Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30/12/18

Η αλήθεια

Λ΄ Τίς εί;
Στον Λουτσιάνο Κάνφορα, ανυπερθέτως


Σε ό,τι σχετίζεται με τον Σιμωνίδη, για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Είναι προτιμότερο, να το πάρουμε απόφαση ότι καμιά από τις πιθανές απαντήσεις μας, στα ερωτήματα που τον αφορούν, δεν θα μας οδηγήσει στην “αλήθεια”. Όλες, ακόμα και τις αληθοφανείς απαντήσεις, σαν τη φιλολογική/καβαφική που σκάρωσα τις προηγούμενες Κυριακές και σας εξέθεσα, ο Σιμωνίδης τις έχει προβλέψει και περιγράψει, ενίοτε και παρωδήσει, και μάλιστα με όρους της σύγχρονης, δηλαδή σημερινής, αφηγηματικής και εν γένει θεωρίας, καθώς και με όρους της σύγχρονης λογοτεχνικής μεταμυθοπλασίας.
Για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι στην ιστορία της γραφής. Πόσω μάλλον μιλώντας για τον Σιμωνίδη, ο οποίος, απ’ όπου κι αν τον προσεγγίσουμε, μας προκύπτει όχι ως παγωμένο και νεκρό γράμμα, αλλά ως ζων και σφριγηλός, ως θεωρητικός και συνάμα ακτιβιστής της αποδόμησης, και δη της ριζοσπαστικής εκδοχής της, ως εξέχον μέλος της άχρονης πόλεως των ιδεών και των τεχνών.
Αν παρ’ όλα αυτά κάποιος επιμένει, μπορεί να τον ρωτήσει: τίς εί; Κι εκείνος ίσως φιλοτιμηθεί να μας απαντήσει:
Είμαι μόνο τα κείμενά μου, δηλαδή όλα τα κείμενα που εξέδωσα ή πούλησα ή χάρισα: τα γνήσια, τα πλαστά, τα ανάμικτα, τα αταύτιστα, τα φοινικικά, τα αιγυπτιακά, τα αρχαιοελληνικά, τα λατινικά, τα ελληνιστικά, τα χριστιανικά, τα δημοσιολογικά, οι επιστολές μου, και πλείστα άλλα που δεν φαντάζεσθε, αν και τα έχετε μπροστά σας, στα χέρια σας, ως και πλείστα όσα εξ εμού προκληθέντα. Όπως το λέει ο ποιητής, μη μόνον όσα βλέπετε πιστεύετε· το βλέμμα της γραφής είναι οξύτερον.

23/12/18

Η αλήθεια

Κ΄ Σκηνοθεσία θανάτου

Στην Αθηνά Βογιατζόγλου

Ας δούμε μερικά ακόμη στοιχεία της σχέσης του Καβάφη με τον Σιμωνίδη, μέσα από τις αναφορές των ποιημάτων του στην Συμαΐδα, διά του Ιουλιανού.
Το πρώτο από τα δώδεκα ποιήματα του Καβάφη όπου αναφέρεται ο Ιουλιανός, γράφεται το 1896. Ας προσέξουμε τις χρονολογίες: ο Σιμωνίδης σίγουρα δεν πέθανε το 1867 στην Αλεξάνδρεια, όπως ο ίδιος σκηνοθέτησε τον θάνατό του, προφανώς για να σβήσει τα ίχνη του, διοχετεύοντας τη σχετική είδηση στην Αγγλία –όπου ήταν διάσημος– και συγκεκριμένα στο περιοδικό “Athenaeum”, με ψευδώνυμη επιστολή που στέλνεται από την Αλεξάνδρεια.
Κατά πάσα πιθανότητα, ο Σιμωνίδης δεν πέθανε ούτε στο Δυρράχιο, όπως έγραψαν οι “Times” του Λονδίνου το 1890, αφού κι αυτή η είδηση φαίνεται διοχετευμένη από τον ίδιο. Μάλλον έφυγε κι από το Δυρράχιο, και επειδή δεν ήταν ευπρόσδεκτος ούτε στο Άγιο Όρος ούτε στην Μονή Σινά, αφού είχε αφαιμάξει τις βιβλιοθήκες τους, η μόνη του επιλογή, όπως έχει υποστηριχθεί, ήταν το μοναστικό συγκρότημα των Μετεώρων, με την επίσης πλούσια βιβλιοθήκη χειρογράφων, αφού μόνο σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα ήθελε να πεθάνει – με τον Όλυμπο ν’ αχνοφαίνεται στο βάθος του ορίζοντα... Πόσο έζησε, άρα πότε πέθανε εκεί; Το έτος 1896, που γράφεται το ποίημα του Καβάφη, πλησιάζει πολύ, και πειστικά, στον θάνατο του Σιμωνίδη.
Μάλιστα, το ποίημα φέρει τον τελικό τίτλο “Ο Ιουλιανός εν τοις μυστηρίοις” (έχοντας αρχικά δοκιμάσει τον τίτλο “Εις τα Ελευσίνια μυστήρια”), και ο Καβάφης σκηνοθετεί την κατάβαση του Ιουλιανού στον Άδη. Σε αυτό το ποίημα, ο Ιουλιανός δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που παραπέμπει στον αυτοκράτορα, άρα μπορεί να θεωρηθεί μετωνυμία του Σιμωνίδη, ή θα μπορούσαν να είναι και οι δύο εν ταυτώ. Στον Άδη, λοιπόν, ο ήρωας του ποιήματος, “μέσα στο σκότος, μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη”, συναντά των “σοφιστών και φιλοσόφων” την οικεία συντροφία του, ενώ μπροστά του εμφανίζονται, σαν οπτασίες, “σαν άυλες μορφές” (άλλη μια αναφορά στην “Συμαΐδα”, σελ. 6), “της ένδοξης Ελλάδος οι μεγαλύτεροι θεοί”.

16/12/18

Η αλήθεια

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ι΄ Ποιητική συνηγορία
Στην Ανθούλα Δανιήλ

Τι είναι τελικά ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης; Ένας ουτοπικός οραματιστής; Ένας πολιτικός φιλόσοφος; Ένας ακόμη γραφικός του 19ου αιώνα; Ένας ψευδολόγος, κατά την πιο πρόσφατη, ακαδημαϊκή αποτίμησή του;
Πώς μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ένα τέτοιο πρόσωπο, που έχει πλαστογραφήσει ένα χάος πληροφοριών, ακόμα και τις σχετικές με την ταυτότητά του; Ούτε καν για τη χρονολογία ή τον τόπο γέννησής του είμαστε βέβαιοι, αφού υπάρχουν δύο εκδοχές: Σύμη, 1820 – Ύδρα, 1824.
Είναι ένας ταλαντούχος απατεώνας, που ανατάραξε την Ευρώπη και δημιούργησε “πλήθος φιλολογικών ζητημάτων”, “κατά τον βραχύν, ευτυχώς, βίον του”, όπως χαιρέκακα δήλωνε ο εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος πριν από μερικά χρόνια; Γιατί όμως ο βίος του ήτο βραχύς, αφού οι εικαζόμενες χρονολογίες του θανάτου του (και οι σχετικές πληροφορίες, εξ ιδίου δοθείσες...) απέχουν μεταξύ τους δεκαετίες, όπως απέχουν και οι πιθανοί τόποι της τελευτής του (Αλεξάνδρεια, Δυρράχιο, κλπ); Και τι σημαίνει ότι τελικά πέθανε ο Σιμωνίδης; Γιατί οι θνητοί εκπρόσωποι του χριστιανισμού αποκλείουν την μετά θάνατον ζωή του;
Για παράδειγμα, πώς ερμηνεύουμε το ποίημα του Καβάφη, “Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας”; Ας δει κανείς το ποίημα: από τον Ιουλιανό ξεκινά, γύρω από “το εν Δάφνη τέμενος” του Απόλλωνος δημιουργείται όλη η δραματική ποιητική ένταση, κλπ, κλπ. Μάλιστα, στη συνέχεια ο ναός του Απόλλωνος πυρπολείται υπό των χριστιανών και καίγεται ολοσχερώς, όπως ακριβώς έγινε και στην Σύμη, πρωτεργούντων εκεί των Σταυροφόρων. Γιατί λοιπόν να μην πρόκειται για μια λεπτομερή και, θα πρόσθετα, διόλου κρυπτική για καβαφικό ποίημα, αναφορά στον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη, και συγκεκριμένα στην “Συμαΐδα”;
Δεν μας αρκεί το περιεχόμενο του ποιήματος ως απόδειξη; Ας προσθέσουμε, ότι δεν είναι το μοναδικό, αλλά το δωδέκατο ποίημα του Καβάφη που αναφέρεται στον Ιουλιανό, και μάλιστα γράφεται λίγο πριν τον θάνατο του – είναι το τελευταίο του ποίημα. Τα δε πρόσωπα που εμφανίζονται τις περισσότερες φορές στα ποιήματα του Καβάφη είναι τρία: Ιησούς, Απόλλων και Ιουλιανός.
Αλλά για τη σχέση του Καβάφη με τον Σιμωνίδη θα συνεχίσουμε την επόμενη Κυριακή.

9/12/18

Η αλήθεια

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Θ΄ Η πόλις των ιδεών
Στον Γιώργο Μερτίκα

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης δεν διασπέρνει ψευδείς ειδήσεις (δεν είναι πρόδρομος των fake news) αλλά κατασκευάζει πραγματικά, και πολύ ισχυρά, κείμενα. Ούτε υποβαθμίζει τη σημασία του λόγου· το αντίθετο: απελευθερώνοντας τα κείμενα από την τυραννική πατρότητά τους και την εξουσιαστική περιοδολόγησή τους (ίδιον της νεωτερικότητας), καθιστά όλους τους λόγους, όλων των κειμένων, συγχρονικούς.
Όταν, π.χ., πάνω σε αιγυπτιακούς ή αρχαιοελληνικούς παπύρους ή περγαμηνές, εγγράφει δικά του κείμενα που απηχούν, πειστικά, λόγους είτε της αρχαίας εποχής, είτε της χριστιανικής, καθιστά όλους τους λόγους ισότιμους συνομιλητές, σε ένα αδιαβάθμητο, ατέρμον, ιστορικό παρόν, επανιδρύοντας την δημοκρατία της πόλεως των ιδεών, όπου επικρατεί η αρχή “τις αγορεύειν βούλεται;” και όλες οι ιδέες, όλα τα λογοτεχνικά ή άλλα κείμενα, κρίνονται μόνο εκ της ποιότητας και της σημασίας του λόγου τους.
Προς επίρρωσιν, φιλοτεχνεί όλο το εγχείρημά του “και” αφηγηματικά. Με την “Συμαΐδα”, μας δίνει την ουτοπική σύλληψη της Απολλωνιάδος Σχολής, “του Εωσφόρου της χώρας, κατά των χαμερπών την γνωμάτευσιν”, ως έδρας της πόλεως των ιδεών, κι ενός “ναού του Απόλλωνος, αγλαού”, ως “κοσμήματος ταύτης”. Μετά από δημοκρατική διαβούλευση, αποφασίζεται η ανέγερσή τους, στην οποία μετέχουν, κατά δύναμιν, όλα τα μέλη της κοινωνίας της Σύμης, και όλα αυτά συμβαίνουν το 367, τέσσερα μόλις χρόνια μετά τον θάνατο του Ιουλιανού, του αποκληθέντος παραβάτη. Έτσι, αφηγηματικά, αλλά με ιστοριογραφική μεθοδολογία, προσδιορίζει την ίδρυση της Σχολής και του ναού ακριβώς στη συνθήκη όπου η δημοκρατική, πολυφωνική, κλασσική παράδοση νικάται οριστικά, και σχεδόν εξαφανίζεται, υπό την λαίλαπα του μονολογικού, αυτοκρατορικού, βυζαντινού χριστιανισμού.

2/12/18

Η αλήθεια

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Η΄ Εκ των κειμένων ο λόγος
Στην Ειρήνη Χατζοπούλου

Και στο έργο του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη έχουμε “θάνατο του συγγραφέα”, όχι όμως διά της κατά Ντοστογιέφσκι (πολυφωνικά) ή Μπαρτ (θεωρητικά) απέκδυσής του από τον πρωταγωνιστικό του ρόλο, αφού ο συγγραφέας δεν υποβαθμίζεται αποσυρόμενος στο βάθος της σκηνής. Αντίθετα, ο Σιμωνίδης φέρνει τον συγγραφέα σε πρώτο πλάνο, τόσο κοντά στα μάτια των θεατών, ενοχλητικά κοντά· κι όταν το πλάσμα συγγραφέας εκραγεί, δημιουργώντας απίστευτο πανικό, εν τέλει εξαϋλώνεται.
Ο Σιμωνίδης, με απαράμιλλα ειρωνικό και προκλητικό τρόπο αμφισβητεί, άπαξ διά παντός, μια κορυφαία νεωτερική νεύρωση, αυτήν της περιβόητης γνησιότητας του κειμένου, και έτσι καθιστά αδιάφορη την ταυτότητα του συγγραφέα. Πλέον ο συγγραφέας είναι μια περσόνα, ένα προσωπείο του ίδιου του κειμένου: υπογράφοντας εμφατικά την πλαστογραφία του στην «Συμαΐδα», ο Σιμωνίδης βεβαιώνει πως ο Ιερομόναχος Μελέτιος δεν υπάρχει ως συγγραφέας, αφού γνωρίζει ότι κάποτε η έρευνα θα αποδείξει πως το βιβλίο είναι πλαστό. Γνωρίζει επίσης πως θα δημιουργηθεί σκάνδαλο, πως το δικό του όνομα θα περιπέσει στην ανυποληψία, πως ο ίδιος, αλλά και το γεγονός της πλαστογραφίας, θα απωθηθεί.
Τι απομένει; Μα, το κείμενο. “Σκοτώνοντας”, με αυτό τον τρόπο, τον συγγραφέα, ο Σιμωνίδης αναγορεύει το ίδιο το κείμενο –ως αυτοδύναμο, αντικειμενοποιημένο τεκμήριο– σε δημιουργό της Ιστορίας. Προς επίρρωσιν, ας παρακολουθήσουμε ένα άλλο στιγμιότυπο της διαδρομής του.

25/11/18

Η αλήθεια

Μαρτυρίες

Ζ΄ Ο πλαστογράφος

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
Στη Μίνα Πετροπούλου

Το πρώτο βιβλίο που εκδίδει ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, το 1849, περιέχει πλαστά χριστιανικά χειρόγραφα. Είναι γραμμένο στη φόρμα και στη γλώσσα, και έχει τη δομή του λόγου, ενός βυζαντινού χρονικού. Σήμερα, θα πρέπει να το θεωρήσουμε, και να το αξιολογήσουμε, ως ένα κορυφαίο μεταμυθοπλαστικό αφήγημα, το οποίο μετέρχεται θεματικών μιας οργιώδους ιστοριογραφικής και επιστημονικής φαντασίας.
Η περιπέτεια της γραφής αρχίζει ήδη από τον τίτλο, αφού ο Σιμωνίδης δηλώνει πως εκδίδει τα ευρεθέντα χειρόγραφα απαραλλάκτως: “Συμαΐς, ή ιστορία της εν Σύμη Απολλωνιάδος Σχολής, ιδίως δε της αγιογραφικής καθέδρας· και πρόδρομος των ανεκδότων ελληνικών χειρογράφων. Άρχεται δε η Ιστορία αύτη τω τριακοσιοστώ εβδόμω έτει μ.Χ., αφ’ ής εποχής ίδρυται η Σχολή, και λήγει τω χιλιοστώ εκατοστώ τεσσαρακοστώ ογδόω μ.Χ., ότε και κατεστράφη υπό των Σταυροφόρων. Συγγραφείσα μεν υπό Μελετίου Ιερομονάχου του εκ Χίου τω ασλς΄ μ.Χ., εκδιδομένη δε το πρώτον υπό Κωνσταντίνου Σιμωνίδου, απαραλλάκτως, μετά σημειώσεων και προλεγομένων”.
Στη δεύτερη σελίδα, είναι τυπωμένη η φράση Τα ανυπόγραφα καταδιωκτέα εισί”, και ο Σιμωνίδης βάζει από κάτω την ιδιόχειρη υπογραφή του σε κάθε αντίτυπο, βεβαιώνοντας τη γνησιότητα της πλαστογραφίας του, αφού ούτε ιερομόναχος Μελέτιος υπήρξε, ούτε στην Σύμη ήκμασε Απολλωνιάδα Σχολή, ούτε σε αυτήν έγιναν έργα ζωγραφικής και γλυπτικής πρωτόγνωρου κάλλους, πόσω μάλλον μείζονες εφευρέσεις, όπως του χαρτιού, της τυπογραφίας, της χαλκογραφίας, του τηλεσκοπίου, της ατμοκίνησης, των ταχυπλόων σκαφών, ή επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της κοσμογραφίας και της ανάγνωσης των ιερογλυφικών, ούτε φυσικά εν αυτή προόδευσε η αλχημεία...

18/11/18

Η αλήθεια

Μαρτυρίες

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ



ΣΤ΄ Ο αντιγραφέας
Στον Πέτρο-Ιωσήφ Στανγκανέλλη
Αν το σκεφτεί κανείς, ο πραγματικός αυτουργός των κειμένων (τουλάχιστον μέχρι την εμφάνιση της τυπογραφίας), είναι ο αντιγραφέας· στην κυριολεξία, αυτός είναι που γράφει το κείμενο. Οι λέξεις που το συνθέτουν έχουν περάσει πρώτα από το φίλτρο και την εξέταση του μυαλού του, κι έχουν σωθεί χάρη στη ικανότητα του χεριού να μπορεί να ακολουθεί την εσωτερική υπαγόρευση.
Όμως ο στοχασμός για την αντιγραφή καταλήγει, υποχρεωτικά, στο πιο γενικό πρόβλημα του αποσπάσματος, της αποσπασματικότητας· είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας άλλος, συνήθως μακρινός κόσμος φτάνει έως εμάς. Το διαπίστωσα κι εγώ, είτε «εκδίδοντας» (όπως χαρακτηρίζουν οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί τις επιμελημένες και σχολιασμένες μεταγραφές) αρχαία ελληνικά κείμενα, είτε μεταφράζοντάς τα, κι ένα μέρος της εμπειρίας μου την αποτύπωσα στο βιβλίο μου «Εμείς και οι αρχαίοι».
Απόσπασμα είναι, προφανώς, ένα κομμάτι αρχαίας ποίησης (π.χ. της Σαπφούς ή κάποιου άλλου) για το οποίο ξοδεύουμε ποταμούς λέξεων, αυταπατώμενοι ότι εξηγούμε το ελάχιστο τμήμα ενός συνόλου που έγινε κομμάτια.
Απόσπασμα όμως είναι κι ένα "ολόκληρο" κείμενο, που ταξιδεύει στον χώρο όπου οι φιλόλογοι καμιά φορά αυταπατώνται ότι τον γεμίζουν, βάζοντας να συνομιλήσουν τα κείμενα μεταξύ τους, "πάνω" από μια ενδιάμεση και περιβάλλουσα πραγματικότητα, που κι αυτή όμως μας είναι γνωστή μόνο σ’ ένα μικρό βαθμό.

11/11/18

Η αλήθεια της λογοτεχνίας

Μαρτυρίες



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ε΄ Εκ της ιδίας μήτρας
Στην Κατερίνα Κωστίου

Στα καθ’ ημάς, τα σημαντικά πράγματα γίνονται στις αποκλίσεις. Χρειάστηκε ένας αιώνας, ώστε να πιάσουμε το χαμένο νήμα της μεταμυθοπλασίας από την “Πάπισσα Ιωάννα”, με μυθιστορήματα που αρχικά υπεδύοντο τη μορφή του μυθιστορήματος, γραμμένα από έναν συγγραφέα που υπεδύετο τον ρόλο του συγγραφέα. Όμως εν προόδω ο συγγραφέας έπαυε να είναι ο γραφέας του έργου, ή έστω ο σκηνοθέτης, και γινόταν απλά ένας από τους ηθοποιούς, συνήθως σε ελάσσονα ρόλο, όπως π.χ. εγώ, στο βιβλίο μου “...από το στόμα της παλιάς Remington...”. Γιατί το ίδιο το έργο δεν είναι πλέον το στόρυ, αλλά η σκηνοθεσία του· αυτή δε, πολυπαραγοντικό και ανομοιογενές απότοκο, όλων των συντελεστών της παράστασης. Τώρα πλέον η τέχνη ταυτίζεται με το ύφος· αυτό δε, είναι συνθεμένο με άπειρους τροπισμούς και σπαράγματα ύφους, με τις ουλές και τις ραφές του σε κοινή θέα· η τέχνη μεταμορφώνεται, αλλάζοντας τον τρόπο που βλέπουμε και ζούμε την πραγματικότητα.
Το κριτήριο, που διαχωρίζει την τέχνη από τον εν γένει πολιτισμό, είναι η σχέση της με το πραγματικό. Μέχρι πρόσφατα, αξιολογούσαμε ένα πεζογράφημα με κριτήριο την ποσότητα αναγνωρίσιμης αλλά, απαραιτήτως, μεταπλασμένης πραγματικότητας που εμπεριείχε. Ακόμα και η “Κάθοδος των εννιά” έτσι διαβάστηκε, και επαινέθηκε, χωρίς κανείς βέβαια να παρατηρήσει το απελπισμένο, ερωτικό γάντζωμα πραγματικών ανθρώπων, σε πραγματικές πλαγιές και πτυχώσεις, σε πραγματικά γούπατα και λαγκάδια του Πάρνωνα –θηλυκό βουνό το αποκαλούσαν οι αντάρτες– ή την απόλυτη ταύτιση της αφήγησης με τον πραγματικό χρόνο, με πραγματικά συμβάντα και δημόσια πρόσωπα. Ας είναι.
Πλέον, στο βαθμό που ο κόσμος έχει απομαγευτεί και κατακερματιστεί, κι έχουμε μόνο θραύσματα μέσα στο χάος των γεγονότων, και άρα αδυναμία σύλληψης μιας ενότητας του πραγματικού, η ώριμη μεταμυθοπλασία έρχεται κομίζοντας, ευκρινώς, μια νέα δυνατότητα της γραφής, μια νέα αισθητική, που αφίσταται της παγιδευτικής μέσα στην αυτάρκειά της μυθοπλαστικής πλασματικότητας, επιτρέποντας και εξωθώντας το πραγματικό να δείξει, και να αναμίξει, τα δικά του πρόσωπα και προσωπεία, όπως π.χ. έγινε στο βιβλίο μου “Ορθοκωστά”.
(Συνεχίζεται)

4/11/18

Η αλήθεια της λογοτεχνίας

Μαρτυρίες



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Δ΄ Η επιφύλαξη

Στον Γιώργο Κυριαζή

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που παρουσιάζει το έργο μου; Δύο πράγματα: η γλώσσα και τα πραγματολογικά στοιχεία.
Ο αναγνώστης συχνά χάνεται μέσα σ’ έναν κυκεώνα από πραγματικά και φανταστικά πρόσωπα, μέρη, γεγονότα και αντικείμενα, ενώ την κατάσταση δυσχεραίνει η περίπλοκη σύνταξη, στην οποία οι προτάσεις άλλοτε μένουν ελλιπείς και άλλοτε κατακερματίζονται σε ένα παζλ για δυνατούς λύτες.
Όπου κι αν πηγαίνει η πλοκή, αναφέρω τοπωνύμια, τοπικά φαγητά, λέξεις και φράσεις στις ντόπιες γλώσσες, τις περισσότερες φορές χωρίς μετάφραση, όπως για παράδειγμα στο βιβλίο μου “Ενάντια στη μέρα”. Αλλού, κανείς βρίσκει τοπικά ονόματα φυτών και λουλουδιών, ονόματα χρωμάτων, ονομασίες ρούχων και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα.
Επίσης, τα λογοπαίγνια μου αρέσουν πολύ. Για παράδειγμα, ένας ήρωάς μου βρίσκεται στο εστιατόριο και κάνει την εξής παραγγελία: “Μάλλον θα πάρω μια μερίδα Κρέας Όλαφ”. Τέτοιο φαγητό δεν υπάρχει· πρόκειται για αναγραμματισμό του αγγλικού meat loaf, που είναι το ρολό, αλλά το έκανα Olaf, γιατί η πλοκή σε εκείνο το σημείο εκτυλίσσεται στην Σουηδία και το Όλαφ είναι ένα τυπικό σκανδιναβικό όνομα.
Όλα αυτά απαιτούν, παράλληλα με την ανάγνωση, σκέψη και έρευνα, μεγάλο μέρος της οποίας δεν έχει τελικά σχέση με το κείμενό μου, αλλά πρέπει να γίνεται έτσι κι αλλιώς, κι ας χαθεί προσωρινά ο αναγνώστης στον λαβύρινθο, δεν πειράζει. Άλλωστε, είναι πάντοτε καλό να έχει κανείς φίλους με γνώσεις που δεν διαθέτει ο ίδιος. Ίσως λοιπόν ο αναγνώστης χρειαστεί να ζητήσει βοήθεια από φίλους του μουσικούς, με μητρική γλώσσα τα ρωσικά, τα αλβανικά, τα σερβικά ή τα γερμανικά, από έναν φίλο με πτυχίο ισπανικής φιλολογίας, έναν φυσικό ή έναν μαθηματικό, γιατί επίσης παίζω πολύ με την επιστήμη και την ορολογία της.

21/10/18

Η αλήθεια της λογοτεχνίας

Μαρτυρίες

TOY ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ



Γ΄ Ο λαβύρινθος 
Στον Αχιλλέα Κυριακίδη

Είμαι ένας άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του δημιουργώντας και συλλέγοντας εικόνες. Χρόνια ολόκληρα γεμίζω μια επιφάνεια με εικόνες, από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Τώρα, λίγο πριν πεθάνω, ανακαλύπτω ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών, οι διαδρομές της ζωής μου, σχηματίζουν την εικόνα, τις γραμμές και το περίγραμμα του προσώπου μου, παρουσιάζοντας, κατά κάποιο τρόπο, ένα είδος αυτοπροσωπογραφίας, αλλά μιας προσωπογραφίας που, καθώς απαρτίζεται απ’ όλα όσα είδα και έζησα, δεν είναι ποτέ μόνο προσωπογραφία του εαυτού μου, αλλά και όλων των σχέσεων που συνέβαλαν στο να γίνω αυτός που είμαι, δηλαδή αυτός που δεν είμαι ποτέ μόνο ο εαυτός μου.
Η αφήγησή μου είναι ο άνθρωπος που υπήρξα γράφοντάς την· για να γράψω αυτή την αφήγηση, έπρεπε να γίνω αυτός ο άνθρωπος· για να γίνω αυτός ο άνθρωπος, έπρεπε να γράψω αυτή την αφήγηση· για να γράψω εκείνη την αφήγηση, έπρεπε να γίνω εκείνος ο άνθρωπος· για να γίνω εκείνος ο άνθρωπος, έπρεπε να γράψω εκείνη την αφήγηση, και ούτω καθεξής, επ’ άπειρον. Μόλις πάψω να γράφω, όλοι τούτοι οι άνθρωποι εξαφανίζονται, μαζί τους και η βιβλιοθήκη μου που μέσα της έζησα, ολόκληρη η Αργεντινή που τόσο αγάπησα, ακόμα και ο Αβερρόης που μου έμαθε τόσα πολλά, φθάνοντας να γίνει εγώ ο άνθρωπος, γράφοντας την εμαυτού αφήγηση.
Αμέσως μετά, ξετύλιξε το τουρμπάνι του και κοιτάχτηκε σ’ έναν μεταλλικό καθρέφτη. Δεν ξέρω τι αντίκρισαν τα μάτια του, γιατί κανείς ιστορικός δεν παραδίδει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ξέρω ότι εξαφανίστηκε μεμιάς, σαν να τον είχε κεραυνοβολήσει αόρατη φωτιά.
Ξαναγυρίζω στον λαβύρινθο εφ’ ω ετάχθην: αν κάτι διδάχθηκα, δεν είναι πώς να βγω από τον λαβύρινθο, αλλά πότε (και, κυρίως, πώς) να παραδεχτώ ότι χάθηκα.

(Συνεχίζεται)

14/10/18

Η αλήθεια της λογοτεχνίας

Μαρτυρίες

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ




Β΄ Ολίγαι λέξεις 
Στον Νίκο Μαυρέλο

Καθώς ο περιηγητής ο επισκεπτόμενος απέχοντας και αβάτους τόπους φιλεί να λαμβάνη εξ εκάστου μνημείον τι των περιπλανήσεών του, φύλλον εκ του δένδρου τού σκιάζοντος την βρύσιν της ερήμου, όστρακον εκ παραλίας αγνώστου εις τους ναυσιπόρους ή άνθος θάλλον επί απατήτου κορυφής, ούτω καγώ εξ εκάστου των εις αιωνίαν λήθην καταδικασθέντων τόμων απέσπων ως ενθύμημα χωρίον τι, περιγράφον έθιμα παρωχημένα, αλλοκότους δοξασίας, δημώδεις προλήψεις, λείψανα της ειδωλολατρίας, και ό,τι άλλο ανεύρισκον διαφυγόν την προσοχήν των νεωτέρων ιστορικών, οίτινες εις γενικάς θεωρίας καταγινόμενοι και εις ουδέν άλλο ως επί το πολύ αποβλέποντες, ειμή πώς να δικαιολογήσωσι διά της ιστορίας τους σκοπούς και τας τάσεις του κόμματος εις ο ανήκουσι, διά τοιαύτας λεπτομερείας ούτε καιρόν έχουσιν ούτε τόπον.
Εκ των παρ’ αυτάς τας βορβορώδεις του μεσαιώνος πηγάς συλλεγέντων τούτων λιθαριών συνήρμοσα, ή μάλλον επειράθην να συναρμόσω μωσαϊκόν, παριστών εικόνα οπωσούν πιστήν της ζοφώδους εκείνης εποχής, περί ης, καθόσον γνωρίζω, ουδέν ουδαμού εξεπονήθη ακόμη βιβλίον τοις πάσι προσιτόν και εν ταυτώ ευσυνειδήτως γεγραμμένον, καθιστών αυτήν πασίγνωστον και φαεινήν ως αι “Τύχαι του Τηλεμάχου” την ηρωικήν Ελλάδα, οι “Μάρτυρες” την καταρρέουσαν Ρώμην και ο “Ιβανόης” την ιπποτικήν Αγγλίαν.

7/10/18

Η αλήθεια της λογοτεχνίας

Μαρτυρίες



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Οι της εξουσίας ταγοί και ακόλουθοι, δέον εις δίκην μη μαρτυρούν. Ούτε απελεύθερος κατά πάτρωνος, ούτε υιός κατά πατρός, ή πατήρ κατά υιού. Ο κατά τινός ήδη μαρτυρήσας, μη μαρτυρεί κατ’ αυτού πάλιν.
Ο πένης, και ο σκηνικός παιγνιώτης, και ο της γλώσσης μιμητής, δεν μαρτυρούσαν, πάλαι ποτέ, ως και η γυνή. Τούτη μόνον εαυτόν υπερασπίζετο, όπως και ο τυφλός. Αυτός όμως και δικάζειν εδύνατο, ως πλέον και η γυνή.
Οι της τέχνης θεράποντες, ούτε δικάζουν ούτε κατά τινός μαρτυρούν. Αείποτε, εκείνην προασπίζουν, προάγοντάς την, διά του έργου αυτών.

Α΄ Μια αθέατη παρακαταθήκη
Στην Λιάνα Θεοδωράτου

Η τέχνη υπάρχει για να μπορούμε να ανακτήσουμε την αίσθηση της ζωής· η τέχνη υπάρχει για να μας κάνει να νιώσουμε τα πράγματα, για να κάνει την πέτρα πέτρινη.
Η τεχνική της είναι να καθιστά τα αντικείμενα ανοίκεια, τις μορφές δύσκολες, να αυξάνει την προσπάθεια και τη διάρκεια της αντίληψης, διότι η διαδικασία της αντίληψης είναι ένας αισθητικός αυτοσκοπός, και πρέπει να παραταθεί.
Η τέχνη είναι ένας τρόπος να βιώσουμε την καλλιτεχνικότητα ενός αντικειμένου· το ίδιο το αντικείμενο είναι ασήμαντο.