Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετά το '89 Γ'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετά το '89 Γ'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15/12/19

Από την Ρωσία με αγάπη

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Δύσκολη η οικοδόμηση του σοσιαλισμού για τους αγύμναστους. Εκείνη, πρώην λαίδη, έφτασε να ασχολείται με τον στίβο, για να επιβιώσει. Πρωταθλήτρια το ’34, αλλά το ’36 δεν ήταν σε καλή φόρμα. Παρ’ όλα αυτά, τερμάτισε σχεδόν ταυτόχρονα μαζί με άλλες δύο αθλήτριες, γεγονός που έκανε τους κριτές να μην μπορούν να αποφασίσουν με σιγουριά, ποια είναι η νικήτρια. Η κορδέλα του τερματισμού τυλιγόταν για ώρα, ευλαβικά, γύρω από τα πυρακτωμένα σώματα των πιθανών νικητριών, μέχρι να επιλεχθεί η κατάλληλη φωτογραφία της γραμμής τερματισμού, όπου μία και μόνο αθλήτρια περνά πρώτη τα σύνορα του θριάμβου. Τελικά, έφυγε με το ασημένιο μετάλλιο να παρηγορεί τους σκυθρωπούς ώμους της.
Ο άντρας της βρισκόταν στον Καύκασο, όταν συνέβη το μοιραίο. Γυρνώντας στην Μόσχα, αργά την νύχτα, του είπαν ότι τον ψάχνουν. Ήταν σίγουρος πως τον είχε καρφώσει η γυναίκα του, μαζί με τον γείτονα, που καθόταν κάθε απόγευμα στην πόρτα του σπιτιού του, με την Pravda να κρέμεται απαρασάλευτη απ’ τις βλεφαρίδες του.
Ο γείτονας ήταν οικοδόμος. Όταν γυρνούσε απ’ τη δουλειά στην διπλανή συνοικία, συνήθιζε να της λέει τα νέα, και να της θυμίζει πόσο όμορφο είναι το περιδέραιο από μετάλλια, που φορούσε μόνο μέσα στο σπίτι. Πώς το είχε δει;
Η ώρα περνούσε, και ο σύζυγος σκεφτόταν τον φίλο του, Dmitri Shostakovich. Ήξερε πως ο συνθέτης κουβαλούσε πάντα, στη μέσα τσέπη του σακακιού του, δύο σελίδες χαρτί. Ήταν ένα ανυπόγραφο κείμενο στην Pravda, με εμφανή τα σημάδια ακρωτηριασμού στην αριστερή πλευρά των σελίδων. Του έλεγε ότι τις διάβαζε συχνά, σαν οδηγίες σε επικίνδυνη αποστολή που φαίνονται λανθασμένες.
Ένας στιγμιαίος χτύπος στην ξύλινη πόρτα, από αυτούς που μοιάζουν περισσότερο με απάντηση, παρά με ερώτηση, διέκοψε την σιωπή. Έβαλε το δεξί του χέρι στην αριστερή τσέπη του σακακιού του, και κοίταξε το ρολόι του. Τα ρώσικα ρολόγια δείχνουν πάντα σωστά την ώρα της έκρηξης· μετά αρχίζουν να ξεκουρδίζονται.

Η τελευταία μάγισσα του Λάνγκενμπεργκ

Απόστολος Καρακατσάνης, Breezing 2, 2019, μελάνι και emulsion σε καμβά, 100 x 150 εκ.



ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΑΡΕΛΑ

Λάνγκενμπεργκ, Γερμανία
Σε έναν γερμανικό μύθο, μια ηλικιωμένη γυναίκα κατηγορείται για φονικά μάγια πάνω σε μία γειτόνισσά της που πεθαίνει ανεξήγητα. Η υπόθεσή της αποτελεί το έναυσμα για μια έρευνα/σταυροδρόμι ανάμεσα στον σκοταδισμό και τη σύγχρονη εποχή, με δικαστές, κλήρο και απλούς πολίτες να υποκινούνται, περισσότερο απ’ όσο να υποκινούν, από πανικό απέναντι στην απτή, την ορατή απειλή της μαύρης μαγείας. Η έρευνα πάνω στο άτομό της εξονυχιστική, με το αναπόφευκτο μαρτυρικό τέλος. Και η περίπτωσή της  ορόσημο, αφού συμβολίζει το τέλος του ηθικού πανικού που τροφοδοτεί το κυνήγι μαγισσών του μεσαίωνα.
Στην πραγματικότητα, ο πανικός δεν προκαλείται από τις φονικές υπερδυνάμεις μιας γριούλας. Όπως σε όλη τη διάρκεια του κυνηγιού μαγισσών, του κυριολεκτικού αλλά και του μεταφορικού,  ο πανικός αντικατοπτρίζει την αντίδραση μίας κοινωνίας απέναντι στη διαφορετικότητα, που απειλεί αξίες, κατεστημένο, πολιτισμό και τρόπο ζωής.

Οντολογία του φόβου
Ασφαλώς, στην προαναφερθείσα ιστορία  δεν πρόκειται μόνο για τον συναγερμό απέναντι στη στοχοποίηση ενός ατόμου ή μίας ομάδας ανθρώπων από σατανικά μάγια. Η απειλή είναι η ενδεχόμενη αποδόμηση μιας ολόκληρης κοινωνίας, κάτι που πυροδοτεί τον πανικό, τον ομαδικό πανικό που ελλοχεύει στις αντιδράσεις ενός κυνηγ(ι)ού διαβολικών γυναικών, ακατανόητων δαιμονικών δυνάμεων, σατανιστών, ομοφυλόφιλων, κομμουνιστών, αριστερών, εξωγήινων.

8/12/19

Από το 1789 στο 1989

Αντιγόνη Καββαθά, Εστίες (λεπτομέρεια), 2017, ακρυλικά σε mylar



H ήττα των λέξεων και των μεγάλων αφηγήσεων

1989. Όταν αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου


Αφιέρωμα, μέρος Γ΄


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Λέγεται πως η τέχνη προηγείται της όλης Ιστορίας· θα πρόσθετα ότι άλλοτε έπεται, και σπανίως συγχρονίζεται με αυτήν, όπως συνέβη με τους ποιητές της ηλικίας μου, που η ιστορική τομή του 1989 τους βρήκε κατά τη στιγμή της ωρίμανσής τους, και ανταποκρίθηκαν, αλλάζοντας τον ρυθμό του ποιητικού τους / ποιητικού μας κόσμου, όπως με κείμενα αλλά και αφιερώματα έχουμε δείξει από τις σελίδες των «Αναγνώσεων». Αρκεί νομίζω η διαπίστωση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα, σε ένα από αυτά τα αφιερώματα:
«οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο δημιουργήθηκε μετά το ’89 δεν έχει πολλές πιθανότητες να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στα ενδιαφέροντα του είδους του, αν δεν φέρει τη σφραγίδα της εποχής του, αν δεν έχει συλλάβει, με κάποιον τρόπο, αυτό που αργοπεθαίνει κι αυτό που γεννιέται σιγά σιγά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Μοιραία, η τέχνη τέτοιων ιστορικών περιόδων μετριέται όχι με τους κανόνες του παρελθόντος, αλλά με τους κανόνες του μέλλοντος.»
Εδώ όμως θέλω θα δείξω πως το πέρασμα από την εποχή της νεωτερικότητας στη σημερινή εποχή εσωτερικεύεται και στο έργο παλαιότερων ποιητών, επιβεβαιώνοντας τη διαφορά του ποιητικού και του εν γένει χρόνου. Ας δούμε μια αφανή –αλλά διά της συμπαράθεσης νομίζω προφανή– συνομιλία δύο ποιημάτων, γραμμένα από δύο –εκ των πιο πολιτικοποιημένων– μεταπολεμικούς ποιητές, η οποία συζήτηση ξεκινά από τα δοκίμια του Βύρωνα Λεοντάρη, για την ποίηση της ήττας (1963-1964). Εκεί, ο Λεοντάρης μπαίνει ουσιαστικά στον προβληματισμό του Κατσαρού, ελέγχοντας τις ιδέες του, και μάλιστα σημειώνει: “Ο Κατσαρός αντιμάχεται την εκδοχή της θριαμβεύουσας επανάστασης”.
Ο Λεοντάρης ποτέ δεν επανήλθε σε αυτή τη συζήτηση με όρους δοκιμιακού λόγου, παρ’ ότι η (παρα)φιλολογία περί της ποίησης της ήττας διαρκεί μέχρι τις μέρες μας. Προτίμησε να δώσει τις απαντήσεις του ποιητικά, σημείο προς σημείο, και το αξιώθηκε με τη συλλογή/σύνθεσή του Εν γη αλμυρά  (1996), η οποία εκδίδεται όταν ο κύκλος της “χαρούμενης νεωτερικότητας” έχει κλείσει, δηλαδή μετά το 1989, όταν η ήττα της γενικότερης αντίληψης της “προόδου” είναι πλέον πασιφανής.

1/12/19

Η επικαιρότητα μιας διεισδυτικής κριτικής

Βασίλης Σκυλάκος, Χωρίς τίτλο, 1985, χρώμα και ξύλο, 80 x 150 x 15 εκ.



ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Η κατάρρευση των χωρών του αυτοαποκαλούμενου «Υπαρκτού Σοσιαλισμού», κατάρρευση που συντελέστηκε μέσα σε μια μόλις τρίχρονη ιστορική διαδρομή και αφορούσε τις ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες και την ΕΣΣΔ -από την πτώση του τείχους του Βερολίνου Νοέμβρης 1989 μέχρι το οπερετικό πραξικόπημα στη Σοβιετική Ένωση και την υποστολή της κόκκινης σημαίας από το Κρεμλίνο καλοκαίρι του 1991- και μάλιστα με ειρηνικά μέσα – με εξαίρεση το καθεστώς της Ρουμανίας– χωρίς καμία κοινωνική αντίσταση υπεράσπισης των καθεστώτων αυτών, αλλά αντίθετα με εντυπωσιακούς πανηγυρισμούς των πολιτών τους. Κατάρρευση που φάνηκε εκείνη την περίοδο να συμπαρασύρει την φερεγγυότητα όχι μόνο των δογματικών κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά λίγο πολύ όλων των ρευμάτων της αριστεράς.
Σε μια συγκυρία μάλιστα που η τεχνολογική επικοινωνιακή επανάσταση επιτρέπει σ’ έναν επιθετικό καπιταλισμό, για πρώτη φορά και με ένταση μια παγκόσμιων διαστάσεων εξάπλωση με εντονότατα ολιγοπωλιακά φαινόμενα. Ταυτόχρονα και ως συνέπεια των δύο αυτών γεγονότων επέρχεται μια νεοφιλελεύθερη ανορθολογική και α-ιστορική εμπειρικοκρατούμενη ηγεμονία που διακήρυξε αυτάρεσκα το «τέλος της ιστορίας, των ιδεολογιών, του προλεταριάτου», των ελευθεριακών οραμάτων.
Βέβαια η εφορία αυτής της ηγεμονίας γρήγορα ξεθύμανε, μέσα στις νέες κρίσεις του καπιταλισμού, ενώ οι μορφές εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης εντάθηκαν και απέμεινε τελικά μια σκέτη στυγνή εμπειρική κυριαρχία. Μια που η Ιστορία προφανώς δεν σταμάτησε, ούτε οι αγώνες για ένα ελεύθερο από εκμετάλλευση και κάθε είδους αλλοτρίωση αύριο. Νέες αντιστάσεις/αντιφάσεις γεννήθηκαν, νέες ριζοσπαστικές κινηματικές αριστερές προτάσεις διεκδικούν μια πληρέστερη ανθρωποκεντρική πορεία. Η εξέλιξη αυτή όμως εκφεύγει του παρόντος κειμένου, που στόχο έχει να ψαύσει τις αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση αυτής της μεγάλη ελπίδας που γέννησε ο 20ός αιώνας με την επικράτηση της Μπολσεβίκικης Επανάστασης τον Οχτώβρη του 1917.

Μετά το 1989: Από την ιδεολογία στην ουτοπία

Βασίλης Σκυλάκος, Χωρίς τίτλο, 1994, λιωμένο πλαστικό, 25 x 55 x 38 εκ.

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Μια "γόνιμη και ουδέτερη ζώνη", κατά τη διατύπωση του Ferenc Feher,1 ένας χώρος διαρκώς κινούμενος, αλλά και διαρκώς αναζητούμενος φαίνεται να έχει διανοιχθεί από τότε που ακούστηκε η "φωνή του 1989". Οι διαλεκτικοί τόποι, εδραιωμένοι από τη μακρά κυριαρχία της ιδεολογίας και των βεβαιοτήτων τις οποίες παρείχε στο εγχείρημα της βαθμιαίας χειραφέτησης της κοινωνίας από τις εναλλασσόμενες μορφές του αυταρχισμού, της ολοκληρωτικής δημοκρατίας και των πειραμάτων ολικής κυριαρχίας, όπως τα όρισε η Hannah Aradt,2 αναλύοντας την αδιανόητη εμπειρία του φασιστικού ολοκληρωτισμού, άρχισαν να ξεθωριάζουν, υποχωρώντας, αν και με αργά βήματα, αυτοαμφισβητούμενοι. Ασφαλώς, δεν πρόκειται για κάποιο είδος εξάλειψης των διαλεκτικών τόπων. Είναι βέβαιο ότι οι τόποι αυτοί εξακολουθούν να ανασκάπτονται από τη σύγχρονη σκέψη με ακόμη μεγαλύτερο σθένος, μεταβάλλοντας τη μορφολογία τους προς ανανεωμένες κατευθύνσεις και προορισμούς. Όπως, αίφνης, αποφαίνεται ο Frederic Jameson, με αφετηρία τα ιδεολογικά οράματα και προσανατολισμούς της μαρξικής διαλεκτικής: "το εγχείρημα των Marx και Engels [...] να διατυπώσουν τα οράματα της ‘ιστορικής αναγκαιότητας’ με τον τρόπο μιας μηχανικής εναλλαγής των παλαιοτέρων ηθικών (η αστική τάξη ως ταυτοχρόνως προοδευτική και απανθρωποποιητική, ταυτοχρόνως ως αναγκαία αλλά και ανθρωπίνως ανυπόφορη φάση της κοινωνικής ανάπτυξης) μεταφέρει επαρκώς το κύρος των παλαιοτέρων ηθικών κατηγοριών και της γλώσσας τους. Όμως αυτά τα ιστορικά κείμενα δεν αποτελούν την τελευταία λέξη της ίδιας της διαλεκτικής, αλλά απλώς καταπληκτικές προσδοκίες του τρόπου σκέψης ενός κοινωνικού σχηματισμού του μέλλοντος, ο οποίος δεν έχει έλθει ακόμη στην ύπαρξη".3

24/11/19

Όταν σχεδόν όλοι κολυμπούσαν στις αυταπάτες τους...

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Κάποια χρόνια μετά το 1989, όταν σχεδόν όλοι κολυμπούσαν στις αυταπάτες τους, στην επέτειο των δεκαπέντε χρόνων από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το 2004, εδώ στις «Αναγνώσεις» κάναμε ένα μεγάλο αφιέρωμα, με τίτλο Μετά το ’89. Στους δρόμους της ιστορίας και της λογοτεχνίας (κυκλοφορεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη), όπου συμμετείχαν ιστορικοί, συγγραφείς, κριτικοί λογοτεχνίας, ιστορικοί τέχνης κ.ά., με δοκίμια αλλά και ανέκδοτα λογοτεχνικά κείμενα.
Εν μέσω πανηγυρισμών, λύσσας και ειρωνείας απέναντι σε κάθε τι που παρέπεμπε προς τα αριστερά, εκείνη η παρέμβαση ήταν μία από τις ελάχιστες, σε όλη την Ευρώπη, ανταποκρίσεις στο αίτημα να μιληθεί η μετάβαση που συνέβαινε, μπροστά μας, πάνω μας, να αρθρωθεί Λόγος για το ιστορικό παρόν, και νομίζω ήταν η μόνη συλλογική ανταπόκριση σε αυτό το αίτημα. Παραθέτω τα ονόματα των συμμετασχόντων:
Σπύρος Ασδραχάς, Αλέξανδρος Αργυρίου, Μάριο Βίττι, Κώστας Βούλγαρης, Ρέα Γαλανάκη, Στάθης Γουργουρής, Γιάννης Δάλλας, Αλέξης Ζήρας, Λήδα Καζαντζάκη, Λουτσιάνο Κάνφορα, Νίκος Καραπιδάκης, Μάσσιμο Κατσούλο, Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ευγενία Κριτσέφσκαγια,  Αντώνης Λιάκος, Γιώργος Μαργαρίτης, Ανδρέας Μήτσου, Δημήτρης Μίγγας, Χριστίνα Ντουνιά, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Θωμάς Σκάσσης,   Γιώργος Σταθάκης, Σώτη Τριανταφύλλου, Λίζυ Τσιριμώκου,  Μισέλ Φάις, Τάσος Χατζητάτσης. Όπως σημείωνα απολογιστικά, στο τέλος του αφιερώματος:

Μετά την Πτώση

Γιώργος Καζάζης, Χωρίς τίτλο, 2019, λάδι σε καμβά, 100 x 150 εκ.



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ- ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Στις βιομηχανικές πόλεις-φάντασμα της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, στην Ουγγαρία του Όρμπαν και στην Πολωνία του Καζίνσκι και των επιγόνων του, στα έρημα χωριά της Βουλγαρίας, στην Ουκρανία της έκδοσης αναμνηστικών γραμματοσήμων με επιφανείς Λεγεωνάριους των SS, στις Ανατολικές αποικίες της πρώην Δυτικής Γερμανίας, βεβαίως, θα γραφτούν κι εκεί αφιερώματα για την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τη νίκη της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας.
Όμως, γενικώς, όλο και λιγοστεύουν πια τα αφιερώματα στον Τύπο για την Πτώση, διεθνώς. Γιατί; Έχει πεθάνει πια ο κομμουνισμός, πάνε χρόνια, καταπλακώθηκε από τα ερείπια του Τείχους; Έχουν απομείνει μονάχα κάποιοι νοσταλγοί, κάποιοι γραφικοί, κάποιοι ηλικιωμένοι; Ακόμα και στα καθ’ ημάς, τώρα που επέστρεψε η «κανονικότητα», όλα θα βρουν τον δρόμο τους, σιγά σιγά, και οι ιδέες της Αριστεράς θα ξεριζωθούν διά του πελέκεως;
Από το προηγούμενο αφιέρωμα των «Αναγνώσεων» στο 1989, κάτι συνέβη. Δεν ήταν μόνο η διάψευση των προσδοκιών στην Ανατολή - αυτό συνέβη πολύ πιο γρήγορα. Δεν ήταν οι πόλεμοι, η άνοδος των εθνικισμών, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Τα πρώτα σημάδια είχαν διαφανεί, παρότι το σκοτάδι δεν είχε εξαπλωθεί ακόμα στην Ευρώπη. Αυτό που μεσολάβησε, όμως, και που διέλυσε και τα τελευταία νέφη, ήταν η κρίση. Έκτοτε, μόνον ως ρετρό συνθήματα μιας απολύτως ξεπερασμένης εποχής θα ακούγονταν τα διαγγέλματα των θριαμβευτών του ’89, ικανά να πείσουν τους ήδη πεπεισμένους.

Το τείχος το έφτιαξαν οι άνθρωποι

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

«Το Tείχος το έφτιαξαν άνθρωποι», είπε κάποτε ο τελευταίος Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ και ο πρώτος και τελευταίος Πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, υπονοώντας, προφανώς, ότι το Τείχος αυτό ήταν τρωτό: όπως έλεγε στο γιο του ο περίφημος ήρωας του Νικολάι Γκόγκολ, Τάρας Μπούλμπα: «Εγώ σε γέννησα, εγώ θα σε σκοτώσω».
Το 1989 το Τείχος του Βερολίνου ράγισε, όταν έπεσε η πρώτη πέτρα από το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό φρούριο, τη Σοβιετική Ένωση: η Λιθουανία αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μεγάλη σοβιετική οικογένεια, πυροδοτώντας το φαινόμενο «ντόμινο», και σε λιγότερο από ένα μήνα τα σοβιετικά στρατεύματα άρχισαν σταδιακά να υποχωρούν από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το σύνθημα πάντως δόθηκε ακόμα νωρίτερα, τον Μάιο του 1985, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ υπογράμμισε την ανάγκη αναδιοργάνωσης της κοινωνικοπολιτικής ζωής της χώρας, προφέροντας την περίφημη λέξη «περεστρόικα». Το 1990, μαζί με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης διαλύθηκε οριστικά και το Τείχος του Βερολίνου· από τα 155 χιλιόμετρά του έμεινε μόλις 1,3 χλμ. Το Βερολίνο απαλλάχθηκε από τον σοσιαλισμό και ολοταχώς κατευθύνθηκε προς το ευρωπαϊκό όνειρο.
Κάτι πολύ χαρακτηριστικό, που σπάνια μνημονεύεται πλέον: το Τείχος, σύμβολο της εθνικής τραγωδίας των Γερμανών, έγινε ξαφνικά εμπορεύσιμο προϊόν: μέσα στα πρώτα δέκα χρόνια πωλήθηκαν 360 κομμάτια του για ποσόν των 2,1 εκατομμυρίων μάρκων, κομμάτια Τείχους βρίσκονται στις συλλογές του Πάπα της Ρώμης, στις οικογένειες του Κένεντι και του Ρήγκαν, που δώρισε ένα τεράστιο τμήμα του στην αγαπημένη του Νάνσι.  Επί εννέα χρόνια οι κάποτε φτωχοί καλλιτέχνες,  Kiddy Citny και Thierry  Noir, που ζωγράφισαν το Τείχος από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου,  διεκδικούσαν δικαστικά ένα μέρος χρημάτων από τις πωλήσεις, και τελικά δικαιώθηκαν, εισπράττοντας 500 ολόκληρες χιλιάδες μάρκα! Κάποιοι σπόνσορες αγόρασαν δύο κομμάτια Τείχος για 50 χιλιάδες μάρκα και τα δώρισαν στα γερμανικά σχολεία στο Μεξικό. Κομμάτια Τείχους αγόρασαν διάφορα Μουσεία του κόσμου – από τη Δανία έως την Ιαπωνία.

Το τείχος και η Κίρκη

Γιώργος Καζάζης, Χωρίς τίτλο, 2017, μολύβι σε χαρτί, 20 x 30 εκ.



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ή αλλιώς, πρώην Ανατολική Γερμανία.  Βερολίνο. Το τείχος ανάμεσα στον ανατολικό και το δυτικό τομέα. Στο κομμουνιστικό και το καπιταλιστικό. Τι είναι ελκυστικό στους ανθρώπους; Τι αγαθά ζητάνε και πού τα βρίσκουν; Από πού φεύγουν και με ποιο προορισμό; 30 Σεπτεμβρίου 1989: ο Χανς Ντίντριχ Γκένσερ, υπουργός εξωτερικών της τότε Δυτική Γερμανίας, επιτρέπει σε 7.000 ανατολικογερμανούς που είχαν καταφύγει στην πρεσβεία της Πράγας να ταξιδέψουν στη Δυτική Γερμανία. Οκτώβριος 1989: μαζικές διαδηλώσεις στη Λειψία. Η άλλοτε παντοδύναμη Στάζι μοιάζει ανήμπορη, οι ζωές των άλλων παίρνουν τα σκήπτρα. 4 Νοεμβρίου 1989: ένα εκατομμύριο διαδηλωτές στο ανατολικό Βερολίνο ζητάνε αλλαγές. 7 Νοεμβρίου 1989: παραιτείται η ανατολικογερμανική κυβέρνηση Στοφ. 9 Νοεμβρίου 1989: ανακοινώνεται η χορήγηση  βίζας σε όλους τους πολίτες. Οι άνθρωποι απλά συρρέουν στο τείχος κι εκείνο καταρρέει. Μαζί και η άσκηση εξουσίας της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Η ελευθερία εδραιώνεται, η δημοκρατία νίκησε. Κάτι που σημαίνει ότι το προηγούμενο καθεστώς ούτε δημοκρατικό ήταν ούτε ελευθερία εξασφάλιζε, παρά τις επικλήσεις περί του αντιθέτου.   
Εκτός από τις επικλήσεις, υπάρχει και η απτή πραγματικότητα μιας κοινωνίας. Στην απτή πραγματικότητα  οι άνθρωποι αναζητούν αγαθά συνυφασμένα με την ταυτότητά τους, όπως αυτή διαμορφώνεται στον χρόνο. Εκπαίδευση, υγεία,  δημιουργική απασχόληση σε ένα επάγγελμα, πολιτιστικά αγαθά, αντικειμενική δημοσιογραφία, μια κατοικία με συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης, ψυχαγωγία, ένα ασφαλές περιβάλλον, διασκέδαση και άλλα πολλά. Το πολιτικό σύστημα δια της κρατικής εξουσίας ρυθμίζει το είδος των αγαθών αυτών, και ορισμένα τα δημιουργεί το ίδιο, προσφέροντάς τα στους πολίτες μέσα από δημόσιες υπηρεσίες και κρατικές επιχειρήσεις, επαληθεύοντας εκεί τις αξίες που πρεσβεύει. Στα αγαθά αυτά δοκιμάζεται έμπρακτα πώς ένα πολιτικό σύστημα εκλαμβάνει αξίες όπως  δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη. Το δε πολιτικό σύστημα καταρρέει,  όταν καταρρέουν οι πρακτικές του. Όταν  τα αγαθά που προσφέρουν κρίνονται από τους πολίτες ως ανεπαρκή, όπως και οι αξίες που εκεί πραγματώνονται.  Οπότε συντελείται μία φυγή: είτε οι πολίτες αναχωρούν γι’ άλλα λιμάνια και σταθμούς, είτε η πολιτική εξουσία εκπαραθυρώνεται μέσω εκλογών ή κινητοποιήσεων.

Για το έτος 1989...

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ
Το 1989 υπήρξε από ορισμένες πλευρές η χαριστική βολή στη διεργασία αποσάρθρωσης των καθεστώ­των του «υπαρκτού σοσιαλισμού» που διέλυσε και το ιδεο­λογικό τους επίχρισμα, το οποίο υπονοούσε ότι όλα ήταν «προορισμένα να κρατήσουν ώς την αιωνιότητα». Μόνο που αυτή θα τελείωνε πριν κλείσει μισόν αιώνα και «όλα θα γκρεμίζονταν» από τα «παιδιά που θα είχανε πλαστεί/ κατ’ εικόνα και ομοίωση των αγαλμάτων», τα οποία είχαν στηθεί απομνημονεύοντας τις «ιδανικές μορφές» του «νέου ανθρώπου».
Θα μπορούσε να επισημανθούν δέσμες γεγονότων που επέφεραν ήδη καίρια ρήγματα στην τριτοδιεθνιστική «ορθο­δοξία» και ευνόησαν νεωτερικές διατυπώσεις της σοσιαλιστι­κής θεωρίας: το 20ό Συνέδριο ταυ ΚΚΣΕ και η διεργασία της «αποσταλινοποίησης» ως υπέρβασης του «ψυχρού πολέ­μου»· η σινοσοβιετική ρήξη και ο πολυκεντρισμός των πηγών παραγωγής ιδεολογικού λόγου· ο Μάης του ’68 στη Δυτική Ευρώπη και ο προάγγελός του στις Ηνωμένες Πολιτείες· η ώθηση των νέων κοινωνικών κινημάτων με γνώμονα την επί­γνωση των διαφοροποιήσεων που έχουν υποστεί οι αναπτυγ­μένες κοινωνίες· η απο-αποικιοποίηση και ο τρόπος παρουσίας του «Τρίτου Κόσμου» στο αναδιατασσόμενο πεδίο των διεθνών σχέσεων και, τέλος, η αποσάρθρωση των καθε­στώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που διέλυσε και το ιδεολογικό τους επίχρισμα. Κοντολογίς, με την επενέργεια του συνόλου αυτών των παραγόντων ετέθη σε αποστρατεία το ιδεολογικό περίγραμμα των πολιτικών μορφών οργάνω­σης της «εργατικής τάξης», φέρνοντας συνάμα στο προσκή­νιο της ιστορίας «μαρξιστές» που δεν αναγνωρίζουν στον «μαρξισμό» τη μήτρα της ταυτοποίησής τους ως θεωρητικών.

Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια

Γιώργος Καζάζης, Χωρίς τίτλο, 2017, λάδι σε καμβά, 60 x 80 εκ. 



ΤΗΣ ΤΖΙΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

Στην πραγματεία του Η Καταγωγή του Γερμανικού Πένθιμου Δράματος, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν σημειώνει: «Με το ερείπιο, η ιστορία εξαφανίζεται εντός του σκηνικού με τρόπο αισθητό. Και μάλιστα έτσι διαμορφωμένη, η ιστορία δεν αποτυπώνεται ως η διαδικασία μιας αιώνιας ζωής αλλά, αντιθέτως, ως η διεργασία μιας ακατάσχετης παρακμής».[i]
Στις 9 Νοεμβρίου 1989, το Τείχος του Βερολίνου ήρθε να προστεθεί στη μεγαλειώδη κατηγορία του ερειπίου. Οι ρωγμές στην κατασκευή του σήμαναν την παρακμή, τη διάλυση της άλλοτε κραταιής Σοβιετικής Αυτοκρατορίας. Μοιραία, όπως και στο Πένθιμο Γερμανικό Δράμα, το Τείχος έμελλε πλέον να εικονίζεται ως σκηνικό σε έργα μυθοπλασίας, Είναι άραγε τυχαίο ότι μετά την πτώση του δημοσιεύτηκε το περιβόητο δοκίμιο του Francis Fukuyama που έφερε τον τίτλο Το Τέλος της Ιστορίας; Το εγχείρημα της Σοσιαλιστικής Ουτοπίας, είχε πλέον ηττηθεί κατά κράτος. Ο Λένιν δεν ζούσε πια για να διαπιστώσει την παγκόσμια επικράτηση της φιλελεύθερης Δημοκρατίας και της ελεύθερης Αγοράς που αποτελούν τη μόνη εγγύηση ευημερίας και προόδου για όλα τα κράτη: Άλλη λύση δεν υπήρχε. Ήταν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, του «πένθους» της Ιστορίας, που «τα ρολόγια γύρισαν ανάποδα». Σε αυτή τη στιγμή θα επανέλθουμε.