινωνικά. Δεν μπορεί να είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος αν δεν είναι και οι άλλοι, αφού η ελευθερία κατακτιέται ως συνέπεια μιας συγκεκριμένης κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της ζωής. Το queer κίνημα, εννοημένο με διεθνικούς όρους, αγωνίστηκε ενάντια στην ομοφοβία, το μισογυνισμό και το ρατσισμό, και ο αγώνας αυτός είναι μέρος μιας αγωνιστικής συμμαχίας ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεις και αποκλεισμούς. Ο σκοπός της queer πολιτικής είναι να υπογραμμίσει τη σημασία του να αντιμάχεσαι την ομοφοβία ανεξάρτητα από την ταυτότητά σου. Δεν προϋποθέτει μια ταυτοτική θέση. Ο όρος σηματοδοτεί τη σημασία της συμμαχίας: υποδηλώνει το συντονισμό με ποικίλες εκδοχές κατασκευής μειονοτήτων, τον αγώνα ενάντια στις επισφαλείς συνθήκες ανεξάρτητα από την «ταυτότητα», και τον αγώνα ενάντια στο ρατσισμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Αν το κράτος οχυρώνεται απέναντι στις ήδη εγκαθιδρυμένες και τις νέες μεταναστευτικές κοινότητες, στερώντας τις ελευθερίες τους και αμφισβητώντας τα δικαιώματά τους για συνάθροιση και έκφραση, αν αντιμετωπίζει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς του ως απειλή στην αξία της ελευθερίας, τότε δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προστατεύει μια αξίωση της ελευθερίας εμπεδώνοντας συστηματικά την ανελευθερία μέσω της ενίσχυσης των κατασταλτικών του μηχανισμών.
Υπάρχει μια αντιπαλότητα, ιδιαίτερα πολωμένη αυτή τη στιγμή, ανάμεσα στις πολιτικές των σεξουαλικών μειονοτήτων που βασίζονται στην ταυτότητα και αυτές που βασίζονται στις συμμαχίες. Η δική μου σχέση με το queer υποστηρίζει την πολιτική της συμμαχίας που διασχίζει τη διαφορά. Για να το θέσω ευρύτερα: στοιχειώδης προϋπόθεση για μια ισχυρή συμμαχία της αριστεράς είναι η δέσμευση για σύγκρουση, και με το ρατσισμό και με την ομοφοβία, για σύγκρουση τόσο με αντι-μεταναστευτικές πολιτικές όσο και με τις ποικίλες μορφές του μισογυνισμού και της φτώχειας. Γιατί να θέλαμε να συμμετέχουμε σε μια συμμαχία που δεν παίρνει σαφώς υπόψη της όλες αυτές τις μορφές διακρίσεων και που δεν μεριμνά για ζητήματα οικονομικής δικαιοσύνης που επηρεάζουν τις σεξουαλικές μειονότητες, τις γυναίκες, όπως επίσης και τις φυλετικές και θρησκευτικές μειονότητες; Όσο κι αν έχουμε επίγνωση της ευθύνης που φέρουν οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί για τις διαφορές στα επίπεδα της φτώχειας, είναι σημαντικό να θυμόμαστε τη σημασία που έχει η κριτική στην κρατική βία και επιβολή για ένα δυναμικό αριστερό πολιτικό κίνημα.
Μετάφραση: Θεοδοσία Μαρινούδη
(1) Η δρομέας Caster Semenye, μέλος της αποστολής της Νότιας Αφρικής στη διοργάνωση του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος του 2009 στο Βερολίνο, κέρδισε χρυσό μετάλλιο και απασχόλησε τα ΜΜΕ όταν προέκυψε το ερώτημα αν είναι ‘άνδρας’ ή ‘γυναίκα’.
Βιβλία της Τζούντιθ Μπάτλερ στα ελληνικά
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ
-Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2008.
-Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου, εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Νήσος 2008.
-Λογοδοτώντας για τον εαυτό, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, επίμετρο και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2009.
-Η ψυχική ζωή της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον 2009.
-Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου, επιμέλεια κειμένου Χριστίνα Σπυροπούλου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ
-Αθηνά Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Νήσος 2006.
-Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.), Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2006.
-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Νήσος 2004.
-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Περί θανάτου: Η πολιτική διαχείριση της θνητότητας. Αθήνα: Νήσος 2008.
ΕΤΟΙΜΑΖEΤΑΙ
-Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η συγγένεια μεταξύ ζωής και θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας και Κώστας Λιβιεράτος, εισαγωγή Έλενα Τζελέπη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2010.
Δύο διαλέξεις της Τζούντιθ Μπάτλερ στην Αθήνα
-Η επιτελεστική πολιτική και κριτική της κρατικής βίας
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009, ώρα 6.30 μ.μ., Ινστιτούτο Γκαίτε (Ομήρου 14-16)
-Από την επιτελεστικότητα στην επισφάλεια
Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου, ώρα 6:30 μ.μ., Πάντειο Πανεπιστήμιο, αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ
Μετά τις γιορτές, θα έχουμε αναλυτική κριτική παρουσίαση των βιβλίων της Τζούντιθ Μπάτλερ στα ελληνικά, καθώς και των διαλέξεών της στην Αθήνα.
-Σώματα με σημασία: Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο, μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2008.
-Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης και Κώστας Αθανασίου, εισαγωγή Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Νήσος 2008.
-Λογοδοτώντας για τον εαυτό, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, επίμετρο και επιστημονική επιμέλεια Αθηνά Αθανασίου. Αθήνα: Εκκρεμές 2009.
-Η ψυχική ζωή της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος. Αθήνα: Πλέθρον 2009.
-Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια Βενετία Καντσά, επίμετρο Αθηνά Αθανασίου, επιμέλεια κειμένου Χριστίνα Σπυροπούλου. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2009.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ
-Αθηνά Αθανασίου (επιμ.), Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Νήσος 2006.
-Κώστας Γιαννακόπουλος (επιμ.), Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2006.
-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Νήσος 2004.
-Δήμητρα Μακρυνιώτη (επιμ.), Περί θανάτου: Η πολιτική διαχείριση της θνητότητας. Αθήνα: Νήσος 2008.
ΕΤΟΙΜΑΖEΤΑΙ
-Η διεκδίκηση της Αντιγόνης: Η συγγένεια μεταξύ ζωής και θανάτου, μτφρ. Βαρβάρα Σπυροπούλου, επιμέλεια Γιώργος Καράμπελας και Κώστας Λιβιεράτος, εισαγωγή Έλενα Τζελέπη. Αθήνα: Αλεξάνδρεια 2010.
Δύο διαλέξεις της Τζούντιθ Μπάτλερ στην Αθήνα
-Η επιτελεστική πολιτική και κριτική της κρατικής βίας
Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009, ώρα 6.30 μ.μ., Ινστιτούτο Γκαίτε (Ομήρου 14-16)
-Από την επιτελεστικότητα στην επισφάλεια
Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου, ώρα 6:30 μ.μ., Πάντειο Πανεπιστήμιο, αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ
Μετά τις γιορτές, θα έχουμε αναλυτική κριτική παρουσίαση των βιβλίων της Τζούντιθ Μπάτλερ στα ελληνικά, καθώς και των διαλέξεών της στην Αθήνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)