Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2012. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/11/12

Πολυτεχνείο 1973

Η εξέγερση του μέλλοντός μας


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ
Έλενα Χασαλεύρη- Α-πορεία στα βουνά
Υπάρχουν στην Ιστορία ενός λαού κάποιες ώρες που η πολιτική κοινωνία, αδιαμεσολάβητα, υπερβαίνοντας την κυρίαρχη πολιτική σκηνή, προβάλλει πρωταγωνιστικά στο προσκήνιο του Δημόσιου χώρου, παράγοντας συγκλονιστικά υλικά αποτελέσματα. Μοναδικό τέτοιου είδους γεγονός στη μεταπολεμική μας διαδρομή αποτελεί το Πολυτεχνείο του 1973, που η λαϊκή συνείδηση από τότε, και όχι τυχαία, εγχάραξε στην μνήμη της ως Εξέγερση, με ό,τι αυτό δυναμικά συμπαραμαρτυρεί. Κανείς δεν το είχε σχεδιάσει, ούτε είχε φανταστεί την έκταση και ένταση των διεργασιών και των συνεπειών που επέφερε.

Καθώς περνούν τα χρόνια

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

«Καθώς περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι κριτές που μας καταδικάζουν», έγραψε ο ποιητής. Το Πολυτεχνείο είναι το τελευταίο ποίημα της νεανικής εξέγερσης και αντίστασης των νέων της Ελλάδας, που ξέπλυναν τη ντροπή της ανοχής, του φόβου και της τρομοκρατίας που επέβαλε η χούντα, που θέλησε να σώσει, ή άλλως να θεραπεύσει τον ελληνικό λαό, βάζοντάς τον στο γύψο από το μίασμα της δημοκρατίας. Αν δεν υπήρχαν οι χουντίσαντες, δεν θα φωνάζαμε στο Πολυτεχνείο: «έξι χρόνια είναι πολλά δεν θα γίνουνε επτά» και «ή τώρα ή ποτέ»... Ήρθαν τα πάνω κάτω. Αν τότε δεν υπήρχε η Δικτατορία τού «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» του Ζαγοριανάκου και η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» που δικτατόρευσαν με τις πλάτες των Αμερικανών και του NATO, και οι παραφυάδες της μετεμφυλιακής δυστροπίας της νεοελληνικής ιστορίας, που ανέτρεψαν «αναίμακτα» την λειψή δημοκρατία την 21η Απριλίου του 1967, σήμερα δεν θα είχαμε μιαν άλλη δικτατορία, μιαν άλλη κατοχή που χρησιμοποιεί τη δημοκρατία για να νομιμοποιεί όχι απλώς την αυθαιρεσία, αλλά και την ωμή εκμεταλλευτική βία, στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδας μας. Ζούμε κάτω από την κατοχή την οικονομική των τροϊκανών, εγχώριων και ξένων. Αυτά που γίνονται ούτε επί χούντας θα μπορούσαν να συμβούν. Το Πολυτεχνείο «δεν τελείωσε το 1973», «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» φωνάζουν και σήμερα οι πανταχόθεν εξεγερμένοι.

Από το 1973 στο μνημόνιο

ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΥ ΔΑΦΕΡΜΟΥ
Έλενα ΧασαλεύρηThe castle observatory
Να ‘ναι η απόσταση του χρόνου; Να ‘ναι ο ορίζοντας που πλησιάζει; Να ‘ναι οι εποχές που μαραίνονται; Όλο και περισσότερο μου φαίνεται ποιητική εκείνη η εποχή. Και τότε ποιητικά ένιωθα. Με μια διαφορά. Τότε (τη) ζούσα, σήμερα (την) αναστορούμαι. Από τη μία οι κωμικοί δικτάτορες. Από την άλλη η, σε σύγχυση, ηττημένη πολιτική ηγεσία. Και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα να πορεύεται, ανασκευάζοντας δοκιμασμένες πρακτικές, καταργώντας βεβαιότητες, εκπλήσσοντας τους παραδοσιακούς, αυτοεκπλησσόμενο και το ίδιο. Το κίνημα αυτοδιαμορφώνεται μέσα από τη δράση του. Δίχως πολλές θεωρητικές συζητήσεις και αναλύσεις, εισβάλλει στα δημόσια πράγματα από το πουθενά. Πιστεύει πως από μόνο του μπορεί να αλλάξει τα πράγματα και πλημμυρίζει με ευτυχία και χαρά τους συμμετέχοντες. Είναι πράγματι ευτυχής συγκυρία να συμμετέχεις σε ένα αυτόνομο κίνημα χωρίς καθοδηγητές και οπαδούς που το καθορίζει η ανιδιοτέλεια, η αντίσταση και η αξιοπρέπεια.

Το έρμα. Τότε και τώρα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

Το έρμα μας είναι ό,τι βαραίνει στη συνείδηση, ό,τι της προσδίδει ουσία και υλικό. Δίχως αυτό δεν έχουμε επίγνωση του τι λέμε και τι κάνουμε, είμαστε έρμαια καταστάσεων στις οποίες αφηνόμαστε ηδονικά, μια και τούτες κεντρίζουν τα αισθητήρια όργανα, προσφέροντας ικανοποίηση και αφήνοντάς μας συνάμα ανικανοποίητους στο διηνεκές. Το έρμα μας σε μιαν άλλη προοπτική είναι ό,τι πρόθυμα πετάξαμε άρον-άρον στη θάλασσα, ξαλαφρώνοντας, κι έτσι ταξιδεύουμε δίχως ρότα, χωρίς βάρος στη συνείδηση, κατά που φυσάει ο άνεμος των μεταμοντέρνων καιρών.
Το έρμα μας είναι ο πρώτος πλους της νεότητας μέσα στον κόσμο. Η εμπειρία που μαζέψαμε παρακούγοντας τις ώριμες συμβουλές των μεγάλων, καθώς επαναλάμβαναν μονότονα το μάθημα της προσαρμογής και της σωφροσύνης: «Θα μεγαλώσεις και συ και θα δεις πως έχω δίκιο». Και πράγματι· καθώς μεγαλώναμε κι απομακρυνόμασταν από τις εμπειρίες της νιότης γινόμασταν όλο και πιο πειθήνιοι, πιο προσγειωμένοι, αφού αναγνωρίζαμε πως η επιβίωση δεν απαιτεί συνείδηση μα φυσική προσαρμογή. «Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη φύση και τους νόμους της», είναι το μάθημα της ψευδο-επιστήμης στην κοινωνική-ιδεολογική της εκδοχή, κι αυτό απηχεί την προαιώνια διδασκαλία της υποταγής που ερχόταν στ’ αυτιά μας απ’ το στόμα των μεγάλων: «Συ θ’ αλλάξεις τον κόσμο; Δεν βλέπεις τι παθαίνουν όσοι δεν ακούνε τις συμβουλές των μεγάλων;»

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ
Έλενα ΧασαλεύρηObligees and refugees III
Αρκεί να βάλει κανείς στη μηχανή αναζήτησης τη φράση «νεκροί του Πολυτεχνείου», για να βρει τίτλους όμοιους με αυτούς εδώ: «Το παραμύθι των νεκρών του Πολυτεχνείου», «Οι νεκροί του Πολυτεχνείου - Ένας πολύτιμος μύθος», «Πόσες χιλιάδες ήταν οι νεκροί του Πολυτεχνείου??????» «Οι “νεκροί του Πολυτεχνείου”, «Η λίστα των τάχα θυμάτων», «Ο μύθος του Πολυτεχνείου», «Οι ανύπαρκτοι νεκροί του Πολυτεχνείου».
Δεν εκπλήσσομαι από την προσπάθεια αποκαθήλωσης, που ως γνωστόν ξεκίνησε από την επομένη της εξέγερσης με χαλκευμένες πληροφορίες περί πρακτόρων των ΗΠΑ ή του Ισραήλ, που υπέθαλψαν τη φοιτητική εξέγερση, ή με φαιδρές δημοσιογραφικές εκπομπές της τότε ελεγχόμενης τηλεόρασης όπως του Μαστοράκη, αλλά η αυξανόμενη ηλεκτρονική διάχυση και η συνεχής αναπαραγωγή της, που οργανώνει τις γραφικές συνομωσιολογικές θεωρίες σε ενιαία ακροδεξιά αφήγηση για ό,τι συνέβη τη 17η Νοέμβρη του 1973, και ούτε λίγο ούτε πολύ χρεώνει στους φοιτητές σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την εγκαθίδρυση του Ιωαννίδη, την παρεμπόδιση των εκλογών του Οκτωβρίου του ’74 και ακόμη ακόμη την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

3/11/12

Η κοινοτοπία του φασισμού

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ
Έλενα ΧασαλεύρηKafkaesque
Ο σκαντζόχοιρος του ορισμού καραδοκεί πάντα πίσω από κάθε εγχείρημα του λόγου για τον φασισμό, είτε ο λόγος αυτός επιχειρεί να περιχαρακώσει τον φασισμό μέσα στα όρια των συγκεκριμένων ιστορικών του εκφάνσεων, είτε αποσκοπεί σε μια σημαντική διεύρυνση των ορίων, προκειμένου να συμπεριλάβει πέραν των ιστορικών και άλλες ποικιλόμορφες διαστάσεις του φαινομένου: πολιτισμικές, ψυχολογικές, συναισθηματικές, προθεσιακές, ή ακόμη και αισθητικές. Όπως και παλαιότερα έχω επισημάνει, η φύση του φασισμού είναι μια εξαιρετικά σύμπλοκη κατάσταση, μέσα στην οποία όλες οι προαναφερθείσες διαστάσεις εμπεριέχονται, αλλά το άθροισμά τους δεν ισούται με καθαυτό το φασιστικό φαινόμενο. Ο φασισμός φαίνεται να είναι όλα αυτά, αλλά και κάτι παραπάνω. Και αυτό το κάτι είναι εξαιρετικά κρίσιμο για τη διαμόρφωση του φασιστικού φαινομένου1.

Θεωρίες Συνωμοσίας, πολιτικός ανορθολογισμός και ελληνική κρίση

Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΖΟΥΚΑ

H σύγχρονη άνθηση των θεωριών συνωμοσίας και των αντίστοιχων πολιτικό-ιδεολογικών επενδύσεων τους δεν αποτελεί μια ακόμη «ελληνική ιδιαιτερότητα». Όπως έχει δείξει ο P. Andre-Taguieff, οι θεωρίες αυτές έχουν γνωρίσει μια άνευ προηγουμένου εξάπλωση στη σύγχρονη μαζική κουλτούρα, διαδίδοντας μοτίβα που μέχρι τη δεκαετία του 1970 χαρακτήριζαν «μια άκρα Δεξιά θρεμμένη με τον μεγάλο πολιτικό μύθο που είχαν κατασκευάσει οι αντεπαναστάτες στοχαστές στα τέλη του 18ου αιώνα, τον μύθο της διεθνούς συνωμοσίας ενάντια στον χριστιανικό πολιτισμό».
Η τεράστια και πολύπλευρη κρίση των τελευταίων ετών δεν θα μπορούσε παρά να επιτρέψει την αναζωπύρωση των θεωριών αυτού του τύπου και την δυναμική τους εμφάνιση στη δημόσια σφαίρα. Εκμεταλλευόμενοι, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και την τηλεοπτική κουλτούρα, οι θιασώτες των θεωριών αυτών προβάλλουν τις αντιλήψεις τους σε ολοένα και πιο διευρυμένα ακροατήρια. Στo σημείωμα αυτό, θα επιχειρηθεί η συνοπτική παρουσίαση ορισμένων θεωριών αυτού του τύπου και η ανάλυση της ενδεχόμενης πολιτικής και πολιτισμικής σημασίας τους, εντός του ρευστού περιβάλλοντος που διαμορφώνει η ελληνική κρίση.

Η «φιλοσοφία» του φασισμού

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ
Έλενα Χασαλεύρη- Expectations betrayed
Η αναζήτηση κάποιας «φιλοσοφίας» του φασισμού ή του ναζισμού είναι μια άνευ αντικειμένου υπόθεση. Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δεν μπορεί να ενοχοποιηθεί ως φορέας του φασισμού και του ναζισμού ή να κατηγορηθεί ως προάγγελός του. Τα δύο αυτά κινήματα εμφανίζονται όταν τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα, μ’ αποκορύφωμα εκείνο του Χέγκελ, έχουν φθάσει στο τέλος τους, μαζί με όσες κοινωνικές πραγματικότητες τα δημιούργησαν και τα ίδια τις εξέφρασαν.
Ο Χέγκελ, μα και πριν από αυτόν ο Καντ, είναι εκφραστής της αστικής κοινωνίας των ανεξάρτητων επιχειρηματιών και των αυτόνομων ατόμων, την οποία πασχίζει να διασώσει από τις αντιφάσεις της. Όταν η κοινωνία των πολιτών χάνει τη βάση της, που είναι το αυτόνομο άτομο της καπιταλιστικής επιχείρησης, τότε τα φιλοσοφικά συστήματα που ανορθώθηκαν πάνω της καταρρέουν μαζί της. Το ίδιο το φιλοσοφικό σύστημα του Χέγκελ (Έγελος) είχε δεχθεί τις επιθέσεις των επιγόνων του από δεξιά και αριστερά, για να ξεπεραστεί τελικώς από την κοινωνική θεωρία και ειδικότερα τον μαρξισμό. Από τα συντρίμμια αυτού του συστήματος, κι απ’ όσα προηγούμενα συστήματα είχε αφομοιώσει, άντλησαν ο εθνικοσοσιαλισμός κι ο φασισμός, για να τα συνδυάσουν σ’ έναν παρδαλό συνονθύλευμα.

Ο φασιστικός λόγος

ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΟΥΖΕΛΗ

Ο φασιστικός λόγος πείθει. Δεν πείθει όπως (θα έπρεπε να) πείθει ο λόγος της αριστεράς, με επιχειρήματα. Πείθει παράγοντας ένα σύνδεσμο μεταξύ ομιλητή και ακροατή, μια φορτισμένη σχέση του αποδέκτη με τον ίδιο το λόγο ή το κείμενο που του απευθύνεται. Ο αναγνώστης ή ακροατής επενδύει στη σχέση αυτή, γιατί στο φασιστικό λόγο (ξανα)βρίσκει απωθημένες ή κοινωνικά περιθωριοποιημένες όψεις της ίδιας του της «ταυτότητας».
Ο φασιστικός λόγος πείθει, όπως ακριβώς «δουλεύει» ένα ρατσιστικό αστείο: «μεταξύ μας» γελάμε, έστω κι αν γνωρίζουμε πως η βάση του αστείου (θα έπρεπε να) είναι απαράδεκτη. Πείθει λοιπόν επειδή απελευθερώνει ένα δυναμικό πολιτισμικά απωθημένο, κοινωνικά λογοκριμένο και ελεγμένο ως ανυπόστατο, ανορθολογικό. Πείθει ακριβώς επειδή επενδύεται με μια τέτοια «απελευθερωτική» χροιά, επειδή αίρει φραγμούς και όρια που επέβαλε η μακρόχρονη και επώδυνη διαδικασία εκπολιτισμού, το «ημέρωμα» του θηρίου, που σφάζει, καταπατά, εξοντώνει, προσβάλλει. Κι ο φασιστικός λόγος απευθύνεται στο κοινό του, μέσα από το δυναμικό που απελευθερώνει, για να μετατρέψει τον εσωτερικό περιορισμό, την αυτοπειθαρχία και την αυτοσυγκράτηση, σε εξωτερικό έλεγχο, σε στρατόπεδο. Η ιδιότυπη φασιστική απελευθέρωση ενορμήσεων είναι από αυτή τη σκοπιά μια αντιστροφή της ιστορίας του πολιτισμού.

Τάκης Σινόπουλος: αντιφασισμός και αριστερά

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Η νεοελληνική ποίηση πάντα ανελάμβανε να διαχειριστεί τα μεγάλα γεγονότα της εποχής της, να μιλήσει για λογαριασμό του έθνους ή της κοινωνίας, αρχής γενομένης από την ιδρυτική της στιγμή, δηλαδή με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο. Έτσι, ήταν αναμενόμενο, οι περισσότεροι από τους ποιητές που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να εμπλακούν στην αφήγηση του Μεγάλου Πολέμου, και μάλιστα στην ελληνική του ιδιαιτερότητα, δηλαδή ενταγμένοι μέσα στην παρατεταμένη δίνη της ιστορίας, ως συμμέτοχοι, ακόμη και ως συνεργοί, χωρίς καμιά δυνατότητα διαφυγής.
Ένα σχεδόν αγνοημένο, και σίγουρα απωθημένο, αλλά πάντως χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ποίηση του Τάκη Σινόπουλου. Καταχωρημένος στη χορεία των «δεξιών», που αμήχανα και αστόχαστα χαρακτηρίστηκαν ως «υπαρξιακοί ποιητές», από τη γνωστή, ρηχή και λάιτ «αριστερή» φλυαρία που επί δεκαετίες υποδυόταν τη λογοτεχνική κριτική, παραμένει μετέωρος φιλολογικά, ακόμα και σήμερα.

27/10/12

28η Οκτωβρίου. Απέναντι στο φασισμό

Αφιέρωμα

Επιμέλεια Μάρθα Πύλια

Ιστορία και κρίση

Ο φετινός εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου αποκτά βαρύνουσα ιστορική σημασία: Επειδή η τωρινή κρίση παραπέμπει σ’ εκείνη του ’29 και επειδή ο καλπασμός της Χρυσής Αυγής επιβάλλει να αντιμετωπίσουμε εκ νέου το φασισμό∙ επειδή, ακόμη, όλοι έχουμε νιώσει πως πορευόμαστε σε ιδιαίτερα σκληρές, αβέβαιες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, φορτωμένοι με την υποχρέωση να σηκώσουμε τα σφάλματα των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων, τη διαφθορά, τα οικονομικά σκάνδαλα, την πελατειακή πρακτική, αλλά και την αντανάκλαση στη χώρα του κλυδωνιζόμενου, παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Ο Eric Hobsbawm, στο βιβλίο του Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991 (Θεμέλιο 1995), επισημαίνει καίρια τις τραγικές αδυναμίες «της δημοσιονομικής ορθοδοξίας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών» όταν αναφέρεται στη μεγάλη προπολεμική κρίση, αλλά και την πιο κοντινή μας του ’80 και του ’90 και επικαλείται τη σωτήρια ετοιμότητα της ζωντανής ιστορικής μνήμης:
«Όσοι από μας ζήσαμε στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης, είναι αδύνατο ακόμα να καταλάβουμε πως οι ορθοδοξίες της καθαρόαιμης ελεύθερης αγοράς, που τότε είχαν σαφέστατα χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας, για μια ακόμη φορά έφτασαν να κυριαρχούν σε μια περίοδο παγκόσμιας ύφεσης στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Αλλά για μια ακόμη φορά στάθηκαν ανίκανες να την κατανοήσουν ή να την αντιμετωπίσουν. Κι όμως, αυτό το περίεργο φαινόμενο θα έπρεπε να μας υπενθυμίσει τα μείζονα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιστορίας που παραδειγματοποιεί: την απίστευτη βραχύτητα της μνήμης και των θεωρητικών οικονομολόγων και όσων εφαρμόζουν τις θεωρίες αυτές. Μας δείχνει επίσης ανάγλυφα τη ζωτική ανάγκη της κοινωνίας για ιστορικούς που κατ’ επάγγελμα πρέπει να θυμίζουν στους συμπολίτες τους αυτά που λησμονούν» (σελ. 138).

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

To δικτατορικό καθεστώς που επιβλήθηκε από τον Βασιλιά Γεώργιο τη νύκτα της 4ης Αυγούστου 1936, με εκτελεστικό του όργανο «τον πιστό του υπηρέτη» και αποτυχημένο πολιτικό Ιωάννη Μεταξά, δεν είναι φασιστικό, και ας επιχειρεί από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του να μοιάσει με τέτοιο.
Είναι ένα τυπικό αστυνομικό «κράτος εκτάκτου ανάγκης», που λόγω του επερχόμενου παγκόσμιου πολέμου, το έχει ανάγκη για λόγους στρατηγικούς η Μεγάλη Βρετανία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Ένα αυταρχικό καθεστώς το οποίο συνενώνει κάτω από το στέμμα, που εκφράζει ανοικτά τα βρετανικά συμφέροντα, το παλιό γερμανόφιλο πολιτικό-οικονομικό προσωπικό που συμβολίζει ο Μεταξάς και εξουδετερώνει με αυτό τον τρόπο την αυξανόμενη επικίνδυνα μετά την οικονομική κρίση γερμανική διείσδυση στη χώρα. Ένα καθεστώς στο οποίο το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα όχι απλά παραμένει αλώβητο, αλλά στηρίζεται με κάθε μέσο, ακόμη και με την ύπαρξη για πρώτη φορά Αστικού Κώδικα. Ενώ αναστέλλει το Σύνταγμα και τις κατοχυρωμένες Ελευθερίες, παίρνει αμέσως με την επιβολή του ευνοϊκά μέτρα υπέρ των ξένων ομολογιούχων των παλιών δανείων, κυρίως των Βρετανών, που είχε παγώσει η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου.

Οικονομική κρίση: τότε και τώρα

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

Είναι πολύ πιθανό ότι η κρίση του 1930 θα είχε διαρκέσει πολύ περισσότερο χρόνο, και με ασύγκριτα βαρύτερο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, εάν ο πρόεδρος Ρούζβελτ δεν είχε εξ αρχής εντοπίσει και στοχοποιήσει τους υπεύθυνους γι’ αυτήν, χρηματιστήρια, κερδοσκόπους, τραπεζίτες, κι εάν δεν είχε λάβει εξ αρχής μέτρα που περιόρισαν αποφασιστικά την ασυδοσία τους, που θέσπισαν αυστηρές κανονιστικές ρυθμίσεις και υπεύθυνη δημόσια επιτήρηση πάνω στην ανευθυνότητα και ασυδοσία των αγορών. Όταν ο αμερικανός πρόεδρος αποφάσισε την αποσύνδεση του δολαρίου από τον χρυσό και τη διολίσθηση του αμερικανικού νομίσματος, είχε σαν κύριο στόχο να συντρίψει τις πληρωμές για τόκους στους πιστωτές του δημοσίου. Οι τελευταίοι κατήγγειλαν ότι με την προεδρική απόφαση επέρχεται το τέλος του δυτικού πολιτισμού... Μέχρι το 1934, όλοι οι οικονομικοί σύμβουλοι στον Λευκό Οίκο είχαν παραιτηθεί, καταγγέλλοντας τον πρόεδρο. Ο ίδιος, τους απέδωσε τη σύνθετη επωνυμία banksters (νεολογισμός, που συνδυάζει τις λέξεις τραπεζίτες και γκάνγκστερς) και αυτοί, με τη σειρά τους, τον ανακήρυξαν ως υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο κίνδυνο. Ωστόσο, παρά τα νομισματικά μέτρα που κατέβασαν το κόστος του χρήματος σε μηδενικά επίπεδα, η ανεργία παρέμενε ακόμη υψηλή και δεν μειώθηκε παρά μόνον όταν ο Ρούζβελτ πέρασε στη δεύτερη φάση του «ανορθόδοξου» προγράμματός του, στη δημόσια χρηματοδότηση γιγαντιαίων δημοσίων έργων, με μαζικές προσλήψεις ανέργων.

Υπό την επικυριαρχία του φασισμού

Το κατοχικό ελληνικό κράτος

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Η Ελλάδα θα γινόταν «Καλιφόρνια της Ευρώπης», έγραφε ο γερμανικός Τύπος το 1942-43. Όταν όμως, στα τέλη του ’44, ο γερμανικός στρατός αποχωρούσε, η κατεστραμμένη Ελλάδα θύμιζε κάθε άλλο παρά Καλιφόρνια. Οι γερμανικές υπηρεσίες κλήθηκαν τότε να κάνουν τον απολογισμό και να βρουν τα αίτια. Τα πορίσματά τους περιγράφουν μεν υπαρκτές αδυναμίες, παραβλέπουν όμως τον καταστροφικό ρόλο των ίδιων των Γερμανών, μεταθέτοντας το σύνολο σχεδόν των ευθυνών στους Έλληνες και τους Ιταλούς. Στο κείμενο αυτό θα παρουσιαστούν συνοπτικά τα πιο ενδιαφέροντα πορίσματα από μία, κυρίως, τέτοια έκθεση που σήμερα βρίσκεται στα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία (Φράινμπουργκ).

Γερμανοντυμένοι

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ
ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΡΔΑΝΑΣ, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, σελ. 555
ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΡΔΑΝΑΣ, Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974, Εστία, Αθήνα, σελ. 526

Διαβάζοντας τον πρόλογο του Ιάκωβου Μιχαηλίδη στο Έλληνες εναντίον Ελλήνων διαπίστωσα, με ανησυχία, πόσα πολλά έχουν αλλάξει από το 2006 που γράφεται. «Η πολιτική στράτευση του παρελθόντος», παρατηρεί, εννοώντας τη στράτευση στην αριστερά, «κινδυνεύει να αντικατασταθεί από μια ρηχή και εξισωτική αποϊδεολογικοποίηση». Είχε έρθει πια η στιγμή, σύμφωνα με τον ιστορικό, να γραφεί ψύχραιμα η ιστορία των όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές.
Μόλις έξι χρόνια μετά, στα μέσα του περασμένου Σεπτεμβρίου, μια εφημερίδα του ακροδεξιού χώρου «προσέφερε» στους αναγνώστες της ένα σιντί με τα «Τραγούδια των Χιτών και των Ταγμάτων Ασφαλείας».[1] Υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε κανείς να προσπεράσει την είδηση, θεωρώντας ότι πρόκειται για συμβολική κίνηση κάποιων ολιγάριθμων (και ηλικιωμένων, ίσως) νοσταλγών της επταετίας ή του αλήστου μνήμης «αντικομουνιστικού αγώνος». Η υιοθέτηση, όμως, των Ταγμάτων Ασφαλείας, των πρακτικών τους και της απολογητικής τους από το, ολοένα και πιο λαοφιλές, κόμμα της Χρυσής Αυγής, υποδεικνύει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά: καταρχάς, φαίνεται ότι η «στράτευση», με την κυριολεκτική σημασία του όρου, έχει επανέλθει από τα ακροδεξιά. Κι έπειτα, ότι το «τέλος της μεταπολίτευσης» θα μπορούσε να σημαίνει, για κάποιους, το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου ο οποίος σημαδεύτηκε, παρά τις εκ του αντιθέτου διακηρύξεις, από το δημοκρατικό κεκτημένο, μέρος του οποίου είναι και ο αντιφασιστικός αγώνας ως θεμέλιος λίθος της σύγχρονης Ευρώπης.

Εθνική Οργάνωση Κρήτης

Μια ανέκδοτη βρετανική έκθεση για την Αντίσταση στο νησί

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΛΙΔΑΚΗ

Η ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Κρήτη, είναι ένα ιδιαίτερο θέμα με ξεχωριστό ενδιαφέρον: Η τοπική διάσταση, που καθορίζεται από τη γεωγραφική και γεωπολιτική θέση του νησιού, τη διαδικασία εθνικής ενσωμάτωσης του, τις οικονομικές συνθήκες και τις αντίστοιχες σχέσεις και νοοτροπίες, τις προθέσεις των Γερμανών και τα σχέδια των Βρετανών στη Μεσόγειο, επηρεάζει το σχηματισμό και τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και τον χαρακτήρα της Αντίστασης. Εκτός τους προσωποπαγούς χαρακτήρα των περισσότερων από αυτές τις οργανώσεις, στον μη εαμικό χώρο, στη θέση του αντίπαλου στο ΕΑΜ δεν έχουμε εδώ τον ΕΔΕΣ, αλλά την Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ). Παρά τα όσα γνωρίζουμε ή νομίζουμε πως γνωρίζουμε για αυτήν, η σχετική ιστορική έρευνα δεν έχει φωτιστεί αρκετά.
Βαρύνουσας σημασίας πηγή για την εξέταση των εξελίξεων στην Κρήτη είναι τα βρετανικά αρχεία και ιδιαίτερα τα αρχεία της SOE (Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων), με τις εκθέσεις των πολυάριθμων Βρετανών αξιωματικών, μελών της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, που ήταν παρόντες στην κατεχόμενη Ελλάδα. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε εκτενές απόσπασμα από μια βρετανική έκθεση που εκθέτει συνοπτικά τον σχηματισμό και τη δράση της ΕΟΚ από τη βρετανική σκοπιά. Πρόκειται φυσικά για ένα συγκεκριμένο τεκμήριο, που πρέπει να ειδωθεί κριτικά. Έχει όμως ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη συγκρότηση της ΕΟΚ που εμφανίζεται ρητά ως αποτέλεσμα βρετανικής πρωτοβουλίας.

Φασισμός και κρίση

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Όταν το 1969 ο Νίκος Πουλαντζάς έγραφε το βιβλίο του Φασισμός και δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό (κυκλοφορεί στις εκδόσεις Θεμέλιο), το πολιτικό μέλημά του ως έλληνα αριστερού ήταν η ανατροπή της δικτατορίας στη χώρα του, και επειδή τα πολιτικά μελήματα όσων κάνουν θεωρία ξεκινάνε αναπόφευκτα από τον ίδιο το χώρο της θεωρίας, ο Πουλαντζάς θα προσπαθήσει να αναλύσει στο βιβλίο του αυτό το φασισμό, έτσι ώστε η θεωρητική ανάλυση να παράσχει στο μέτρο που της αναλογεί τα μέσα  ανατροπής της δικτατορίας.
Στο χώρο της μαρξιστικής θεωρίας, όπως συμβαίνει και αλλού, δεν υπάρχουν ελεύθεροι χώροι. Όποιος θέλει να κατασκευάσει το οτιδήποτε, οφείλει να γκρεμίσει εκείνο που ήδη υπάρχει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Πουλαντζάς είναι υποχρεωμένος να κατεδαφίσει το οικοδόμημα που δέσποζε την εποχή εκείνη στο πεδίο της μαρξιστικής θεωρίας, το οικοδόμημα του οικονομισμού. Ανατρέχοντας στην ιστορία του οικονομισμού, όπως αυτός κυριάρχησε σε κάποιες περιόδους στο πλαίσιο της Διεθνούς –παρότι και τότε υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις-, ο Πουλαντζάς επισημαίνει τα αναλυτικά και πολιτικά αδιέξοδα στα οποία αυτός οδήγησε.

Η τέχνη στο ναζισμό

Ένα εργαλείο προπαγάνδας

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Ο ναζισμός, όπως και κάθε άλλη μορφή φασισμού, εκμεταλλεύτηκε τις φοβίες και τις φαντασιώσεις των κατωτέρων αστικών στρωμάτων με προλεταριακή καταγωγή και μηδαμινή παιδεία. Αξιοποίησε όμως, όσο καμία άλλη, τα αισθήματα ανασφάλειας αλλά και του φθόνου που αυτά έτρεφαν έναντι της απρόσιτης ελευθεριάζουσας κουλτούρας και του τρόπου ζωής των αστών και των μεγαλοαστών.
«Εκπρόσωποι της αντίστασης [των Γερμανών αστών στο ναζιστικό καθεστώς] τόνισαν επανειλημμένα», γράφει ο γερμανός ιστορικός, Χανς Μόμσεν, «ότι ανήκαν σ’ αυτήν μέλη όλων των πολιτικών αποχρώσεων και όλων των κοινωνικών στρωμάτων». Εν τούτοις, αυτή που ελάχιστα συμμετείχε ήταν η κατώτερη αστική τάξη, που υποστήριξε, σχεδόν ενωμένη το εθνικοσοσιαλιστικό πείραμα...». Ο Μόμσεν, ειδικός στην έρευνα του ναζισμού, μιλά για μια «αντίσταση χωρίς λαό», μια και οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές οργανώσεις είχαν εξαρθρωθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά.

29/9/12

Σάκης Καράγιωργας

αφιέρωμα
Επιμέλεια Άλκης Ρήγος


Υπάρχουν στην ιστορία κάθε χώρας κάποια πρόσωπα που λειτουργούν ως συνειδησιακοί καταλύτες στάσης ζωής, όχι μόνο για όσους έτυχε να τους γνωρίσουν και να συμπορευτούν μαζί τους, αλλά και για τους μεταγενέστερους, που ειδικά σε ώρες πολύπλευρης κρίσης όπως αυτές που βιώνουμε, μπορούν να λειτουργούν ως μέτρο αυτοσυνειδησίας, ως αξιακά πρότυπα ενεργού δημοκρατικού πολίτη, κριτικού διανοούμενου, ασυμβίβαστου πολιτικού προσώπου.
Ένα τέτοιο πρόσωπο και ο Δάσκαλος –με την πιο ουσιαστική και πολυσήμαντη έννοια της λέξης– Σάκης Καράγιωργας, που με αυτό το μικρό αφιέρωμα, είκοσι επτά χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, επιχειρούμε να επαναφέρουμε στην ενεργή μνήμη ως στοιχείο αναστοχασμού των στάσεων και συμπεριφορών μας, ακριβώς τώρα που ο χώρος της ανανεωτικής ριζοσπαστικής Αριστεράς και η ενωτική του πρόταση –για την ανάγκη ύπαρξής τους έγραφε ο Καράγιωργας κιόλας από το... 1977!- βρίσκετε μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της μακρόχρονης πορείας του. Τώρα, που ένα συνεχώς διευρυνόμενο μέρος του κοινωνικού σώματος –δεν μιλάμε απλά για το εκλογικό ποσοστό του Ιουνίου αλλά για τις ελπίδες που η στάση και οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησαν στην κοινωνία, ανεξάρτητα τι τελικά ψήφισε– προσβλέπει προς αυτόν, ως την ελπίδα υπέρβασης της αδιέξοδης μνημονιακής βαρβαρότητας, που μας επιβλήθηκε βίαια τα τελευταία τρία χρόνια και εντείνεται, χωρίς αιδώ, από τις πρόσφατες κυβερνητικές επιλογές.

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ


Γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας, στις 17 Απριλίου του 1930, και πέθανε στην Αθήνα στις 17 Αυγούστου του 1985. Πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής του Πειραιά. Με υποτροφία του ΙΚΥ συνεχίζει μεταπτυχιακές σπουδές στο London School of Economics και τo 1962 ανακηρύσσεται διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Επιστρέφει στην Ελλάδα και εργάζεται στη Διεύθυνση Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος και στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών. Παράλληλα, συνεχίζει την ερευνητική ακαδημαϊκή του καριέρα, ως επιμελητής και στη συνέχεια ως υφηγητής, το 1965, στην Ανωτάτη Εμπορική, και την επόμενη χρονιά εκλέγεται καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στην Πάντειο. Την ίδια περίοδο, μετέχει ενεργά στα ευρύτερα πολιτισμικό-πολιτικά πράγματα, ως αντιπρόεδρος του πολιτικού ομίλου «Αλέξανδρος Παπαναστασίου», ως μέλος της σύνταξης του περιοδικού «Νέα Οικονομία» και του Δ.Σ. της «Ελληνικής Εταιρείας Προγραμματιστών». Το 1964 γίνεται Γενικός Γραμματέας της εξ Υπουργών Οικονομικής Επιτροπής και σύμβουλος στο Υπουργείο Οικονομικών, θέσεις από τις οποίες παραιτείται με την αποστασία το καλοκαίρι του 1965.