Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2010. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/12/10

Γούντι Γκάθρι (1912-1967)

ο ραψωδός του αμερικανικού εργατικού κινήματος


Αφιέρωμα


«Ο Γούντι είναι απλά ο Γούντι, πάρα πολλοί άνθρωποι ούτε καν γνωρίζουν το επώνυμο του. Είναι απλά μια φωνή και μια κιθάρα. Λέει τα τραγούδια του λαού και έχω την υποψία ότι, κατά κάποιο τρόπο, ο ίδιος είναι η ενσάρκωση αυτού του λαού. Σκληρή και ένρινη φωνή, η κιθάρα του να κρέμεται σαν ένα γρέζι από τον τόρνο, δεν υπάρχει τίποτα το γλυκό και χαριτωμένο στον Γούντι, όπως δεν υπάρχει και τίποτα τέτοιο στα τραγούδια του. Αλλά υπάρχει κάτι πιο σημαντικό για εκείνους που μπαίνουν στον κόπο να ακούσουν. Υπάρχει η θέληση των ανθρώπων να αντέξουν, να επιβιώσουν και να αντισταθούν στην καταπίεση. Και νομίζω ότι αυτό ακριβώς είναι εκείνο που αποκαλούμε Αμερικανικό Πνεύμα...» 

Τζον Στάινμπεκ 

Ένας αριστερός στην Αμερική...

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ


Η αφορμή για αυτό το αφιέρωμα θα μπορούσε να είναι ότι στις 3 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν σαράντα τρία χρόνια από τον θάνατο του Woody Guthrie. Αλλά δεν είναι αυτή η αιτία, που θα ασχοληθούμε με έναν σχεδόν άγνωστο στο ευρύ ελληνικό κοινό αμερικανό μουσικό. Όπως ακριβώς ουδείς μπορεί να αναρωτηθεί για την κεφαλαιώδη σημασία του Μάρκου Βαμβακάρη στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Επιχειρώντας λοιπόν αυτή την τολμηρή ίσως, αλλά καθόλου αδόκιμη κατά τη γνώμη μας σύγκριση, θα πούμε ότι η θέση που επέχει ο Woody Guthrie για την αμερικανική παραδοσιακή μουσική είναι η ακριβώς ανάλογη με του Μάρκου Βαμβακάρη στην ελληνική. Και αυτό δεν θα ήταν αρκετό όμως, αν στην περίπτωση του Γούντι Γκάθρι δεν υπεισέρχονταν και δύο ακόμα απόλυτα καθοριστικοί παράγοντες.

This Land Is Your Land

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ


Το τραγούδι «This Land Is Your Land» είναι το γνωστότερο και κατά γενική ομολογία το καλύτερο του Γούντι Γκάθρι, ένα αληθινό υπόδειγμα για το είδος του τραγουδιού διαμαρτυρίας. Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι εδώ και πολλά χρόνια η επίσημη αμερικανική κουλτούρα προσπαθεί να το υφαρπάξει, αν όχι να το οικειοποιηθεί. Διδάσκεται στα σχολεία, στο μάθημα της ωδικής, και έχει σχεδόν περιβληθεί με την αίγλη ενός «εναλλακτικού εθνικού ύμνου», με μία όμως καθοριστική λεπτομέρεια: από την διδασκαλία του παραλείπονται οι τρεις τελευταίες στροφές...

Ο ποιητής Γούντι Γκάθρι

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

«Πήρες είκοσι μία χιλιάδες συντηρητικά δολάρια για να ζωγραφίσεις έναν επαναστάτη. Τι αηδίες είναι αυτές! Δεν θα μπορέσω να νοικιάσω ποτέ αυτά τα γραφεία - αυτά τα καπιταλιστικά γραφεία. Γιατί, όπως ξέρεις, αυτό το κτήριο είναι δημόσιο και οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν περιστέρια και φύλλα να πέφτουν απ’ τα δέντρα. Μου αρέσει η ζωγραφική σου, αλλά δεν θέλω να μου δημιουργήσει πρόβλημα. Όλο και κάτι οφείλω στον καλό θεούλη. Και στο κάτω-κάτω, δικός μου είναι ο τοίχος». Και ο Rivera: «Αυτό θα το δούμε!»

Γούντι Γκάθρι: Εγώ υπερασπίζω τους πεινασμένους…



Ένα γράμμα του Woody Guthrie στον Alan Lomax[1]

Αγαπητέ Άλαν[2]

[...] Μπορεί να ξέρεις κιόλας πως εγώ κι ο Cisco[3] τραγουδάμε εδώ και μια βδομάδα σε μια τρύπα στην 44η. «Εξομολογητήριο του Jimmy Dwyer», το λένε. Παπάδες δεν είδα εκεί μέσα. Από αμαρτωλούς όμως... Πάνε κι έρχονται συνέχεια. Ήρθαν όλοι οι διάσημοι δημοσιογράφοι και άκουσαν τραγούδια για την εποχή της σκόνης,[4] για τους ανθρώπους που έτρεχαν σαν τους κυνηγημένους σ’ εκείνη την ατέλειωτη 66η Λεωφόρο με άδειες γαβάθες, και τους άλλους που πήγαν στην Καλιφόρνια μήπως και καταφέρουν να γεμίσουν μια παλιά, ραγισμένη γαβάθα με λίγη ζάχαρη, και την αστυνομία και τους μεγάλους γαιοκτήμονες που τους εκμεταλλεύτηκαν – και οι εφημερίδες εδώ, η «Sun» και άλλες, έγραψαν πολύ ωραία πράγματα για την εποχή της σκόνης, και ειδικά η «PM»[5] και η «Sun» στις 5 Σεπτεμβρίου – κι έπεσαν μιλιούνια ο κόσμος και τους έγραφαν κι έσκουζαν πως ο δημοσιογράφος κάθεται και πιστεύει τα λόγια των κατασκόπων και των προδοτών. Με αποκαλούσαν κομμουνιστή και αγριάνθρωπο κι ό,τι άλλο βάζει ο νους σου, αλλά δεν με νοιάζει ό,τι και να με λένε.  Δεν είμαι μέλος κανενός κόμματος πάνω σ’ αυτή τη γη. Το πρόβλημά μου είναι πως με θεωρώ υποχρεωμένο να σηκώνομαι κάθε πρωί και να βγαίνω έξω και να σμίγω με όλους τους ανθρώπους, γιατί όλοι είναι σύντροφοί μου. Του έγραψα και τον ευχαρίστησα, και δεν με νοιάζει τι απόψεις έχει. Τα μέλη είναι σαν τον κλέφτη με το ένα χέρι. Αυτός που διαδίδει τις ιδέες τους κερδίζει. Ύστερα έγραψε για τα γράμματα που με έβριζαν και είπε πως τα τραγούδια μου του άρεσαν, άσχετα ποιος παπάς με βάφτισε και πώς, αν βαφτίστηκα ποτέ ή αν έπεσα μεθυσμένος μέσα σ’ ένα ποτάμι σκόνη – και πως του άρεσα, άσχετα ποιες ήταν οι ιδέες μου κι αν ήταν σωστές. Καλός δημοσιογράφος. Του ξανάγραψα και τον ευχαρίστησα, που βοηθάει με τα γραπτά του τους δυστυχισμένους κι αυτούς που έχουν ανάγκη. Άλλοι είναι αυτοί που πρέπει να γράψουν κάτι στις εφημερίδες τους για τους πεινασμένους. Εγώ υπερασπίζω τους πεινασμένους. Και είμαι καλός σ’ αυτό και νιώθω πάντα έναν πόνο στο χορτασμένο μου στομάχι, όταν τραγουδάω.

Γούντι Γκάθρι: κεραυνός πολιτικού ακτιβισμού

ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΣΙΩΤΗ


Τα πρώτα ακούσματα της μουσικής του τα είχα το 1971 στο κοινόβιο που έμενα στο Σαν Φρανσίσκο. Ο πόλεμος του Νίξον στο Βιετνάμ δεν είχε τελειώσει, όπως δεν είχαν τελειώσει και οι διαδηλώσεις κατά του πολέμου. Επίσης δεν είχε ακόμα τελειώσει η εποχή των παιδιών των λουλουδιών, όπως έλεγαν τους χίπηδες και τους ειρηνιστές τότε, ενώ στα τελευταία της ήταν η εποχή των Μπίτνικ—την επίσημη ταφόπλακα των οποίων έβαλε ο ίδιος ο Γκίνζμπεργκ στο Σάβοϊ Τίβολι του Σαν Φρανσίσκο τον Οκτώβριο του 1979, «τραγουδώντας» με το όργανό του επί μισή ώρα το μονότονο και βαρετό «Dont smoke, Dont smoke, Dont smoke». Εκείνο που δεν είχε τελειώσει ακόμα αλλά αντίθετα σιγά σιγά γιγαντώνονταν ήταν το κάουντρι γουέστερν, η λαϊκή μπαλάντα της διαμαρτυρίας, τη σκυτάλη της οποίας είχαν πάρει λίγα χρόνια πριν από τον Γούντι Γκάθρι η Τζόαν Μπαέζ, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Τομ Πάξτον και άλλοι τραγουδοποιοί, που του χρωστάνε ευγνωμοσύνη για ό,τι κατόρθωσαν.

Το Δουβλίνο, ο Άρλο και ο Γούντι Γκάθρι

ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΓΟΥΔΕΛΗ



Αύγουστος του 2006. Δουβλίνο. Οι μέρες προς τη βροχή. Το ξενοδοχείο μας μάλλον απόμερο δίπλα στο ποτάμι Λίφεη. Οι δρόμοι και τα κτήρια όπως τα είχα δει σε εικόνες και φανταστεί. Γυρίζουμε με τη Φανή τις ήσυχες συνοικίες με το πλακόστρωτα και τους κήπους. Οι ταμπέλες μάς κατευθύνουν στο σπίτι του Μπέρναρ Σο. Φωτογραφίες. Πιο κει ένας καθεδρικός. Προσπαθώ να μη νιώσω τουρίστας. Μεσημέρι. Κοιτάζω αφηρημένα το εσωτερικό κάποιων παμπ, που μόλις ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες, σκοτεινά, θέλοντας να διώξουν τις σκιές της προηγούμενης νύχτας. Αν και το "βρωμοδουβλίνο"  του Τζόις είναι στη σκέψη μου, θέλω να αποφύγω όλο αυτό το φολκλόρ, που καταλήγει στο μουσείο του συγγραφέα, στα αναμνηστικά φλιτζάνια τσαγιού με την τυπωμένη φιγούρα του και την κρεβατοκάμαρα-ζόμπι, όπως την άφησε -υποτίθεται- πίσω του φεύγοντας από την πόλη. Ξέρω ότι θα επισκεφθώ κάποια στιγμή το περίφημο σπίτι της ενώσεως συγγραφέων, με τις φθαρμένες, ψάθινες καρέκλες της κεντρικής αίθουσας και τα πορτρέτα του Ουάιλντ, του Γέητς και του Ο' Κέησυ στους τοίχους. Προς το παρόν θέλω να κάνω τη δική μου διαδρομή και ζητώ ευκαιρίες. Και να: σε κάποιο ξύλινο φράχτη κοντά στο ξενοδοχείο, ανάμεσα σε αφίσες εκδηλώσεων, το μάτι μου πέφτει στο όνομα του Άρλο Γκάθρι. Tί ζητάει ένας Γιάνκι στην αυλή του βασιλιά Αρθούρου, όπως θα ‘λεγε ο Μαρκ Τουέην;  Μια γεύση από τις ρίζες του αναζητώντας, προφανώς... Παρακολουθώ ελάχιστα τα μοντέρνα μουσικά και έχω χάσει την επαφή μαζί του. Τον θυμάμαι από το Εστιατόριο της Αλίκης. την ταινία του Άρθουρ Πεν, του μακρινού, χίπικου '69.  Συγκράτησα από εκείνο το φιλμ, στα χρόνια της αθωότητας, το κοινοβιακό, τρυφερό κλίμα που το διαπότιζε, όταν τα χριστιανικά αισθήματα, οι πολιτικές ουτοπίες και οι αφοπλιστικές ελευθεριότητες υπεραναπλήρωναν τα πάντα.

Γιατί ένας χωρικός από την Οκλαχόμα των ΗΠΑ κατέλαβε τις σημερινές Αναγνώσεις;

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Τα υπόγεια ρεύματα της αντίστασης στην Αμερική...

Ένα από τα πλέον τυπικά ευρωπαϊκά - και ακόμα περισσότερο ελληνικά - αριστερά αντανακλαστικά είναι το να θεωρείται η Αμερική η «προσωποποίηση του κακού», ταυτόσημη με τον πλέον επιθετικό καπιταλισμό μα και τον ιμπεριαλισμό, Προσωπικά όμως τέτοιες αφοριστικές γενικεύσεις ανέκαθεν μου φαίνονταν τουλάχιστον υπερβολικές και η συγκεκριμένη απλά λανθασμένη. Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των ΗΠΑ, αφενός ότι είναι μια χώρα με σχεδόν απέραντη έκταση – και με τον ανάλογα μεγάλο πληθυσμό, σε αντίθεση π.χ. με την Αυστραλία – και αφετέρου ότι είναι μία πολύ παράξενη χώρα και πριν απ’ όλα ως προς την ατομική μα και συλλογική νοοτροπία των κατοίκων της.

4/12/10

Έντβαρντ Μουνκ: Πέρα από την «Κραυγή»

Η έκθεση της χαρακτικής του τέχνης, στο Μουσείο Ηρακλειδών, στο Θησείο (26 Νοεμβρίου 2010 μέχρι 27 Φεβρουαρίου 2011)

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Ο Έντβαρντ Μουνκ διάνοιξε στα εικαστικά, όπως και ο Ερρίκος Ίψεν στο θέατρο, το δρόμο στο μοντέρνο. Οι δυο Νορβηγοί υπήρξαν δύο από τους πλέον σημαίνοντες σκαπανείς ενός νέου υποκειμενισμού στην τέχνη. Είχαν επηρεαστεί τόσο από τις -μετέπειτα εργαλειοποιημένες από τους ναζί- ιδέες του γερμανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε, όσο και από τις νέες θεωρίες της ψυχανάλυσης, για τις ζοφερές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και για την αντίστασή της στο κυρίαρχο εγώ.
H γυναίκα ήταν το καθοριστικό σύμβολο στο έργο τους. Αποτελούσε το «πλέον επικίνδυνο παιγνίδι για τον άνδρα», όπως έγραφε ο Νίτσε. Και λειτουργούσε ταυτόχρονα, με την ισχύ των αισθημάτων της, ως ανατρεπτική δύναμη στις στερεότυπες και υποκριτικές αρχές και αξίες της ξεπεσμένης αριστοκρατικής ή της κυρίαρχης αστικής τάξης. Οι οποίες τάξεις αντιμετώπιζαν με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, από τη μια τις συζύγους τους και θυγατέρες τους, και από την άλλη τις πόρνες ελευθερίων ηθών, στις οποίες έβρισκαν καταφύγιο οι άνδρες.

Ο κόσμος, χωρίς παράθυρα, του Μουνκ

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 


Σκέψεις που δεν γίνονται πραγματικότητα και επιθυμίες που δεν υλοποιούνται, αλλά καταπνίγονται μέσα στη φαντασία. Στο χώρο της φαντασίας μεταμορφώνονται και γίνονται αλλόκοτες καταστάσεις. Στο έργο του Μουνκ αποκηρύσσεται το συνεχές που βασίζεται στην ενότητα της υποκειμενικής εμπειρίας, στο «ρεύμα του βιώματος» των ιμπρεσιονιστών, το οποίο, πλέον, κατακερματίζεται. Δανείζεται τις διακοσμητικές φόρμες του Jugendstil, στις οποίες προσδίδει στη συνέχεια ένα υπαρξιακό περιεχόμενο. Η κάθοδος προς αυτήν την εσωτερικότητα καταλήγει στην κραυγή και την αβοήθητη και αδύναμη χειρονομία. Η αντίφαση, που θα συναντήσουμε στη συνέχεια στον εξπρεσιονισμό, δηλαδή η σύγκρουση ανάμεσα σε μια γενική ιδέα που πρέπει να διέπει έναν πίνακα και την ειδική εικόνα μιας τέτοιας κραυγής, είναι παρούσα στο έργο του. Σε αυτό το πλαίσιο όλα υποστασιοποιούνται, είτε είναι χρώμα είτε γραμμή.

Η ήσυχη ανευλάβεια του Μουνκ

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Το μοντέρνο χρειάζεται το ρετρό του. Γέρικο και πολυτραυματισμένο πια, έχει  τη ζωτική ανάγκη  να  ξαναβρεί το χαμένο του σφρίγος μέσα από την ανάκληση σημαντικών καλλιτεχνών. Σα να ξαναχειραφετείται, κερδίζοντας  εκ νέου μια μικρή ιστορική ακεραιότητα. Η ρομαντική ανάκληση ενός τετελεσμένου γεγονότος αναδιατυπώνει όλα τα ερμηνευτικά ελλείμματα και τα αποτιμητικά πλεονάσματα. Ένας ζωγράφος του ειδικού εύρους και της εκφραστικής έντασης του Μουνκ είναι  γεγονός με κλειστά τα νοηματικά του όρια, αφού έχει υπερερμηνευτεί. Προεξπρεσιονιστής, παροξυσμικός, κατατονικός, όλα τα προσδιοριστικά κάποιου γενικού πάθους. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται κατά το μεγαλύτερό της μέρος η  ιστοριογραφία. Φυσικά, ο Μουνκ μπορεί να υπερβάΛλει εκφραστικά, γιατί έζησε στην ευρυχωρία της πρώιμης νεωτερικότητας. Η Ιστοριογραφία, επίσης, μπορεί να υπερβάλλει, γιατί ειδικά μετά το μοντέρνο και τους κρυπτικούς κώδικές του κάθε αφήγηση είναι ευπρόσδεκτη, κάθε ένταση είναι ανεκτή.

30/10/10

Με τη ματιά των ζωγράφων και του Εμμανουήλ Ροΐδη

Εικόνες της Αθήνας
Αφιέρωμα

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Ξεφυλλίζω παλιούς καταλόγους εκθέσεων για την Αθήνα. Με τις εικόνες που έγραψαν άλλοι γι’ αυτήν, από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα τού νεοελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας. Αφήνοντας τις δικές μου εικόνες κατά μέρος.
Αντικρίζω ένα πρόσωπο της πόλης, εν τοις πολλοίς, εξωραϊσμένο, που, παραδόξως, αντέχει στη διάρκεια των αιώνων και στις αλλαγές των καιρών και των τεχνοτροπιών.
Διατρέχω τα ηθογραφικά έργα του κατ’ εξοχήν εκπροσώπου τής σχολής του Μονάχου Νικηφόρου Λύτρα, που σφράγισε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα με τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό του, και εκείνα του καθιερωμένου ως «ζωγράφου των παιδιών» Γεώργιο Ιακωβίδη. Παρουσιάζουν τη ζωή των κατοίκων της πόλης ως μια «όαση» της κυρίαρχης αστικής τάξης.

Οι πρώτες Δημοτικές εκλογές στην Αθήνα

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Ξεφυλλίζοντας, μέρες που είναι, μια παλιά έκδοση για τους «Δημάρχους των Αθηνών» του 1907, γραμμένη από τον τότε γενικό γραμματέα του Δήμου Γ.Π. Παρασκευόπουλο, και συγκρίνοντας την με την πρόσφατη και ιδιαίτερα επιμελημένη επανέκδοσή της το 2001, από τον πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου, με την επιστημονική ευθύνη και εισαγωγή της συναδέλφου στο Πάντειο, καθηγήτριας Ματούλας Τομαρά-Σιδέρη, στάθηκα ιδιαίτερα στις πρώτες Δημοτικές εκλογές του 1835 και τις ιδιοτυπίες τους.
Ιδιοτυπία πρώτη: ο χρόνος διεξαγωγής τους, από τις 15 μέχρι τις 20 Μαρτίου, με την ευθύνη τριμελούς επιτροπής με επικεφαλής τον εκτελούντα χρέη Δημάρχου Ειρηνοδίκη Αττικής, ενώ το εκλογικό σώμα που ψήφισε αποτελείτο από 800 άτομα, προφανώς γένους μόνο ...ανδρικού.

Ο χαμένος παράδεισος

ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΠΥΛΙΑ

«Αυτό που προσδίδει έναν ελαφρύτερο ορισμό στο μεταπολεμικό τσιμέντο είναι κάτι που δεν φαίνεται ούτε από τον αέρα ούτε από τη θάλασσα: μια υπόγεια ζωή, παρούσα ακόμη στις γειτονιές, όπου η κάθε μία από αυτές διατηρεί ίχνη από την καθημερινότητα του χωριού, που ακολούθησε τα εκατομμύρια εκείνα των ανθρώπων, οι οποίοι άφησαν τις επαρχίες και τις χώρες της ξενιτιάς για να βρεθούν εκεί στο κέντρο της δράσης»
Έντμουντ Κίλι, Εφευρίσκοντας τον Παράδεισο, 1999

Τίποτα πια δεν προσδίδει μια «ελαφρύτερη» όψη «στο μεταπολεμικό τσιμέντο»∙ ούτε ακόμα και αυτή η συγκαταβατική, νεορομαντική ματιά του σύγχρονου κοσμοπολιτισμού, που συνηθίζει να ξεκόβει τον πολιτισμό από τις υλικές του προϋποθέσεις.
Σήμερα, σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης κρίσης, μια σχεδόν μεταφυσική, αόρατη αρχή διαχωρίζει το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο. Ένα λόγος θολός, εμφορούμενος από την ιδιοτέλεια της εγχώριας και της ξένης διαπλοκής, ξεχωρίζει τις αιτίες από τ’ αποτελέσματα, έτσι που, τα προβλήματα της προσωπικής και πολιτικής καθημερινότητας, αδιάκοπα καταγγέλλονται και ασταμάτητα μεγαλώνουν.

Οι Μάγοι της Αθήνας

ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΓΟΥΔΕΛΗ

Γιατί, θέλοντας να γράψω για την πόλη που γεννήθηκα με αφορμή μία ταινία γι' αυτήν, ανακαλώ στη μνήμη μου τον Μάγο της Αθήνας και όχι κάποια από τις νεότερες -ας δεχθούμε: ανώτερες- φιλμικές ηθογραφίες για το άστυ αυτό; Επειδή, λέω στον εαυτό μου, ότι εκείνη η βουβή, ανεκδιήγητη παραγωγή του 1931, (που την υπέγραφε ένας "σαλός" εκ Παρισίων, ο ηθοποιός Αχιλλέας Μαδράς), μια πανηγυριώτικη ανθυπο-Χαλιμά με διασαλευμένο κλίμα, είναι η πιο αντιπροσωπευτική αναφορά στο πνεύμα της Αθήνας, όπως το έζησα από τη δεκαετία του '50 μέχρι σήμερα.
Μετά από τόσες καταιγιστικές επιθέσεις στο τοπίο μπροστά μου μέσα σ' αυτά τα χρόνια, το βλέμμα μου είναι έτοιμο πλέον να τοποθετήσει στη θέση κάθε αντικειμένου ένα παράλογο είδωλο. Καλύτερα: είναι προετοιμασμένο να αποδεχθεί την πιο αφύσικη συνθήκη και εξαλλαγή του τοπίου, εσωτερικού και άλλου, που θα μπορούσε να έχει προκύψει από τη βούληση (κακόγουστων) δυνάμεων, όπως στο φιλμ του Μαδρά.

Γιάννης Βαλαβανίδης- Κρεαταγορά

Αθηναϊκά δρομολόγια

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου, στο βιβλίο του Τα οπωροφόρα της Αθήνας(1), αναζητά στην πόλη τον νοσταλγικό τόπο της χαμένης καταγωγής. Γράφει για την απαξιωμένη αστική χλωρίδα του δημόσιου χώρου, για την περιπλάνηση στην πόλη και τις ανθρώπινες σχέσεις, για την περιπέτεια των νοημάτων, των λέξεων και της γραφής. Ο ήρωας του διηγήματος, το οποίο αποτελεί το κεντρικό μοτίβο του αφηγήματος, το παράδειγμα και την αφορμή για να μοιραστεί ο συγγραφέας με τον αναγνώστη τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις του για την αγωνία της συγγραφής, είναι ένας εκκεντρικός και ιδιόρρυθμος εραστής των ανοικτών δρόμων και των αστικών δρομολογίων. Ένας φιλοπερίεργος αυτόφωτος περιθωριακός, που η ζωική ορμή του βαδίσματος τον φέρνει από τη μια συνοικία στην άλλη, αποκαλύπτοντάς του τις μυστικές και παραγνωρισμένες, για μας τους εποχούμενους «κανονικούς» πολίτες, πτυχές και όψεις μιας άγνωστης πόλης.

Περί γκέτο, παραβατικότητας και άλλων δαιμονίων στο κέντρο της πόλης

ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ ΒΑΪΟΥ

Εδώ και αρκετούς μήνες, εν όψει και των Δημοτικών εκλογών, εμφανίζονται συχνά στον ημερήσιο Τύπο άρθρα και αναφορές, που σταδιακά εμπεδώνουν μια εικόνα του κέντρου της Αθήνας περίπου ως γκέτο, που εγκαταλείπεται από τους «κανονικούς» κατοίκους και παραδίνεται σταδιακά σε μια αυξανόμενη βία και παραβατικότητα(1). Ναρκωτικά, πορνεία, παράνομο εμπόριο, άστεγοι, μετανάστες και πρόσφυγες χωρίς χαρτιά τοποθετούνται πάντα εν σειρά, διαμορφώνοντας άρρητα ένα πεδίο διασυνδέσεων και αλληλοσυσχετίσεων, που προϊδεάζουν για τις κατευθύνσεις των αναζητούμενων παρεμβάσεων, αν δεν τις έχουν προσδιορίσει ήδη.

Το μεγάλο πρόβλημα της Αθήνας είναι το πολύ πράσινο…

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Δεν χρειάζεται καν να διαβάσει κανείς τις διακηρύξεις παρατάξεων και μεμονωμένων προσώπων που διεκδικούν ψήφο στις δημοτικές εκλογές: Όλοι και όλες αρχίζουν με τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει πράσινο στην Αθήνα και όλοι δηλώνουν ότι θα κάνουν το παν για πιο πολύ πράσινο. Η διαπίστωση, όμως, ότι της Αθήνας της λείπει το πράσινο είναι λάθος. Όσοι και όσες δεν πιστεύετε ότι η διαπίστωση αυτή είναι λάθος, θα πρέπει να είστε πιο προσεκτικοί όταν περπατάτε στην Αθήνα. Σε δύο-τρεις μέρες θα αλλάξετε άποψη. Και εξηγούμαι.
Το πράσινο της Αθήνας το βλέπει κανείς παντού: Ξετρυπώνει από τις σχάρες της αποχέτευσης των όμβριων υδάτων. Δεν υπάρχει υδρορροή στην οποία να μην έχει πρασινίσει η περιοχή γύρω από την κατάληξή της στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν όλες οι γωνίες των πεζοδρομίων μάς παρέχουν μία πλούσια βλάστηση, γιατί εκεί μαζεύονται όλα τα νερά που τρέχουν από τα μαγαζιά, τις βροχές, τους σπασμένους σωλήνες νερού. Τα νερά αυτά, ενώ καταφέρνουν να ρέουν παράλληλα στα πεζοδρόμια, μόλις είναι έτοιμα να πάρουν τη στροφή τα χάνουν, γιατί κάτι τα κρατάει.

Οι εργάτες και οι εκλογές

ΤΗΣ ΖΙΖΗΣ ΣΑΛΙΜΠΑ

Ποία η άμεσος συνέπεια της πενιχράς αναλογίας του ημερομισθίου προς έκαστον εργάτην, απέναντι της υπερανθρώπου εργασίας, την οποίαν καταβάλλει, ποία;
-Πλην του ότι τρέφεται ανεπαρκώς να είνε καταχρεωμένος.
-Να παραβλέπη ενίοτε, όταν η κόρη αυτού εκπορνεύεται.
-Να το ρίχνη στο μεθύσι υπό την πρόφασιν δήθεν να λησμονήση τα βάσανα και την αγωνία της ζωής.
-Να εκμεταλλεύεται κατά τρόπον αδικαιολογήτου σκληρότητος τα μικρά αυτού τέκνα, αποστέλλων αυτά από νεαρωτάτης ηλικίας εις την επίμοχθον εργασίαν.
-Να μην έχη ουδέ το ελάχιστον απόθεμα δια την πρώτην αντίξοον περίστασιν του βίου, όσω και αν είνε εκ φύσεως οικονόμος και προνοητικός.
Δυνατόν εν τούτοις οι εργάται να μην είνε μέθυσοι, αλλ’ όλοι των είνε καταχρεωμένοι, όλοι των ενδιαιτώνται κάκιστα υπό τους πλέον ανθυγιεινούς όρους και πεθαίνουν στην ψάθα, γυμνοί, ξετραχηλισμένοι.
Το ηξεύρετε και το ηξεύρομεν, πόσους αρνούνται να δεχθούν τα νοσοκομεία μας και πόσοι απέθανον μέσα εις τα καροτσίνια εν υπαίθρω φερόμενοι εδώ και εκεί πανταχόθεν αποδιωκόμενοι.
……………………………….
Τους εργάτας τους ενθυμούνται μόνον εν ημέραις εκλογών. Τότε τσακίζονται οι βουλευταί, τότε οι δήμαρχοι, τότε οι πάρεδροι, τότε οι σύμβουλοι. Τα εργοστάσια μεταβάλλονται εις καπηλεία ψηφοθηρίας και οι εργάται κατόπιν άγονται προς τας κάλπας ως αγέλαι πτηνών κατά βούλησιν του δεσπότου. Αν δύνανται ας πράξουν άλλως!