Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χορός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/8/22

Το σώμα και ο λόγος ως πεδίο μάχης

(Μια παράσταση)

Από την παράσταση Mourn, Baby, Moun της Κατερίνας Ανδρέου στο Φεστιβάλ Αθηνών. Φωτ.: Κική Παπαδοπούλου

Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Λευκοί και κίτρινοι φωτεινοί ράβδοι, στοιχισμένοι αραιά, μία στοίβα από τσιμεντόλιθους πίσω και μεγάλα μαύρα ηχεία κοντά στην πλατεία οριοθετούν ένα τέλειο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Μία σκηνή εγκιβωτισμένη μέσα σε εκείνη του χώρου Ε της Πειραιώς 260. Η Κατερίνα Ανδρέου με κοντομάνικο μπλουζάκι, σορτς με φοίνικες και αθλητικά παπούτσια διασχίζει μπροστά μας αυτά τα όρια που χωρίζουν τη σκηνή με την πλατεία, σηματοδοτώντας την αρχή της παράστασης.
Για κάποια ώρα, η χορεύτρια μεταφέρει τα τσιμεντένια τούβλα και τα τοποθετεί το ένα πάνω στο άλλο προσεκτικά, υψώνοντας σταδιακά έναν τοίχο. Το βάρος τους «επιβάλλει» στην περφόρμερ μία ορισμένη σωματικότητα. Η δύναμη που απαιτείται για αυτή την πράξη δεν αποκρύβεται, ούτε όμως και τονίζεται, έτσι ώστε να ενεργοποιεί μία εμφάνιση που αναφέρεται σε κάτι άλλο. Δεν λειτουργεί δηλαδή συμβολικά ή αναπαραστατικά φέροντας στη σκηνή μύθους συγκεκριμένους ή νοήματα, αναγνωρίσεις ορισμένες ή κοινά αποδεκτές από όλους αναφορές.
Με τον ιδιαίτερο τρόπο που χαρακτηρίζει όλα τα έργα της, οι σωματικές πράξεις και χειρονομίες της Ανδρέου, δεν συμβολίζουν ούτε περιορίζονται σε συγκεκριμένες ερμηνείες Αντιθέτως συμβαίνουν, στο συγκεκριμένο παρόν της παράστασης, κατορθώνοντας ταυτόχρονα να διασχίζουν πιθανές σημασίες και νοήματα, εφόσον συναντιούνται ή «συγκρούονται» με την επίκαιρη πραγματικότητα εντός της οποίας το εκάστοτε έργο δημιουργείται.
Αντίστοιχα λειτουργεί και η οριζόντια τούβλινη κατασκευή της. Ένας τοίχος μπορεί να φέρει μαζί του αρκετούς –προφανείς– συνειρμούς. Από τους τοίχους που οφείλουμε να ρίξουμε και εκείνους στους οποίους τρέχουμε πάνω με φόρα, μέχρι τους εξωτερικούς των κτηρίων που γίνονται εφήμερες επιφάνειες γραφής για γκράφιτι και «ταγκαρίσματα» και τους πιο πρόσφατους των κοινωνικών δικτύων που λειτουργούν ως «χώροι» διαβούλευσης μίας επίδοξης «ψηφιακής δημοκρατίας».

10/7/22

«Εναλλακτικές» σκηνοθεσίες, ματιές του πραγματικού

Burt Turrido Kadence Neill, Bence Mezei & Gabel Eiben φωτ.Jessika Schäfer


Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Ένας τηλεοπτικός αστέρας είναι σήμερα πρωθυπουργός μιας χώρας. Στιγμιότυπα από ψηφιακά βιντεοπαιχνίδια παρουσιάζονται ως αποδείξεις αεροπορικών επιδρομών, ολογράμματα θυμάτων δολοφονίας κάνουν «εμφανίσεις» σε τηλεοπτικές εκπομπές. Σκηνοθετημένες «οικογενειακές ιστορίες» εναλλάσσονται με «θεάματα πραγματικότητας» (reality shows), ανάλογης δραματικότητας, προς κατανάλωση και τέρψη των τηλεθεατών. Διαδηλωτές διαμαρτύρονται ενάντια στην οικολογική καταστροφή κρατώντας ένα πανό στο οποίο αναγράφεται η φράση «look up», ένα σύνθημα δανεισμένο από μια κινηματογραφική ταινία.
Πώς μπορεί άραγε η τέχνη να απαντά σε αυτές τις αλλεπάλληλες επικαλύψεις; Σε μια στιγμή που η «μικρή οθόνη» μοιάζει ολοένα να εκτείνεται και να διαστέλλεται, καθιστώντας τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και τη μυθοπλασία, την παράσταση και την αναπαράσταση, θαμπά και πορώδη;
Ένας τρόπος φαίνεται να είναι, όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, η αποκάλυψη των μηχανισμών της αναπαράστασης, η ανάδειξη της «τεχνητότητας» (artificiality) που ενυπάρχει εγγενώς στο καλλιτεχνικό έργο. Αυτή την οδό επέλεξαν δύο –τουλάχιστον– από τις διεθνείς παραγωγές που παρουσιάστηκαν στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, μία από τη Βόρεια και μία από τη Λατινική Αμερική. Αναμετρήθηκε η κάθε μία με τα δικά της φαντάσματα, καλώντας μας να εξετάσουμε τόσο τις εντυπώσεις –ή άλλοι τις γνώσεις– που έχουμε για εκείνες όσο και την οικεία μας σχέση με το πραγματικό.

Burt Turrido, μια όπερα-περφόρμανς των Nature Theater of Oklahoma. Τρία αρχετυπικά φαντάσματα (με λευκά σεντόνια και δύο τρύπες στα μάτια) σώζουν την τελευταία στιγμή από βέβαιο πνιγμό έναν άντρα που δεν θυμάται το όνομά του. Ένα από αυτά, μια όμορφη μυστηριώδης γυναίκα του ζητά ως αντίτιμο «την καρδιά του», μια υπόσχεση που εκείνος δίνει αλλά αθετεί. Ο άντρας ναυαγεί σε ένα έρημο νησί, που κάποτε λεγόταν Greenland, γίνεται σκλάβος μιας δεσποτικής «βασίλισσας» και ενός «βασιλιά» που τον βαφτίζουν Burt Turrido.

29/5/22

Χορού ιστόρηση


Της Ανθούλας Δανιήλ*

ΈΡΣΗ ΣΕΪΡΛΗ, Γκρίζος Κύκνος, εκδόσεις Σμίλη, σελ. 200

«Χόρεψα τον Κύκνο σε όλες του τις εκδοχές. Την πάναγνη και τη σατανική. Τον είδα να πεθαίνει με τον τρόπο της Πλισέτσκαγια και με τον τρόπο της Πίνα Μπάους»

Με αυτά τα λόγια η Έρση Σεϊρλή κλείνει την αφήγησή της για την πορεία της στον χορό, στο βιβλίο της με τον τίτλο Γκρίζος Κύκνος. Είναι χορεύτρια, αλλά όχι μόνο. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ιστορία Τέχνης στη Σορβόννη. Ακολούθησε χορευτική και χορογραφική καριέρα και ο Γκρίζος Κύκνος είναι το όγδοο βιβλίο της. Όμως εδώ, σ’ αυτό το βιβλίο, εκείνο που πρωταγωνιστεί είναι ο χορός, τον οποίο η προικισμένη κοπέλα δεν φαίνεται να έβαλε ποτέ πρώτο στις επιλογές της, και ας την θαύμασαν, μες στην κούνια, βρέφος ακόμα, «πω, πω τι πόδια!» που τα χτυπούσε με «μαεστρία»...
Ο τίτλος μοιάζει υπονομευτικός, διότι ο Κύκνος είναι Γκρίζος∙ ούτε άσπρος ούτε μαύρος, κάτι ανάμεσα, όπου σ’ αυτό το ανάμεσα ισορρόπησε τα επιστημονικά, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά της ενδιαφέροντα. Όπως μας λέει, προκαταβολικά, εκτιμά τον χορό περισσότερο από τη συγγραφή γιατί ο χορός -το σώμα- δεν ψεύδεται. Και αποδεικνύει την αλήθεια του, όταν έρχεται το γήρας και όλα «μαραίνονται και πεθαίνουν», «ασχημαίνει το δέρμα», «φθίνει ο σκελετός», «σε ταλαιπωρούν οι αρρώστιες», «παλιώνουν τα σπίτια»… Και είναι τόσα ακόμα που φέρνουν θλίψη.
Ένα ατύχημα θα την καθηλώνει στον υπολογιστή κι έτσι θα αρχίζει να γράφει την προσωπική της ιστορία εστιάζοντας στον χορό. Με συγκεκριμένη ορολογία, μεγάλη ευαισθησία, με τη «δύναμη του πεπρωμένου» (φράση που παραπέμπει κατευθείαν στην όπερα του Βέρντι) να δείχνει πως όσο και αν ο χορός δεν πρώτος στις επιθυμίες της, ο χορός επέπρωτο να δείξει την ικανότητα που είχαν τα πόδια της.
Το οικογενειακό περιβάλλον, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι δάσκαλοι και άλλοι αγαπημένοι που τους αφιερώνει το βιβλίο θα παίξουν τον ρόλο τους.
Η πρώτη χορογραφία της προκύπτει όταν ξηλώνει αντιαισθητικές αφίσες και κάποιοι την κυνηγούν. Εκείνη τρέχει σαν την Αταλάντη, να ξεφύγει, αλλά της πέφτουν τα πορτοκάλια που κρατάει κι έτσι πηδάει ανάμεσά τους χορεύοντας. Την χειροκρότησαν ακόμα και οι διώκτες της.

22/5/22

Spring Forward Festival

Κατερίνα Μπότσαρη, Tiny Subjects (λεπτομέρεια), 2022, εξηλασμένη πολυστερίνη, ακρυλικό, ντουκόχρωμα, υαλόνημα

Μια σφυγμομέτρηση του «νέου» στον ευρωπαϊκό χορό

Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Τη δεκαετία του 1990όταν ξεκίνησε το Aerowaves, ο «σύγχρονος χορός» βρισκόταν σε μία συνθήκη πολύ διαφορετική από αυτή που είναι σήμερα. Ο «ευρωπαϊκός χορός», όρος που από τα τέλη του 20ού αι. ονομάζει μία ευρεία ομάδα πληθυντικών και πολυτροπικών πειραματικών πρακτικών, έψαχνε ακόμη τα βήματα και τα όριά του. Αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι στην Ελλάδα, οι κρατικές επιχορηγήσεις που αφορούσαν αμιγώς το χορό θεσμοθετήθηκαν μόλις το (1995), όταν ξεκίνησε και το διεθνές φεστιβάλ χορού Καλαμάτας. Έκτοτε, οι παραστάσεις χορού δεν περιορίζονται μόνο στη διερεύνηση της κίνησης αλλά ανοίγουν και σε αλλότρια πεδία, σε συνομιλία με τις άλλες καλλιτεχνικές πρακτικές και ιδιαίτερα τα σύγχρονά τους εικαστικά. Η πύκνωση των πειραματικών πρακτικών αθροιστικά τα επόμενα χρόνια εξοικείωσε το κοινό (τουλάχιστον ένα σημαντικό κομμάτι του) με έργα που έχουν, μεταξύ άλλων, τη μορφή μίας διάλεξης ή μίας συναυλίας. Αν σήμερα λοιπόν η απάντηση στην ερώτηση «μα είναι αυτό χορός;» είναι καταφατική και για έργα χορού στα οποία οι περφόρμερ δεν στροβιλίζονται ούτε πετούν ή εκτείνουν τα μέλη τους στον αέρα τότε ακόμη, αποτελούσε αντικείμενο μίας ευρύτερης δημόσιας διαβούλευσης που ενέπλεκε και την κριτική.
Η κίνηση λοιπόν του John Ashford να προσκαλέσει τον Οκτώβριο του 1996 «μία μικρή ομάδα επαγγελματιών του χορού», διεκδικώντας έναν θεσμικό χώρο που να εκπροσωπεί κυρίως τέτοιου είδους έργα ήταν αποφασιστικής σημασίας. Η επιμονή τους να τηρούν την φθινοπωρινή ετήσιά συνάντηση «αναζητώντας τους ανερχόμενους χορογράφους της Ευρώπης», απέδωσε ένα ευρύ δίκτυο με εταίρους (partners) σε 33 χώρες, μία εκ των οποίων και η Ελλάδα. Κάθε χρόνο, τέλη Οκτώβρη, συναντιούνται σε μία διαφορετική ευρωπαϊκή πόλη για να επιλέξουν τις παραστάσεις που θα παρουσιάσουν στο Spring Forward festival, το εαρινό φεστιβάλ του Aerowaves, που ξεκίνησε το 2011. Το φετινό έγινε στην Ελευσίνα, στα πλαίσια του θεσμού της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Τα έργα που είδαμε εκεί ήταν όσα ξεχώρισαν ανάμεσα σε περίπου 600 αιτήσεις.Hαύξηση των παραστάσεων που αιτούνται εκπροσώπηση μοιάζει να είναι ενδεικτική της διαδρομής που έχει διανύσει ο «σύγχρονος χορός» τα 25 αυτά χρόνια, νούμερο που συμπίπτει με τα «γενέθλια» του Aerowaves.Μίας διαδρομής που εκδιπλώνεται, διαχέεται και διευρύνεται καθώς αντλεί από ό,τι συναντά στον δρόμο της ενώ αφουγκράζεται και αντηχεί τον κόσμο γύρω της.

24/10/21

Στον απόηχο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου

Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Μετά από δύο σχεδόν χρόνια απουσίας από τις κλειστές θεατρικές αίθουσες, η έναρξη της φετινής χρονιάς μοιάζει ιδιαίτερα πυκνή. Κύρια αιτία, η μετακίνηση των διεθνών παραγωγών που φιλοξένησε το φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260, από το καλοκαίρι στο φετινό φθινόπωρο, παράλληλα με την εκκίνηση της εγχώριας σκηνής∙ εκκίνηση που περιμέναμε με ανυπομονησία. Καθώς η αντήχηση των παραστάσεων καταλαγιάζει, θα καταθέσω εδώ έναν σύντομο απολογισμό.
Η «όπερα-περφόρμανς» Sun and Sea, με την οποία ξεκίνησε η φθινοπωρινή σεζόν, μετέτρεψε την αίθουσα Δ σε μια παραλία. Κάτω από το φως ενός ήλιου τεχνητού, «συνηθισμένοι άνθρωποι», που όμως τραγουδάνε, κάνουν «συνηθισμένα πράγματα», όπως ηλιοθεραπεία, παίζουν ρακέτες, παίρνουν το γεύμα τους, σε μια ακρογιαλιά, όπου η θάλασσα υπονοείται. Η μουσική είναι εξαιρετική, τα κείμενα που αποκαλύπτουν σκέψεις, ιστορίες, καθημερινά συναισθήματα, ενδείξεις μιας τεχνολογίας που εξαντλεί τον πλανήτη, είναι εξίσου καταπληκτικά. Η εγκατάσταση, που ως η επίσημη συμμετοχή της Λιθουανίας κέρδισε το πρώτο βραβείο στη μπιενάλε της Βενετίας το 2019, δημιουργεί μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, την οποία παρακολουθούμε από ψηλά, καθισμένοι λόγω περιορισμών «για την εξάπλωση της πανδημίας». Μια εμφατικά τεχνητή καλοκαιρινή «καθημερινότητα», από την οποία δεν λείπουν κι εκείνοι οι ενοχλητικοί συγκάτοικοι που επιβάλλουν την παρουσία τους διεισδύοντας επεκτατικά στον χώρο των άλλων.
Eins Zwei Drei. Η σκηνή μετατρέπεται σε ένα φανταστικό μουσείο. Τρεις πληθωρικοί κλόουν διακριτά διαφορετικοί. Τρεις χαρακτήρες αρχετυπικοί. «Ο φαντασμένος ξερόλας ασπρομούρης» διευθυντής μουσείου, ο «καλόκαρδος, αφελής Αύγουστος» που κάνει όλη την «βρώμικη δουλειά»… για να λειτουργήσει το μουσείο, και ο ψιλόλιγνος καλλιτέχνης/λάστιχο, η εξοικείωση του οποίου με τα σωματικά του υγρά λειτουργούν, θα μπορούσε να πει κανείς, ως μπρεχτική χειρονομία αποστασιοποιήσης, εμφανίζοντας ωστόσο λιγότερο ξεκάθαρα κοινωνικά σημαίνοντα.

11/7/21

Για το Mir festival

Νίκος Παναγιωτόπουλος & Πηνελόπη Πετσίνη, “Gedenkstätte Berliner Mauer, Bernauerstrasse

Της Παρασκευής Τεκτονίδου*

Το διεθνές φεστιβάλ περφόρμανς, Mir, μοιάζει με ένα μικρό παράλληλο σύμπαν που, όπως ο διαστημικός σοβιετικός σταθμός από τον οποίο δανείζεται το όνομα του, εισέρχεται για λίγο στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα της Αθήνας. Mir σημαίνει στα ρωσικά «κόσμος» και «ειρήνη», που αντιστοιχεί στη συνύπαρξη διεθνών καλλιτεχνών, πολλαπλών μορφών τέχνης και διαφορετικών τρόπων συνάντησης των θεατών μαζί τους. Μικροί αυτόνομοι κόσμοι φέρουν μέσα τους θραύσματα του πραγματικού. Τα διαφορετικά μεταξύ τους έργα καταφέρνουν να με μετεωρίσουν στον ιδιαίτερο τους ορισμένο χωροχρόνο, ακριβώς επειδή διακρίνονται εμφατικά από τον συνηθισμένο, ενώ διατηρούν συνεχώς δεσμούς μαζί του.
Η παράσταση των Ιταλών Zapruder άνοιξε το φεστιβάλ σε ένα κινηματογραφικό σκηνικό: ένα πλάτωμα δίπλα στην πλαγιά ενός λόφου από όπου περνά αραιά και που ένα τρένο. Ξανθό, χαμηλό χορτάρι, λευκές, πλαστικές καρέκλες, ένας στενός ασφάλτινος δρόμος, δύο σιδερένιες κατασκευές και μία αιολική μηχανή που κινείται αργά, συγχρονισμένη –τυχαία;– με μια μουσική η οποία θυμίζει Nino Rota. Τους φελινικούς ήχους θα αντικαταστήσει μία σύνθεση από τους πλέον παρεμβατικούς ήχους της πόλης, εκείνους της μοτοσυκλέτας. Οχτώ μηχανές moto cross κινούνται εντός και εκτός δρόμου, παράγοντας ταυτόχρονα μία χορογραφία και ένα έργο noise που μας περικυκλώνει. Ο ήχος, ο οποίος μας αιφνιδιάζει αρνητικά όταν διαρρηγνύει το αστικό ηχοτοπίο, γίνεται τώρα αντικείμενο ακρόασης. Η ένταση αλλάζει τον τρόπο που ενεργοποιείται η προσοχή μας. Εφόσον αποδεχόμαστε τη σύμβαση της εμβύθισης στο εδώ και τώρα, ο ήχος εκτοπίζει την ενόχληση μετατρέποντας τη δυσφορία σε παρουσία. Καθώς οι μοτοσυκλετιστές κινούνται μέσα στο σύννεφο της σκόνης ή στέκονται στη γέφυρα απέναντί μας, τυχαίες σκέψεις για ταξίδια, σύμβολα ελευθερίας και «μοναχικούς καβαλάρηδες» αιωρούνται για λίγο μόνο, πριν απορροφηθούν από την οργανωμένη φασαρία.

28/6/20

Οι σύγχρονοί μας, «μαύροι» άγριοι

ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Το 18ο αιώνα το γαλλικό κοινό γοητεύεται από ταξιδιωτικά κείμενα που περιγράφουν γλαφυρά τη Νέα Γαλλία, τις αποικίες δηλαδή στη Βόρεια Αμερική που, αποφεύγοντας να σημειώσουν τις σχέσεις εκμετάλλευσης, αιχμαλωσίας και υποδούλωσης, περιγράφουν ειδυλλιακές αγνές κοινωνίες, κατοικημένες από ευγενείς αγρίους. Πρόκειται για ουτοπίες του Νέου Κόσμου, στη βάση της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας ως αναφαίρετο δικαίωμα, για εξιδανικευμένες εικόνες, όπου ταυτόχρονα με μία συγκατάβαση προβάλλονται οι επιθυμίες και τα ιδεολογήματα των διεκδικήσεων του Διαφωτισμού.
Το 1725 μία αντιπροσωπεία ιθαγενών ινδιάνων αποτελούμενη από αρχηγούς φυλών ταξιδεύει στο Παρίσι για να δηλώσει την υποστήριξή της στο στέμμα. Πρόθεσή της ήταν να πείσει τη γαλλική κυβέρνηση να προστατέψει τους ιθαγενείς από τις επιθέσεις άλλων φυλών. Στα πλαίσια αυτής της ανταλλαγής παρουσιάζουν στο Ιταλικό θέατρο μία σειρά χορών. Όπως αναφέρεται στον Τύπο της εποχής, η παρουσίαση χαιρετίστηκε περισσότερο ως καινοτομία, και λιγότερο ως μια συνάντηση ανάμεσα σε δύο καθόλα ισότιμους πολιτισμούς. Ο συνθέτης Jean Philippe Rameau εμπνέεται και συνθέτει το έργο Les Sauvages (1728), το οποίο γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλές.
Το 1735 ο Rameau συνθέτει την όπερα-μπαλέτο Οι ευγενείς Ινδοί (Les Indes Galantes). Σε τρεις πράξεις παρουσιάζονται ισάριθμες ιστορίες αγάπης, τοποθετημένες στην Τουρκία, το Περού και την Περσία. Ο όρος Ινδοί αφορά όλους τους μη Ευρωπαίους ιθαγενείς. Αργότερα, προσθέτει μία τέταρτη σκηνή, τοποθετημένη στη βόρεια Αμερική, όπου ενσωματώνει τη μελωδία των Αγρίων στο χορό που ονομάζεται Η μεγάλη πίπα της Ειρήνης, ένας τίτλος που σηματοδοτεί μια πράξη συμφιλίωσης. Οι Ευγενείς Ινδοί παρουσιάζουν μια αισιόδοξη και φωτεινή εκδοχή του σύγχρονού τους αποικισμού. Το έργο παρουσιάζεται εξήντα φορές σε μόλις δύο χρόνια. Στη σκηνή του Rameau την εμφάνιση των ιθαγενών ινδιάνων σηματοδοτούν στερεοτυπικά φτερά στο κεφάλι, μακριά μαλλιά, μάσκες, βέλη, φτερωτές στολές, δέρματα ζώων κ.α. Την σκηνοθετική αυτή σημειολογία συναντάμε ακόμη σε σύγχρονες παραστάσεις.

6/10/19

Τρεις καλλιτεχνικές δράσεις στη Θεσσαλονίκη

Περί κοινών χώρων και Άλλων διασχίσεων

Στιγμιότυπο από την παράσταση Step in



ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Όταν μιλά κανείς για το δημόσιο χώρο, τις περιφράξεις και τις πιθανές διασχίσεις του, θέτει αυτομάτως ζητήματα που αφορούν πολύ περισσότερα από τον απτό, γεωγραφικό χώρο. Η άμεση εμπειρία της υλικής υπόστασης κάθε χώρου, άλλωστε, πραγματώνεται μέσα από τους τρόπους που τον κατανοούμε, τον νοηματοδοτούμε και τον βιώνουμε, κάθε φορά που τον διασχίζουμε και τον κατοικούμε, που μέσα του συναντιόμαστε, συγκρουόμαστε, ερωτευόμαστε ή μελαγχολούμε. Έτσι, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για χώρους και όχι για χώρο, που γίνονται τόποι αλληλεπιδράσεων, παραμένοντας συνεχώς υπό κατασκευή, μη ολοκληρωμένοι, ανοιχτοί.
Οι τρεις καλλιτεχνικές δράσεις που παρουσιάστηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 2019 στους εξωτερικούς χώρους του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης κάτω από τον γενικότερο τίτλο Περιφράξεις-διασχίσεις στα πλαίσια μίας ευρύτερης συζήτησης  «για το θέμα του δημόσιου χώρου», κινήθηκαν μέσα σε αυτή ακριβώς τη λογική. Η τέχνη άλλωστε έχει την ικανότητα να δίνει ορατότητα στις διαφορετικές εκφάνσεις των χώρων και των χρόνων που μας περιέχουν και μας περιτριγυρίζουν, δημιουργώντας τις συνθήκες μίας νέας εμπειρίας.

21/7/19

Χορός στο Ηρώδειο


ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Ροές της θάλασσας και σεις των άστρων μακρινές επιρροές παρασταθείτε μου
 (Οδυσσέας Ελύτης)

Η αθάνατη μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, οι Έξι σουίτες για τσέλο, ήχησαν μαγικά στην ορχήστρα του Ηρωδείου, στις 2 Ιουλίου 2019. Η θεϊκή σύνθεση του Κάντορα έδωσε φτερά στους χορευτές της διάσημης χορογράφου, Αν Τερέζα ντε Κεερσμάκερ (Anne Teresa De Keersmaeker).
Η παράσταση ευτύχησε να συζεύξει τη στοχαστική μουσική του μεγάλου Κάντορα και τη γεμάτη νεανική κίνηση χορογραφία. Ωστόσο, χρειαζόταν μεγάλη αφαίρεση από τα γνωστά και οικεία, για να αποδεχτεί κανείς πως ό,τι το κλασικότερο στο είδος της μουσικής συνδυάστηκε με το ό,τι πιο μοντέρνο στον χορό. Στην περίπτωση που ο θεατής είχε κάτι πιο «κανονικό» στο νου του απατήθηκε.
Για τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ -Johann Sebastian Bach (1685-1750), το κυρίαρχο όνομα στην βραδιά, ίσως θα ήταν αρκετό να πούμε μόνο ότι η μουσική του στήνει τη γέφυρα της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Αν ο Μιχαήλ Άγγελος χρειάστηκε τον δείκτη του χεριού του Αδάμ και του δημιουργού του, στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα, ο Μπαχ, που έχει το χάρισμα από την ελάχιστη μουσική ιδέα να χτίζει ένα σύμπαν, χρειάστηκε, απλώς, τις νότες και το θεϊκό δοξάρι του. Ο χορός, περιβεβλημένος το ένδυμα της θεϊκής μουσικής του, ανταποκρίθηκε με την υπαινικτικότητα της χορευτικής κίνησης, εξασφαλίζοντας στο ακέραιο τη συναισθηματική συμμετοχή του επαρκούς θεατή-ακροατή. Δίκιο είχε ο Γιώργος Σεφέρης που κατέτασσε τα έργα του Μπαχ σ’ αυτά που θα επιζούσαν ακόμα και σε μια ολοσχερή κοσμική καταστροφή.

30/12/18

Από τότε που εκείνη, εκείνοι, εμείς

Το Neues Stück I- Seit Sie του Δημήτρη Παπαϊωάννου



ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Στοιβαγμένα μαύρα στρώματα είναι τοποθετημένα σε μία σκουρόχρωμη σκηνή. Μπροστά τους, πριν ακόμη σβήσουν τα φώτα, οι δεκαεφτά χορευτές και χορεύτριες του χοροθεάτρου του Βούπερταλ, κατασκευάζουν και διασχίζουν μία γέφυρα από καρέκλες. Όπως όλες οι παραστάσεις του Δημήτρη Παπαϊωάννου έτσι και το Neues Stück I- Seit Sie ξετυλίγεται καθώς τα ζωντανά σώματα των χορευτών συνυφαίνουν μία χορογραφία μαζί με τα άψυχα υλικά. Καρέκλες, υφάσματα, χαρτί, τραπέζια, κατσαρόλες, φρούτα, ποτήρια, κουδούνια, φυτά, κύλινδροι, μάσκες, είναι μερικές από τις πρώτες ύλες της παράστασης.
Ο εικαστικός Παπαϊωάννου, δίνει ορατότητα στην πλαστικότητα των υλικών, μοιάζει μάλιστα να ξεκινά από αυτά. Ταυτόχρονα, ο χορευτής Παπαϊωάννου, ομολογεί και εμφανίζει την εμπλοκή τους με το ανθρώπινο σώμα.
Τα υλικά στις παραστάσεις του Παπαϊωάννου είναι πάντα εμφατικά τρισδιάστατα. Παρόλο που βρίσκονται πάνω στη σκηνή, μακριά από τον θεατή, μοιάζουν απτά, δίνοντας την αίσθηση ότι μπορεί κανείς να νοιώσει ακόμη και την υφή τους, την ανάσα τους, καθώς τα υλικά «χορεύουν».

2/12/18

Η αισθητική της εμπειρίας

Οι πρώτες μέρες του Mir Festival

Λίνα Θεοδώρου, Blue Dragon Complex, 2005, 21 x 29,7 εκ


ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Λίγες πρακτικές επιχειρούν την εξερεύνηση των τρόπων με τους οποίους συνδεόμαστε με την καθημερινότητα, όσο η τέχνη. Ακόμα περισσότερο, η τέχνη της περφόρμανς, καθώς πραγματοποιείται με ζωντανή παρουσία, σε τρέχοντα χρόνο και ορισμένο τόπο, έχει τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει αυτή την εξερεύνηση επικαλούμενη τις αισθήσεις· κατασκευάζοντας τις συνθήκες μίας εμπειρίας.
Διατηρώντας λοιπόν το προνόμιο να συναντιέται με ένα κοινό, που πρόθυμα βρίσκεται εκεί έτοιμο να βιώσει αυτό που είναι φτιαγμένο για να βιωθεί, η περφόρμανς μπορεί να προκαλέσει εναλλακτικούς τρόπους θέασης, ακόμη και να αρθρώσει διαφορετικές προτάσεις για το πώς σχετιζόμαστε με τους άλλους και το πώς βιώνουμε ενσώματα τον κόσμο. Στην πρακτική της καθημερινότητας, άλλωστε, εμπλεκόμαστε συνεχώς ενσώματα. 
Έτσι, δια μέσω του σώματος, το προσωπικό μπορεί να συναντήσει το κοινωνικό, το φαντασιακό την υλη και οι αισθήσεις την ιστορία. Πράγματι, ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τις αισθήσεις, επιλέγοντας τι κάθε φορά είναι άξιο παρατήρησης και τι ασήμαντο, συνιστά μία πολιτική επιλογή, καθώς οι πολιτικές της αντίληψης μεταβάλλονται συσχετικά με τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες.

15/7/18

Το αυτονόητο του χορού

Φωτογραφία της Χαράς Σκλίκα



ΤΗΣ ΠΩΛΙΝΑΣ ΚΡΕΜΑΣΤΑ

Ο χορός είναι μια γλώσσα ζωντανή, με λόγο, πρόθεση και μνήμη. Ο χορός είναι μια γλώσσα που ζωντανεύει κάθε φορά που παίρνει το πρώτο βήμα μόνο και μόνο για να εξαφανιστεί την επόμενη στιγμή. Είναι η στιγμή του παρόντος σε διαστολή. Δεν επαναλαμβάνεται. Συμβαίνει τώρα κι έπειτα γίνεται κάτι άλλο. Χορός είναι η στιγμή της συνάντησης. Νους και σώμα, μουσική και σιωπή, κίνηση και ακινησία, ρυθμός και χώρος, ανάγκη και επιθυμία, σώμα που κατοικεί και κατοικείται. Αν μπορούσα να διακρίνω δυο βασικά του συστατικά του εκείνα θα ήταν το εφήμερο και η δημιουργία κοινωνιών.   
Η γλώσσα αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Είναι το σύστημα σημείων, συμβόλων, κινήσεων και ήχων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία. Το σύστημα γίνεται ζωντανή γλώσσα όταν βγαίνει από το χαρτί και τη θεωρία και γίνεται μέσο έκφρασης. Ο χορός είναι γλώσσα, «όπως και στη γλώσσα, ο ομιλητής οργανώνει τις απομονωμένες λέξεις σε ομιλία ακολουθώντας τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού, έτσι κατ’ αναλογία, ένας χορευτής οργανώνει κινήσεις και χειρονομίες σε δομημένες ενότητες». Τα βιώματα, οι μνήμες, οι ποιότητες, η χροιά, ο τόνος, το βλέμμα, το σώμα, η πρόθεση, ο λόγος πίσω από τη λέξη ή την κίνηση, μεταμορφώνουν τον κώδικα σε ζωντανή γλώσσα με άπειρες αποχρώσεις. Η ζωντανή γλώσσα «μιλιέται» εξαρτάται από το «πού» και το «με ποιον», μεταμορφώνεται και προσαρμόζεται.

10/6/18

Μια επισκόπηση της χορευτικής σκηνής στην Αθήνα


Ο ΧΟΡΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

Άποψη της έκθεσης, έργα της Anastasia Ax και του Αριστείδη Αντονά 



ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΚΤΟΝΙΔΟΥ

Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα έντονο ενδιαφέρον για μια σωματικότητα στις παραστατικές τέχνες, που ξεκινά από τη σκηνή και παρασύρει την πλατεία. Όχι με όρους ταύτισης, αλλά με όρους ενσυναίσθησης· που αφορά όχι στην επίκληση ενός συναισθήματος ή μία συνθήκης αλλά αντλείται από το ίδιο το σώμα των ερμηνευτών και κατευθύνεται σε αυτό το υλικό σώμα του κοινού στην πλατεία, στην εμπειρία της ίδια της κίνησης, στις κιναισθητικές, ακουστικές, σωματικές και χωρικές του αισθήσεις. Στις παραστάσεις σύγχρονου χορού η σωματική αυτή σύνδεση σκηνής και πλατείας αποτελεί μιαν a priori συνθήκη μεταξύ δημιουργών και θεατών, καθώς κανείς δεν αναζητά πρωτίστως σ’ αυτές την απόλαυση μίας αφήγησης, παρόλο που δεν αποκλείεται να τη συναντήσει.
Οι ευκαιρίες που είχε να δει κανείς χορό τη φετινή χρονιά στην Αθήνα ήταν πολλές και αυτό οφείλεται τόσο στην επαναφορά των επιχορηγήσεων από το Υπουργείο Πολιτισμού, στις παραγωγές της Στέγης αλλά και στα αρκετά ανεξάρτητα Φεστιβάλ. Με αναστοχαστική διάθεση, λίγο μετά την έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου που σηματοδοτεί την καλοκαιρινή καλλιτεχνική χρονιά θα επιχειρήσουμε μία σύντομη αναφορά σε σημαντικές χορευτικές παραστάσεις. Όλες τους φέρουν σε αυτή την παρουσίαση το όνομα του χορογράφου· δεν θα μπορούσαν ωστόσο να υπάρξουν χωρίς όλους αυτούς του εξαιρετικούς χορευτές.

Χοροθέατρο στη σύγχρονη ελληνική εκπαίδευση

Μια νέα επιτελεστική γραφή

Ο ΧΟΡΟΣ ΣΗΜΕΡΑ


Έργο του Κωνσταντίνου Κωτσή 



ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΓΑΛΑΝΗ

Το χοροθέατρο μπορεί να εννοηθεί ως ακολουθία, η οποία αναπλάθει τους διαχρονικούς κώδικες των δύο τεχνών, χορού και θεάτρου, σε μια νέα χορογραφική, επιτελεστική γραφή. Αποτελεί προνομιακό πεδίο αναζητήσεων μέσα στη μεταμοντέρνα συνθήκη. Νέων τρόπων καλλιτεχνικής εµπειρίας που εξασφαλίζουν πρόσβαση στην πρωταρχική σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Νέων σχέσεων της παραστασιακής τέχνης με την πραγματικότητα. Νέα αντίληψη του ιστορικού παρόντος.
Σημείο εκκίνησης, θα θεωρήσομε τη δουλειά της Pina Bausch. Παρουσιάζει παραστάσεις και ορίζει τα αφηγηματικά πλαίσια τα οποία επηρεάζουν ουσιαστικά τον τρόπο μας να διαβάζουμε το τι συμβαίνει. Η Bausch διαδραμάτισε τον πιο σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική διαχείριση της περίπλοκης σχέσης μεταξύ του «εγώ» και του «εμείς». Συνέβαλε στη δημιουργία του χοροθεάτρου.
Κάθε ιστορική περίοδο την σχολιάζει η τέχνη της. Μέσα σε αυτήν την τέχνη καθρεφτίζεται, σχεδόν πάντα, ένα εκπαιδευτικό παρόν. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν, να δει κανείς τι συμβαίνει με αυτήν την μορφή τέχνης του χοροθεάτρου στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα της εκπαίδευσης.
Η κρίση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία έχει θέσει σημαντικά ζητήματα υποχρεώσεων, δικαιωμάτων, ενδιαφέροντος, αλληλεγγύης και δημοκρατίας. Είναι κοινός τόπος η διαπίστωση: ότι αν δεν υπάρξει δημοκρατική παιδεία, δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία: «Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια δημοκρατία τέλεια, ολοκληρωμένη μας πέφτει από τον ουρανό, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να επιζήσει περισσότερο από μερικά χρόνια, αν δεν δημιουργήσει τα άτομα που της αντιστοιχούν και που είναι, πρώτα και πάνω απ' όλα, ικανά να την κάνουν να λειτουργήσει και να την αναπαραγάγουν» Κ. Καστοριάδης 1991[1]