Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2015. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/10/15

Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, Εμφύλιος

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η σύγχρονη ιστοριολογία του ακραίου κέντρου



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ
ΣΤΑΘΗΣ ΚΑΛΥΒΑΣ, ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ, Εμφύλια Πάθη. 23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 526.

Παρά τα όσα ισχυρίζονται οι ίδιοι, διανθίζοντας τις οιμωγές τους περί στοχοποίησης, με καταδίκες της «ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς», οι ιστοριολογούντες του «ακραίου κέντρου» ηγεμονεύουν, εδώ και χρόνια, τον δημόσιο λόγο για την σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Οι απόψεις τους βρίσκουν θέση σε ευρείας κυκλοφορίας μέσα, όπως free press έντυπα, παραλογοτεχνικές Επιθεωρήσεις, κεντρικά δελτία ειδήσεων. Έχοντας μελετήσει καλά την κικερώνεια ρητορική περί του «νέου ανθρώπου» («homo novus»), ή μάλλον τη στρατηγική εκείνη του μάρκετινγκ, η οποία διδάσκει ότι το κοινό τείνει ευήκοα ώτα σε όσους παρουσιάζονται ως κατατρεγμένοι από το «σύστημα» και το «κατεστημένο», αυτοπαρουσιάζονται ως οι ταλαντούχοι «αδύναμοι» και «αποκλεισμένοι». 

Δεν θα ήθελα να τους αδικήσω. Τη δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι. Και μάλιστα, από τη στιγμή που παίζουν εν ού παικτοίς, ή τουλάχιστον, με πολύ λιγότερους παίκτες στην αντίπαλη ομάδα, νικούν κιόλας. Διότι, στο γήπεδο που έχουν επιλέξει να αγωνίζονται, αυτό του δημόσιου λόγου και της εκλαϊκευτικής ιστορίας, δεν κατεβαίνουν πια, για διάφορους λόγους, όσοι, σε άλλες εποχές, θα το έπρατταν. Αγωνίζονται, λοιπόν, κυρίως στο πεδίο της εκλαΐκευσης, είτε επειδή αυτό προκρίνουν ως σημαντικό, είτε επειδή το άλλο, το ακαδημαϊκό, έχει άλλου είδους κανόνες και πειθαρχίες, μη συμφέρουσες για τον σκοπό τους. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, αυτό τους ευνοεί: όσο κι αν ισχυρίζονται το αντίθετο, ο διαιτητής είναι στημένος. 

Μετά από είκοσι χρόνια ενασχόλησης με τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, οι Καλύβας-Μαραντζίδης καταθέτουν το κοινό τους πόρισμα για τον εμφύλιο. Ένα βιβλίο κατασκευασμένο για να γίνει ευπώλητο. Με μια Ελλάδα πνιγμένη στο αίμα, στο εξώφυλλο, με την υπερτονισμένη λέξη «Πάθη», κατακόκκινη, να χτυπά στο μάτι του υποψήφιου αγοραστή, με έναν υπότιτλο που θυμίζει άρθρο του παλιού ΚΛΙΚ ή οδηγό αυτοβοήθειας.

Ο πόλεμος της Αλβανίας

Το μέτωπο του πολέμου ως πολιτική εμπειρία

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

Η διάρθρωση του [ελληνικού] στρατού συγκροτούσε έναν επιπλέον χώρο ανάδειξης του συλλογικού. Η επιστράτευση γινόταν σε τοπική γεωγραφική βάση και οι μονάδες που έφθαναν στο μέτωπο ήταν συνήθως συγκρο­τημένες από άνδρες που κατάγονταν από την ίδια γεωγραφική περιο­χή. Αυτό ίσχυε ειδικά για τις στρατιωτικές εκείνες μονάδες που στρα­τολογούνταν στην επαρχία, αν και -με την εξαίρεση της Αθήνας- οι πόλεις ήσαν αρκετά μικρές, ώστε στη μάχιμη εκπροσώπησή τους να μην υπάρχουν άγνωστοι μεταξύ άγνωστων: θα ήταν απίθανη περίπτω­ση να μη συναντηθούν συμπατριώτες ή γνωστοί, στη δύναμη ενός λό­χου, τάγματος ή συντάγματος. Σε πολλές περιπτώσεις, η συνεύρεση στο στρατιωτικό πεδίο θύμιζε την αντίστοιχη κοινωνική των ειρηνικών χρόνων. Μια μικρή στρατιωτική μονάδα αποτελούσε συχνά μικρογρα­φία του χωριού, της επαρχίας, της κωμόπολης ή της επαρχιακής ζώ­νης από την οποία προέρχονταν τα μέλη και τα στελέχη της. Για απόσπασμα της όποιας τοπικής κοινωνίας επρόκειτο, για μια μορφή συνέχισης δεσμών και σχέσεων που προϋπήρχαν στην περίοδο της ειρή­νης.
Αυτές οι σχέσεις και αυτοί οι δεσμοί ενισχύονταν μέσα από τις νέες εμπειρίες: η σκληρή, συλλογική πολεμική περιπέτεια έδινε νέα ποιο­τική διάσταση στις προπολεμικές σχέσεις. Ήταν μια διαδικασία ενο­ποίησης των ανθρώπων, της οποίας τα χαρακτηριστικά κάθε άλλο πα­ρά αδιάφορα λειτουργούσαν για την ποιότητα των κοινωνικών δεσμών στον τόπο καταγωγής και προέλευσης των πολεμιστών - ο αντίκτυ­πος στη μη μαχόμενη κοινωνία ήταν άμεσος. Στο μέτωπο, όπως και στα μετόπισθεν, η ελληνική κοινωνία περνούσε μέσα από έντονες διερ­γασίες ενοποίησης.
Κοινοί κίνδυνοι, κοινή αντιμετώπισή τους, σπάσιμο του καθημερι­νού, των ασχολιών του καιρού της ειρήνης, έξοδος σε δραστηριότητες καινοφανείς, εμπειρίες στην επιβίωση, στον πόλεμο, στα όπλα: ένα πο­λύμορφο κοινωνικό εργαστήριο, προπαρασκευαστικό για την πολυκύ­μαντη συνέχεια.
Όλες αυτές οι εμπειρίες μάθαιναν στους ανθρώπους να υποδέχονται το καινούργιο, την αλλαγή, το απρόβλεπτο, και να εφευρίσκουν, όταν αυτό κρινόταν αναγκαίο. Πόσοι προπολεμικοί δε­σμοί, ιεραρχίες, ανάγκες, προτεραιότητες δεν έσπασαν μέσα σε αυτό το ολοένα πιο επικίνδυνο περιβάλλον! Πολύμορφοι φόβοι, ανησυχίες, ενθουσιασμοί και ελπίδες συνέπαιρναν τους ανθρώπους, δίνοντας δια­στάσεις ξένες ως τότε στη ζωή τους. Στη διάρκεια αυτών των έξι πο­λεμικών μηνών της Αλβανίας άρχισε να κτίζεται η διαθεσιμότητα των πολλών για συμμετοχή στο ιστορικό γίγνεσθαι. Για την ενεργή συμμε­τοχή τους σε όσα συνέβαιναν γύρω τους, στον κόσμο, όπως η συγκυ­ρία τον διαμόρφωνε, σε μια κατάσταση ρευστή που, όμως, ήταν τόσο ενοποιητικά και ριζοσπαστικά ιστορική! Αν θέλαμε να συνοψίσουμε, θα λέγαμε, χωρίς δισταγμό, ότι το πιο σημαντικό μάθημα αυτού του σχολείου των εμπειριών θα μπορούσε να περιγραφεί ως ο θάνατος, το τέλος του καθημερινού, του προβλέψιμου, του επαναλαμβανόμενου στην κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Για τον λόγο αυτό, οι μνήμες των παλιών, όσων έζησαν αυτές τις διεργασίες, κυριαρχούνται τόσο έντο­να από αυτές τις εμπειρίες.

Τι έφταιξε;

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΙΟΛΗΣ, Η αδύνατη ταξική ανακωχή. Η πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας, και στα συνδικάτα, μέχρι τα Δεκεμβριανά, εκδόσεις ΚΨΜ, σελ. 106

Πρόκειται για μία από εκείνες τις εργασίες που μπορούν να διαπραγματευτούν ένα από τα πιο σύνθετα ερωτήματα που τέθηκαν, εδώ και δεκαετίες, τόσο στον δημόσιο διάλογο, όσο και στους ενδόμυχους προσδιορισμούς των αναλύσεων των ίδιων των ιστορικών: το γιατί στη μετακατοχική Ελλάδα δεν συντελέστηκε αυτό που πραγματοποιήθηκε στις άλλες δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες με εξίσου ισχυρή Αριστερά, όπως τη Γαλλία και την Ιταλία, δηλαδή μια σχετικά ομαλή μετάβαση στη μεταπολεμική εποχή. Πολλές από τις υπάρχουσες απαντήσεις, αρκέστηκαν να αναζητούν την «αυτοκρατορία του κακού», τον κομμουνισμό, που τυφλά διεκδικούσε με τη βία την εξουσία, πλαισιωμένος από τους Σοβιετικούς που δήθεν διακαώς προσπαθούσαν να εντάξουν τη χώρα στο ανατολικό στρατόπεδο. Όταν, μάλιστα, οι πηγές αντιφάσκουν πλήρως προς αυτά, αναζητείται ως απάντηση το «εθνικό κακό», η δήθεν μεταφυσική ροπή των Ελλήνων προς τη διχόνοια και τη μισαλλοδοξία.
Πράγματι, η εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα με τα Δεκεμβριανά, τον ακήρυχτο, μετά τη Βάρκιζα, κατατρεγμό κατά της Αριστεράς, αλλά και τον διακηρυγμένο εμφύλιο πόλεμο στα 1946-49, πόρρω απείχε από τις εξελίξεις στις άλλες δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες. Γιατί εκεί, παρά την οχύρωση των αστικών καθεστώτων πίσω από μηχανισμούς, όπως η «επιχείρηση Gladio - κόκκινη προβιά» στην Ιταλία ή τα άτυπα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα κατά των κομμουνιστικών κομμάτων μετά τα 1947, ποτέ αυτές οι πρακτικές δεν προσέλαβαν τις τραγικές διαστάσεις που απέκτησαν στην Ελλάδα. Τόσο στην Ιταλία, όσο και τη Γαλλία, οι κομμουνιστές εντάχθηκαν, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, οργανικά στη διαδικασία εγχώριας οικονομικής ανασυγκρότησης (ο M. Thorez και ο P. Togliatti, Γ.Γ των κομμουνιστικών κομμάτων Γαλλίας και Ιταλίας, έγιναν αντιπρόεδροι και υπουργοί των κυβερνήσεων των χωρών τους) και συμμετείχαν στις τομές προοδευτικής φορολογίας και πολιτικών εργατικής προστασίας που δρομολογήθηκαν, συνέβαλαν στη διαμόρφωση των εθνικών σχεδίων ανάπτυξης, υποστήριξαν την πάνδημη απαίτηση για εθνικοποιήσεις (ορυχείων, μεταφορών, βαριάς βιομηχανίας, επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας), καταλήγοντας, μάλιστα, την εποχή εκπόνησης του σχεδίου Μονέ στη Γαλλία, η χώρα να διαθέτει το 1/5 της εγχώριας βιομηχανικής της ικανότητας υπό κρατική ιδιοκτησία.

Μετά την Απελευθέρωση της χώρας από τους Ναζί

Το όραμα της ανατροπής ενάντια στην επιδίωξη της συνέχειας

ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Μια από τις σημαντικότερες και παράλληλα λιγότερο μελετημένες πτυχές της κατοχικής πραγματικότητας είναι αυτή του τρόπου διοίκησης της χώρας από τις αρχές κατοχής. Η ναζιστική διοίκηση εισήγαγε ένα καθεστώς τρομοκρατίας και ανομίας, το οποίο οδήγησε άμεσα στη διάλυση του κρατικού μηχανισμού και γενικότερα όλων των μηχανισμών που ρύθμιζαν τη λειτουργία της κοινωνίας. Από τους όρους λειτουργίας της αγοράς, των υπηρεσιών πρόνοιας και εκπαίδευσης, μέχρι την υλοτομία των δασών ή τα εργασιακά ζητήματα, η πολιτική διάλυσης που επέβαλαν οι αρχές κατοχής καθόρισε με δραματικό τρόπο την καθημερινότητα των πολιτών. Ουσιαστικά, αμέσως μετά τη στρατιωτική κατάληψη της χώρας, με την κυβέρνηση και τον βασιλιά αυτοεξόριστους στο Κάιρο, τον στρατό διαλυμένο και τον κρατικό μηχανισμό στην υπηρεσία των κατακτητών, οι πολίτες βρέθηκαν μόνοι αντιμέτωποι με τη σκληρή κατοχική πραγματικότητα.
Η αποδιοργάνωση της καθημερινότητας ήταν μια πρακτική που ακολούθησαν κυρίως οι Ναζί, με στόχο να βυθίσουν τις κοινωνίες στην ανομία και την εξαθλίωση ώστε να εφαρμόσουν ανενόχλητοι την πολιτική εκμετάλλευσης των κατεχόμενων χωρών. Όπως ανέφερε ο Υπουργός Προπαγάνδας των Ναζί Γιόζεφ Γκαίμπελς στο ημερολόγιό του τον Φεβρουάριο του 1942: «οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις.»[1]
Η Κατοχή πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια περίοδος ακραίας ανθρωπιστικής, οικονομικής και ηθικής κρίσης, όπου η κοινωνική συνοχή τσακίστηκε από την πολιτική που ακολούθησαν οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους. Όπως σε κάθε περίοδο κρίσης, ένα τμήμα της κοινωνίας εκμεταλλεύτηκε τις έκτακτες συνθήκες για ν’ αποκτήσει πολιτική ή οικονομική ισχύ, ανοίγοντας έτσι το τεράστιο θέμα του δοσιλογισμού που δίχασε την ελληνική κοινωνία.

Στη γραμμή της νομιμότητας

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΛΑΖΟΥ



Το Σεπτέμβριο 1944 τα γερμανικά στρατεύματα άρχισαν πιεζόμενα την υποχώρησή τους από την Ελλάδα με κατεύθυνση προς βορρά.   Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού και η είσοδός του στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την αγγλοαμερικανική απόβαση στη Νορμανδία και την επιτυχημένη πορεία των συμμαχικών στρατευμάτων στην ιταλική χερσόνησο απειλούσαν να περισφίξουν σε κλοιό τα Βαλκάνια και έφερναν τον πόλεμο στις πύλες της Γερμανίας.
Η επικείμενη απελευθέρωση της Ελλάδας έθετε στο επίκεντρο το ζήτημα της δομής της   μεταπολεμικής εξουσίας.  Μέσα από την Αντίσταση κατά των αρχών Κατοχής είχαν αναδειχθεί νέες κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες οι οποίες με προεξάρχον το ΕΑΜ, ένα ευρύ μέτωπο κομμουνιστών, σοσιαλιστών και φιλελεύθερων, εφάρμοζαν ριζικούς πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς στις εκτεταμένες περιοχές που είχαν απελευθερώσει πολύ πριν οι κατακτητές εκκενώσουν οριστικά τη χώρα. Ο αντιστασιακός αγώνας που είχε ξεκινήσει με πολιτική πρωτοβουλία του ΚΚΕ ως απάντηση στην απώλεια της ανεξαρτησίας και της τρομοκρατίας που ασκούσαν οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους, έθετε εκτός από την απελευθέρωση της χώρας   κοινωνικούς και πολιτικούς στόχους, οι οποίοι συνοψίζονταν στο αρκετά ευρύ   σύνθημα «Λαοκρατία». 

Στρατηγικές προς την εξουσία

Οι περιπτώσεις των κομμουνιστικών κομμάτων Ελλάδας και Γαλλίας



ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΛΙΔΑΚΗ

Το ζήτημα της ημερήσιας διάταξης όλο το 1944 ήταν οι μεταπολεμικές διευθετήσεις, ποια δηλαδή θα ήταν τα σχήματα που θα αντικαθιστούσαν τη ναζιστική «Νέα Ευρώπη» που κυριάρχησε σε όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η πρόσδεση της ευρωπαϊκής οικονομίας στο ναζιστικό άρμα, στο πλαίσιο του ολοκληρωτικού πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στενών δεσμών των ανώτερων κοινωνικών τάξεων των κατακτημένων χωρών με τους κατακτητές τους. Οι ανάγκες της πολεμικής οικονομίας οδηγούσαν σε ραγδαία απαξίωση της εργατικής δύναμης –σε σημείο φυσικής εξόντωσης- ενώ παράλληλα αποκόμιζαν κέρδη στους πρόθυμους επιχειρηματίες. Με τον τρόπο αυτό εμπεδωνόταν ένα ναζιστικό κοινωνικό σύστημα στις κατεχόμενες χώρες, και κατά κάποιο τρόπο, αποκτούσε σε κάθε χώρα τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά του.
Οι δεσμοί αυτοί επενδύονταν πολιτικά στο σχήμα της αντικομμουνιστικής σταυροφορίας, στην υπεράσπιση της πολιτισμένης Δύσης από τις ορδές εξ Ανατολών και οι Γερμανοί ναζί αναδεικνύονταν σε κοινούς υπερασπιστές των τότε ευρωπαϊκών αξιών. Η δε κοινωνική άβυσσος της «Νέας Ευρώπης» θεωρούνταν ως επίγειος παράδεισος -ή έστω μονόδρομος- απέναντι στην απειλή του μπολσεβικισμού.
Όλα αυτά όμως έμελλε να τελειώσουν σύντομα. Ο πόλεμος είχε χαθεί και οι απαιτήσεις για το σχεδιασμό της μεταπολεμικής Ευρώπης βρίσκονταν μπροστά στις δυνάμεις που θα έβγαιναν νικήτριες. Η ήττα της Γερμανίας θα συμπαρέσυρε την ιδεολογία του καθεστώτος της αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που συνεργάστηκαν μαζί της. Καθώς οι τελευταίες αποτελούσαν σεβαστό τμήμα του προπολεμικού πολιτικού δυναμικού, η επιστροφή στα μεσοπολεμικά σχήματα, ως να μην είχε συμβεί και τίποτα σπουδαίο, αποδεικνυόταν ανέφικτη, όπως το αντιλήφθηκε η Βρετανία που το προσπάθησε.

Ο πόλεμος και η μακρά σκιά του...

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

Κ. ΓΑΡΔΙΚΑ, Α. Μ. ΔΡΟΥΜΠΟΥΚΗ, Β. ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, Κ. ΡΑΠΤΗΣ, Η μακρά σκιά της δεκαετίας του ’40. Πόλεμος - Κατοχή - Αντίσταση - Εμφύλιος. Τόμος αφιερωμένος στον Χάγκεν Φλάισερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2015, σελ. 464.

Tην οφειλόμενη τιμή στον καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, που κατάφερε, από τους πρώτους, να τοποθετήσει την Ελλάδα στον παγκόσμιο μνημονικό χάρτη του Β' Παγκοσμίου πολέμου, αποδίδει το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, από το οποίο πρόσφατα αφυπηρέτησε, εντάσσοντας στην εκδοτική του σειρά «Ιστορήματα» έναν τόμο που του αφιερώνεται, με τίτλο Η μακρά σκιά της δεκαετίας του ’40.
Στο συλλογικό αυτό έργο, που επιμελήθηκαν συνάδελφοι και μαθητές του, περιλαμβάνονται κείμενα που πρωτοπαρουσιάστηκαν στο διεθνές συνέδριο το οποίο οργανώθηκε προς τιμήν του, τον Νοέμβριο του 2012, όπου ιστορικοί από την Ελλάδα, τη Γερμανία και άλλες χώρες, διερεύνησαν τόσο την ίδια τη δεκαετία του ’40 όσο και τις μνημονικές αποτυπώσεις της.
Οι επιμελητές συγκέντρωσαν στον τιμητικό τόμο επεξεργασμένες ομιλίες που αφορούν το δεύτερο πεδίο, αυτό που ο ίδιος ο Χάγκεν Φλάισερ «άνοιξε» από τους πρώτους στην ελληνική ιστοριογραφία, με τη μελέτη του για τους Πολέμους της μνήμης (Νεφέλη, 2008): τη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης του Β' Παγκοσμίου πολέμου και τη δημόσια ιστορία του.
Μέσα από πέντε ενότητες, προσεγγίζουν σφαιρικά τόσο τις διεθνείς όσο και τις ελληνικές πτυχές της. Στην πρώτη εξετάζεται η διαχείριση του ναζιστικού παρελθόντος στα κράτη που προέκυψαν από τη συντριβή του Ράιχ: Τη Γερμανία (Βόλφγκανγκ Μπεντς), την Αυστρία και τον μύθο του «πρώτου θύματος» (Γκέρχαρντ Μποτς), τη συμμετοχή τους στην εξόντωση των Εβραίων (Νόρτε φον Βεστερνχάγκεν), τη ΓΛΔ και τον ενδογερμανικό ανταγωνισμό σχετικά με την κληρονομιά του πολέμου (Αιμιλία Ροφούζου), τέλος, την απουσία της ιστορίας της κατεχόμενης Ελλάδας από τη δημόσια μνήμη των Γερμανών (Έμπερχαρντ Ρόντχολτς), ένα κενό στην κάλυψη του οποίου συνέβαλε ο Χάγκεν Φλάισερ, τοποθετώντας τα Καλάβρυτα ή το Δίστομο πλάι στο Λίντιτσε ή την Οραντούρ...

26η Οκτωβρίου

Η καθιέρωση ενός ακόμη εορτασμού και η παύση ενός πρύτανη



ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Τούτες τις μέρες, εκτός από τον γιορτασμό της 28ης Οκτωβρίου γιορτάζουμε και την επέτειο απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912. Γιορτασμό, που όπως και μια σειρά άλλους, καθώς και την καθιέρωση παρελάσεων κατά την διάρκειά τους, επέβαλε η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου αμέσως με την εγκαθίδρυσή της, κατά τα πρότυπα του ναζιστικού γερμανικού της προτύπου.
Για τον δεύτερο γιορτασμό της επετείου, τον Οκτώβριο του 1937, ανέβηκε στην συμπρωτεύουσα και ο βασιλιάς Γεώργιος. Στο επίσημο πρόγραμμα υπήρχε και υποδοχή του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, που γιόρταζε επίσης τα 10 χρόνια λειτουργίας. Ο Πρύτανης, καθηγητής της Κοινωνιολογίας -ο πρώτος στην Ελλάδα καθηγητής σε αυτό το αντικείμενο- Αβροτέλης Ελευθερόπουλος, αφού συνόδευσε τον Βασιλιά στην κατάμεστη Αίθουσα Τελετών, ανεβαίνει στο βήμα και ρωτά τον άνακτα: «Μεγαλειότατε, έχω εις χείρας μου δύο λόγους. Έναν του κυρίου Κυρίμη [πρόκειται για τον τότε γενικό Διοικητή της Μακεδονίας που την παραμονή της υποδοχής είχε ζητήσει και λογοκρίνει την ομιλία του Πρύτανη] και έναν δικό μου. Ποίον θέλετε να σας αναγνώσω;» Ο Γεώργιος –παλιός ακροατής του Ελευθερόπουλου σε διαλέξεις του στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου ήταν καθηγητής από το 1915 μέχρι το 1929, οπότε διορίστηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπως επίσης ακροατές του υπήρξαν κατά καιρούς και οι Λένιν, Τρότσκι και Πλεχάνωφ– μετά μια σχετική αμηχανία απαντά : «Μα φυσικά τον δικό σας».

18/10/15

Οι μεγάλες ανάσες του Ηλία Λάγιου, στη στενωπό του μοντέρνου

 Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Δέκα χρόνια από τον θάνατό του (αφιέρωμα)

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Δύτης, 2015, εκτύπωση Inkjet σε χαρτί Fine Art, 100 X 82 εκ.


ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Η πολυτροπία και πολυμορφία της ποίησης του Ηλία Λάγιου είναι κάτι το αυτονόητο, για όποιον διατρέξει έστω ένα μέρος των συγκεντρωμένων από το 2009 ποιημάτων του. Από τις αρχές του ’80 ακόμα δέχτηκε ετούτο, το για μας εκ των υστέρων αυτονόητο, ανοίγοντας έκτοτε δρόμο με συλλογές οι οποίες ουδέποτε έμοιαζαν η μία με την άλλη, αποτελώντας ίσως μια ακολουθία μεταστάσεων που περιέπαιζαν και πρόδιδαν ό,τι για το πλειοψηφικό ρεύμα των ποιητών είναι ο μνημειακός τους ορίζοντας: το συνεκτικό έργο, η ορισμένη και επαναλαμβανόμενη έως την οικειότητα γλωσσική του ταυτότητα, η προγραμματική του φιλολογική εξάρτηση από συμβατικές εν τέλει παραδόσεις - γιατί τι άλλο είναι ο ομογενοποιητικός σιδηρούς κανόνας, άλλοτε της έμμετρης και άλλοτε της ελευθερόστιχης ποίησης;
Το έργο του, επειδή ακριβώς αντιστέκεται στις επιταγές των δεσμεύσεων που απορρέουν από τις κατά εποχές μορφικές τάσεις, ακόμα κι όταν δείχνει ότι τις σέβεται στην ουσία παίζει μαζί τους, αντιφάσκει διαρκώς στον ίδιο του τον εαυτό, στον λόγο της ευσταθούς υπάρξεώς του. Κάτι που προέρχεται όχι από κάποια συνειδητή επιλογή ανατροπής, αλλά από την ίδια τη φύση ενός είναι ρομαντικού, δηλαδή βαθύτατα ηθικού, δηλαδή βαθύτατα διψασμένου για μια αίσθηση δικαίου, που βγαίνει από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, όπως το νερό από το αρτεσιανό φρέαρ ενός είναι βαθύτατα απελπισμένου για την εξορία του έρωτα, όπως στο ποίημα «Χωρισμούλης»[1], ένα σωστό καβαφικό επιτύμβιο που αναμνημονεύει την ομορφιά όταν πλέον αυτή απουσιάζει και είναι ένα όνειρο.

28/6/15

Ο τελικός κύκλος

(απόσπασμα)

Γιατί δεν ήσουν παρά θιν' αλός στην Τροία βασίλισσα,
ο γκρίζος θρύλος του Ρονσάρ, του Περς η ολάσπρη πέτρα,
αυτή που χρόνοι σκεφτικοί εξύμνησαν σε αρχαία και νέα μέτρα,
του Έλιοτ κουαρτέτο, ρίμα του Λαφόργκ ή του Τσελάν το μαύρο γάλα,
παρά ένα κορίτσι ουρανός που αγάπησα και φίλησα
στα παραμύθια καστανά του μάτια τα μεγάλα,

δυο νύχτες, που δεν καταλήγουν, του Δεκέμβρη αξημέρωτες,
να τις αρδεύουν ήλιοι τρεις, να τις φιλανθρωπούν οι νόμοι,
που τ' άνθη είν' έντομα όνομα χωρίς, που σελαγίζοντας οι δρόμοι
σπουδάζουνε το ζωντανό νερό και η αιδημοσύνη είναι ανθρώπου μάτι,
η μάνα καθενός είναι η δικιά μου μάνα, σκανταλιάρικοι Έρωτες
οικονομούν ξανά την πρώτη δικαιοσύνη και στο αμέθυστο παλάτι

των μελισσοπερδίκων πανηγυρίζεται το φως, κι αυτός ακόμα, ο Θάνατος,
γίνεται ένα πεντάχρονο παιδί που παίζει βόλους με πετρόχειρους σατύρους,
γιατί ανυψώνεσαι τριοδική να δικαιώσεις όλους τους ασώματους μαρτύρους,
λάμπεις Ελένη ανυποψίαστη, η πλέον γυμνή, ετών εικοσιέξι,
κι αν στα ποδάρια σου ο κάθε χόρτος χαμηλός αυγάζει αθάνατος,
πλήρες, με ηδονή της ηδονής, το σώμα σου, στο σιωπηλό μου σούρουπο θα φέξει.

Ηλίας Λάγιος

21/6/15

Εργασία πένθους

Ο ποιητής Ηλίας Λάγιος

Νίκος Κεσσανλής, Νο121, υγρή εμουλσιόν σε καμβά, 120 x 120 εκ.


στις περιοχές του βορά είχαμε λάβει τα μέτρα μας: mit der wahren welt haben wir auch die scheinbare abgeschafft.

όμως στις χώρες της μεσογείου, το καλοκαίρι, τα πιο ωραία δειλινά δεν παρομοιάζονται διόλου με βασιλεία των ουρα­νών εφόσον είναι τω όντι τέτοια.

επιπλέον, όταν βραδιάζει ορισμένα θρυλικά ονοματεπώνυμα ανάβουν σαν τα φώτα του δρόμου.

εδώ οι σκληροί δεν χορεύουν.

οι οδοιπόροι χαμογελάνε σπανίως.

οι νεκροί νοσταλγούν την αβεβαιότητα.

οι ποιητές δεν λένε όχι αν τους προσφέρεις ένα ποτόž πηγαί­νει 1 τα ξημερώματα.

πηγαίνει 2         πηγαίνει 3                  πηγαίνει 6.

οι υπόλοιποι ζωγραφίζουμε όπως στάζουν οι αποχρώσεις του δειλινού στην καρδιά της παρομοίωσης, η οποία στέκε­ται έκτοτε αλληλόχρεη με τον άνθρωπο.

«όποτε ζωγραφίζω ένα πορτρέτο», είχε πει ο τζων σίνγκερ σάρτζεντ, «χάνω έναν φίλο»ž εμ δεν θα ’χανε;

εγώ ανάποδα: κάθε που χάνω έναν φίλο, ζωγραφίζω ένα πορτρέτο.

διότι ο νεκρός είναι ο καθρέφτης μου, θα καταλάβω πάρα πολλά από τον νεκρό.

τουναντίον, ο ζωντανός αντέχει να συγκριθεί μ’ ετοιμοθά­νατο.

14/6/15

Συντετμημένοι

μνήμη Ηλία Λάγιου

Μες στη βιβλιοθήκη συνοψίζοντας
Λαθραίες σαν χαμένες συγκινήσεις
Με την άδεια παραμονής του λόγιου
Εκεί όπου στην αλήθεια πισωπάτησε
Κι απ’ την πραγματικότητα λεηλάτησε
Άστρα και λέπια

Από τα επίλοιπα μέτρησε μέσα του ουλές
Κι από αυτές κρατούμενος λαχτάρησε
Την ίδια αύρα της ζωής
Όση μέλπει πέριξ κι όμως κανένας
Δεν έχει άρπαγες για να πιαστεί
Να αναπέμψει την αναπνοή

Έζησε κι έγραψε κι έφυγε
Σαν συστημένη επιστολή
Με παραλήπτη τη βροχή
Χαμένων φωνηέντων, κι ας τραυλών
Συγκοπτικών φωνών, συμφώνων βάμβακος
Άμετρων και μετρημένων φθόγγων

Έζησε κι έγραψε μές στο φευγιό
Συνάντηση, κι η κράση του αυτή
Χώνευε βλέμματα στ’ απόσκια
Κι αισθήματα στη λάβρα
Από πατέρες κι από γιούς
Συντετμημένους

ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
(γέν. 1961)

Παρουσία Ηλία Λάμβδα

σε νεφελώδες μελετητήριο,
ώρα: 2015

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

Γιάννης Σινιόρογλου, Alternate Scene, 2015, απόσπασμα βίντεο


ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗ

Ήταν η ώρα εκείνη, μονωμένη από ήχους και άλλα τέτοια, ανοιχτή μπροστά μου μια οθόνη πληκτροφόρα και γύρω σημειώσεις, αποκόμματα, βιβλία ανοιχτά. Για τον ποιητή έπρεπε να γράψω, εκείνον που την ιστορία της ιστορίας προσπάθησε να ξαναπεί, απορία και ερωτηματικό τόσο καιρό, από πού να τον πιάσεις και πού να το φτάσεις, ποια η πρόθεση και ποιο το σχέδιό του, ποιο τελικά το αποτέλεσμα και ποιο το έργο. Και κυρίως ποιος ο διάλογος. Ποιητής εκείνος και γω ο αναγνώστης, ένας από τους αναγνώστες εκείνου του ποιητή που ήταν ο ίδιος επίσης ποιητές πολλοί και πάλι ένας. Ώρα μονωμένη από ήχους, ώρα που τα βλέφαρα χασμουριούνται, όταν στην απέναντι καρέκλα (δεν μπορεί να κάνω λάθος, τουλάχιστον στις ιστορίες έτσι συμβαίνει) είδα να κάθεται ο Ηλίας Λάγιος. Μορφή όχι συγκεκριμένη, δοσμένη από φωτογραφίες όπως έφτασε ως τα εμάς, πλασμένη από όσα η ανάγνωση των ποιημάτων του μπορεί να υποθέσει και να προτείνει, αλλά ταυτόχρονα απόλυτη στο ποιά η ταυτότητα, ποιά η παρουσία και ποιός εκείνος.
-Ηλία Λάγιε, εδώ τι κάνεις; Και δεν έχω να σε κεράσω, ούτε μιαν ομοιοκαταληξία, ούτε έναν ίαμβο ακόμη.
Εκείνος σιωπηλός, δεν θέλησε καν να κοιτάξει. Μόνο μες το μισοσκόταδο σαν κάτι να κάπνιζε στη μορφή του σαν γόπα που ξεχάστηκε αναμμένη στα μέσα του ανθρώπου και τώρα ολόκληρος καπνίζει.
«Ηλία Λάγιε, γράφω για σένα εδώ χάμω κάτι. Δοκίμιο θα το ονόμαζα αν δεν φοβόμουνα την ειρωνεία σου ή και τις δικές μου πομπώδεις αποκλίσεις.»
«Θες να στο διαβάσω;»
Ηλίας Λάγιος. Σιωπή.

7/6/15

Συγκρίνοντας τις Ερημιές

Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ και η Έρημη Γη του Ηλία Λάγιου)

ΤΗΣ ΤΖΙΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

Μεταγραφία

Τάσος Παυλόπουλος, The Latest Paris Model, 2012,
ακρυλικά σε καμβά,
50 X 40 εκ.
«Οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται∙ οι ώριμοι ποιητές κλέβουν∙ οι κακοί ποιητές παραμορφώνουν αυτά που παίρνουν και οι καλοί ποιητές τα μετατρέπουν σε κάτι καλλίτερο, ή τουλάχιστον διαφορετικό. Ο καλός ποιητής συναρμόζει την κλοπή του σε ένα συναισθηματικό όλον που είναι μοναδικό, απόλυτα διαφορετικό από εκείνο από το οποίο αποσπάστηκε… Ο καλός ποιητής συνήθως δανείζεται από συγγραφείς απόμακρους στο χρόνο, ή ξένης γλώσσας, ή διαφορετικού ενδιαφέροντος».[i]
Με βάση το παραπάνω παράθεμα, πιστεύω πως ο Τ. Σ. Έλιοτ σίγουρα θα κατέτασσε τον Ηλία Λάγιο στην κατηγορία του «καλού ποιητή», αφού η Έρημη Γη, ως «κλοπή», ως «δάνειο», ή ως «μεταγραφία» της δικής του ποιητικής σύνθεσης The Waste Land παράγει «ένα συναισθηματικό όλον» που είναι πράγματι «μοναδικό και απόλυτα διαφορετικό», ακριβώς όπως και το δικό του ποιητικό κείμενο, το οποίο, από μια συγκεκριμένη λογοτεχνική σκοπιά, αποτελεί και αυτό «μεταγραφία» άλλων κειμένων, η γενεαλογία των οποίων χάνεται στα βάθη των αιώνων.
Η σύγκριση δεν περιορίζεται εδώ στα όρια της διακειμενικότητας, αλλά εκτείνεται σε εκείνα της «υπερκειμενικότητας» (hypertextualité) που χαρακτηρίζει, όπως επισημαίνει ο Gerard Genette, «κάθε σχέση που συνδέει ένα κείμενο ως υπερκείμενο Β ( hypertexte) με ένα προηγούμενο υποκείμενο Α (hypotexte) πάνω στο οποίο «προσκολλάται». Το υπερκείμενο Β, παρά τους μετασχηματισμούς που μπορεί να επιφέρει στο υποκείμενο Α (ειδολογικούς, υφολογικούς, πραγματολογικούς, εννοιολογικούς, συμβολικούς), «δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς αυτό».[ii] Ωστόσο, στην ανάλυση της «πατρικής» αυτής σχέσης, δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι, μεταξύ ενός υπερκειμένου Β και ενός υποκειμένου Α, συχνά παρεμβάλλεται μια διαχρονική σειρά άλλων υπερκειμένων του Α, που δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη στρωματογραφία του παλίμψηστου. Παράδειγμα: H Οδύσσεια προσφέρεται ως υποκείμενο Α, τόσο για το μυθιστόρημα Οδυσσέας του Τζόις όσο και για τo ποίημα Οι Λωτοφάγοι του Α. Tennyson. Έτσι, στο αντίστοιχο κεφάλαιο, εκτός από την Οδύσσεια θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ως ένθετο υποκείμενο Β και το ποίημα αυτό. Επίσης, μια ευρύτερη συγκριτική μελέτη με υποκείμενο Α την Έρημη Χώρα, θα έπρεπε να συμπεριλάβει ως ένθετο υπερκείμενο Β και το Petrificada Petrificante (1969) του Octavio Paz.

30/5/15

Άκληρος Λάγιος;

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Λάγιος έρχεται βέβαια από το ασυγκράτητο ποτάμι του Παλαμά, ανανεώνοντάς το˙ κοινή διαπίστωση αυτή. Η φερτή ύλη του νέου ποταμού τούτου, του Λάγιου ποταμού, φαίνεται πως χώρεσε πολλά, τα περισσότερα εισέτι ακαταλογογράφητα. Μέσα σε όλη αυτή την αμήχανη πληθωρικότητα, το λάγιο ποιητικό γεγονός συντελέστηκε ως μικροσύμπαν. Συγκροτήθηκε ως ένα μικρό οικοσύστημα.
Εννοώ: το λάγιο γεγονός συγκροτήθηκε με λογής λογής υλικά και με συγκεκριμένο κύκλο ζωής, μια τροφική αλυσίδα όπου τα μικρά συνυπάρχουν με τα μεγάλα και τα ορίζουν, ως τροφή και περιβάλλουσα ύλη τους. Οι αντιφάσεις από κοντά (και είμαστε, ακόμη, πολύ κοντά στο λάγιο μικροσύμπαν, μόλις 10 έτη μετά τον θάνατό του) μοιάζουν χάος. Μαζευόμαστε, οι βιολόγοι της ποίησης, στις όχθες του Λάγιου ποταμού, σαστισμένοι, για να μαζέψουμε δείγματα προς μελέτη. Να δούμε πώς διαντιδρούν με τα νέα ύδατα της ποίησης, τα μετα-λάγια. Ίσως στο μέλλον οι αντιφάσεις και πληθωρικότητες αυτές να μας μοιάσουν πως συντείνουν προς μια κάποια αρμονία. Προς το παρόν πολλοί, κι ο γράφων ανάμεσά τους, αντιμετωπίζουν με σχετική αμηχανία το λάγιο γεγονός.
Και μιας ο λόγος για την αρμονία, ίσως ο ρυθμός να είναι όχι μόνο τυπικά συνεκτικό υλικό του λάγιου opus, όχι μόνο ελάχιστος κοινός διαιρέτης όλων αυτών των αριθμών και των στοιχείων, αλλά και αναφορά που παρασύρει την δημιουργική ροή σε συνεχή, παράφορη, σχεδόν παραληρηματική παραγωγή. Ούτε στον Ρίτσο δεν βρίσκουμε τέτοια αστείρευτη, όσο και μεθυσμένη φλέβα, τέτοια και τόση πληθωρικότητα.

Benedictus

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

[Από τις «Μουζικούλες»]

Αλήθεια, ο άνθρωπος
συντίθεται από ελάσσονα αποσπάσματα. Δεν είναι
αρκούντος άρτιος, μονάδα. Και ποτέ δεν ήταν.
Τα αποσπάσματα, βραχνά,
ενώνονται υπό την απειλή της προτεραίας ύλης,
να εννοηματώσουν τον άνθρωπο.
Γιατί το παρελθόν δεν είναι άσμα, επίφοβη ρυτίδα,
δίβουλος έρωτας, λαγωνικό του πολέμου,
μια ξεπλυμένη ένδεια, απότοκο του ανέμου,
ένα οικογενειακό άλμπουμ, μια ξεθωριασμένη εφημερίδα
με ακατάληπτους τίτλους παρά, το όντως ον,
η προφανής μέθοδος να διακρίνεις. Το παρελθόν
είναι αιχμηρό, δεν γίνεται Ιστορία.
Τα λεπτοϋφασμένα πέπλα που αποκρύπτανε τον χρόνο
καταστραφήκανε. Τ’ αλλοτινά, κατατρεγμένα από τον πόνο,
εισβάλλουν από μια πρόστυχη εξορία.
Κι έτσι, σ’ άχαρο, τυφλό τόπο
η ερημία εποικίζεται, κλαγγάζει μες στα χέρια μου
αναστημένο το αίμα. Παραλλάζω
τα πικρά φερσίματα της γλώσσας μου,
να σ’ ανταμώσω, καρδούλα των πραγμάτων.
Ίνα τι δακρύζης η γραφή μου,
ολίγιστή μου, θεμελιώτρα, μακελεύτρα μου; Θ’ αφουγκραστώ
ξανά τον καταποντισμένο σφυγμό σου.

Μαχαίρι προσφυγιάς, πιρούνι ανέμου...

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ

Κώστας Σαχπάζης, Up and Ready, 2015 μέταλο, πλαστικό, δέρμα, ρυτίνη, φιλμ, 140 x 91 x 60 εκ., ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και του Radio Athènes  


Αφημένος στην πλάση ενός λυρικού σπαραγμού, στην τεμαχισμένη έκφραση της μεταπολιτευτικής φενάκης, με καρυωτακικής προέλευσης αυτοσαρκασμό, ο Λάγιος εισήλθε στο πεδίο των νεοελληνικών γραμμάτων ως τροφοδότης των διονυσιακών συνάξεων της λαϊκής σοφίας, προχωρώντας με θάρρος προς την ανακάλυψη μιας οιωνεί μετανεωτερικότητας.
 Το νεύμα του ποιητή περιείχε τη συνεκτική δοσοληψία των ανυπότακτων εμπειριών με τους δότες του λόγου. Οι στίχοι του, μια σειρά οπωροφόρων επεισοδίων που αιχμαλωτίζουν τους ενδοιασμούς και αποφυλακίζουν τις ενορμήσεις. Λαλιά καθημερινή, διαφεύγουσα, με ισχυρές δόσεις αναρχικού χιούμορ. Ακροβατική ορθοπεταλιά, που συγκινεί απροσχημάτιστα χωρίς να προδικάζει, ενεργοποιόντας τον κυματισμό των παραλυτικών ηδονών εντός μας.
Από μια αδέσποτη κλωστή ο Ηλίας Λάγιος έκλωθε το υφαντό της αναστάσιμης ακολουθίας των έκπτωτων. Που φυσικά δεν περατωνόταν σχεδόν ποτέ. Μια τραγική ειρωνεία, όπως και σχεδόν όλη η ιδιοφυής στιχοπλοκή του, με ανάλογο ξεδίπλωμα των χαρισμάτων της ελληνικής γλώσσας. Και ήταν κι εκείνη η παρέα στο Στρέφη... Βουίζανε, σβαρνίζανε, όπως έλεγε ο Ρεμπώ, και όλο κάτι έφερναν στο φως, σαν κτερίσματα πολύτιμα στη στάμνα του νου.

Το δέντρο Ηλί

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

Αέρας τού τρελαίνει τα κλαδιά              
—θροεί γκρεμός—, θα τον τσουλήσει.    

Μπουκάρει η Άτη με χαντζάρι,                
και της χαρίζει ένα μπουκέτο.                

Σάλεψε η ακριβή του φήμη,                    
κλωνάρι άγιο ή άγριο στεφάνι.                

Ανέβηκε και σπιρουνίζει                   
τον πιο ερωτικό του βρυχηθμό,         

Ο πατέρας μου το κτήνος       

την πιο σπαρακτική του νου               
δημιουργία,                                                                                        

είμαι εγώ, δεν είναι εκείνος.    

Ανάμεσα σε δύο μανιάτικα βουνά     
(σαν να μην ήσουν ουρανός      
σαν να μην ήσουν δάσος)        

Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα, κι’ ο ουρανός το τέρας
                        είσαι εσύ και είναι εκείνος

11.5.2015
ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

(γέν. 1980)

Ή ο Λόγος θα σωθεί ή το Σώμα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΡΗΝΑΚΗ

Poka Yio, Άτιτλο, ιμάντας, στρώμα και πραλίνα

                                                                       
Δεν είναι εύκολο να ζεις μέσα στο θαύμα και είναι ακόμα δυσκολότερο όταν μπορείς να το κατανοείς. Να θυμάσαι από στήθους ένα παρελθόν που ενέχει το μέλλον, αλλά να σε αφορά ένα μέλλον που δεν ενέχει το παρελθόν. Μέσα από μία σαρκαστική ματαιότητα έως το μαύρο νερό να θυμάσαι από στήθους ρυθμούς που αναγεννούν. Μεταξύ μιας ηχητικής γαλήνης και μιας απύθμενης ηδονής να θυμάσαι πάνω απ’ όλα τον Ήχο. Αρκούν αυτά για να ενσωματώσεις την προγλωσσική και τη μεταγλωσσική διάσταση στη γλωσσική, για ν’ αποπειραθείς Πράξεις και Συμπράξεις.
Είναι μεγάλο ρίσκο να αναζητάς και να εξερευνάς τον νου της Ιστορίας. Να θυμάσαι και να θρηνείς μέσα στη γλώσσα, ανάμεσα σε κάθε λέξη, στα κενά των ρυθμών. Να πνίγεσαι μεταξύ των τέλειων ομοιοκαταληξιών και των ατελειών του νοήματος που αυτές προκαλούν. Να κατέχεις την τεχνική, να ελέγχεις τις λέξεις, αλλά τα νοήματά τους τελικώς να σε καταλαμβάνουν, να σε λοιδορούν και να σε συντρίβουν. Το σκοινί στο οποίο χορεύεις να είναι τεντωμένο πάνω από ένα συναισθηματικό κενό. Να αποκαθηλώνεις το κορίτσι απ’ το Γαίηλ και να εκθειάζεις το αγοροκόριτσο απ’ τη Συγγρού. Πώς αλλιώς άλλωστε; Να εχθρεύεσαι την ανάγκη, κι ακόμα περισσότερο την αναγκαιότητα, επιχειρώντας έναν νέου είδους οραματισμό. Να βουτάς βαθιά σε λέξεις επικίνδυνες, σε ρυθμούς φαινομενικά εύηχους, αλλά αλλοπαρμένα αλλόκοτους και γι’ αυτό γοητευτικούς. Σε κάποιες αλληλουχίες ήχων να κερδίζεις το στοίχημα, σε κάποιες άλλες να το χάνεις. Δεν ήταν ποτέ θέμα νίκης ή ήττας άλλωστε· το γνώριζες. Αριστοτεχνικά μπορούν να γράψουν πολλοί· ποιητικά ελάχιστοι. Και ναι, λείπει ακόμα από την εποχή μας ένας απροσδόκητα πρωτόγνωρος, μα κυρίως επίκαιρος, λυρισμός.

24/5/15

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ

Η κραταιά αγωνία στο έργο του Ηλία Λάγιου

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΗΛΙΑ

Ο θάνατος ο πιο ακριβός μου φίλος
θα ’ρθή να μεταλάβη την φωνή μου
(υπάρχεις η φωνή μου;  […] 
                                                                                                                        
Ηλίας Λάγιος
      
Η διαμόρφωση και ανάπτυξη προσωπικής ποιητικής φωνής, διαδικασία βραδεία και δύσκολη, ανοιχτή σε μετατοπίσεις, μεταλλαγές ή ακόμα και ρήξεις πλην όμως πολύτιμη και αναγκαία αν θέλουμε να μιλάμε για ποίηση σημαντική, είναι μια διαδικασία η οποία κατά κύριο λόγο προκύπτει κατά την γραφή και λιγότερο υπακούει σε προγραμματικές αποφάσεις και διακηρύξεις. Με δεδομένο ότι η γραφή δεν λαμβάνει χώρα αποκομμένη από τις ανά τους αιώνες λογοτεχνικές —πρωτίστως— καταθέσεις και με δεδομένο, επίσης, ότι τελείται και υπηρετείται από ανθρώπους ζωντανούς, σε παροντικό χώρο και χρόνο, με παρακαταθήκη αλλά και βασανισμό τους το ρεύμα της ατομικής αλλά και της συλλογικής ανθρώπινης ιστορίας —πλήθος ακμαίο και λιτανεία πένθιμη, άλλοτε ευκρινέστερων και άλλοτε ασαφών και αξεδιάλυτων προσώπων, τόπων και πραγμάτων, πορεύεται στο εσωτερικό σκοτάδι και προσμένει— το ποιητικό σώμα εμπερικλείει και απηχεί περιεχόμενο, φορτίσεις και τονισμούς από υλικό το οποίο είναι εν μέρει οικείο αλλά και εν μέρει ανέλεγκτο, άγνωστο, μακρινό. Το περιεχόμενο που θα αναδυθεί και θα επιλεγεί καθώς και ο τρόπος της κατεργασίας και μορφοποίησής του, η γλώσσα, ο ρυθμός, τα εκφραστικά μέσα, ο βαθμός της ελευθέρωσης του συγκινησιακού φορτίου, ο τόνος της διάθεσης, η ποιότητα του στοχασμού, δεν θα προκύψουν τυχαία ούτε θα μπορέσουν να εξηγηθούν ως απλά προϊόντα φιλοπονίας και διανοητικού έργου. Η ποιητική διεργασία αποτελεί διεργασία εσωστρεφή, υπό την έννοια ότι ο ποιητής στρέφεται στον δικό του εσώτερο χώρο προκειμένου να φέρει στην επιφάνεια, να ψηλαφίσει, να λαμπρύνει αισθητικά, φωτίζοντας και μετασχηματίζοντας, τις δικές του, διαρκώς αναδυόμενες και ανανεούμενες νησίδες αδιαφάνειας, οι οποίες πιέζουν για μια θέση περισσότερο αποκαλυπτική, θέση συνομιλίας μέσα από ένα φανερωμένο σώμα: το σώμα του ποιητικού λόγου. Το σώμα αυτό θα συγκρουστεί και θα αναμετρηθεί με την πραγματικότητα, ενίοτε με βίαιο τρόπο, όμως συγχρόνως πρέπει να έχει την ικανότητα να την προσεγγίζει και να αφομοιώνει ορισμένους διαλεκτούς όρους της, διαφορετικά η ελπίδα επιβίωσής του θα είναι μάλλον ανύπαρκτη. Το ποίημα θα πρέπει να μπορεί να ζήσει στον έξω χώρο και χρόνο, φιλοδοξία και προορισμός του είναι να αγγίζει και να διαλέγεται με το καθολικό, χωρίς, όμως, να προδίδει και να εγκαταλείπει τους δεσμούς της προέλευσής του.