Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2018. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2018. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/7/19

Η αγωγή του πολίτη

ΛΟΓΟΣ ΕΝ ΠΡΟΟΔΩ. ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ

Η γαλλική παρουσία στο Ιόνιο (1797-1799)



ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗ

[...] Στο Ιόνιο, η κατάργηση της βενετικής κυριαρχίας [σ.σ.: το καλοκαίρι του 1797, με την άφιξη των Δημοκρατικών Γάλλων στην Κέρκυρα] εξάλειψε την κατάσταση του υπηκόου (suddito) και ο νέος ρεπουμπλικανικός κώδικας, μέσω κυρίως της γενίκευσης του δικαιώματος του πολίτη (cittadino), επέβαλε την προγραμματική κατάργηση των αυστηρών εσωτερικών τομών της θεσμικά διχοτομημένης κοινωνίας και τη θεώρησή της ως ενιαίο σώμα. Καταργήθηκαν οι νομικές διαδικασίες αποκλειστικών και αυστηρά κληρονομικών τύπων κοινωνικής ηγεμονίας και κύρους και δόθηκε το δικαίωμα στις κατώτερες (με την οικονομική, πολιτική ή νομική έννοια του όρου) κοινωνικές ομάδες όπως και στις θρησκευτικές μειονότητες (π.χ. τους Εβραίους), μέσω της γενίκευσης του δικαιώματος του πολίτη, να αποκτήσουν πολιτική οντότητα, η οποία κατά βάση εκφράστηκε ως δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά. Αν στο βενετικό «παλαιό καθεστώς» η ιδιότητα του πολίτη ήταν διακριτικό προνόμιο νομικής φύσεως αποκλειστικού χαρακτήρα, ο νέος ρεπουμπλικανικός κώδικας το αναγνώριζε ως φυσικό, αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα. Ταυτόχρονα, βέβαια, ο παραπάνω νεωτερισμός έφερε στην επιφάνεια ένα σύνθετο πλέγμα αντιθέσεων και θεμελιωμένων αντιλήψεων οι οποίες στήριζαν το «παλαιό καθεστώς»: η (νοοτροπική και οικονομική) επιβολή της πόλης επί της υπαίθρου και η δύσκολη ενοποίησή τους, με κομβικό ζήτημα εκείνο της απονομής της δικαιοσύνης, η δυσκολία των τοπικών ηγετικών στρωμάτων να αποδεχτούν το νεωτερικό μοντέλο κρατικής δομής, το ζήτημα της στρατιωτικής προσφοράς, η άνοδος των Εβραίων στο status του πολίτη, αποτέλεσαν μερικά μόνο από τα ζητήματα που έλαβαν εκρηκτικές διαστάσεις.

27/10/18

Ο πόλεμος στις πόλεις

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΖΟΥΚΑ

ΙΑΣOΝΑΣ ΧΑΝΔΡΙΝΟΣ, Πόλεις σε πόλεμο, 1939-1945. Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα υπό γερμανική κατοχή, πρόλογος: Χάγκεν Φλάισερ, εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, σελ. 568

Αναμφίβολα, η βιβλιογραφία για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι κυριολεκτικά γιγαντιαίων διαστάσεων. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά για τη μείζονα αυτή πολεμική αναμέτρηση, που καθόρισε σε πολύ μεγάλο βαθμό τον σύγχρονο κόσμο. Στα καθ’ ημάς η ενασχόληση με τη συγκεκριμένη περίοδο έχει τροφοδοτήσει μεγάλες συγκρούσεις στη δημόσια σφαίρα, γεγονός απολύτως κατανοητό, αν ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος της περιόδου για τη χώρα σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό), αλλά και η αναπόφευκτη σύνδεσή της με τον πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο (1946-1949) που ακολούθησε. Ο Ιάσονας Χανδρινός ανήκει στη νεότερη γενιά ερευνητών και μας έχει ήδη κληροδοτήσει σημαντικό έργο για την Κατοχή και την Αντίσταση (μεταξύ άλλων και μια σημαντική μονογραφία για την ΟΠΛΑ, Το τιμωρό χέρι του λαού, Θεμέλιο 2012).
Με το τελευταίο του βιβλίο Πόλεις σε πόλεμο, 1939-1945. Ευρωπαϊκά αστικά κέντρα υπό γερμανική κατοχή, που αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής του διατριβής, ο Χανδρινός μας παραδίδει ένα εντυπωσιακό έργο κοινωνικής ιστορίας υποδειγματικού χαρακτήρα. Ήδη στον πρόλογο του Χάγκεν Φλάισερ, στον οποίο συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα ενδιαφέροντα κατοχικά αξιοσημείωτα από την Κρήτη, επισημαίνεται ότι «από νωρίς ο Ιάσονας είχε πάρει την τολμηρή απόφαση να μην περιορίσει την έρευνά του σε μια μόνο χώρα ή περιοχή. Συνταρακτική είναι η συγκριτική αντιπαράθεση των παρομοίων καταστάσεων σε όλες σχεδόν τις ακούσιες 'επαρχίες' της τότε αυτοκρατορίας του Κακού, δηλαδή της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης».

Μετά την παρέλαση

Βλέπει στα σύννεφα της παλιάς θαλασσογραφίας
την περιπέτεια – όλη τη μέρα τον ραντίζει το φως
ξέρει ότι όλοι έχουν φύγει, μόνον αυτός έμεινε
γερά στον Οκτώβρη του ’40 αγκιστρωμένος
να θυμάται τα πάντα σα να ήταν τώρα
αναπνέει αργά για να μην ξυπνήσει τον εχθρό
έχει ξυπνήσει μέσα στο όνειρο του εγγονού του
τα ακροδάχτυλα ακόμα σύξυλα
αλλά βλέπει καθαρά τα πάντα
ακούει τα πάντα κι αυτό μετράει
κάθε ήχος ένα καρφί ένα πείσμα
πατήματα αλόγων, θα κλείσει το ραδιόφωνο
θα περιμένει έναν έναν τους συντρόφους του
κι ας αργήσουν όσο θέλουν
εκείνος είναι η μουσική.

Γιώργος Βέης

Mια φωτογραφία

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι παρελάσεις, πηγαίνω όμως. Δεν ξέρω γιατί. Μου φέρνει πάντα μια μελαγχολία όλο αυτό το πανηγύρι. Μερικές φορές, πριν γυρίσω στο κονάκι μου απ’ την παρέλαση, κάθομαι και πίνω δυο ποτήρια κόκκινο κρασί σε ένα παλιό καφενείο της πόλης. Μια σιωπηλή σπονδή στο αίμα εκείνων. Το μισό από το δεύτερο ποτήρι το ρίχνω στη γη, όχι στο τσιμέντο αλλά σε μια σπιθαμή χώμα. Ύστερα, γυρνώ στο κονάκι του.
Έχω βρει τη φωτογραφία μιας γυναίκας, της δεκαετίας του 1940, και την έχω καρφιτσώσει στον τοίχο. Κάθε φορά που γυρίζω από την παρέλαση, την κοιτάζω για ώρα πολλή. Μου κάνει εντύπωση αυτό το βαθύ βλέμμα που έχει η γυναίκα. Σαν να γυρνά από τον κόσμο έξω προς τα μέσα, στα βάθη της ψυχής μου. Δεν έχει τίποτε το δήθεν αυτή η φωτογραφία. Έχει όμως αλήθεια, μια λιτή και δωρική αλήθεια. Είναι μια όμορφη γυναίκα, μα στη φωτογραφία κοιτώ κάτι άλλο, πέρα από την ομορφιά. Το εσώτερο πένθος, το σιωπηλό. Για κάποιους που έχασα κάποτε, για έναν εαυτό που βασανίστηκε; Ποιος ξέρει.
Είναι μια φωτογραφία προσώπου και βλέμματος. Εκτός από το πένθος έχει κι ένα εσώτερο πάθος η φωτογραφία αυτή. Ένα πάθος που ζητά να εκφραστεί. Την φωτογραφία αυτή την έχουν δει και οι επισκέπτες στο κονάκι μου. Σε κανέναν δεν αρέσει. Μόνο σ’ εμένα. Οι άλλοι την αποφεύγουν μόλις τη βλέπουν. Κατάλαβα το γιατί. Αυτό το υπέροχο βλέμμα τούς καθηλώνει, τους βάζει να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους. Και αυτό δεν το θέλουν. Είναι δύσκολο πράγμα. Ένας μου είπε πως τον ξεσκίζει αυτό το βλέμμα, δεν το αντέχει. Ένας άλλος μου είπε πως τον ξεβολεύει αυτό το βλέμμα. Μικροαστικές ζωές, τακτοποιημένες, δεν θα μπορούσαν ποτέ να αντέξουν ένα αληθινό βαθύ βλέμμα μιας ανέσπερης γυναίκας.

Η τύχη του Μεγάλου φασιστικού Συμβουλίου

Βλάσης Κανιάρης, Τιμής ένεκεν στους δρόμους της Αθήνας 1941-19…, 1959, γυψωμένα χαρτιά επιζωγραφισμένα σε πανί, 150 x 130 εκ., συλλογή Μουσείου Βορρέ


ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Η Αλεσσάντρα Μουσολίνι, εγγονή του Μπενίτο και πρώην βουλεύτρια διαφόρων νεοφασιστικών κομμάτων, δήλωσε προ ημερών ότι θα μηνύει για δυσφήμιση όσους θα προσβάλλουν, διά του Τύπου ή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη μνήμη του παππού της. Η είδηση έλαβε μεν κάποιες διαστάσεις, αλλά μάλλον θα ξεχαστεί σύντομα, και θα χαθεί μέσα στην πληθώρα των δημοσιευμάτων σχετικά με την πορεία των ιταλικών ομολόγων. Άλλωστε, η κίνηση της Μουσολίνι δεν είναι η πρώτη, και μάλλον δεν θα είναι και η τελευταία, στη μακρά σειρά των προκλήσεων των πρωτεργατών του φασισμού και των φυσικών ή ιδεολογικών απογόνων και επιγόνων τους. Προκλήσεις, η εκδήλωση των οποίων έγινε δυνατή εξαιτίας όχι μόνο της λήθης για το παρελθόν – εξήγηση που τείνει να γίνει της μόδας στις μέρες μας– αλλά και της ατιμωρησίας, η οποία ξεκίνησε την επαύριο της αντιφασιστικής νίκης, και βασίστηκε στο δόγμα της συνέχειας του κράτους, αλλά και τις «ανάγκες» του Ψυχρού Πολέμου, παρά τα βαρύγδουπα λόγια περί τομής μεταξύ φασιστικής και αντιστασιακής ιταλικής Δημοκρατίας.
Ας κοιτάξουμε, για παράδειγμα, τη μεταπολεμική τύχη των μελών του ανώτατου οργάνου του καθεστώτος, του Μεγάλου Συμβουλίου. Θεσπίστηκε, αρχικά, ως ανώτατο όργανο του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος, στις 12 Ιανουαρίου 1923, έγινε θεσμικό όργανο του κράτους στις 9 Δεκεμβρίου του 1928, και συνεδρίασε, για τελευταία φορά, από το απόγευμα της 24ης ως στα ξημερώματα της 25ης Ιουλίου του 1943, όπου και αποφάσισε, υπερψηφίζοντας την «ημερήσια διάταξη του Γκράντι», ενώ οι αμερικάνοι είχαν φτάσει ήδη στην Σικελία, την «απαλλαγή» του Μουσολίνι από το αξίωμα του αρχηγού του ιταλικού στρατού και την επιστροφή της αρχιστρατηγίας στον βασιλιά.

Αντιφασισμός και επική τέχνη της πρωτοπορίας

Βλάσης Κανιάρης, Τιμής ένεκεν στους δρόμους της Αθήνας 1941-19…, 1959, γυψωμένα χαρτιά και συνθήματα σε λινάτσα, 110 x 150 εκ., Μουσείο Καρλ Ερνστ Όστχαουζ, Χάγκεν



ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΦΙΛΙΝΗ

Παρατηρώντας κάθε φορά τις πρωτοπορίες της τέχνης την περίοδο ανόδου του φασισμού και στη διάρκεια του Πολέμου, βλέπουμε την εξέλιξη, τις μετακινήσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις, πράγμα που συχνά τείνουμε να ξεχνάμε. Οι πρωτοπορίες αλλού ηττήθηκαν από τα καθεστώτα της εποχής (όπως έγινε και στην ΕΣΣΔ), αλλού μετακινήθηκαν προς πιο παραδοσιακές εκφράσεις. Είχαμε όμως και κορυφαίες μορφές της τέχνης, που επέμειναν και μέσα στις νέες συνθήκες στις θέσεις της αβανγκάρντ, δίνοντας μεγάλα έργα επικού χαρακτήρα.
Στη Γερμανία το κίνημα του Νταντά, που είχε ξεπηδήσει ως αντίδραση στο μεγάλο τραύμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξεπεράστηκε στις εικαστικές τέχνες από τη Νέα Πραγματικότητα (Neue Sachlichkeit), κράμα της αβανγκάρντ και της νατουραλιστικής γερμανικής ζωγραφικής παράδοσης. Η ΝΠ αποτέλεσε έκφραση μιας μεταβατικής εποχής στην τελευταία φάση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου οι καλλιτέχνες (Γκέργκ Γκροζ, Όττο Ντιξ) κριτικάρουν με ειρωνεία τον καπιταλισμό και καταγγέλλουν με προφητικό τρόπο τον πόλεμο. Ο εθνικοσοσιαλισμός καταπνίγει τελικά τα κινήματα της πρωτοπορίας, οι καλλιτέχνες της Νέας Πραγματικότητας είτε διαφεύγουν στην Αμερική, είτε εξαφανίζονται από το προσκήνιο. Η Κέτε Κόλβιτς που είχε μείνει πιστή στην δική της εξπρεσιονιστική έκφραση, επιμένει και μετουσιώνει το προσωπικό της δράμα. Το γλυπτό της « Πιετά», άμεση αναφορά στην Πιετά του Μιχαήλ Αγγέλου, παραμένει στη Γερμανία ύψιστη κραυγή της μάνας κατά του ναζισμού και κατά του πολέμου.

13/5/18

Ο μακρύς ιταλικός Μάης

Ο γαλλικός Μάης διήρκησε, συμβολικά, μερικές εβδομάδες. Ο ιταλικός, 17 χρόνια...

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Ο γαλλικός Μάης κατέληξε, πια, να περιφέρεται στα σαλόνια των εφημερίδων ως μια φωτογενής και άκακη νεολαιίστικη εξέγερση, βιολογικά αποκαθαρμένη από κάθε νύξη που θα μπορούσε να διαταράξει, έστω και στο φαντασιακό, την καθεστηκυία τάξη. Χωρίς Πολιτιστική Επανάσταση και στρατηγό Γκιαπ, χωρίς αντιιμπεριαλισμό και Νέα Αριστερά, χωρίς Τσε Γκεβάρα και αντιαποικιοκρατικό κίνημα, χωρίς Νεαρό και Ώριμο Μαρξ. Ένα ανιστορικό γεγονός, μια αέναη επιστροφή του παρόντος, ικανή να επενδύσει οποιαδήποτε διαφημιστική ρεκλάμα. Παρόλα αυτά, ο Μάης υπήρξε, τόσο ως γαλλικό, όσο κι ως πλανητικό γεγονός. Και είναι εδώ, 50 χρόνια μετά, αναζητώντας, ιδίως, το υποκείμενο του εορτασμού.
Ο γαλλικός Μάης διήρκησε, συμβολικά, μερικές εβδομάδες. Ο ιταλικός, 17 χρόνια. Διότι, στην πραγματικότητα, τίποτα το σημαντικό δεν συνέβη τον Μάη του 1968 στην Ιταλία − τίποτα δεν άρχισε και τίποτα δεν τέλειωσε εκεί και τότε. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον εργατικό, τον φοιτητικό, τον μαθητικό, τον κινηματικό, τον πολιτιστικό ιταλικό Μάη, οφείλουμε να αναζητήσουμε διαφορετικές αρχές και τέλη, έστω και αν πρόκειται για συμβατικές ημερομηνίες. Ημερομηνίες που περικλείονται από τον Ιούνιο του 1960 ως τον Δεκέμβριο του 1977. Να σκάψουμε κάτω από την επιφάνεια των κοινών τόπων, των αναχρονισμών και των συκοφαντιών. Να πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων φράσεις όπως «τα μολυβένια χρόνια».
Και κυρίως, πρέπει να μετρήσουμε. Να μετρήσουμε χιλιάδες ώρες απεργιών, να μετρήσουμε δεκάδες νεκρούς και τραυματίες από τις επιθέσεις της αστυνομίας, των παρακρατικών και κρατικότατων (νέο)φασιστών, από «ορφανές» βόμβες, από τυχαία εκπυρσοκροτούμενες σφαίρες. Να μετρήσουμε την απόσταση που χωρίζει, σε πολλαπλά επίπεδα, την Ιταλία πριν και μετά από αυτή την δεκαεπταετία. Την Ιταλία της αρχής του «οικονομικού θαύματος», της δεκαετίας του 1960, όπου τα ψυγεία δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την ταξική πάλη, κι αυτήν του τέλους της παντοκρατορίας της Εκκλησίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, των συνδικάτων.

Εμπειρίες του ’68 από Μιλάνο και Δυτικό Βερολίνο

Ρένα Παπασπύρου, Κλίμακες – Κρησίλα 9, 2017


ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΦΙΛΙΝΗ

Ο Μάης του ’68 στο Παρίσι: μια εξέγερση που αμφισβήτησε την εξουσία παντού, που τελικά δεν πρόβαλε συγκεκριμένη πολιτική, αλλά ανατρεπτικές ιδέες και ποίηση για όλους. Ένα αποκορύφωμα αγώνων σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, που ξεκίνησαν από φοιτητές και στη συνέχεια ενώθηκαν με εργατικές κινητοποιήσεις. Ταυτόχρονα ήταν σημείο εκκίνησης νέων  αγώνων σε άλλες χώρες και πόλεις, όπου ο Μάης του Παρισιού έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο, όμως ταυτόχρονα η Άνοιξη της Πράγας και, μετά, η στρατιωτική εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, έδωσαν νέα χαρακτηριστικά στο κίνημα της αμφισβήτησης τόσο του καπιταλιστικού κόσμου της Δυτικής Ευρώπης, όσο και του υπαρκτού σοσιαλισμού της Ανατολικής. Καθοριστικά στοιχεία μέσα σε όλη αυτή την κοσμογονία: ο πόλεμος του Βιετνάμ, ο αγώνας μέχρι θανάτου του Τσε Γκεβάρα, η ρήξη της Κίνας  με την ΕΣΣΔ και η Πολιτιστική Επανάσταση. Μέσα στο όλο κίνημα σημαντική συμβολή είχε ο αγώνας κατά της Χούντας στην Ελλάδα – το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης
Η ισχυρή παρουσία εμιγκρέδων στο Παρίσι από τον Ισπανικό Εμφύλιο, αλλά και των ελλήνων αριστερών του πλοίου Ματαρόα μετά το ’45, και ξανά μετά τη Χούντα το ’67, δυνάμωνε τους δεσμούς με τους αντιφασιστικούς και αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των λαών της νότιας Ευρώπης, που είχαν ακόμη φασιστικές δικτατορίες (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία).
Δύο συνθήματα του Μάη του ’68 ηχούν πάντα στα αυτιά μου: «Είναι μοναχά μια αρχή. Ας συνεχίσουμε τον αγώνα!» και το «Αφήστε εκατό λουλούδια να ανθίσουν», από τη γνωστή ρήση του Μάο, που αφορά τη ζωή και την τέχνη. Τον Μάη του ’68 βρισκόμουν στο Μιλάνο. Το φοιτητικό κίνημα εκεί ήταν σε άνοδο ήδη  πριν πάω, από το 1963· στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου του Μιλάνου έγινε η πρώτη κατάληψη σχολής σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακολούθησαν άλλες δύο καταλήψεις στην Αρχιτεκτονική, με τελευταία και πιο μακρόχρονη εκείνην της άνοιξης του 1967, που υπήρξε τελικά νικηφόρα.

Από το γαλλικό, στο τουρκικό ’68

Το φοιτητικό κίνημα

Ρένα Παπασπύρου, Εικόνα στην ύλη, 1984-85, υλικό αποτοίχιση, επέμβαση πανί χρώμα, 186 x 103 εκ.


ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ

Ό,τι συνέβη στη Γαλλία τον Μάιο του 1968, συνέβη τον επόμενο μήνα στην Τουρκία. Ομοίως με τη γαλλική περίπτωση, όπως παρατηρούσε ο Καστοριάδης, έτσι και στην τουρκική, πυρήνας της κρίσης ήταν η σπουδάζουσα νεολαία των πανεπιστημίων, καθώς και μια μικρή μερίδα, νέων κατά βάση, διδασκόντων και άλλων κατηγοριών διανοούμενων. Ο γαλλικός Μάης, και κυρίως η στιγμιαία μεταφορά και κάλυψη των γεγονότων από τον τουρκικό Τύπο, αποτέλεσε τον καταλύτη για τη μεταμόρφωση των περιστασιακών φοιτητικών διαμαρτυριών, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας, σε ένα μαζικό ξέσπασμα τον Ιούνιο. Αριστερές και δεξιές εφημερίδες, όπως η Cumhuriyet, η Milliyet και η Tercüman, αφιέρωναν πρωτοσέλιδα και μεγάλο όγκο της ύλης τους καθημερινά στο τι συνέβαινε στη Γαλλία, ενώ μεταφράζονταν συνεντεύξεις και αναλύσεις για την κατάσταση στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Όλα τα τουρκικά μέσα της περιόδου συνομολογούσαν πως ο κόσμος αντιμετώπιζε ένα νέο κύμα φοιτητικών εξεγέρσεων, οι οποίες θα ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστούν, τόσο αλλού όσο και στην Τουρκία, όπου οι φοιτητικές οργανώσεις, −όπως η Ομοσπονδία Συλλόγων Ιδεών, που μετονομάστηκε σε Ομοσπονδία Επαναστατικής Νεολαίας Τουρκίας (Dev-Genç)− ήταν ισχυρές και οργανωμένες. 

Αντηχήσεις του Μάη στον ελληνικό κινηματογράφο


Μια ρωγμή στην πραγματικότητα

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Ρένα Παπασπύρου, 
Κλίμακες – Κρησίλα 9
2017, 
καλουπόχαρτο, 
πολυεστέρας, 
μολύβι
«Η δυστυχία είναι αντιεπαναστατική» ισχυρίζεται ο υπερήλικας τρομοκράτης στη Γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα (1988) του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ο θείος θυμίζει φυσιογνωμικά τον «Πάμπλο» και υποκαθιστά τις βόμβες σε συνεδριάσεις οικονομικών παραγόντων και σε δημόσιους χώρους με το Πρώτο Κονσέρτο για Πιάνο του Μπραμς, υπονομεύοντας, παιγνιωδώς, τα θεμέλια της κοινωνικής και πολιτικής σοβαροφάνειας. Ο Κώστας Φέρρης ως σαραντάρης Εξόριστος στην κεντρική λεωφόρο (1979, Νίκος Ζερβός) σιγοσφυρίζει την Τρίτη Διεθνή συμπαραδηλώνοντας τη διάψευση των επαναστατικών οραμάτων. Με τους τρόπους του σινεμά ντιρέκτ και την κάμερα στο χέρι, ένα «χάπενινγκ» στην οδό Πανεπιστημίου θέλει τον ίδιο και το ταίρι του μεθυσμένους να ξενίζουν, να προκαλούν αμηχανία και απέχθεια στους αθηναίους περαστικούς.
Τόσο ο Παναγιωτόπουλος και ο Φέρρης όσο ακόμη ο Ροβήρος Μανθούλης και ο Νίκος Κούνδουρος υπήρξαν σκηνοθέτες με βιωματικές προσλαμβάνουσες από τον παρισινό Μάη. Προσλαμβάνουσες οι οποίες αποτυπώνονται ως αντηχήσεις («πνεύμα» και πολιτικοί προβληματισμοί) στη φιλμογραφία τους αλλά και σε αυτοβιογραφικές αφηγήσεις. Εύκολα μπορεί να εκτιμηθεί ως σημείο τομής για κάθε καταγραφή αυτών των αντηχήσεων η περίοδος της δικτατορίας των Συνταγματαρχών: υπάρχουν φιλμ στα οποία τα «αιτήματα του εξήντα» λειτουργούν, ακόμη και ανεπίδοτα (βλ. λογοκρισία) προεξαγγελτικά και ταινίες που παράγονται κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο και σχολιάζουν, με απολογητικό και εξομολογητικό τρόπο, το πνεύμα της χίπικης εποχής και του παρισινού Μάη.
Ήδη στο 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1966) είχε δοθεί το εναρκτήριο λάκτισμα για έναν «νέο κινηματογράφο» που θα απηχούσε τους κοινωνικούς και αισθητικούς προβληματισμούς της δεκαετίας του ’60: ο Ροβήρος Μανθούλης επιχειρεί να σταθεί Πρόσωπο με πρόσωπο μ’ αυτή τη συνθήκη, υιοθετώντας ως αφηγηματικό μίτο την περιπέτεια του βλέμματος ενός ηθικά ανερμάτιστου καθηγητή αγγλικών με ελκυστική μελαγχολία, προκειμένου να σχολιάσει τη νεοαστική πλουτοκρατία, το απροσγείωτο της νεότητας που αποκηρύσσει αξίες, την ατμόσφαιρα της αθηναϊκής σύγχυσης (διαδηλώσεις, γραφεία μεταναστεύσεως, φτωχογειτονιές) και τα θύματα της σύγχρονης μικροαστικής μυθολογίας. Το σχέδιο συμπληρώνεται επιτυχώς όχι μόνο με την αξιοποίηση άφθαρτων ηθοποιών και την κοινοπραξία στην παραγωγή του φιλμ αλλά και με την ανάδυση μιας σειράς από εκφραστικές καινοτομίες: ακίνητο παγωμένο πλάνο, εικόνα παραμορφωμένη, σύστημα σινεμασκόπ σε φλατ οθόνη, γκροτέσκ έμφαση. Σε διάλογο με τα διεθνή ειδολογικά χαρακτηριστικά θα είναι και δύο συγγενή φιλμ της περιόδου: Ο Γιάννης και ο δρόμος (1967, Τώνια Μαρκετάκη) και η Ανοιχτή επιστολή (1968, Γιώργος Σταμπουλόπουλος).

6/5/18

Η άνοιξη εξεγέρσεων


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Το πανάρχαιο έθιμο της αναγέννησης της ζωής μέσα από την αναγέννηση της φύσης κάθε Άνοιξη, συμβολικά καταγράφεται σ’ όλες τις θεογονίες από τον Άδωνη μέχρι τον Χριστό, όπως και το κόκκινο χρώμα που επίσης από την αρχαιότητα συμβολίζει την αίσθηση της δύναμης και της ελπίδας για το Νέο: άνθρωπο, συλλογικότητα, αξιακά προτάγματα, ιδεολογικο-πολιτικά οράματα, εξεγερσιακές αναζητήσεις, αμφισβητήσεις βεβαιοτήτων, σε όλα τα επίπεδα, ιδιωτικά για πολιτικά. Και καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι βρίσκει την έκφρασή του στα χρόνια της Α΄ Βιομηχανικής Επανάστασης με τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς με τα κόκκινα λάβαρα, από το νέο Συλλογικό Υποκείμενο που διεκδικεί, στα χρόνια της νεωτερικότητας, την λευτεριά τ’ ανθρώπου.
Ούτε προφανώς είναι τυχαίο ότι Άνοιξη συνεχίζουν να καταγράφονται, σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη μέσα στο χρόνο, οι περισσότερες εξεγερσιακές ή επαναστατικές αναζητήσεις της λευτεριάς, από κάθε μορφή εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης. Από την Ελληνική και Λατινοαμερικανική Επανάσταση, την μισο-αγνοημένη «Άνοιξη των Λαών» του 1848, την Κομμούνα του Παρισιού Άνοιξη του 1871, την άφιξη του Λένιν στην επαναστατημένη Πετρούπολη και τις Θέσεις του Απρίλη του 1917, τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα, μέχρι την ανεπανάληπτη εκείνη Άνοιξη του 1968, που διεκδίκησε μια Ελευθερία όχι μόνο συλλογική μα και ατομική και ταυτόχρονα παγκόσμια. Μια ελευθερία …ελευθεριακή, όπως την χαρακτηρίζει και η Ροσάνα Ροσάντα, και αέναα νέα: αγέραστο σύμβολό της η νεανική μορφή του Τσε, καθόλου επίσης τυχαίο.
 «Θύελλα που σάρωσε την οικουμένη», την χαρακτηρίζει ο Ταρίκ Αλί και η οποία «ξεκίνησε από το Βιετνάμ φύσηξε πάνω από την Ασία, πέρασε τις θάλασσες και τα βουνά για να φτάσει στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν…» , στην Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Αφρική, υπερβαίνοντας και τις δύο πλευρές των διαχωρισμών που επέβαλε ο ψυχρός πόλεμος. Μπέρκλεϋ Βερολίνο, Παρίσι, Πράγα, Ρώμη, Βαρσοβία, Λονδίνο, Βελιγράδι, Τόκιο, νοτιοαφρικανικό Σοβέτο, Μεξικό, Ρίο ντε Τζανέιρο, και πόσες ακόμη πόλεις…. συγκλονίζονται από ένα εξεγερσιακό κύμα με παλιά και νέα κοινωνικά κινήματα-αιτήματα, από το νέο, δυναμικό γυναικείο κίνημα, το κίνημα ειρήνης, το οικολογικό, μα και εκείνο των Χίπις, της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της μουσικής των Μπήτλς, της Μαύρης Δύναμης, των «Λυσσασμένων» και «Kαταστασιακών» των πανεπιστημιακών καταλήψεων, του κινηματογράφου, της άνθισης της υποκειμενικότητας, της έξαρσης του αυθόρμητου.

Ο κριτικός λόγος για τις φυσικές επιστήμες και η συμβολή του στο 1968




ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

Πώς προετοιμάστηκε το «1968»; Ο Μάης μπορεί να το συμβολίζει, αλλά το «1968» έχει τις αφετηρίες του στις αρχές της δεκαετίας και, μάλλον, συνεχίζει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Πολλοί και διαφορετικοί λόγοι οδήγησαν σε μία γενικευμένη κριτική της κυρίαρχης ιδεολογίας, κυρίως όπως αυτή αποτυπώθηκε στον επαναπροσδιορισμό του κοινωνικού ρόλου της νεολαίας, των γυναικών, και των μαύρων.
Μια πτυχή της περιόδου, για την οποία μάλλον δεν έχει γίνει τόσο ενδελεχής συζήτηση, είναι οι επιπτώσεις του πολέμου του Βιετνάμ στην διαμόρφωση ενός κριτικού λόγου για τις φυσικές επιστήμες. Η σχεδόν αξιωματική αποδοχή, ότι η πρόοδος των επιστημών θα φέρει την λύση όλων των κοινωνικών προβλημάτων, καθιερώθηκε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ιδεολογίας του Ψυχρού Πολέμου: η πυρηνική ενέργεια θα παρείχε φτηνή ενέργεια σε όλα τα φτωχά νοικοκυριά, η πράσινη επανάσταση τροφή για όλους. Ο καπιταλισμός διέθετε περισσότερα ψυγεία και τηλεοράσεις στα νοικοκυριά, και ενώ οι Σοβιετικοί ήταν πρώτοι με το Σπούτνικ, οι Η.Π.Α. είχαν βάλει στόχο και έγιναν οι  πρώτοι που κατάφεραν να προσεληνωθούν.
Από τις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν αποκλίσεις από την, γεμάτη θριαμβολογία και υποσχέσεις, ιδεολογία του. Πολλά γεγονότα και πρωτοβουλίες, των οποίων οι θεωρητικές παραδοχές και οι πρακτικές επιπτώσεις συγκρούστηκαν με τις απόψεις που εξέφραζε ο Ψυχρός Πόλεμος, αμφισβήτησαν το status quo και επιχείρησαν να προτείνουν εναλλακτικές για πολλές όψεις της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα στο πεδίο της βιομηχανικής παραγωγής, της επιστημονικής έρευνας, στην εκπαίδευση.  

Ο Μάης και οι έλληνες φοιτητές στο Παρίσι


«Sous les pavés, la plage!»



ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΡΑΝΤΙΔΗ

Το 1968 χαρακτηρίζεται συχνά ως ένα annus mirabillis και ως μεταιχμιακό χρονικό σημείο, αφού διαμορφώνεται μια νεανική κουλτούρα και μια νέα φοιτητική πρωτοπορία η οποία παρουσιάζει έναν έντονα ριζοσπαστικοποιημένο χαρακτήρα και αμφισβητεί οτιδήποτε συνδέεται με την καθεστηκυΐα πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική τάξη. Η επίδραση του Μάη του ’68 στη συγκρότηση της ταυτότητας των ευρωπαϊκών φοιτητικών κινημάτων χαρακτηρίζεται από έναν πλουραλισμό και μια σειρά διαφοροποιήσεων από χώρα σε χώρα. Με ποιον τρόπο όμως θα μπορούσαμε να εγγράψουμε την ελληνική εμπειρία μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο και να εντοπίσουμε μια σχετική ανάγνωση των γεγονότων του 1968 από τους Έλληνες φοιτητές, σε μια χρονική περίοδο μάλιστα που η Ελλάδα βρισκόταν ήδη για δεύτερο χρόνο «στον γύψο»;
Μέσα στο πλαίσιο της χούντας των συνταγματαρχών, με δεδομένες τη λογοκρισία, τις συλλήψεις και την ατμόσφαιρα τρομοκρατίας που επικρατούσε, είναι δύσκολο να αναζητηθεί η οποιαδήποτε σύνδεση με τα διεθνή κοινωνικά κινήματα. Αντίθετα όμως, οι ελληνικές φοιτητικές ομαδοποιήσεις που διαμορφώνονται εκείνη την περίοδο, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, αναδεικνύουν τη συμμετοχή των Ελλήνων που βρίσκονταν ήδη στο εξωτερικό ή αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ελλάδα μετά την επιβολή της δικτατορίας. Το Παρίσι αποτελεί ένα ξεχωριστό παράδειγμα αναφορικά με την ανάπτυξη των ελληνικών φοιτητικών κοινοτήτων του εξωτερικού. Αφενός, η γαλλική πρωτεύουσα αποτέλεσε την πιο εμβληματική περίπτωση στο ευρύτερα εξεγερσιακό κλίμα στην Ευρώπη. Αφετέρου, είχε δημιουργηθεί εξαρχής μια συνεκτική και πολυάριθμη, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, τοπική κοινότητα Ελλήνων φοιτητών, χάρη στους μακρούς πνευματικούς δεσμούς με την Ελλάδα, που παγιώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω του Γαλλικού Ινστιτούτου στην Αθήνα.

Έλληνες εργάτες στον παρισινό Μάη


Παρίσι, Πρωτομαγιά 1968. Στο κέντρο, κρατώντας το πανώ, η Ρούλα Παλαιολογοπούλου

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΠΟΥΛΟΥ

Οι μεγάλες κινητοποιήσεις εκείνης της χρονιάς ξεκίνησαν βέβαια από τους Γάλλους φοιτητές. Δεν άργησαν όμως να πάρουν παλλαϊκό χαρακτήρα, και συγκλόνισαν τη Γαλλία έτσι που το καθεστώς του στρατηγού Ντε Γκωλ έφτασε να κρέμεται από μία κλωστή! Και όπως φαίνεται, σώθηκε την τελευταία στιγμή, όχι μόνο γιατί αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα, αλλά και γιατί το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (πανίσχυρο ακόμα τότε) δεν θέλησε να το τραβήξει παραπέρα, βυθίζοντας την Γαλλία στο χάος...
Σ’ αυτό το γεγονός, στην εξέγερση δηλαδή του Μάη, οι Έλληνες της Γαλλίας δεν στάθηκαν καθόλου αδιάφοροι. Το αντίθετο μάλιστα. Ο συντάκτης αυτού του σημειώματος θεωρεί ότι οι Έλληνες που βρίσκονταν τότε στη γαλλική πρωτεύουσα, διεκδικούν ένα σημαντικό μερίδιο σε όλες τις κινητοποιήσεις του Μάη. Και φυσικά πρώτοι απ’ όλους οι Έλληνες της Αριστεράς...
Είναι γνωστό ότι το γαλλικό κράτος και ιδιαίτερα η πρωτεύουσά του, το Παρίσι, στάθηκαν τόπος φιλοξενίας για κάθε έλληνα διανοούμενο που ζητούσε εκεί καταφύγιο. Μην ξεχνάμε ότι εκεί πέρασαν τη ζωή τους ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (ο γνωστός ποιητής με το ψευδώνυμο Ζαν Μορεάς) ο "πατέρας" της δημοτικής μας γλώσσας Γιάννης Ψυχάρης, και άλλοι πολλοί.
Στο Παρίσι υπήρχε ακόμα από τις αρχές του 20ού αιώνα ένα ρωμαλέο κίνημα προοδευτικών ελλήνων φοιτητών, αλλά και αριστερών διανοούμενων. Γνωρίζουμε επίσης ότι στον Ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) αρκετοί από αυτούς εντάχθηκαν στις "Διεθνείς Ταξιαρχίες" και πολέμησαν στο πλευρό της Δημοκρατικής Ισπανίας. Αλλά και κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής στην Γαλλία, αρκετοί από αυτούς πήραν μέρος και στη γαλλική αντίσταση.

Η Άνοιξη της Πράγας και οι έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες


ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΙΒΟΥ

Η Τσεχοσλοβακία φιλοξένησε από τη λήξη του Εμφυλίου και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 13.000 Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, δηλαδή τη μεγαλύτερη προσφυγική κοινότητα μετά από αυτή της Τασκένδης. Το 1968, χρονιά της Άνοιξης της Πράγας και παράλληλα χρονιά διάσπασης του ΚΚΕ, η ηγεσία της προσφυγικής κοινότητας Τσεχοσλοβακίας, όπως και η πλειονότητα των προσφύγων, τάχθηκαν με την πλευρά του ΚΚΕ Εσωτερικού, γεγονός που στη συνέχεια επέφερε σειρά διώξεων εις βάρος τους.
Οι ενήλικες πολιτικοί πρόσφυγες άρχισαν να φτάνουν στην Τσεχοσλοβακία με διαδοχικές αποστολές ύστερα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού στον Γράμμο. Μετά το αρχικό στάδιο εγκατάστασης, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, η σχετικά ομαλή ζωή των προσφυγικών κοινοτήτων διαταράχθηκε με αφορμή τα αιματηρά γεγονότα της Τασκένδης (Σεπτέμβριος 1955) και στη συνέχεια την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από την κομματική ηγεσία. Ο διχασμός που ακολούθησε ήταν κάθετος και επηρέασε τη ζωή όλων των προσφυγικών κοινοτήτων. Τα αφοσιωμένα στον Ζαχαριάδη κομματικά μέλη της Τσεχοσλοβακίας, περίπου 800 σε σύνολο 2.000, αποπέμφθηκαν από τις θέσεις τους και αποκλείστηκαν από υπεύθυνες θέσεις. Η διάσπαση μεταξύ των κομματικών που συντάχθηκαν με τον νέο ηγέτη, Κώστα Κολιγιάννη, και των ζαχαριαδικών (λίγο αργότερα και των μαρκικών) ήταν κάθετη, διαπέρασε κάθε προσφυγική παρέα, κάθε κοινότητα. Η τσεχοσλοβάκικη ηγεσία και ιδιαίτερα η μυστική αστυνομία StB παρακολουθούσε σε σταθερή βάση τις δραστηριότητες των λεγόμενων «δογματικών» που έμειναν πιστοί στη γραμμή του Ζαχαριάδη. Η StB κατέγραφε τις επισκέψεις των «δογματικών» στις πρεσβείες της Κίνας και της Αλβανίας, ενώ πολύ τακτικά αστυνομικοί καλούσαν τους ζαχαριαδικούς σε ανακρίσεις, που άλλοτε έληγαν με συστάσεις, άλλοτε με απειλές για έξωση από τη χώρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι απειλές πραγματοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα κάποιοι από τους ζαχαριαδικούς να υποχρεωθούν να μετακινηθούν στην Κίνα, ενώ άλλοι εξορίστηκαν σε απομακρυσμένες περιοχές της ανατολικής Σλοβακίας.

Ο Μάης και η χούντα


Η «δραξ των ακαθάρτων τύπων»...



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΑΠΗ

Υπάρχει ένα τρόπον τινά παράδοξο με τον γαλλικό Μάη του ’68: στην ουσία του «μύθου» του δεν είναι γαλλικός, δεν εντοπίζεται χρονικά μόνο στον πέμπτο μήνα του annus mirabilis και σίγουρα «αδικείται» αν μελετηθεί (αποκλειστικά) εντός του 1968. Επομένως, πρόκειται για ένα από εκείνα τα, σπάνια στην κοινωνική ιστορία, φαινόμενα που, καθώς συνοψίζει μια μακρά διεργασία που έχει προηγηθεί σε πολλά επίπεδα (όπως άλλωστε και ο άλλος «μύθος» της εποχής, το Γούντστοκ) και έναν πρωτοφανή συγκρουσιακό κύκλο που προοιωνίστηκε την έκρηξη στους δρόμους του Παρισιού, η κατανόησή του δεν είναι και το πιο εύκολο εγχείρημα. Ως προς την ερμηνεία του Μάη θα λέγαμε ότι υπάρχουν δύο μείζονες προσεγγίσεις. Η πρώτη, την οποία με αρκετά εισαγωγικά θα χαρακτήριζα ως «αριστερή», τον βλέπει ως κατάληξη μιας κινηματικής διαδικασίας που ξεκινάει (αυτονομημένη εν πολλοίς από τον πατερναλισμό της κομμουνιστικής κομματικής ορθοδοξίας) αρκετά χρόνια πριν, συναρτάται και εμπλουτίζεται βέβαια με την εμφάνιση της νεολαίας στο προσκήνιο, ενώ πυροδοτείται από μια σειρά γεγονότων που εγγράφονται σε αυτό που κοινώς αποκαλούμε «συγκυρία»: τον πόλεμο του Βιετνάμ, την απροσχημάτιστη εμπλοκή των ΗΠΑ στο εσωτερικό άλλων χωρών, την αποθέωση του Ψυχρού Πολέμου, τον ιδεαλισμό που εκπέμπει ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας και η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ’68 και η παγκοσμιοποίηση




ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

Με όποιους όρους κι αν το προσεγγίσουμε, το ’68 ήταν μια κορυφαία στιγμή, που ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να κοιτάξουμε πίσω από τον πέπλο του μύθου που το καλύπτει, και όσων φαντασιακών προσδοκιών συνεχίζει να διεγείρει. Η νοσταλγία για μια εξέγερση, ή ακριβέστερα για ένα πλήθος εξεγέρσεων, στις σφαίρες του πολιτισμού και της πολιτικής διακατέχει πολλούς από τους πρωταγωνιστές (έστω κι αν σήμερα έχουν περάσει στην αντίπερα όχθη αυτού του ρεύματος), μα και επιγόνους της εποχής, ενώ οι συνέπειες αυτής της εξέγερσης διαπερνούν συνειδητά ή ασυνείδητα τις ζωές όλων μας. Αυτό γίνεται ορατό και στη σφαίρα των θεωρητικών προσεγγίσεων –η κουκουβάγια πετά αφού πέσει το σκοτάδι− της σύγχρονής μας πραγματικότητας, και συγκεκριμένα στη διαμάχη, που λίγο-πολύ εξακολουθεί να μαίνεται, γύρω από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο.
Είναι ζήτημα οπτικής γωνίας εάν το ’68 ήταν κίνημα εμπροσθοφυλακής ή οπισθοφυλακής. Τα κινήματα της σημαδιακής αυτής χρονιάς ξέσπασαν στις πιο «προηγμένες» χώρες του καπιταλισμού, και κατά βάση είχαν σαν φορέα το νεολαιίστικο κίνημα. Αυτό ασφαλώς το «κατά βάση», ο πυρήνας του εξεγερσιακού κινήματος, αφήνει πολλά ανοικτά μέτωπα: από το προηγούμενο των αλλαγών στο ύφος ζωής των πληβειακών νεολαιίστικων στρωμάτων (π.χ. ροκεντρόλ) ίσαμε τον ριζοσπαστισμό μερίδων της εργατικής τάξης (μα και αντίθεσής τους στο ’68), και κινημάτων όπως το γυναικείο ή εκείνο κατά των φυλετικών διακρίσεων. Το πανόραμα των διαφορετικών κινημάτων, δηλαδή ο πλουραλισμός των αξιών τοποθετημένων ισότιμα μέσα στον χώρο −στο εδώ και τώρα−, είναι ό,τι σήμερα αποκαλούμε μεταμοντερνισμό.

29/4/18

Οι συμβολικές αναπαραστάσεις και οι διαρρέουσες μυθοπλασίες

Μιχάλης Νικολινάκος, Σούρουπο, 1949, ακουαρέλα, 18 x 29 εκ.



ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν ήδη φανερή μια γενετική, ριζική δηλαδή, κατάσταση κρίσης, στο πεδίο της θεωρίας των καλλιτεχνικών και των αισθητικών γεγονότων. Η κρίση αφορούσε κατά κύριο λόγο στο νόημα της αναπαραστατικής τους διαδικασίας, καθώς την εποχή εκείνη ήταν σε τροχιά εξάντλησης οι δύο, κατ’ ουσίαν ομογάλακτες, αν και φαινομενικά αποκλίνουσες, θεωρίες που είχαν δημιουργηθεί από την επικυριαρχία του τότε επαναστατικού μοντερνισμού, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κι έπειτα. Αφ’ ενός, η κλειστή, υλιστική ερμηνεία της επιστήμης και της τέχνης, με βάση τον σοσιαλιστικό εμπειρισμό και στη συνέχεια τον σοβιετικό μαρξισμό, ερμηνεία που με το ζολαϊκό απόλυτο είχε ανοίξει από το 1870-1880 το δρόμο για την εφαρμογή τής θεωρίας της μηχανιστικής αντανάκλασης· και, από την άλλη, τα κλειστά, φορμαλιστικά και αυτοαναφορικά θεωρήματα της αισθητικής και της τέχνης, με έναν θρησκευτικής προσήλωσης εστιασμό στο γλωσσικό συμβάν.
Δεν χρειάζεται ίσως να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο μοντερνισμός, με τις διάφορες εκδοχές του, ριζοσπαστικοποιούσε το στοιχείο της μορφής, βλέποντάς το ως κινητήριο όλον· θα έλεγα μάλιστα ότι στον νου πολλών θιασωτών του ρεαλισμού, το περίφημο «περιεχόμενο», η δαμόκλεια σπάθη του μαρξισμού εν αγνοία του Μαρξ, επείχε τη θέση μιας έννοιας αυτόνομης, που μαχόταν, όσο και ο φορμαλισμός, την ταυτοτική πολλαπλότητα του αισθητικού γεγονότος!

Σύγχρονη αμερικανική μεταμυθοπλασία


Τα φαντάσματα του Λίνκολν

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΧΡΙΜΑΝΗ

GEORGE SAUNDERS, Λήθη και Λίνκολ (Lincoln in the Bardo), μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδόσεις Ίκαρος, σελ. 472

Ο βίος του Αβραάμ Λίνκολν, του αμερικανού προέδρου της Διακύρηξης Χειραφέτησης, του φωτεινού, οικουμενικού συμβόλου του αγώνα κατά της δουλείας, έχει δώσει τροφή για μια απέραντη βιβλιογραφία, αποτελούμενη από χρονικά, απομνημονεύματα, ιστορικές μελέτες, αλλά και λαϊκούς θρύλους που μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα για πολλές δεκαετίες, μετά τη δολοφονία του το 1865. Ενώ λοιπόν θα περίμενε κανείς η μνήμη του Λίνκολν να έχει εμπνεύσει έκτοτε αμέτρητες σελίδες του κανόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τουλάχιστον μετά τα γνωστά ποιήματα-ελεγείες των μεγάλων σύγχρονών του ποιητών, Walt Whitman και James Russell Lowell. Είναι χαρακτηριστικό, ότι μια πρόχειρη αναζήτηση σε όλο το εύρος της αμερικανικής πεζογραφίας του εικοστού αιώνα, δεν εντοπίζει παρά μόνο έργα λαϊκής λογοτεχνίας, του ιδιώματος του ιστορικού μυθιστορήματος, του αστυνομικού μυθιστορήματος ή του θρίλερ μυστηρίου. Η οριακή, ως προς την παραπάνω διάσταση, περίπτωση του μυθιστορήματος Lincoln (1984) του Gore Vidal, δεν είναι αρκετή για να αλλάξει τη γενικότερη εικόνα, παρ’ ότι μετέρχεται με ενδιαφέροντα τρόπο εργαλεία της πολυφωνικής αφήγησης.
Δεδομένης λοιπόν της συνθήκης αυτής, το μυθιστόρημα Lincoln in the Bardo, του George Saunders, που κυκλοφόρησε το 2017 και τιμήθηκε με το βραβείο Booker, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Πόσω μάλλον όταν στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε τη σύσταση του Thomas Pynchon: «Μια εκπληκτικά ρυθμισμένη φωνή –ευφρόσυνη, σκοτεινή, αυθεντική, και αστεία– που αφηγείται ακριβώς το είδος των ιστοριών που χρειαζόμαστε να διαβάσουμε σήμερα». Ποιο είναι όμως κατά Pynchon «ακριβώς το είδος των ιστοριών που χρειαζόμαστε να διαβάζουμε σήμερα», παράδειγμα του οποίου αποτελεί το μυθιστόρημα του Saunders;

Μεταμυθοπλασία και Ιστορία

Μιχάλης Νικολινάκος, Κέρκυρα, 1976, ακουαρέλα, 19 x 29 εκ.



ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Ποιο θα μπορούσε να είναι το αντικείμενο μιας συζήτησης μεταξύ μεταμυθοπλασίας και Ιστορίας; Και μάλιστα, υπό την προϋπόθεση της ρευστότητας, της απουσίας ενός περιεκτικού και αντιπροσωπευτικού ορισμού της μεταμυθοπλασίας; Η δυσκολία μειώνεται, φαινομενικά, αν, δίπλα στο ουσιαστικό «μεταμυθοπλασία», προστεθεί ο προσδιορισμός «τεκμηριωτική». Από τη στιγμή που η Ιστορία είναι η κατεξοχήν πειθαρχία της χρήσης τεκμηρίων, μια γέφυρα έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα. Η πραγματική γέφυρα, βέβαια, βρίσκεται στο ίδιο το έδαφος της μεταμυθοπλασίας, συνολικά, κι όχι σε αυτό των τεκμηρίων. Αλλά ως προς αυτό, ο αναγνώστης θα πρέπει να κάνει λίγη υπομονή.
Ήδη από την αρχή, τίθεται ένα ερώτημα το οποίο οφείλει να απαντηθεί, μιας που ο όρος «τεκμήριο» δεν είναι καθόλου ουδέτερος. Από τη στιγμή, μάλιστα, που στο παρόν αφιέρωμα έχουν προηγηθεί άλλα κείμενα, καλό θα ήταν να αναφερθώ, έστω και με μια νύξη, σε μια συζήτηση παράπλευρη, αυτή περί ιστορίας και ρητορικής. Μια συζήτηση αιώνων η οποία φέρει, στον πυρήνα της, μια τομή, μια αποσιώπηση κι έναν περιορισμό οπτικής. Ας το πω, εδώ, με μια φράση μόνο: όσο κι αν προσπαθεί ένα σύγχρονο ρεύμα της θεωρίας της Ιστορίας να αναδείξει τη σχέση ρητορικής και Ιστορίας, εννοώντας την πρώτη, και περιορίζοντάς την, μόνο ως μια θεωρία των ρητορικών τρόπων, έρχεται κάποια στιγμή που αναδύεται, μεταξύ άλλων, αυτός ο όρος της (δικανικής) ρητορικής, και τα πράγματα περιπλέκονται. Διότι, το τεκμήριο συνδέεται με έναν αποδεικτικό συλλογισμό, με έναν ισχυρισμό, με μια ολόκληρη νοητική διεργασία την οποία, αν θέλαμε να την ανακατασκευάσουμε, θα έπρεπε να αναφερθούμε στο συνολικό έργο του ιστορικού, δηλαδή σε αυτό της έρευνας και παρουσίασης.