Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2016. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29/10/16

Αντίσταση και φασισμός

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ανάμεσα σε δύο επετείους

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

 Για πρώτη φορά ως κοινωνία, γιορτάσαμε τούτον τον Οκτώβρη δύο ιστορικές επετείους. Την όπως κάθε χρόνο έναρξη της συμμετοχής μας στον μεγάλο αντιφασιστικό πόλεμο – όπως τότε αυτόματα ονομάστηκε εκείνος ο πόλεμος, που μετά τον καταχωρήσαμε όσο πιο ουδέτερα γίνεται ως Β’ Παγκόσμιο – και την απελευθέρωση της Αθήνας από τα ναζιστικά στρατεύματα. Δύο επετείους που τις διατρέχει το ίδιο πρωτόγνωρο ξέσπασμα λαϊκής έξαρσης. Μιας έξαρσης που, όπως παρατηρεί ο ταξίαρχος Μάγερς –μετέπειτα αρχηγός της βρετανικής αποστολής στο βουνό– «ανάγκασε τον τακτικό στρατό να πολεμήσει», ανατρέποντας τα σχέδια του επιτελείου (με αυτή τη γνώμη συμφωνεί και η απόρρητη έκθεση του στρατηγού Καθηνιώτη για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του ’40 ).
Λαϊκή έξαρση και αγωνιστικό φρόνημα που οδήγησε στην παλλαϊκή αντίσταση του ΕΑΜ απέναντι στον ενδοτισμό, ακόμη και τον ανοικτό δοσιλογισμό της αστικής πολιτικής ηγεσίας, όπως και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, με ελάχιστες φωτεινές προσωπικές εξαιρέσεις. Αυτό που είχε διαγνώσει από τότε όχι ο αστός διπλωμάτης, αλλά ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο Ημερολόγιό του:
«Είναι παράξενο και υπέροχο να το συλλογίζεται κανείς. Ο λαός έκανε μόνος του αυτό που έκανε – μόνος του … Από το ένα μέρος ένα άνθισμα, μια ανώνυμη ανάσταση, και από το άλλο μέρος ο καρκίνος της Μπρετάνιας [το ξενοδοχείο της Μ. Βρετανίας, όπου, μακριά από το μέτωπο, είχε εγκατασταθεί όλο το διάστημα του πολέμου το Γενικό Επιτελείο και η Κυβέρνηση] με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τις απελπιστικές χειρονομίες …».
Και συμπλήρωνε, επιγραμματικά, κλείνοντας το Χειρόγραφο Σεπ. 1941:
Το μόνο γενικότερο συμπέρασμα που βγάζω και που με ανησυχεί είναι η καταπληκτική διαφορά του λαού και της συντεχνίας των αρχόντων του, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκουν. Πού θα μας βγάλει αυτό, δεν το ξέρω».

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

ΤΟΥ ΛΕΥΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Σπύρος Παπαλουκάς, Σύνθεση με προτομή, 1956, λάδι σε χαρτόνι, 48 x 82 εκ.


Στις 20 Οκτωβρίου 1944, δέκα χιλιάδες εργατοϋπάλληλοι συγκεντρώνονται μπροστά στο Εργατικό Κέντρο της πόλης και στη συνέχεια κατεβαίνουν σε μαχητική διαδήλωση στη Γενική Διοίκηση. Έπειτα από δύο μέρες, στις 22 Οκτωβρίου, συγκροτείται καινούργια μεγαλειώδης διαδήλωση του λαού των συνοικιών. Χιλιάδες λαού με πλακάτ και σημαίες, ξεκινώντας από τους βόρειους συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης, κατευθύνθηκαν προς το κέντρο, στην πλατεία Διοικητηρίου, με συνθήματα: διάλυση των ταγμάτων ασφαλείας και κατάπαυση της τρομοκρατίας. Μέσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού, ο λαός υποδέχεται εκείνη τη στιγμή την είδηση ότι τα τμήματα του ΕΛΑΣ κατέλαβαν το Σέδες και ότι στα χέρια τους περιήλθαν ολόκληρες αποθήκες πυρομαχικών, ρουχισμού και τροφίμων.
Στις 26 Οκτωβρίου, χιλιάδες λαού ξεχύνονται από τις συνοικίες προς το κέντρο της πόλης και γιορτάζουν την επέτειο απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους το 1912. Οι εκδηλώσεις για την επέτειο μετατρέπονται σε τεράστια διαδήλωση υπέρ του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Χιλιάδες πατριώτες κατευθύνονται με τραγούδια προς την πλατεία Αγίας Σοφίας, όπου είναι συγκεντρωμένες άλλες χιλιάδες λαού. Φάλαγγες επονιτών κατακλύζουν το χώρο. Αντιπρόσωποι του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, του ΚΚΕ μιλούν για τη συμβολή εθνικο-απελευθερωτικών οργανώσεων στην απελευθέρωση της χώρας. Στη διαδήλωση και την πορεία που ακολουθεί για το στεφάνωμα των προτομών των Βότση και Καρατάσιου, προχωρούν συντεταγμένοι οι ανάπηροι, οι τραυματίες, η ΕΠΟΝ και ακολουθούν οι φάλαγγες του λαού, τις οποίες προστατεύουν ελασίτες του δευτέρου τάγματος της εφεδρικής Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης, οπλισμένοι με αυτόματα. Οι Γερμανοί αλλάζουν δρόμο και εξαφανίζονται μόλις συναντούν διαδηλωτές.

Ο Νικηφόρος για τον Άρη Βελουχιώτη

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Σπύρος Παπαλουκάς, Χαγιάτι, Παρνασσός, 1923, λάδι σε χαρτόνι, 20 x 24 εκ. 


...Τον Άρη [τον] είδαμε σε λίγο. Ήταν απλά ντυμένος, με πυκνά, μαύρα γένια· με φυσεκλίκια. Μας χαιρέτησε θερμά. Το μάτι του ήταν αεικίνητο· πολύ ζωντανό μάτι...
Αφού τέλειωσαν τα καλωσορίσματα ζήτησε χωριστά κάθε μέλος του αρχηγείου για να συζητήσει. Με ρώτησε ποιες είναι οι εντυπώσεις μου και τι γνώμη είχα πάνω στη ζωή μας. Του μίλησα για τις πολλές συνελεύσεις, για τη γνωστή τακτική μας και τον καλογερίστικο ασκητεμό μας. Δυο λόγια μου ’πε: “–Καλά· συμφωνάς πως πρέπει να γεμίσουμε τη ζωή των παιδιών, για να μη περπατάει το μυαλό τους στο σπίτι, στη γελάδα, στο χωράφι· να τους δώσουμε περιεχόμενο στη δουλειά τους για ν’ αποχτήσουν οντότητα κι αυτοπεποίθηση. Μόνο έτσι θα κάνουμε αντάρτικο.”
Μίλησε ύστερα με τους Αριστείδη, Διαμαντή και τον Περικλή, και δεν είχε βασιλέψει ακόμα καλά ο ήλιος, που έδωσε το σύνθημα να ετοιμαστούμε γιατί θα κατεβαίναμε στη Στρώμη. Ο Αριστείδης θυμήθηκε να ρωτήσει:
“–Μέσα στο χωριό θα πάμε;”
“–Βέβαια, μέσα”, του ’πε ο Άρης.
“–Είχα τη γνώμη πως δεν θα ’ταν αυτό σωστό, γιατί...”
“–Καλά· άμα θα κάνουμε συνέλευση λες τη γνώμη σου,” τον διέκοψε χαμογελώντας πονηρά ο Άρης. Γέλασα και ’γω κοιτώντας τον Αριστείδη που μ’ είδε και γέλασε κι αυτός.
Όταν ξεκινούσαμε είχαμε γνωριστεί με όλους τους αντάρτες.
Στη Στρώμη γίναμε δεχτοί μ’ ακράτητο ενθουσιασμό! Φάγαμε σ’ ένα καφενείο κι ύστερα μίλησε ο Άρης. Πρώτη φορά τον άκουγα. Έμεινα καταγοητευμένος από την απλότητα της ομιλίας του, τη σιδερένια του λογική και τα τετράγωνα επιχειρήματα του. Όλη του την αισιοδοξία, τη μετάδιδε με καταπληκτική ευκολία στο ακροατήριο. Σαν τον άκουγες παραδεχόσουν πως και το πιο δύσκολο, φτάνω να πω τ’ αδύνατο, ήταν κατορθωτό! Να κάτι που μου ’κανε ιδιαίτερα εντύπωση: Όταν έφτασε να μιλήσει για τις ζημιές που μπορεί να πάθουμε στο σκληρό μας αγώνα, όχι μόνο δεν προσπάθησε ν’ αποφύγει το τόσο λεπτό και δύσκολο σημείο στο οποίο έσπασε ο ενθουσιασμός και του πιο ορμητικού, μα το ’πιασε απ’ την αντίθετη ακριβώς πλευρά: “–Μπορεί να καούν τα χωριά μας. Χίλιες φορές να καούν. Η Δόξα θα βρει λίγα φτωχά χορτάρια όταν θα περπατάει στην έρημη γη μας, για να στεφανώσει μ’ αυτά τα σημερνά παιδιά της Ελλάδας. Ή μήπως δεν είμαστε άξιοι να φορέσουμε ’μεις το στεφάνι αυτό που άξια στεφάνωσε τους παππούδες μας; Αλλά μη σας τρομάζουν οι θυσίες· ίσα-ίσα που θα τις αποφύγουμε μόνο σαν ακολουθήσουμε όλοι ενωμένοι το δρόμο που σας δείχνουμε ’μείς.”...

Η γερμανική υποχώρηση και η μάχη της Ηλεκτρικής

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΛΑΖΟΥ

Καθώς η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια και οι εξελίξεις στο ιταλικό μέτωπο έκαναν στρατηγικά αναγκαία την γερμανική υποχώρηση από την Ελλάδα, το κύριο ζήτημα που προέκυπτε ήταν ομαλή η μετάβαση της εξουσίας στην απελευθερωμένη χώρα. Το διακύβευμα αφορούσε την ίδια την κοινωνική οργάνωση της χώρας: ποιος θα κυβερνήσει την Ελλάδα μετά τον πόλεμο, ποια δομή θα έχει η εξουσία αυτή και πώς θα κατακτηθεί.
Πολλοί ήταν οι διεκδικητές της εξουσίας. Από τη μια το ΕΑΜ/ ΕΛΑΣ το οποίο αναδείχθηκε στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής μέσα από την Αντίσταση εναντίον των κατακτητών. Διαρρηγνύοντας τους παραδοσιακούς θεσμούς της εξουσίας και εκφράζοντας νέες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ανέδειξε τη συλλογική θέληση της κοινωνίας για αλλαγή. Αυτή αποτυπώθηκε στις δομές και τις πρακτικές στην Ελεύθερη Ελλάδα, όπου μέσω της ΠΕΕΑ το ΕΑΜ άσκησε πολιτική και στρατιωτική εξουσία σε εκτεταμένες περιοχές διαθέτοντας τις παραμονές της απελευθέρωσης 35.000 στρατό.
Απέναντι στέκονταν οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες επιθυμούσαν τη συνέχιση της προπολεμικής κατάστασης πραγμάτων. Σε αυτές προστέθηκαν νέες ομάδες που είχαν αναδυθεί κοινωνικά και οικονομικά μέσα από τις ευκαιρίες πλουτισμού που πρόσφερε η Κατοχή. Η πιθανή επικράτηση του ΕΑΜ και η ανάγκη συλλογικής επιβίωσής τούς οδήγησε στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και τελικά στρατιωτική τους ενοποίηση. Η επιστροφή τους στην εξουσία θα στηρίζονταν στη βρετανική διπλωματία και στρατιωτική υποστήριξη.
Στις 9 Αυγούστου 1944 το Βρετανικό Πολεμικό Συμβούλιο ενέκρινε το σχέδιο ΜΑΝΝΑ για την αποστολή στρατιωτικής δύναμης 10.000 ανδρών στην Ελλάδα αμέσως μόλις υποχωρήσουν οι Γερμανοί. Η Συμφωνία της Καζέρτας στις 26 Σεπτεμβρίου έθετε τις ανταρτικές δυνάμεις υπό την εξουσία του Βρετανού Αντιστράτηγου Ρόναλντ Σκόμπι ο οποίος οριζόταν Διοικητής των στρατιωτικών δυνάμεων στην Ελλάδα ενώ η στρατιωτική διοίκηση της Αττικής, ανετίθετο στον Στρατηγό Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλο, που είχε διοριστεί από τον Τσολάκογλου ως Αρχηγός Χωροφυλακής και είχε εγκαίρως μεταστραφεί υπέρ των Βρετανών. Ο ΕΛΑΣ διατάχθηκε να κρατήσει τις δυνάμεις του εκτός Αττικής.  

Τέχνη και φασισμός

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Σπύρος Παπαλουκάς, Άγιος Φωκάς, Πάρος, 1948, λάδι σε χαρτόνι, 20 x 26 εκ.


Η αισθητικοποίηση της πολιτικής βούλησης, η αναβίωση του πανίσχυρου εθνικιστικού μύθου, του ριζωμένου στο αίμα και στη σάρκα της φυλής, και ο ανορθολογισμός ως αντίβαρο ενός λογοκρατούμενου νεωτερικού κόσμου "χωρίς ψυχή", συγκροτούν τους τρεις κυρίαρχους όρους της συμπλοκής τέχνης και φασισμού, κατά τρόπον ώστε ο φασισμός να προβάλλεται κυρίως ως μια πολιτιστική επαναστατική δύναμη, με ισχυρά ερείσματα τόσο στον μοντερνισμό της τέχνης όσο και στην εναντίωση σε αυτόν τον μοντερνισμό, μέσω αντιδραστικών ρευμάτων και αισθητικών θεωριών.
Η αντίφαση που ασφαλώς αναδύεται μέσα από το πλέγμα νεωτερικότητας και φασισμού ως πολιτιστικής επαναστατικής προοπτικής, βρίσκεται στις ρίζες του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, των οποίων η ιδεολογική κατεύθυνση ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τη λατρεία της μηχανής (την οποία άλλωστε συναντούμε εκφρασμένη μέσα σε μοντερνικά αισθητικά ρεύματα, π.χ. φουτουρισμός), τη χωρίς όρια ανάπτυξη της τεχνολογίας και της τεχνικής, καθώς και την ανεξέλεγκτη παρορμητική στήριξη του εξορθολογισμού της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας, της κατασκευαστικής και της φαντασμαγορικής ανάπτυξης της μεγαλούπολης.
Ωστόσο, αυτή η αντίφαση, αν και έκδηλη, τελικά ακυρώνεται από τους ίδιους τους όρους και τις συνθήκες του πολιτιστικού χώρου μέσα στον οποίο ο φασισμός εκδηλώνει τη γοητεία του, ως δύναμη ανατροπής του παραδοσιακού διαφωτιστικού κόσμου "χωρίς καρδιά", ενός κόσμου που συνδύαζε τη βιομηχανική εποχή με τον εκφυλισμό του αστικού υλισμού και με τη φιλοσοφική λατρεία του Λόγου (Raison), η οποία ισοπέδωνε, μέχρι εκμηδένισης, τη συναισθηματική ζωή και τα ψυχικά δυναμικά της ανθρώπινης κατάστασης. Έτσι, ο εξορθολογισμός της βιομηχανίας όφειλε παρά ταύτα να συμβαδίζει με το αντίθετό του, δηλαδή με την απελευθέρωση του ενστίκτου και των μύχιων επιθετικών αποθεμάτων της συναισθηματικής ζωής, τα οποία ο "υπερβολικός πολιτισμός" της λογοκρατούμενης νεωτερικότητας είχε εξοντωτικά καταπιέσει, κατά τρόπον ώστε ο εξορθολογισμός να μεταστραφεί τελικά σε ανορθολογισμό του συναισθήματος, διατηρώντας παράλληλα τις ορθολογικές βάσεις της βιομηχανικής εποχής.

Χριστιανισμός και ναζισμός

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

Σπύρος Παπαλουκάς, Κορμός δένδρου, 1924, λάδι σε χαρτόνι, 50 x 58 εκ. 


Η άνοδος του ναζισμού, του φασισμού και του φαλαγγιτισμού στην Ευρώπη του μεσοπολέμου ήταν ασφαλώς ένα φαινόμενο που διείσδυσε σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής: πολιτικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές και παραγωγικές. Σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής εκδηλώθηκαν ρεύματα αντίστασης και συμπόρευσης με τον ναζισμό ή τον φασισμό. Ειδικότερα όμως το ζήτημα του χριστιανισμού, όντας μια βασική συνιστώσα της ευρωπαϊκής κουλτούρας ακόμη και στον αθεϊσμό της, απετέλεσε ένα μείζον ζήτημα συγκρούσεων μεταξύ ρευμάτων και τάσεων στους κόλπους του κάθε επιμέρους δόγματος. Οι συγκρούσεις αυτές οφείλονταν στη σύμπλευση των θεσπισμένων εκκλησιών για καιροσκοπικούς ή ιδεολογικούς λόγους (η αντιπαλότητα με το σοσιαλιστικό κίνημα) με τον ναζισμό και τον φασισμό, όπως συνέβη για παράδειγμα με τον πάπα Πίο ΧΙΙ.
Μεταξύ των επιφανών χριστιανών θεολόγων που αντιστάθηκαν στον ναζισμό είναι ο σοσιαλιστής Paul Tillich ο οποίος στις «Δέκα Θέσεις» του απηύθυνε το 1932 μία ρητή έκκληση στους προτεστάντες να αποκηρύξουν τον ναζισμό. Με την ελπίδα ότι οι Γερμανοί Λουθηρανοί θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν από την παραδοσιακή υπακοή τους στην εγκόσμια εξουσία, ο Tillich θα υποστηρίξει ότι εάν δεν αντισταθούν στον ναζισμό το μέλλον του χριστιανισμού είναι σε κίνδυνο. Το 1933 θα μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου θα συνεχίσει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και τον αγώνα του κατά των ναζί, με σειρά διαλέξεων και ραδιοφωνικών εκπομπών.
Οι «Δέκα Θέσεις» του Tillich, διαφυλάσσοντας τον χριστιανικό οικουμενισμό και ανθρωπισμό, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αντίστασης ριζοσπαστικών θεολογικών κύκλων στη συμπόρευση επίσημων εκκλησιών με τον ναζισμό και τον φασισμό, αλλά και μια διακήρυξη για το κοινωνικό-πολιτικό πνεύμα που οφείλει να διακατέχει τα χριστιανικά δόγματα.

Μια γερμανική διαθήκη

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ, Ήμουν ένας Γερμανός. Η αυτοβιογραφία ενός επαναστάτη, μτφρ. Μιλτιάδη Αργυρόπουλου, εκδόσεις Ερατώ, σελ. 432

Στην αρχή της κρίσης πολλοί μιλούσαν για τη Βαϊμάρη. Ήταν, ίσως, μια προσπάθεια τακτοποίησης του πρωτόγνωρου, για τα δεδομένα μας, εντός ενός σχήματος από το παρελθόν. Για την εύρεση μιας αναλογίας χρήσιμης, καθότι προσδιοριστικής ή καθησυχαστικής, μεταξύ της Γερμανίας του Μεσοπολέμου και της Ελλάδας της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Προσδιοριστικής, διότι, εφόσον τα ζητήματα ήταν κοινά, κοινές θα ήταν και οι απαντήσεις. Άρα, το άγνωστο θα μετατρεπόταν σε λίγο λιγότερο άγνωστο. Καθησυχαστικής, κατά βάθος, διότι η πολιτική και κοινωνική κατάρρευση, η οικονομική ένδεια, αλλά, κυρίως, η άνοδος του αυταρχισμού, παράγοντες θεωρούμενοι ως το κοινό πλαίσιο των δύο περιόδων, κάποτε, με κάποιον τρόπο, έλαβαν τέλος. Στη Γερμανία, βέβαια, και διά της Γερμανίας στην Ευρώπη, στο τέλος βρισκόταν ένας παγκόσμιος πόλεμος.
Επρόκειτο, φυσικά, για μια άστοχη σύγκριση, υποβοηθούμενη, μεταξύ άλλων, και από την ατελή, αποσπασματική γνώση της νεότερης γερμανικής ιστορίας. Γρήγορα ξεχάστηκε, γρήγορα ξεπεράστηκε εκ των πραγμάτων. Δεν μας έκανε σοφότερους, ούτε ως προς τα δικά μας, ούτε ως προς τη γερμανική ιστορία της εποχής εκείνης.
Το περασμένο καλοκαίρι ήρθε ο Τόλλερ. Όχι για να μας πει πάνω σε τί (ερείπια) θεμελιώθηκε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αλλά για να μας μιλήσει διά του γερμανικού μεσοπολέμου για κάτι που τον ξεπερνά. «Όποιος επιθυμεί να κατανοήσει την κατάρρευση του 1933, πρέπει να γνωρίσει τα γεγονότα του 1918 και 1919 στην Γερμανία, τα οποία διηγούμαι εδώ», μας λέει. Αλλά δεν μας λέει όλη την αλήθεια.
Ο Τόλλερ αφηγείται, πράγματι, κάποιες περιόδους της ζωής του. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, την παιδική του ηλικία σε μια κωμόπολη της Δυτικής Πρωσίας, τη σύντομη φοιτητική ζωή του στη Γκρενόμπλ, τη φρίκη του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, κι έπειτα, καθώς η αφήγηση πυκνώνει, τη φοιτητική ζωή στο Μόναχο, την προσέγγιση με τους ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες, τον εγκλεισμό σε ψυχιατρείο, τη συμμετοχή του στην σοβιετική δημοκρατία του Μονάχου, τη σύλληψή του, τον εγκλεισμό του, για πέντε χρόνια, σε διάφορες φυλακές.
Είναι, λοιπόν, μια αυτοβιογραφία; Ο ίδιος ισχυρίζεται πως πρόκειται για μια συλλογική βιογραφία, όπου δεν παρουσιάζεται μόνο η δική του νιότη, αλλά η νιότη μιας γενιάς, μαζί και με λίγες σελίδες ιστορίας.

Ανήμερα του εμπρησμού των βιβλίων μου στην Γερμανία

ΤΟΥ ΕΡΝΣΤ ΤΟΛΛΕΡ

Σπύρος Παπαλουκάς, Τοπίο Παρνασσού, 1945, υδατογραφία, 32 x 40 εκ. 


Παντού η ίδια παράλογη πίστη στην έλευση ενός ανθρώπου, του Ηγέτη, του Καίσαρα, του Μεσσία, που θα θαυματουργήσει, θα επωμισθεί την ευθύνη για τους μελλούμενους καιρούς, θα διευθύνει τις ζωές όλων, θα εξορκίσει τον φόβο, θα εξαλείψει τη δυστυχία, θα δημιουργήσει τον νέο λαό, την περίλαμπρη αυτοκρατορία, ναι, δυνάμει της ουράνιας προέλευσής του θα μεταμορφώσει τον γέρικο, αδύναμο Αδάμ.
Παντού η ίδια παράλογη επιθυμία να βρεθεί ο ένοχος που θα επωμισθεί την ευθύνη για τους παρελθόντες καιρούς, στον οποίο θα μπορούμε να φορτώσουμε την δική μας αποτυχία, τα δικά μας λάθη, τα δικά μας εγκλήματα∙ αχ, είναι ο αρχαίος εξιλαστήριος αμνός των προϊστορικών χρόνων, μόνο που σήμερα, αντί ζώων, είναι άνθρωποι που προορίζονται για θυσία.
Οι συνέπειες είναι φρικτές. Ο λαός μαθαίνει να λέει ναι στα κατώτερα ένστικτά του, στην πολεμοχαρή λαγνεία του για βία. Πνευματικές και ηθικές αξίες, κατακτημένες με κοπιώδη και μαρτυρική πάλη αιώνων, παραδίδονται στον χλευασμό και το μίσος των κρατούντων. Ελευθερία και ανθρωπιά, αδελφότητα και δικαιοσύνη – δηλητηριασμένες φράσεις, πέταμα τους πρέπει στα σκουπίδια!

22/5/16

Ο Αλέξανδρος Σβώλος

και η πολιτική «κινητικότητα» των σοσιαλιστών της μεταπολεμικής περιόδου

Elif Erkan, Breaks


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Ο πολιτικός βίος του Αλέξανδρου Σβώλου (1892-1956) θα μπορούσε να διαιρεθεί σε τρεις «περιόδους». Δηλαδή, την «προκατοχική» (όταν για λίγο μετέχει στη σύσταση του Αγροτικού Κόμματος της Ελλάδος), την «κατοχική»  (πρόεδρος της ΠΕΕΑ, υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου) και την «μετακατοχική» (πρόεδρος της ΕΛΔ-ΣΚΕ [Απρίλιος 1945] και του ΣΚ-ΕΛΔ [Ιανουάριος 1946]). Εδώ θα περιορισθούμε στην τρίτη «περίοδο» που επιτρέπει να αναπτυχθούν και κάποιοι «συνειρμοί»  με το σημερινό πολιτικό τοπίο, εγχώριο και διεθνές.
Ακριβέστερα, η πρώτη «περίοδος» της συγγραφικής και πολιτικής σταδιοδρομίας του Σβώλου ξεδιπλώνεται πολύ νωρίς, με τη διδακτορική του διατριβή για το «δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι» (1915) και την παρουσία του στην «Εταιρεία των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών», με εκτενείς βιβλιοκρισίες στο περιοδικό της Επιθεώρησις των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών (1916).  Ένα από τα επόμενα βήματά του υπήρξε η συμβολή του στη διαμόρφωση του Προγράμματος του Αγροτικού Κόμματος της Ελλάδος (1923), με την πρόβλεψη η «Λαϊκή κυριαρχία» να καταστεί «πραγματική και απόλυτος». Σύμφωνα με την εκτίμηση του 1934 («Κοινωνιολογικόν Λεξικόν» του «Ανεξάρτητου»), «εκδηλούται ως συνεπής δημοκρατικός, επηρεασμένος από τον ρεφορμιστικόν μαρξισμόν».

15/5/16

Αλέξανδρος Σβώλος. 60 χρόνια από τον θάνατό του

Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος του Γεωργίου Παπανδρέου  που σχηματίστηκε μετά την απελευθέρωση στις 18 Οκτωβρίου 1944. Η ορκωμοσία των υπουργών έγινε στις 23 Οκτωβρίου. Δεξιά του Παπανδρέου, ο Αλέξανδρος Σβώλος, υπουργός Οικονομικών και προσωρινά υπουργός Εφοδιασμού.

Τούτες τις δύσκολες ώρες για το κοινωνικό-πολιτικό μας γίγνεσθαι, θεωρήσαμε χρέος ως ένθετο να θυμηθούμε και να θυμίσουμε αυτόν το ενεργό πολίτη, δάσκαλο και μαχητή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που φέτος τον Φεβρουάριο κλείσανε 60 χρόνια από τότε που «ο θάνατος βάρβαρα τον άρπαξε σε μια στιγμή που ήταν ίσως απαραίτητος όσο ποτέ», όπως τον νεκρολογούσε, στην εφημερίδα Ώρα, ο συναρχηγός του στο «Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού» Γεώργιος Καρτάλης, την επομένη του αιφνίδιου θανάτου του, από εσωτερική εγκεφαλική αιμορραγία, τρεις μέρες μετά την δεύτερη εκλογή του ως βουλευτή. 

Η συμβολή του στο επιστημονικό και πολιτικό γίγνεσθαι

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Μάρτιος 1946. Ηλίας Τσιριμώκος και Αλέξανδρος Σβώλος
Αποτελεί πράξη δύσκολη να προσπαθήσεις, στα περιορισμένα πλαίσια ενός άρθρου, να παρακολουθήσεις και να αναδείξεις σε αδρές γραμμές την συμβολή της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Σβώλου στο επιστημονικό και πολιτικό γίγνεσθαι. 
Από το 1915 όταν ανακηρύσσεται αριστούχος διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα διατριβής «Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το Δίκαιον των Σωματείων κατά το σύνταγμα και των περί σωματείων νόμον», ένα χρόνο μόλις μετά την ψήφιση του πρώτου νόμου για την ελευθερία του συνδικαλιστικού κινήματος στα 1914, μέχρι το 1954-5, και εκείνο το δίτομο κλασσικό έργο του για «Το Σύνταγμα της Ελλάδος. Ερμηνεία-Ιστορία-Συγκριτικόν Δίκαιον. Μέρος 1. Κράτος και Εκκλησία – Ατομικά Δικαιώματα τομ. Α΄ Αθήνα 1954. Μέρος II. Ατομικά Δικαιώματα Αθήνα 1955», που έγραψε μαζί με τον μαθητή του και δάσκαλό μου Γεώργιο Βλάχο, την ώρα της πιο άμεσης με τη στενή έννοια του όρου πολιτικής συμμετοχής και δράσης του ως βουλευτής Θεσσαλονίκης, αλλά και της πιο ανασταλτικής για το σεβασμό των δικαιωμάτων συνταγματικής περιόδου της ιστορίας μας. 
Σαράντα ένα ολόκληρα χρόνια λοιπόν –και τι χρόνια!- ο Αλέξανδρος Σβώλος βρίσκεται στο επίκεντρο του επιστημονικού, του πολιτικού, μα και ευρύτερα του πολιτισμικού γίγνεσθαι της χώρας. Από τις πρώτες κιόλας επιστημονικές του εργασίες, γίνεται, έχω την αίσθηση, σαφές, ότι οι ρόλοι του επιστήμονα, του ενεργού πολίτη και του πολιτικού, ουδέποτε ήταν διαχωρισμένοι με στεγανά μεταξύ τους στο μυαλό και τη δράση αυτού του Βλάχικης καταγωγής Μακεδόνα. Το να επιλέγεις ως θέμα διατριβής το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, ουδέτερη πράξη, άμοιρη πολιτικών συνδηλώσεων. Όπως, ακόμη περισσότερο, στο μέσο της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, που συγκλονίζεται από τους αγώνες των ελλήνων αγροτών για να δοθεί «η γη στους καλλιεργητές της» -σύνθημα που μετά την εξέγερση στο Κιλελέρ διαδίδουν οι «Κοινωνιολόγοι» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου- να βραβεύεσαι το 1915 στον Ράλλειο Διαγωνισμό της Νομικής Σχολής για μελέτη «Περί απαλλοτριώσεων για την αποκατάσταση ακτημόνων αγροτών. Υπό Συνταγματικήν και Οικονομικήν  Άποψιν».

Η λαϊκή κυριαρχία στο έργο του Σβώλου. Μεταξύ προλήψεων, νομικών οραματισμών και κοινωνικών αντιθέσεων

ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΜΤΣΙΔΟΥ


Το σπίτι του Αλέξανδρου Σβώλου, Φυλής 52 & Φερών 30, Πλατεία Βικτωρίας. Διατηρητέο.

Η δημοκρατία και συγκεκριμένα η δημοκρατία ως πολίτευμα του νεωτερικού κράτους, αποτελεί την έννοια-κλειδί στο έργο του Αλ. Σβώλου: μέσα από την αναζήτηση των συγκροτητικών στοιχείων της διαμορφώθηκε η προσωπική του μέθοδος εξέτασης του συνταγματικού φαινομένου και γενικότερα η κριτική του προσέγγιση στην νομική επιστήμη[1]. Για τον μεγάλο δημοσιολόγο, η σύγχρονη αυτή εκδοχή της «δημοκρατικής ιδέας» αναδεικνύεται ως ειδικότερη μορφή του αντιπροσωπευτικού συστήματος, όπου οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της διάκρισης των εξουσιών στηρίζουν την καταγωγή της εξουσίας από τον λαό και οριοθετούν την άσκησή της από τους εκπροσώπους του. 
Ωστόσο, αφετηρία, αλλά και θεμέλιο της σκέψης του Σβώλου, αποτελεί η παραδοχή, ότι η κυριαρχία του Λαού ως συνόλου, ικανού να διατυπώσει, έστω να στηρίξει την διαμόρφωση της γενικής θέλησης, αποτελεί απλή πρόληψη. Χωρίς να αρνείται την σημασία που διαθέτει η αναγνώριση των πολλών ως  πηγής της πολιτικής εξουσίας ή να παραγνωρίζει την ιστορική μεταβολή που αυτή επέφερε στην πολιτική θέσμιση των κοινωνιών, στρέφει το βλέμμα του από την συνταγματική διαρρύθμιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στην κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Αναδεικνύει έτσι την απόσταση ανάμεσα στο νομικό δέον και στους πραγματικούς όρους που υποδέχονται την εφαρμογή του και δείχνει γλαφυρά, ότι η απόσταση αυτή τείνει συστηματικά να αναιρεί την δημοκρατική ουσία του πολιτεύματος. 

Ο Αλέξανδρος Σβώλος στο συνέδριο του Λιβάνου

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΛΙΔΑΚΗ


Συνέδριο του Λιβάνου, σε διάλειμμα εργασιών. (Αλέξανδρου Ξύδη -ΑΣΚΙ)
Ο Αλέξανδρος Σβώλος προσχώρησε στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) και ορίστηκε πρόεδρος αυτής (καθώς και γραμματέας  Εξωτερικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Λαϊκής Διαφώτισης) στις 18 Απριλίου 1944. Έναν μήνα μετά, στις 17 Μαΐου, με την ιδιότητα αυτή θα συμμετείχε στο Συνέδριο του Λιβάνου, που συνεκλήθη για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος είχε ήδη επιλεγεί από τους Βρετανούς ως επικεφαλής της.
Η συμμετοχή του Σβώλου –μαζί με τους Ν. Ασκούτση, Α. Αγγελόπουλο, Στ. Χατζήμπεη και Π. Κόκκαλη, ακαδημαϊκούς και πολιτικούς των Φιλελευθέρων– στην ΠΕΕΑ ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς διαπραγμάτευσης αυτών με το ΕΑΜ. Η ομολογημένη στόχευσή τους ήταν η συμβολή τους στην επίτευξη της εθνικής ενότητας μεσολαβώντας μεταξύ του ΕΑΜ και του παλαιού αστικού κόσμου. Από τη μεριά του ΕΑΜ, ο ανασχηματισμός της ΠΕΕΑ με τη συμμετοχή των «Σβωλικών» ήταν μια διεύρυνση με πολιτική σημασία για το στενό αρχικό σχήμα της 10ης Μαρτίου 1944 και συγχρόνως άνοιγμα σε μια σειρά στελέχη του χώρου των Φιλελευθέρων, πολύτιμα για τις ανάγκες διοίκησης της Ελεύθερης Ελλάδας. 

Ο Αλ. Σβώλος και η πρώιμη διαμόρφωση ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος στην Ελλάδα

 ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ


Άγγελος Αγγελόπουλος και Αλέξανδρος Σβώλος, μέλη της κυβέρνησης προερχόμενα από την ΠΕΕΑ, στην Καζέρτα, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤΟ


Ο Αλέξανδρος Σβώλος από την αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας συνδέθηκε με ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα: τη διαμόρφωση ενός μαζικού σοσιαλιστικού πόλου στην Ελλάδα, του τύπου των Δυτικοευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Μια προσπάθεια που φάνταζε για τα ελληνικά δεδομένα σχεδόν ακατόρθωτη, στο μέτρο που η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος της χώρας, η πορεία της εκβιομηχάνισής της, η διαρκής κοινωνική πόλωση αλλά και οι εγγενείς περιορισμοί στη δημοκρατική λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν το επέτρεπαν τόσο στην προπολεμική, όσο και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. 

Η θεωρία της δημοκρατίας στο έργο του Σβώλου

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΕΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Οι μελέτες του κορυφαίου Έλληνα συνταγματολόγου, Αλέξανδρου Σβώλου, υπήρξαν μεθοδολογικά καινοτόμες για την εποχή τους, καθώς δεν παρέμειναν εγκλωβισμένες στο στενό πλαίσιο της νομικής δογματικής, αλλά προχώρησαν τόσο στην ερμηνεία του Δικαίου υπό το πρίσμα των κοινωνικών επιστημών όσο και στη διατύπωση ριζοσπαστικών προτάσεων για τη μεταρρύθμισή του. Σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του πλούσιου έργου του Σβώλου, την πολιτειολογική, καταγράφεται η πρωτοποριακή, τουλάχιστον για την ελληνική βιβλιογραφία του Μεσοπολέμου, σύζευξη του συνταγματικού δικαίου με την κοινωνιολογία, την πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία.

Δημοκρατική αρχή και πολιτική ελευθερία
Σύμφωνα με τη διεπιστημονική του θεωρία, το μέγιστο αγαθό που κατοχύρωσε η λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος υπήρξε η αυτονομία της πολιτικής κοινότητας, εφόσον «κατέστη δυνατόν ν’ αποδώση μείζονα καρπόν η κατάκτησις τους πολιτικής εξουσίας υπό διαρκώς ευρυτέρων μαζών και να εξυψωθή εμπράκτως περισσότερον το επίπεδον της ατομικής και της ομαδικής ελευθερίας».[1] Ο Σβώλος στέκεται με ιδιαίτερη έμφαση στην τελευταία αυτή έννοια, την ομαδική ελευθερία, ή καλύτερα τις επιμέρους ομαδικές ελευθερίες, οι οποίες μέσα από τη συγκρουσιακή τους σχέση συνδιαμορφώνουν τελικά την κρατική βούληση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «δεν υπάρχει Λαός ως ‘σύνολον’ ή ‘ενότης’, αλλά…μόνον ομάδες, τάξεις και στρώματα κοινωνικά, αντιτεταγμένα προς άλληλα, απορροφώντα εντός εαυτών τα άτομα, τα οποία…δεν παρίστανται πλέον μεμονωμένα εν τη διαδικασία της παραγωγής της κοινής θελήσεως, αλλά ομαδικώς».[2] Τη θεσμική έκφραση των συλλογικών αυτών θελήσεων –οικονομικών, κοινωνικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών– αναλαμβάνουν τα πολιτικά κόμματα, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τους διαμεσολαβητές ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος.  

«Παρουσίες» και «απουσίες» στο αρχείο Αλ. Σβώλου

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Είναι συχνά παράδοξες οι διαδρομές που ακολουθεί ένα αρχείο μέσα στον μικρό ή τον μακρύ χρόνο, από την στιγμή που αποκόπτεται από τον δημιουργό του. Είναι μεγάλη η πιθανότητα να χαθεί, να διασκορπιστεί, να καταλήξει στα σκουπίδια, ή να αποτελέσει βορά τρωκτικών ξεχασμένο σε σκοτεινά υπόγεια και υγρά πατάρια. Από την αναπόφευκτη πολλές φορές αυτή τύχη, ξέφυγε το αρχείο του Αλέξανδρου Σβώλου, ύστερα από μια τυχαία, αλλά ευτυχή συγκυρία. Το 1996, η εγκατάσταση του σκηνοθέτη Θόδωρου Τερζόπουλου σε ένα διαμέρισμα στην οδό Σίνα 17 και Σκουφά, τον οδήγησε σε μια λησμονημένη αποθήκη στο υπόγειο της πολυκατοικίας, όπου αντίκρισε «κειμήλια ζωής». Αγορασμένο από τον Αλέξανδρο και την Μαρία Σβώλου τον Δεκέμβριο του 1935, το σπίτι χρησιμοποιήθηκε από την Μαρία μετά τον θάνατο του συζύγου της καθώς το σπίτι της οδού Φερρών και Φυλής δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αν η πλούσια βιβλιοθήκη του Σβώλου είχε εκχωρηθεί στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το αρχείο του, ένας μεγάλος όγκος ταλαιπωρημένων χαρτιών και φακέλων, όπως και αυτό της Μαρίας Σβώλου, μιας δυναμικής διανοούμενης και πολιτικού, βρέθηκαν στα ΑΣΚΙ.  

17/4/16

Σωτήρης Δημητρίου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ



Ο δάσκαλός μας
Μας διδάσκει γραφή και ανάγνωση στους δύσκολους καιρούς. Την λιτή και ακριβή εκφορά του γραπτού λόγου –αντίπαλο δέος του αριστερού βερμπαλισμού–, το μόχθο της αναμέτρησης με τα κείμενα, τη χειραφετητική λειτουργία της ανάγνωσης. Μας διδάσκει την κριτική εγρήγορση του μεγάλου χρόνου, της ιστορίας και της προϊστορίας, και του μεγάλου χώρου, της καπιταλιστικής κοινωνίας ως λεκτικού και αισθητικού σύμπαντος ή ως πολυσθενούς πολιτικού φαινομένου. Μας διδάσκει την πολιτική πράξη που ενώνει παραγωγικά το μικρό και εφήμερο με το μεγάλο και ανθεκτικό, τη μεγάλη αξία της συλλογικής προσπάθειας στο περιθώριο των επίσημων θεσμών. Πάνω από όλα μας διδάσκει το «καθαρό δώρο» της γνώσης – την ανιδιοτελή προσφορά της γνώσης που στην περίπτωσή του γίνεται τρόπος ζωής.
Με το παράδειγμά του –χαλκέντερος, συστηματικός, διακριτικός, ιδιωτικός και δημόσιος ταυτόχρονα– μας λέει ότι δεν φθάνει μόνο η γνώση να παράγεται με μεθοδολογικά έγκυρους τρόπους ή να διακατέχεται από κριτικές ή και ανατρεπτικές μέριμνες. Η επιστημονική γνώση ως το κατ’ εξοχήν δημόσιο αγαθό, το κοινό των κοινών, είναι των ανθρώπων και σε αυτούς πρέπει να επιστρέφεται για να γίνει στα χέρια των πολλών εργαλείο για μια καλύτερη κοινωνία. Αυτή η ουτοπία μπορεί να πραγματοποιείται εδώ και τώρα, είναι υπόθεση ατομικής ευθύνης για τον καθένα. Από το περιθώριο του εκπαιδευτικού θεσμού μας θυμίζει την ουσία του εκπαιδευτικού λειτουργήματος – τον χειραφετητικό του προορισμό.
Το αφιέρωμα αυτό δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ένα έστω μικρό «αντι-χάρισμα», για τον απλό λόγο ότι το «καθαρό δώρο» που για πολλές δεκαετίες συνεχίζει να μας προσφέρει ο Σωτήρης Δημητρίου ξεπερνά την αμοιβαιότητα. Εδώ, στον οικείο χώρο των «Αναγνώσεων» της Αυγής, απλά ανα-γνωριζόμαστε. Δηλώνουμε παρούσες και παρόντες πνευματικά, ψυχικά, συντροφικά, δίπλα του για να τον τιμήσουμε και για να του εκφράσουμε την αγάπη μας. Έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε. Τη σκυτάλη που μας έδωσες κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τη δώσουμε και σε άλλους.
Οι συντελεστές του αφιερώματος

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Στην περίοδο της Κατοχής συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Κοτζιά, με τον οποίο φοιτούσαν μαζί στο Βαρβάκειο, εξέδωσαν το περιοδικό «Μαθητικά Τετράδια» και εντάχτηκαν στην Αντίσταση, στο ΕΑΜ Νέων και κατόπιν ΕΠΟΝ. Ο Σωτήρης Δημητρίου συνέχισε τη δράση του μετά το 1943 ως φοιτητής του ΕΜΠ, φυλακίστηκε τον Ιούλιο του 1944 στις φυλακές Χατζηκώστα και μετά την απελευθέρωση προσήχθη στην Μακρόνησο.
Από το 1950 άρχισε να εργάζεται ως μηχανικός σε ιδιωτικό γραφείο και στη συνέχεια στο δημόσιο. Στα 1955 παντρεύεται με την Αλίντα (Στέλλα Βαμμένου) και ταξιδεύουν στην Αφρική, στο Τζιμπουτί και στο Κογκό, όπου συνεχίζει να εργάζεται ως μηχανικός. Την εποχή αυτή στράφηκε στη μελέτη της ανθρωπολογίας και, κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, το 1957, παράλληλα με την εργασία του ως μηχανικός, έκανε εγγραφή στη Φιλοσοφική σχολή. Όμως δεν συνέχισε τη φοίτηση και προτίμησε να συμπληρώσει μόνος τη μελέτη της ανθρωπολογίας. Στα 1964 εξέδωσε το πρώτο βιβλίο του, Προϊστορικοί πολιτισμοί και εξέλιξη. Η θητεία του ως προέδρου του Σύγχρονου Κινηματογράφου, στα 1971-74, τον ώθησε να μελετήσει την έβδομη τέχνη, ενώ το 1990 έκανε σεμινάρια κινηματογράφου στην Πολιτιστική Λέσχη Kορυδαλλού.
Το 1986 ανέλαβε την Ομάδα Ανθρωπολογίας του ΚΜΕ. Με την ομάδα αυτή, εκτός από τα τακτικά σεμινάρια, πραγματοποίησε 4 ημερίδες: «Κοινωνικός αποκλεισμός», «Τιμή και ντροπή», «Οι διακρίσεις των φύλων» και «Το ζήτημα της ιδεολογίας». Από το 1998 ίδρυσε την Ομάδα της Κριτικής Διεπιστημονικότητας, με υπόβαθρο την ανθρωπολογία, με την οποία εξέδωσαν από το 2005 τέσσερα τεύχη ετήσια της Κριτικής Διεπιστημονικότητας. Διετέλεσε μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Kριτικών Kινηματογράφου από το 1976, της Eλληνικής Σημειωτικής Eταιρείας από το 1980, του Kέντρου Mελετών και Tεκμηρίωσης από το 1991, της Eταιρείας των Φίλων του Aνθρωπολογικού Mουσείου από το 1992, και της Eταιρείας Kοινωνικών Aνθρωπολόγων (Association of Social Anthropologists) από το 1993. Διετέλεσε μέλος κριτικών επιτροπών σε φεστιβάλ κινηματογράφου – Θεσσαλονίκης 1985, Δράμας 1996 και Δράμας 1997. Συμμετείχε σε Συνέδρια της Σημειωτικής Εταιρείας και του Κινηματογράφου.

Η ελληνική ανθρωπολογία στα χρόνια της αθωότητας

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ

ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΠΑΠΑΤΑΞΙΑΡΧΗ

Η πρώιμη «Μεταπολίτευση» υπήρξε μια εποχή πνευματικής ανάτασης και δημιουργικής ανανέωσης, όχι μόνο της πολιτικής και της κοινωνίας αλλά και των επιστημών. Στο πεδίο της κοινωνικής σκέψης και στον χώρο των πανεπιστημίων υπήρξαν σημαντικές αλλαγές, που παρήγαγαν την αίσθηση της ρήξης με το ιδεολογικό κλίμα της δικτατορίας και δομικών μετατοπίσεων σε σχέση με την προδικτατορική περίοδο. Ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στα δύο ιστορικά, ανταγωνιστικά παραδείγματα, την «κοινωνική» και την «εθνική επιστήμη», για πρώτη φορά άλλαξε υπέρ της πρώτης. Ο επιστημονικός χώρος άνοιξε, πρώτα με τη δημιουργία άτυπων συλλογικοτήτων και χώρων καλλιέργειας νέων ιδεών στο περιθώριο των συντηρητικών ακαδημαϊκών θεσμών και, μετά, με την επικράτηση του μοντέλου του μαζικού πανεπιστημίου και την ίδρυση νέων ΑΕΙ. Οι επιστήμες της κοινωνίας και του ανθρώπου γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη, καθώς έρχονταν να ανταποκριθούν στο νέο ισχυρό αίτημα αυτογνωσίας. Στο παραπάνω πλαίσιο, και με βάση προσωπικά βιώματα, θέλω να προσεγγίσω τόσο την κοινωνική ανθρωπολογία ως παραδειγματική όψη αυτής της ανανεωτικής στιγμής όσο και τη συμβολή του Σωτήρη Δημητρίου σε αυτήν.
Ποια ήταν τότε η κατάσταση των ανθρωπολογικών πραγμάτων; Η κοινωνική και φυσική ανθρωπολογία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στο πανεπιστήμιο. Tο πείραμα του (Εθνικού) Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών είχε βίαια πληγεί από τη δικτατορία – ο ιδρυτής του ΕΚΚΕ Ιωάννης Περιστιάνης δεν είχε μαθητές, ο συντηρητικός δημοκρατικός ακαδημαϊσμός του γεννούσε το σεβασμό ωστόσο δεν ταίριαζε με τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις της νεότερης γενιάς ενώ οι Έλληνες ερευνητές που τον πλαισίωσαν τη δεκαετία του ’60 είχαν κινηθεί κυρίως προς την κοινωνιολογία. Η Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία του Ιωάννη Κούμαρη, ιστορικός χώρος καλλιέργειας του ανθρωπολογικού φυλετισμού, είχε κλείσει τον κύκλο της, ενώ το αντίπαλο δέος, η πολύ νεώτερη Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδας του Άρη Πουλιανού, καθώς παρέμενε δέσμια της στενής επικέντρωσης στη φυσική ανθρωπολογία αδυνατούσε να συνομιλήσει με τον ανερχόμενο κοινωνιοκεντρισμό. Η λαογραφία και οι θεσμικοί της φορείς, παρά τις λαμπρές εξαιρέσεις, ελέγχονταν για την τροπή της «εθνικής επιστήμης» σε υπερσυντηρητικές κατευθύνσεις και το εθνοκεντρικό κιτς της δικτατορίας. Τέλος, το έργο των ξένων εθνογράφων της ελληνικής κοινωνίας δεν έφθανε στο ελληνικό ακροατήριο, ενώ ο διεθνής ανθρωπολογικός προβληματισμός φαινόταν να μην ενδιαφέρει. Εν ολίγοις, ο σύγχρονος ανθρωπολογικός λόγος απουσίαζε από το πνευματικό προσκήνιο.

Μια ανατρεπτική προσέγγιση της βίας

ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΚΑΛΑΚΗ

Στο Μορφές Βίας (Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλας, Προλεγόμενα, Βασίλης Χ. Καρύδης, 2003) αφετηρία της προσέγγισης του Σωτήρη Δημητρίου είναι η επίγνωση ότι η έννοια της βίας επιδέχεται πολλαπλούς ορισμούς, στους οποίους αντιστοιχούν εξίσου πολλαπλές εξηγήσεις, σε ό,τι αφορά τα αίτια και τις διαδικασίες αναπαραγωγής του φαινομένου. Ο κάθε ορισμός αναδεικνύει ορισμένες από τις επιμέρους μορφές και συνιστώσες της βίας, ενώ οι κυρίαρχες εξηγήσεις ανάγουν τη βία στην ανθρώπινη φύση. Για τον Δημητρίου, η βία δεν ασκείται μόνο στο σώμα, δεν ασκείται μόνο παρά τη θέληση του θύματος, δεν ασκείται πάντοτε σε έκτακτες περιστάσεις, δεν είναι πάντοτε παράνομη, αλλά ούτε αμυντική, και, κυρίως, δεν έχει παντού τα ίδια γνωρίσματα. Συνεπώς, το περιεχόμενο της έννοιας εξαρτάται από τα συμφραζόμενα ή τις περιστάσεις, δηλαδή ποικίλει τόσο ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνίες και ιστορικές περιόδους όσο και στο εσωτερικό συγκεκριμένων κοινωνικών πλαισίων. Η ανθρωπολογική προσέγγιση της βίας που επιχειρεί το βιβλίο θεμελιώνεται στην επίγνωση ότι οι διαφορές έχουν σημασία. Ωστόσο, ο Δημητρίου απορρίπτει τον πολιτισμικό σχετικισμό, τον οποίο ταυτίζει με τη μελέτη της ετερότητας ως αυτοσκοπό, και εξετάζει τη βία μέσα από μια «κριτική ανθρωπολογία [η οποία] ερευνά τις σχέσεις εξουσίας, οικονομικής και πολιτικής, που προσδιορίζουν τους όρους του λόγου, της ιερότητας και της αλήθειας με τους οποίους συγκαλύπτεται η ανισότητα» (σελ. 38).
Η ανθρωπολογία την οποία υπηρετεί ο Δημητρίου είναι συγκριτική: η σύγκριση ανάμεσα σε επιμέρους πληθυσμούς αποσκοπεί στη διατύπωση γενικεύσεων, οι οποίες αφορούν τους παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση και τη μορφή συγκεκριμένων μορφών κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Επίσης, υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό τη μαρξιστική θεωρία για την εξέλιξη των τρόπων παραγωγής. Παρότι το συγκεκριμένο βιβλίο αναφέρεται κυρίως σε έρευνες και θεωρίες που προέρχονται από το χώρο της πολιτισμικής/κοινωνικής ανθρωπολογίας, σε ό,τι αφορά πολλά επιμέρους ζητήματα, ο συγγραφέας λαμβάνει υπόψη μελέτες καταλοίπων του παρελθόντος, που έγιναν από αρχαιολόγους και φυσικούς ανθρωπολόγους. Με άλλα λόγια, η εξωστρεφής, δηλαδή ανοιχτή σε διάλογο με άλλους κλάδους ανθρωπολογία του Δημητρίου, είναι αυτή καθαυτή διεπιστημονική ως προς τη συγκρότησή της. Για τον λόγο αυτόν στην Ελλάδα είναι μοναδική στο είδος της. Ταυτόχρονα, η ανθρωπολογία του Δημητρίου (και σε ό,τι αφορά την προσέγγιση της βίας) είναι ανατρεπτική, θερμή, αγωνιστική, αριστερή και αισιόδοξη – αφετηρία και ζητούμενό της είναι ο συνδυασμός της αναζήτησης της αλήθειας με την αναζήτηση της ισότητας και της δικαιοσύνης.