Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2020. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2020. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/10/20

28η Οκτωβρίου

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Οι εικόνες του τεύχους είναι φωτογραφίες της Μαρίας Χρουσάκη, από το μέτωπο του 1940-’41

      Μαρία Χρουσάκη, Νοσοκόμες και φαντάροι σε αντιαεροπορικό καταφύγιο, Αλβανία 1941

Η Βάσω Κατράκη τις παραμονές του πολέμου και την Κατοχή

Του Τώνη Σπητέρη*

...Κι έφτασε η 4η Αυγούστου και ο πόλεμος του ’40... Ο Κεφαλληνός με το φιλελεύθερό του πνεύμα δεν μπορούσε να ανεχτεί τη δικτατορία σε οποιαδήποτε μορφή. «Δεν θέλω να μου βάλετε χαφιέ στο εργαστήρι μου, γιατί θέλω μπαίνοντας να μπορώ να μιλάω όπως θέλω. Γι’ αυτό αφήνω σε σας την επιλογή των σπουδαστών που θα μπαίνουν στο ατελιέ μας» τους δήλωσε. 
Μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, η Σχολή αποφάσισε να φιλοτεχνήσει μερικές αφίσες με «ηρωικά» θέματα που θα ενίσχυαν το φρόνημα του κόσμου. Την εργασία αυτή ανέλαβε το εργαστήρι της χαρακτικής. «Εμείς τότε», διηγείται η Βάσω, «ήμαστε αντιμιλιταριστές, ακολουθώντας τη γραμμή του Ριζοσπάστη. Ο Κεφαλληνός τράβαγε τα μαλλιά του για να μας εξηγήσει πως ο τότε πόλεμος ήταν αμυντικός και όχι κατακτητικός κι ότι παίζαμε το παιχνίδι των φασιστών. Εμείς επειδή ακολουθούσαμε λαθεμένη καθοδήγηση, τραβάγαμε στις αφίσες μια γραμμή την ημέρα. Ύστερα όμως μας μήνυσαν πως κάναμε λάθος γιατί μας καθοδηγούσε ένας δεύτερος Ριζοσπάστης που έβγαζε η Ασφάλεια. Από τη μια μέρα στην άλλη αλλάξαμε τακτική, πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά και σύντομα τελειώσαμε τις αφίσες». 
Το εργαστήριο του Κεφαλληνού είχε φυσικά τη φήμη πως ήταν φωλιά κομμουνιστών, αφού σχεδόν όλοι οι σπουδαστές (Κουλεντιανός, Δήμου, Λουκία Παπαλεονάρδου, Τάσσος, Δαγκλής, Μανουσάκης, Μοντεσάντου, Γραμματόπουλος, κ.ά.) ήσαν αν όχι κομμουνιστές, στα σίγουρα αντιφρονούντες, όπως άλλωστε απέδειξε και η μετέπειτα στάση τους στην κατοχή και την αντίσταση. 
Μόλις τελείωσαν οι αφίσες ο Μεταξάς αποφάσισε να πάει να τις δει. Τον συνόδευαν ο Διάκος και ο Πρεβελάκης, Γραμματέας τότε των Καλών Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας, και ο Δημητριάδης, διευθυντής της Σχολής. Πριν έρθουν ο δάσκαλος τους έκανε κατήχηση. «Θέλω αξιοπρέπεια» τους είπε. Πράγμα που δεν παρέλειψαν. 

Ο «Ουρανός»

Μια αποδραματοποιημένη αντιπολεμική ματιά

Της Μαρίας Χάλκου* 

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος έχει εγγραφεί στο επίσημο αφήγημα της ελληνικής ιστορίας ως μια
περίοδος ηρωική, που διακρίθηκε για τον ενθουσιασμό, το υψηλό φρόνημα και τη μαχητικότητα του προελαύνοντος ελληνικού στρατού. Συγχρόνως έχει επιφορτιστεί με ιδιαίτερο σημασιολογικό βάρος, καθώς αποτελεί μια σπάνια ιστορική στιγμή όπου το σύνολο του έθνους μπορεί να αντιληφθεί τον εαυτό του ενωμένο, ηρωικό και νικητή. Στον Ουρανό (1962), ωστόσο, η προσέγγιση του ελληνοϊταλικού πολέμου από τον Τάκη Κανελλόπουλο στερείται εντελώς ηρωικών κατορθωμάτων και εθνικής εκμετάλλευσης. Η κούραση, ο φόβος, η θλίψη, η απορία, η δυσθυμία, ακόμα και η γκρίνια κυριαρχούν στο στράτευμα. Ο θάνατος, επίσης, δεν συνιστά ηρωική θυσία αγωνιζόμενων για την ελευθερία τους Ελλήνων. Είναι παράλογος και άδικος και ταυτόχρονα απο-δραματοποιημένος, καθώς συμβαίνει απλά και εύκολα, σχεδόν ανεπαίσθητα, και με κοινότοπους τρόπους, τόσο επαναλαμβανόμενα που μετατρέπεται σε ένα ασήμαντο γεγονός, χωρίς αξία. Ο πόλεμος στον Ουρανό δεν διαγράφεται ηρωικός και θριαμβικός, αλλά ως ήττα της ζωής, του ατόμου και των ανθρώπινων αξιών. 
Βασική πρόθεση της ταινίας ήταν να αρθρωθεί ένας ρητός αντιπολεμικός και ουμανιστικός λόγος, συμπορευόμενος με το φιλειρηνικό πνεύμα της δεκαετίας του ’60 και στα χνάρια των ανατολικοευρωπαϊκών αντιπολεμικών ταινιών, που προβάλλονταν με επιτυχία στους ελληνικούς κινηματογράφους εκείνη την εποχή. Ο ίδιος ο Κανελλόπουλος είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για τον κινηματογράφο των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, ο οποίος πρόσφατα είχε εισηγηθεί το αντιηρωικό παράδειγμα στην αναπαράσταση του πολέμου, μετατοπίζοντας την έμφαση από τον ηρωισμό στην καθημερινή ζωή και στις κακουχίες του πολέμου. 

Φωτογραφίζοντας

Στα βουνά της Αλβανίας 

Μαρία Χρουσάκη, θάλαμος νοσοκομείου

Του Γιάννη Σταθάτου* 

Αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό φωτογράφων που ενεπλάκησαν, ερασιτεχνών και επαγγελματιών, καθώς και από τον όγκο φωτογραφιών που παρήγαγαν, κανένας ελληνικός πόλεμος δεν φωτογραφήθηκε τόσο εντατικά όσο οι δύο Βαλκανικοί του 1912-13. Αντιθέτως, η φωτογράφιση του πόλεμου του 1940-41 αποδείχθηκε σχετικά πενιχρή, τουλάχιστον σε σχέση με τους προηγούμενους. Οι λόγοι φαίνεται να ήσαν κυρίως δύο: αφενός, οι εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες του Αλβανικού μετώπου, προπάντων όταν άρχισε να σφίγγει ο χειμώνας, και, αφετέρου, η σημαντικά αυξημένη λογοκρισία και η επιτήρηση δημοσιογράφων και φωτογράφων από μέρους της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. 
Επίδοξοι πολεμικοί φωτογράφοι, ακόμα και πεπειραμένοι επαγγελματίες, όπως οι τρεις αδελφοί Μεγαλοκονόμου και ο Δημήτρης Γιάγκογλου, δεν ήσαν απλώς αναγκασμένοι να ζητήσουν τη ρητή άδεια των στρατιωτικών αρχών πριν προσεγγίσουν το μέτωπο, παρά βρέθηκαν ντυμένοι στο χακί και τοποθετημένοι υπό τον έλεγχο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Μεταξύ των, ο 64χρονος ζωγράφος, φωτογράφος και κινηματογραφιστής Γεώργιος Προκοπίου, που έμελλε να πεθάνει στην Αλβανία, και ο μετέπειτα γνωστός Δημήτρης Χαρισιάδης. Αναφερόμενη στον τελευταίο, η Αλεξάνδρα Μόσχοβη σημείωσε πως «βρισκόταν συνεχώς υπό την επιτήρηση μόνιμου αξιωματικού εντεταλμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα διέρρεαν εικόνες που θα μπορούσαν να διαταράξουν το προπαγανδιζόμενο αίσθημα εθνικής ανάτασης». Βέβαιον είναι πως η αυστηρή λογοκρισία περιόρισε κατά πολύ την επιτρεπόμενη θεματική, και όχι μόνο για λόγους ασφαλείας: με ανακοίνωση του ίδιου του Μεταξά προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες τύπου στις 30/10/1940, απαγορευόταν η δημοσίευση εικόνων ικανών να κλονίσουν το ηθικό του πληθυσμού. Το αποτέλεσμα είναι πως στην πλειονότητά της, η φωτογραφική απεικόνιση του Αλβανικού μετώπου (όπως τουλάχιστον έχει φθάσει μέχρις εμάς) είναι κάπως υποτονική, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό από σκηνές καθημερινού βίου, ομαδικά πορτραίτα περισσότερο ή λιγότερο ενθουσιασμένων οπλιτών, ιταλικά λάφυρα και στημένες πολεμικές παραστάσεις ή «ασκήσεις μάχης».

Αστισμός και πόλεμος

28η Οκτωβρίου ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Μαρία Χρουσάκη, Μουλάρια Μεταφορικού, Αλβανία


Του Άλκη Ρήγου 

Νοέμβριος 1940. Τα διεθνή πρακτορεία μεταδίδουν, σε όλο τον κόσμο, την κατάληψη της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό. Πρόκειται για την πρώτη πόλη της Ευρώπης που λευτερώνεται από τις δυνάμεις του Άξονα. 
Ακόμη και ιαπωνικές εφημερίδες γράφουν με θαυμασμό για την ανδρεία των Ελλήνων, ενώ ο τουρκικός Τύπος, ίσως για μοναδική φορά στην ιστορία του, κυκλοφορεί με πρωτοσέλιδους τίτλους «Ζήτω η Ελλάς», «Αλησμόνητο, για όλο τον κόσμο, παράδειγμα γενναιότητας», «Είμαστε περήφανοι γιατί συνδεόμαστε με συμμαχία με ένα τέτοιο Έθνος». Ο υπουργός προπαγάνδας του Γ΄ Ράιχ, Γκαίπελς, αφού απαγορεύει βέβαια κάθε αναφορά των γεγονότων στον ελεγχόμενο Τύπο της Γερμανίας, κατά μόνας… στοχάζεται, «ίσως κρατάνε κάτι από τους αρχαίους τους προγόνους»! Έκπληκτη η ανθρωπότητα παρακολουθεί την αντιστροφή της φασιστικής εξάπλωσης. 
Ένα δευτερεύον στρατιωτικά και τοπικού χαρακτήρα πολεμικό επεισόδιο, μετατρέπεται ψυχολογικά σε καταλύτη αντιφασιστικών διεργασιών. Ο Σαρτρ, ο Καμύ, ο Μιραμπέλ, ο Ελυάρ, ο Σουμάν, εκφράζουν τον «μεγάλο και τρυφερό θαυμασμό τους», όπως έγραφε ο Ματίς, «για τούτη την εφεδρεία της ανθρώπινης συνείδησης», όπως χαρακτήριζε την Ελλάδα του ’40, ο Λε Γκορπυζιέ. 
Ο Αντρέ Ζίντ, από την συνθηκολογημένη και κατεχόμενη Γαλλία, αποδίδει ίσως καλύτερα από κάθε άλλον το γεγονός: «…Γενναίε ελληνικέ λαέ! Καταλαβαίνετε τι είστε για μας σήμερα; Στη διάρκεια των τελευταίων φοβερών μηνών, δεν είχαμε γνωρίσει παρά μονάχα αποτυχίες και απογοητεύσεις, την συντριβή της περηφάνιας μας, των ελπίδων μας … και ξαφνικά η φωνή σας, η πιο αγαπητή ανάμεσα σε όλες, υψώνεται και κυριαρχεί πάνω στη συγκεχυμένη βοή της κόλασης.

29/3/20

Για την επαναστατική ιδεολογία και το φρόνημα το 1821




ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΙΖΑΝΙΑ
 
Σε όλες τις επαναστάσεις, απέναντι στις ιστορικές αδράνειες, τις αντινομίες και τις φυγόκεντρες τάσεις οι οποίες προκαλούνται, λειτουργούν δύο κύριες κεντρομόλες δυνάμεις: η πολιτική βούληση των εν γένει ηγεσιών με την οποία εξασφαλίζεται, λίγο πολύ, η συνέχεια της αγωνιστικής δυναμικής, και η επαναστατική ιδεολογία η οποία τείνει εξ αντικειμένου να αναστρέφει τις φυγόκεντρες τάσεις και ταυτόχρονα να πολώνει την αντιπαράθεση με τον εχθρό. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι πόσο βαθειά μπορούμε να σκάψουμε στα αρχεία για να διαπιστώσουμε, με ατελή αποτελέσματα ασφαλώς, εάν και πως αρθρωνόταν ή ενσφηνωνόταν η επαναστατική ιδεολογία στις μακραίωνες παραστάσεις των μεγάλων μαζών όπως είχαν διαμορφωθεί επί αιώνες θεοκρατικής δεσποτείας.
Από το ξέσπασμα της Επανάστασης, και με τους ποικίλους χειρισμούς των πολιτικών ηγεσιών, αλλά και ανεξάρτητα από αυτές, με την έκδοση αρκετών εφημερίδων, δημόσιων λόγων, φυλλαδίων, λίγων εφημερίδων τοίχου σε πόλεις, ιδίως το βάρος του κύρους των προσωπικοτήτων που ήταν φορείς της ιδεολογίας αυτής, ο επαναστατικός πατριωτισμός κέρδιζε κοινωνικό χώρο, διαχεόταν στον εν γένει πληθυσμό. Ο Γάλλος Φιλέλληνας, αξιωματικός του Ναπολέοντα Jean-François-Maxime Raybaud, είδε απλούς κληρικούς οι οποίοι καλούσαν με φλογερούς πατριωτικούς λόγους τους πιστούς να πάρουν τα όπλα και αυτοί ανταποκρίνονταν με ό,τι διέθεταν που θα μπορούσε να θυμίζει όπλο. Που σημαίνει ότι ιερείς στο όνομα της Επανάστασης έδιναν προτεραιότητα στο κόσμο ετούτο, παρακάμπτοντας τις απαιτήσεις τις χριστιανικής πίστης. Προπαγάνδιζαν μια αμιγώς κοσμική ιδεολογία χρησιμοποιώντας το κύρος τους και τα λόγια της πίστης. Έτσι, με χίλιους τρόπους και πολλά μέσα, διαμορφωνόταν μια μορφή ενοποιητικής ιδεολογικής δύναμης την οποία ο Χειμαριώτης στρατηγός Σπυρομίλιος θεωρούσε ακαταμάχητη: «Ούτ’ εδύνατο να πιστεύση [ο Κιουταχής] το, όπου συναθροισμένοι άνθρωποι έχοντες τον πατριωτισμόν οδηγόν, τίποτις δεν τους δαμάζει…».

22/3/20

Η λοιμική


Παράξενη αυτή η 199η επέτειος της Επανάστασης, της συστατικής πράξης του νεοελληνικού έθνους κράτους. Όχι, φυσικά, λόγω της έκκεντρης θέσης της σε σχέση με την επερχόμενη «στρογγυλή» επέτειο των 200 ετών. Η φετινή επέτειος συμπίπτει με μια βιοπολιτική καταιγίδα, το εύρος και, κυρίως, τα μετασχηματιστικά αποτελέσματα της οποίας ακόμη αγνοούμε. Η λοιμική, παράπλευρη συνέπεια της στρατιωτικής δράσης κατά την Επανάσταση, της πολιορκίας μαχητών και αμάχων στα κάστρα, αποτελεί σιωπηλό συνοδό τούτης της επετείου.
Δεν είναι οι ματαιωμένες παρελάσεις, ούτε η μετατροπή κάθε σπιτιού σε λοιμοκαθαρτήριο, που συνδέουν την επέτειο με τον λοιμό· είναι οι νοητές εικόνες των πολιορκημένων και των προσφύγων, το «ελεεινόν θέαμα» των «απόρων και ασθενών, κειμένων και εις αυτάς τας αγυιάς» του Ναυπλίου, της Τριπολιτσάς ή του Μεσολογγίου· είναι «οι εκτάδην εν αγυιαίς κείμενοι ασθενείς», που γίνονται «αιτία τού να αυξάνη η νόσος εις την πόλιν ταύτην και ατιμία του Έθνους»· είναι η ντροπή της Μόριας...
Το Βουλευτικόν Σώμα, απευθυνόμενο «προς το Σεβαστόν Εκτελεστικόν» στις 24 Ιουλίου 1824, μπροστά στην επιδημία εξανθηματικού τύφου που μαστίζει το Ναύπλιο, «γνωμοδοτεί να επιταχυνθή η σύστασις νοσοκομείου», «να διορισθή δε και μία επιτροπή να καταγράψη τα διάφορα δυστυχή και αδύνατα υποκείμενα (τα οποία δεν δύνανται με τους κόπους των να τραφώσι) και εις αυτά μόνα να διορισθή να δίδεται ανάλογον ψωμί». Το νεωτερικό κράτος που αναδύεται από τις φλόγες της Επανάστασης πραγματοποιεί μια τομή σε σχέση με τις προνεωτερικές πρακτικές, εκτείνοντας το καθεστώς διακυβέρνησης στο σύνολο του πληθυσμού.
Εκεί όπου το νεωτερικό κράτος θεωρεί ατιμωτική για το έθνος την παραμέληση των απόρων και των ασθενών, το νεοφιλελεύθερο κράτος της ύστερης νεωτερικότητας δέχεται να στοιβάζει 25.000 αναγκεμένους και απελπισμένους ανθρώπους πίσω από τα σύρματα, «εν καλύβαις πνιγηραίς», με μόνη την ευχή να μην φτάσει εκεί το κακό. Όσο παράλογο κι αν μας φαίνεται αυτό, και οι δύο πρακτικές διέπονται από τη δική τους ορθολογικότητα: της ζωής η πρώτη· του θανάτου η δεύτερη... 

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗΣ

Ο λιμός στο Μεσολόγγι

Κοσμάς Ξενάκης, Χασάπηδες, 1956, λάδι σε εφημερίδες επικολλημένες σε κόντρα πλακέ, 61,5 × 85 εκ.



ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΔΙΑΚΑΚΗ

Το Μεσολόγγι των μέσων του 18ου αιώνα ήταν μια ευημερούσα μικρή πόλη, σημαντικό κέντρο εξαγωγής αγροτικών προϊόντων, με αξιόλογο εμπορικό στόλο. Στις παραμονές της Επανάστασης η πόλη είχε ένα νεανικό πληθυσμό της τάξης των 5.000 κατοίκων, αλλά είχε χάσει την οικονομική του ακμή, τόσο λόγω της υστέρησής του στον εμπορικό ανταγωνισμό, όσο και της πίεσης από το καθεστώς του Αλή πασά των Ιωαννίνων. Η επανάσταση εκδηλώθηκε στα τέλη Μαΐου του 1821 και οι επαναστάτες ήλεγξαν γρήγορα σχεδόν ολόκληρη τη δυτική Στερεά. Σύντομα, ο πληθυσμός του Μεσολογγίου αυξήθηκε ίσως στο διπλάσιο, κυρίως λόγω του μεγάλου προσφυγικού ρεύματος από τις βορειότερες περιοχές, με την πόλη να αποκτά στο εξής κομβικό ρόλο στην προσφυγική κίνηση προς τα Επτάνησα και την Πελοπόννησο. Εθελοντές από άλλες περιοχές, φιλέλληνες, έμποροι, ναύτες του στόλου, συμπλήρωναν την εικόνα ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου στη σύνθεσή του πληθυσμιακού μωσαϊκού στην πόλη, ενώ το γειτονικό νησάκι Κάλαμος έγινε καταφύγιο δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, παρά τις προβληματικές συνθήκες διαβίωσης.
Η δυνατότητα εφοδιασμού και ενισχύσεων από τη θάλασσα, η προσποιητή διαπραγμάτευση εκ μέρους των αμυνόμενων, αλλά και οι αδυναμίες των πολιορκητών, έσωσαν την πόλη κατά την πρώτη πολιορκία, στα τέλη του 1822. Σύντομα, το Μεσολόγγι εξελίχθηκε σε στρατιωτική βάση, ύστερα μάλιστα από τα εκτεταμένα οχυρωματικά έργα του 1823-1824. Όπως ήταν αναμενόμενο, η στρατιωτική συνοδεύτηκε από τη διοικητική λειτουργία, χάρη και στην προσπάθεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, με την οργάνωση τοπικών αρχών, με στόχο τον έλεγχο των σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών αποφάσεων, την ορθολογική διαχείριση των πόρων, την απονομή της δικαιοσύνης από ανεξάρτητους φορείς βάσει γραπτών νόμων.

σκλάβος, αυτόμολος, φυγάς

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΣΑΡΑΦΗ

Ιούλιος 1825· ο Πάνος Ανατολίτης, χριστιανός στρατιώτης στα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά, δραπετεύει από την πρόσφατα κατακτημένη Τριπολιτσά και προσφεύγει στο στρατόπεδο του Γενικού Αρχηγού των ελληνικών στρατευμάτων Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Αρχηγός τον στέλνει στο Άστρος, από όπου συντάσσει αναφορά προς το Εκτελεστικό Σώμα: «είμαι χριστιανός, είμαι φιλελεύθερος [φίλος της ελευθερίας], δεν παρεκινήθην εις τούτο [την αυτομόληση] αλλά από μόνον της πίστεως ημών έρωτα και κατέφυγον εις τους Έλληνας». Αρχικά συνάντησε την τύχη κάθε αδύναμου: οι Έλληνες τον «εγύμνωσαν» δύο φορές από όπλα και χρήματα. Με την επιστολή ζητά να του επιστραφούν τα αρπαγέντα πράγματά του και παράλληλα προσφέρει στην επαναστατική Διοίκηση τις υπηρεσίες του ως στρατιώτης: «να δουλεύσω την Ελλάδα... όπου και όπως εγκρίνη». Το Υπουργείο της Αστυνομίας εισηγείται αρχικά την απόδοση μικρής οικονομικής ενίσχυσης (25-30 γρόσια), για να αποζημιωθεί για την κλοπή και να εξασφαλιστούν προσωρινά τα προς το ζην, και επιπλέον τον διορισμό του στο υπό σύσταση σώμα του τακτικού ιππικού.
Μισό μήνα αργότερα, η Γενική Αστυνομία Ναυπλίου, για να εξακριβωθεί αν πρόκειται για κατάσκοπο του Ιμπραήμ πασά, τον υπέβαλε σε ανάκριση. Οι απαντήσεις που έδωσε στις αστυνομικές αρχές μας επιτρέπουν να διαγράψουμε στον χάρτη το προσωπικό του δρομολόγιο· ας υπομνήσουμε εδώ πως δεν έχει τόση σημασία αν ο ανακρινόμενος είπε πλήρως την αλήθεια, αν απέκρυψε ή αν λείανε σημεία της πορείας του υπό τον φόβο να θεωρηθεί κατάσκοπος από τις ανακριτικές αρχές. Αυτό που έχει σημασία, διαβάζοντας κανείς σήμερα την κατάθεσή του, είναι πως αυτή έγινε πιστευτή, ακριβώς γιατί περιέγραφε ένα δρομολόγιο που μπορούσε να συμβεί.

Ο Γιάνης Κορδάτος

και η επέτειος των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης

Κοσμάς Ξενάκης, Χασάπηδες, 1954, κόλλα σε χαρτί επικολλημένο


ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΑΚΗ

Πώς θα επιστρέφαμε σήμερα, λίγους μήνες πριν τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, στο έργο του Γιάνη Κορδάτου, του ιστορικού που ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη μελέτη της και που επηρέασε έντονα την πρόσληψή της από ένα ευρύτερο κοινό; Γιατί αναμφίβολα Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής  Επαναστάσεως που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1924, ένα βιβλίο πούσκασε σαν αληθινή μπόμπα ανάμεσα στα λιμνασμένα νερά της Ελληνικής ζωής, όπως έγραψε στον Νουμά ο Κώστας Παρορίτης, αποτέλεσε μια μείζονα τομή για τη μελέτη του Αγώνα. Κάτι περισσότερο: θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτέλεσε το ορόσημο για το πέρασμα από τον μακρό 19ο αιώνα της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας στον σύντομο 20ό, που σημαδεύθηκε από την επίδραση του μαρξισμού. Κι αυτό γιατί ήταν το πρώτο βιβλίο που προχωρούσε σε μια σαφή αναθεώρηση της μελέτης της Επανάστασης προτάσσοντας, με βάση τον διαλεκτικό υλισμό, τον κοινωνικό έναντι του εθνικού χαρακτήρα της και αποτιμώντας τους πρωταγωνιστές της με ταξικό πλέον πρόσημο.
Η έκδοσή της Κοινωνικής σημασίας ήταν σαν ένα βότσαλο στη λίμνη. Αν η πτώση του προκαλεί έντονες αναταράξεις, σταδιακά αυτές λιγοστεύουν, ώσπου οι κύκλοι που σταδιακά σχηματίζονται γύρω από το σημείο που έπεσε να γίνουν ένα με την ήρεμη επιφάνεια του νερού.  Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο, με πολύ γρήγορα εξαντλημένη την πρώτη έκδοση, έγινε αντικείμενο σκληρότατων κριτικών από ακαδημαϊκούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, ενώ ο συγγραφέας του κινδύνευσε να αφοριστεί. Η απόρριψη προήλθε και από την κομμουνιστική Αριστερά, της οποίας ο Κορδάτος αποτέλεσε κορυφαίο μεσοπολεμικό στέλεχος, καθώς η ιστοριογραφική του ανάγνωση θεωρήθηκε εκτός κομματικής γραμμής. Σταδιακά, όμως, με το βιβλίο του Κορδάτου έγινε ό,τι με τις μεγάλες ιστορικές συνθέσεις: το σημαντικό δεν είναι αν διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς με το σύνολο ή με επιμέρους στοιχεία του, αλλά το ότι δεν μπορεί να το αγνοήσει: από τα μεσοπολεμικά έργα των Παναγιώτη Πιπινέλη, Απόστολου Δασκαλάκη και Μιχάλη Σακελλαρίου -συνθέσεις που προσπάθησαν να τον αντιμετωπίσουν προτάσσοντας νέα ερμηνευτικά σχήματα- στις κατοχικές Μορφές του 1821 του κομμουνιστή Γιώργη Λαμπρινού, στην εισαγωγή στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη από τον Σπύρο Ασδραχά, ο διάλογος με το έργο του Κορδάτου ήταν έντονος και καθοριστικός.

Ο λιμός και ο λοιμός στο Ναύπλιο

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΠΗΚΑΜΕ πενήντα στρατιώτες, μαζί και οι αναγκαίοι γραμματικοί, να παραλάβουμε τα πράγματα των Τούρκων, ενώ οι τακτικοί εμπόδιζαν κάθε άνθρωπο να μπει ή να βγει απ’ την πόλη, κατά τη συμφωνία της παράδοσης. Η συνθήκη έλεγε να παραδώσουν οι Τούρκοι τα όπλα τους, τα πολύτιμα πράγματα και όλα τα κινητά υπάρχοντά τους, εκτός από δύο αλλαξιές ρούχα, ένα στρώμα κι ένα σκέπασμα ο καθένας και γιαυτό έπρεπε να γίνει έρευνα απ’ τους Έλληνες, που όμως θα έδιναν σε κάθε ψυχή ζώσα 300 δράμια ψωμί την ημέρα, έως ότου έρθουν τα πλοία να τους μετακομίσουν στη Ανατολή και ιδίως στη Σμύρνη.
Σαν ήρθαμε στην πόλη, εβρήκαμε τους Τούρκους σε άθλια κατάσταση, από την πείνα. Δεν είχανε αφήσει ζώο κανένα, ούτε πετεινό ούτε γάτα ή ποντικό. Κατά την υγεία τους, μπορούσες να τους διαιρέσεις σε τρεις τάξεις, δηλαδή οι γεροί και δυνατοί, οι άρρωστοι κι αδύναμοι και οι αναίσθητοι. Αυτοί οι τελευταίοι σουρνόντουσαν στη γη και έσκαβαν στα κατώγια των σπιτιών, στις κοπριές και τις άλλες ακαθαρσίες της πόλης, όπου έβρισκαν σκουλήκια μεγάλα και τα έτρωγαν. Είχαν φτάσει σε τέτοια αναισθησία, ώστε όταν τους πλησιάζαμε, γύριζαν και μας κοίταζαν με τα μάτια γλαρά και παραπονεμένα, χασμουργιόντουσαν κι έκαναν να ζητήσουν βοήθεια, αλλά δεν μπορούσαν να μιλήσουν, κι έπειτα κατέβαζαν πάλι τα μάτια και συνέχιζαν να σκάβουν, έβρισκαν τα σκουλήκια, τα άρπαζαν και με μεγάλη ταχύτητα κι επιθυμία τα έχαφταν, και δεν εφρόντιζαν τίποτα άλλο παρά για τη συντήρηση της ζωής τους.
Η άλλη τάξη, οι άρρωστοι κι αδύναμοι, ήτανε λίγο δυνατότερη. Αυτοί μπουσούλαγαν και εννοούσαν κάπως καλύτερα από τους προηγούμενους. Αλλά απ’ την πείνα έτρωγαν τους νεκρούς, ετράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια και με πολλή όρεξη και επιμέλεια προσπαθούσαν να χορτάσουν. Όταν τους φωνάζαμε άκουγαν, γύριζαν, μας έβλεπαν, κι έπειτα πάλι άρχιζαν να τρώνε τα κρέατα των νεκρών. Τη νύχτα εκοιμόντουσαν σε κάποια αγκωνή, σε μέρος στεγνό, πέντε έξι μαζί.

Πρόσφυγες στην Επανάσταση

«η λέξις ξένος να λείψη μεταξύ Ελλήνων»[1]

Κοσμάς Ξενάκης, Χασάπης, 1954, τέμπερα σὲ χαρτόνι, 35,5 × 39 εκ.

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΤΑΘΗ

Οι πόλεμοι, διακρατικοί ή εμφύλιοι, παράγουν πρόσφυγες: αμάχους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τις πολλαπλές συνέπειες των συγκρούσεων ή ηττημένους ενόπλους που επιδιώκουν να αποφύγουν τις διώξεις των νικητών. Η επανάσταση του 1821 παρήγαγε μεγάλα κύματα προσφύγων που κατέφυγαν στις επαναστατημένες περιοχές από περιφέρειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις οποίες οι χριστιανοί υπέστησαν διώξεις ως αντίποινα στην Επανάσταση (Κυδωνίες, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) ή από περιοχές που πήραν τα όπλα αλλά η εξέγερση κατεστάλη (Κρήτη, Χίος, Κάσος, Ψαρά, περιοχές της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου).
Οι σχέσεις προσφύγων και ντόπιων στις περιοχές υποδοχής ήταν συνήθως συγκρουσιακές, παρά τον κοινό αγώνα που έδιναν εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η επαναστατική διοίκηση έλαβε μέτρα προστασίας των προσφύγων: διέταξε τις τοπικές αρχές να τους παράσχουν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης όταν κατέφταναν στις επαναστατημένες περιοχές, όρισε οι άποροι να τρέφονται από το δημόσιο ταμείο, τους απάλλαξε από την καταβολή φόρων και προσπάθησε να τους βρει τόπους εγκατάστασης. Εντούτοις, οι ντόπιοι συχνά επιδίωξαν να εκμεταλλευτούν τους πρόσφυγες που βρίσκονταν σε αδυναμία. Οι καραβοκύρηδες που τους μετέφεραν στις ελεύθερες περιοχές αποσπούσαν υπέρογκα ποσά ως αποζημίωση για το ταξίδι. Παρά τις εντολές της Διοίκησης και την έλλειψη πόρων των προσφύγων, οι κατά τόπους εντεταλμένοι για τη συλλογή των φόρων δημογέροντες επέμεναν να φορολογούν τους εγκατεστημένους στις περιοχές τους πρόσφυγες και οι ιδιοκτήτες καταλυμάτων χρέωναν υψηλά ενοίκια στους άστεγους πρόσφυγες.