Λ΄ Τίς εί;
Στον Λουτσιάνο Κάνφορα, ανυπερθέτως
Σε ό,τι
σχετίζεται με τον Σιμωνίδη, για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Είναι
προτιμότερο, να το πάρουμε απόφαση ότι καμιά από τις πιθανές απαντήσεις μας,
στα ερωτήματα που τον αφορούν, δεν θα μας οδηγήσει στην “αλήθεια”. Όλες, ακόμα
και τις αληθοφανείς απαντήσεις, σαν τη φιλολογική/καβαφική που σκάρωσα τις
προηγούμενες Κυριακές και σας εξέθεσα, ο Σιμωνίδης τις έχει προβλέψει και
περιγράψει, ενίοτε και παρωδήσει, και μάλιστα με όρους της σύγχρονης, δηλαδή
σημερινής, αφηγηματικής και εν γένει θεωρίας, καθώς και με όρους της σύγχρονης
λογοτεχνικής μεταμυθοπλασίας.
Για τίποτα δεν
μπορούμε να είμαστε βέβαιοι στην ιστορία της γραφής. Πόσω μάλλον μιλώντας για
τον Σιμωνίδη, ο οποίος, απ’ όπου κι αν τον προσεγγίσουμε, μας προκύπτει όχι ως
παγωμένο και νεκρό γράμμα, αλλά ως ζων και σφριγηλός, ως θεωρητικός και συνάμα
ακτιβιστής της αποδόμησης, και δη της ριζοσπαστικής εκδοχής της, ως εξέχον
μέλος της άχρονης πόλεως των ιδεών και των τεχνών.
Αν παρ’ όλα αυτά
κάποιος επιμένει, μπορεί να τον ρωτήσει: τίς εί; Κι εκείνος ίσως φιλοτιμηθεί να
μας απαντήσει:
― “Είμαι μόνο τα κείμενά μου, δηλαδή όλα τα
κείμενα που εξέδωσα ή πούλησα ή χάρισα: τα γνήσια, τα πλαστά, τα ανάμικτα, τα
αταύτιστα, τα φοινικικά, τα αιγυπτιακά, τα αρχαιοελληνικά, τα λατινικά, τα
ελληνιστικά, τα χριστιανικά, τα δημοσιολογικά, οι επιστολές μου, και πλείστα
άλλα που δεν φαντάζεσθε, αν και τα έχετε μπροστά σας, στα χέρια σας, ως και
πλείστα όσα εξ εμού προκληθέντα. Όπως το λέει ο ποιητής, μη μόνον όσα βλέπετε
πιστεύετε· το βλέμμα της γραφής είναι οξύτερον.











