.jpg) |
| Άποψη της έκθεσης «Σολομόν Νικρίτιν: Ακούγοντας τη ζωή» στο
MOMus-Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Φωτ.: Αντώνης Βλάχος & Dana Huetz |
Του Μανώλη
Γαλιάτσου*
ΑΛΙΤΣΕ ΡΟΡΒΑΧΕΡ (σκηνοθεσία), Η Χίμαιρα
Ο χρόνος
καταπίνει τα πάντα και ο χρόνος τα ξαναφέρνει πίσω. Στην πυκνή και σύνθετη
μυθοπλασία της Αλίτσε Ρορβάχερ, ο χρόνος στοιχειώνει τη ζωή του ήρωα και τα
ρευστά όνειρα τού προσφέρουν τον μίτο για να βρει τα μυστικά περάσματά του: Η
σύληση των τάφων είναι, για την καλλιτεχνική του φύση, η τέχνη που θα τον
οδηγήσει στις μυστικές διόδους του χρόνου: Σαν σύγχρονος Ορφέας, αναζητά τον
τρόπο για να κατορθώσει να επαναφέρει από τον Κάτω Κόσμο τη νεκρή αγαπημένη
του. Η «προαιώνια» Τοσκάνη και η αρχαία Ετρουρία που κείται από κάτω της, δυο
κόσμοι παράλληλοι, είναι ο ενδεδειγμένος τόπος, αυτός που φαίνεται να προετοιμάστηκε,
επί μακρόσυρτη αλληλουχία εποχών, για να υποδεχθεί ανακουφισμένος το
βαρυσήμαντο εγχείρημα. Η Ρορβάχερ παρακολουθεί την εσωτερική αγωνία του ενορατικού
και προικισμένου ραβδοσκόπου, του ήρωά της, ενώ παράλληλα καταγράφει τους φτωχοδιάβολους,
τους αμαρτωλούς αθώους της περιοχής, οι οποίοι συμμετέχουν με πιο «πεζά»
κίνητρα, όπως: να πιάσουν την καλή και να μπορέσουν να ξεφύγουν μια μέρα από την
άθλια και μίζερη ζωή τους. Η σκηνοθέτρια αναγνωρίζει την ιδιαίτερη σημασία όσων
κατοικούν «υποκάτω» της γης, δεν παύει όμως να εκδηλώνει τη διαρκή της προτίμηση
και προτεραιότητα για όσους κινούνται και ανασαίνουν στη φωτεινή επιφάνειά της.
Ακόμα και αν πρόκειται γι’ αυτούς που διαπράττουν βαρύτατα «εγκλήματα
καθοσιώσεως», όπως αυτό της ταφικής βεβήλωσης. Άλλωστε, όπως σχολιάζει στη
λαϊκή του παράσταση -σαν
«ζωντανή» μετεξέλιξη του κουκλοθέατρου- ο τροβαδούρος τον οποίον εντάσσει στη
μυθοπλασία της: «Ο νόμος φτιάχτηκε για να προστατεύει τους εκμεταλλευτές των
φτωχών – και οι «τομπαρόλι» (οι τυμβωρύχοι) είναι σταγόνα στον ωκεανό».
Και η ίδια
όμως, ως κινηματογραφίστρια, αναζητά τα δικά της περάσματα, το προσωπικό της
μπρος πίσω με τον χρόνο, ως αναγκαία αναγωγή για τη συνέχεια του ιταλικού
κινηματογράφου. Η αναζήτηση του ήρωά της είναι ταυτόσημη με την προσωπική της
αναζήτηση. Δεν είναι μόνο η επιθυμία να χρησιμοποιήσει στην ταινία της την κόρη
του «πατριάρχη» του ιταλικού νεορεαλισμού, του Ρομπέρτο Ροσελίνι. Εξίσου
ανασύρει μνήμες από τις απαρχές της ιταλικής σάτιρας, όπως μία από τις πρώτες
ταινίες του Μάριο Μονιτσέλι (και του Στένο), το Guardie E Ladri (Κλέφτες και αστυνόμοι) του 1951, με
τον Τοτό να πλασάρει στους αφελείς τουρίστες «χάντρες» για αρχαιότητες. Και καθώς
η κάμερα της Ρορβάχερ «περιεργάζεται» τις φάτσες των φτωχοδιάβολων, νιώθεις ότι
από στιγμή σε στιγμή θα ξεπροβάλει στο πλάνο της ο Νίνο Μανφρέντι, για να πάει
την αφήγησή της παραπέρα. Ποιος ξέρει, όμως. Μπορεί και να εμφανίζεται και
εμείς να μην το συνειδητοποιούμε. Ίσως και να μην είναι αναγκαία η φυσική του παρουσία
για να υπάρχει – και μάλλον αυτό ισχύει. Είναι πιθανόν να βρίσκεται διαρκώς
κάτω απ’ τα πόδια (στην κυριολεξία) των ηρώων, σιωπηλός και σαρδόνιος, ένα κι
αυτός με τους ίσκιους των υπομονετικών Ετρούσκων. Όπως παρούσα είναι η κάμερα και
ολόκληρο το συνεργείο του Έτορε Σκόλα, έτοιμο
ανά πάσα στιγμή να συνδράμει και να στηρίξει διακριτικά.
Το σημαντικό
στην περίπτωση της Ρορβάχερ είναι ότι όλοι αυτοί δεν αποτελούν τις «αναφορές»
της, κατά μιαν εκβιαστική σύνδεση με την έννοια του «δημιουργού». Είναι οι ολοζώντανες μνήμες που παράγουν την
εντελώς μοντέρνα μυθοπλασία της, όπως θα την είχαν –ενδεχομένως- καταγράψει τα ίδια
τα ιστορικά κινηματογραφικά είδη, αν είχαν προλάβει να το κάνουν - ή αν είχε
έρθει στην ώρα του το αισθητικό πλήρωμα του χρόνου. Αν τα είδη συνέχιζαν την ανάπτυξή
τους και δεν είχαν διακοπεί βίαια από την τηλεοπτική λογική και την ισοπεδωτική
Μπερλουσκονική αισθητική η οποία, μέχρι τη δεκαετία του ’80, είχε πλέον κυριαρχήσει
ολοκληρωτικά. Το Φελινικό έργο της τελευταίας περιόδου δεν παρέλειπε ν’
αναφέρεται συχνά στην τηλεοπτική φάουσα, με στομάχι φάλαινας, που έργο της
είναι να ξερνάει σκουπίδια στη θέση των εικόνων. Αναφερόμαστε στην εποχή που η
σκηνοθέτιδα μόλις γεννιόταν, πρόλαβαν όμως να «εντυπωθούν» στα παιδικά μάτια της,
εκεί, στην Τοσκάνη όπου μεγάλωνε, αυτοί, οι «δικοί» της φτωχοδιάβολοι, τους οποίους
ξαναβρήκε αργότερα στην κινηματογραφική της παράδοση και στη συνέχεια τους είδε
να μένουν άκληροι και άστεγοι, να «εξαφανίζονται», χωρίς εικόνα και ύπαρξη, «αόρατοι»
απ’ ό,τι είχε κατά νου –και «επέτρεπε» στον εαυτό της- να καταγράψει και ν’
αναγνωρίσει ως μέρος της η επίσημη ιταλική πραγματικότητα. Για τον ήρωα της
ταινίας η γυναίκα του δεν είναι νεκρή · είναι χαμένη. Το ίδιο ακριβώς νιώθει και η Ρορβάχερ για τις
κινηματογραφικές εικόνες του παρελθόντος. Και ίσως γι’ αυτό επιμένει τόσο πολύ στην
ανάδειξη της κατατομής, με τη χαρακτηριστική μύτη, των προσώπων: Για να δείξει
ότι μια παρόμοια, κοντινή και αδιατάρακτη γραμμή διαπερνά τον χρόνο και συνδέει
τον «υπεδάφιο» κόσμο με τον κόσμο της επιφάνειας: Αυτό αναφαίνεται από τα
πρόσωπα των αρχαίων γλυπτών, των θαμμένων τοιχογραφιών, των αμφορέων και των
ληκύθων, και απαράλλακτα βλέπουμε να επαναλαμβάνονται στα πρόσωπα της τρέχουσας,
επίγειας πραγματικότητας: Τοπιογραφία
των προσώπων και προσωπογραφία των τοπίων: Αυτή η ίδια αλληλουχία είναι που
ορίζει και τη σχέση της ανάμεσα στον κινηματογράφο συνολικά και στο δικό της
σινεμά.