ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Ανάμεσα σε δύο επετείους
ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ
Για πρώτη φορά ως κοινωνία, γιορτάσαμε
τούτον τον Οκτώβρη δύο ιστορικές επετείους. Την όπως κάθε χρόνο έναρξη της
συμμετοχής μας στον μεγάλο αντιφασιστικό πόλεμο – όπως τότε αυτόματα ονομάστηκε
εκείνος ο πόλεμος, που μετά τον καταχωρήσαμε όσο πιο ουδέτερα γίνεται ως Β’
Παγκόσμιο – και την απελευθέρωση της Αθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα. Δύο
επετείους που τις διατρέχει το ίδιο πρωτόγνωρο ξέσπασμα λαϊκής έξαρσης. Μιας
έξαρσης που, όπως παρατηρεί ο ταξίαρχος Μάγερς –μετέπειτα αρχηγός της
βρετανικής αποστολής στο βουνό– «ανάγκασε τον τακτικό στρατό να πολεμήσει», ανατρέποντας
τα σχέδια του επιτελείου (με αυτή τη γνώμη συμφωνεί και η απόρρητη έκθεση του
στρατηγού Καθηνιώτη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ’40 ).
Λαϊκή έξαρση και αγωνιστικό φρόνημα που οδήγησε στην παλλαϊκή
αντίσταση του ΕΑΜ απέναντι στον ενδοτισμό, ακόμη και τον ανοικτό δοσιλογισμό
της αστικής πολιτικής ηγεσίας, όπως και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, με ελάχιστες
φωτεινές προσωπικές εξαιρέσεις. Αυτό που είχε διαγνώσει από τότε όχι ο αστός διπλωμάτης,
αλλά ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο Ημερολόγιό
του:
«Είναι παράξενο και υπέροχο να το συλλογίζεται κανείς. Ο λαός έκανε
μόνος του αυτό που έκανε – μόνος του … Από το ένα μέρος ένα άνθισμα, μια
ανώνυμη ανάσταση, και από το άλλο μέρος ο καρκίνος της Μπρετάνιας [το
ξενοδοχείο της Μ. Βρετανίας, όπου, μακριά από το μέτωπο, είχε εγκατασταθεί όλο
το διάστημα του πολέμου το Γενικό Επιτελείο και η Κυβέρνηση] με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τις απελπιστικές
χειρονομίες …».
Και συμπλήρωνε, επιγραμματικά, κλείνοντας το Χειρόγραφο Σεπ. 1941:
Το μόνο γενικότερο συμπέρασμα
που βγάζω και που με ανησυχεί είναι η καταπληκτική διαφορά του λαού και της
συντεχνίας των αρχόντων του, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Πού θα μας βγάλει
αυτό, δεν το ξέρω».














