Ο Νίκος Εγγονόπουλος απέναντι στον
μακρυγιαννισμό (ΣΤ΄)
Ο Μπολιβάρ
δεν τελειώνει το 1943, δεν είναι ένα κλειστό ποίημα, μιας ορισμένης στιγμής η
οποία απαιτεί επικό ύφος και επικαιρικά σύμβολα – γιατί και τέτοια ποιήματα
έχει γράψει ο Εγγονόπουλος. Όπως εκείνο το “Ένα οργισμένο ποίημα Κατοχής”, που το
περιλαμβάνει, πολύ αργότερα, στην τελευταία συλλογή του, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (1978), φωτίζοντας έτσι και όλη τη διαδρομή,
τόσο του ιδίου όσο και των αναγνώσεων του έργου του και των διακυβευμάτων που
υπάρχουν σε αυτό (με μια πίκρα, όπως θα δείξω, κυρίως για τις εξ αριστερών
αναγνώσεις).
Η
εκτέλεση ενός κομμουνιστή
και
η “πολιτική επιστράτευση” του 1943
Το ποίημα αυτό του Εγγονόπουλου έχει ως ήρωα
τον Μήτσο Αστερίου, στέλεχος του ΚΚΕ που εκτελέστηκε μαζί με άλλους στην
Θεσσαλονίκη, την 1η Μαρτίου 1943: “Για
δέστε πώς μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,/ Στα ξεσκισμένα στήθεια του απάνω να
μας σφίξει.// Στον τοίχο που τον έσουρναν, τυφλό να τον σκοτώσουν”.
Πρόκειται για ένα ποίημα που πρέπει να θεωρήσουμε ότι γράφεται λίγο μετά τον Μπολιβάρ (1942-’43), και μάλιστα κάποιο χρόνο
μετά την εκτέλεση του Αστερίου, αφού θα μεσολάβησε ο χρόνος που χρειάστηκε ώστε
το γεγονός να περάσει στον παράνομο Τύπο και να φθάσει η σχετική πηγή
πληροφόρησης στα χέρια του Εγγονόπουλου, ο οποίος έτσι γνωρίζει λεπτομέρειες (“τον
τύφλωσαν σε βασανιστήρια”, όπως επισημαίνει), καθώς και βιογραφικά στοιχεία του
εκτελεσμένου κομμουνιστή: “Αλλ’ όμως τώρα
τραγουδώ το Μήτσο Αστερίου,/ Που είταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη”
(ήταν από τον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας).[1]
Τις ίδιες εκείνες μέρες, στις 5 Μαρτίου
1943, γίνεται η μεγαλειώδης συγκέντρωση στην Αθήνα, κατά της “πολιτικής
επιστράτευσης”, δηλαδή κατά της μεταφοράς εργατικού δυναμικού στα γερμανικά
εργοστάσια, κυρίως εργοστάσια όπλων και πυρομαχικών: “Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,/ Και με τα χέρια λεύτερα
μουντζώστε τους φασίστες”. Και συνεχίζει το ποίημα: “Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,/ Όλοι μαζύ να ψάλλουμε
της Εργατιάς τη Νίκη”.



