Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξαναδιαβάζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξαναδιαβάζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18/4/14

Immanuel Kant, Προς την αιώνια ειρήνη

Πρόσφυγες, μετανάστες και το καντιανό «δίκαιο της φιλοξενίας»

ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΜΗΤΑ

Τοπίο με έλατα, Ischl, λάδι σε μουσαμά, 32x43εκ.,
Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη,
Εθνική Πινακοθήκη- Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου

Είναι σχεδόν αδύνατο να στοχαστούμε τη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα δίχως μια σειρά από έννοιες που συνδέονται έμμεσα ή άμεσα με τη σκέψη του Καντ και το έργο του Προς την Αιώνια Ειρήνη (1795) – διαχρονικά, έτσι κι αλλιώς, το πλέον πολυδιαβασμένο σύγγραμμα του φιλοσόφου. Απλοποιώντας ασφαλώς, το βασικό επιχείρημα του έργου θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής: Η αιώνια ειρήνευση, η άρση των όρων που ευνοούν και αναπαράγουν την έριδα μεταξύ ανθρώπων και λαών, δεν πρέπει να νοηθεί ως φιλοσοφική φαντασίωση. Απεναντίας, είναι καθήκον ανθρώπινης ευπραξίας, αμέριστα ισχυρό και (άρα) πραγματώσιμο. Συναρτάται με τη βαθμιαία εδραίωση τριών αυτοτελών πλην αλληλένδετων προϋποθέσεων: Πρέπει τα επιμέρους κράτη να είναι εσωτερικά οργανωμένα ως εύτακτες πολιτείες δικαίου («1ο οριστικό άρθρο για την αιώνια ειρήνη»), εξωτερικά συνενωμένα σε μια εθελούσια ένωση αυτόνομων πολιτειών («2ο άρθρο») και να τηρούν την αρχή της καθολικής φιλοξενίας («3ο άρθρο»).
Τα δύο πρώτα άρθρα παραδοσιακά μονοπωλούν το κριτικό ενδιαφέρον. Καθαυτή, η διεθνής εμπειρία διαρκώς ανανεώνει/μετατονίζει την επικαιρότητά τους. Οι απαντήσεις αναπαράγονται –οι  ίδιες–  ως διαδοχικά ερωτήματα (τι σημαίνει α. εθελούσια β. ένωση γ. εύτακτων πολιτειών). Πλάι στα δύο πρώτα άρθρα και σε αντίθεση με αυτά, μένει ωστόσο άμοιρο σχολιασμού το τρίτο – που αφορά ένα ζήτημα εξίσου επίκαιρο και αναπόφευκτα συναφές (ποια η σχέση μιας πολιτείας με κάποιον που εισέρχεται σε αυτήν ως ξένος, δηλ. μη πολίτης). Θα θέλαμε, διά του παρόντος κειμένου να εστιάσουμε εκεί.

11/1/14

Karl Marx: Χειρόγραφα 1844

Από την καθαρή θεωρία στη θετική κριτική

Claire Fontaine, Burning of P.I.G.S., 2011, βιντεοπροβολή
ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Στον πρόλογό του στα Χειρόγραφα 1844, ο Karl Marx δηλώνει την αφετηρία μιας καμπής των φιλοσοφικών του ενασχολήσεων, κάτω από την έντονη επιρροή που άσκησε πάνω του το έργο του Ludwig Feuerbach. "Μόνο με την εμφάνιση του Feuerbach", γράφει, "μπορούμε να πούμε πως αρχίζει η θετική, ουμανιστική και φυσιοκρατική κριτική. Όσο μικρότερος ο θόρυβός τους, τόσο πιο σίγουρη, βαθιά, διαδεδομένη και διαρκής είναι η επίδραση των έργων του Feuerbach, των μόνων έργων μετά τη Φαινομενολογία και τη Λογική του Hegel, που αποτελούν αληθινή θεωρητική επανάσταση".1 Πράγματι, στα Χειρόγραφα το ενδιαφέρον του Marx μετατοπίζεται από το πεδίο της καθαρής θεωρίας στο πεδίο της θετικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, μετατόπιση η οποία θα καθορίσει τη μαρξική προοπτική, και μέσω της προβληματικής του ουμανιστικού φυσιοκρατισμού του Feuerbach, ο Marx θα επιχειρήσει να ολοκληρώσει την Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου (1843), η οποία παρέμεινε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ημιτελής. Ήδη, ωστόσο, μέσα στο μαρξικό χειρόγραφο της Κριτικής η επιρροή του Feuerbach είναι πλήρως εμφανής, όπως εμφανής άλλωστε είναι και η προετοιμασία του Marx να στρέψει το ενδιαφέρον του προς την θετική κριτική του ίδιου του εγελιανισμού με όρους της φυσιοκρατίας του Feuerbach. Δηλωτική ασφαλώς της μαρξικής προθετικότητας είναι η απόφανση του Marx, στην αρχή κιόλας του χειρογράφου της Κριτικής: "...η κριτική της θρησκείας είναι η προϋπόθεση για κάθε κριτική...

29/12/13

Κατερίνα Γώγου

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Triumphzug- Baccanalia, 2011, 255 x 390 cm
Αποκλεισμένη από τους λογοτεχνικούς κανόνες της εποχής της, τις ανθολογήσεις ποιητών της γενιάς της, τις λαμπρές παρουσίες σε σκοτεινές εκδηλώσεις, τις επίσημες συνεντεύξεις, τα επίσημα φύλλα, τις επίσημες λέξεις, τις επίσημες λύσεις, τις επίσημες στάσεις, η Κατερίνα (73 χρόνια από την γέννησή της, 29 απ’ όταν τη γνώρισα, 20 ήδη από το θάνατό της και ποτέ δε μπόρεσα να την πω Γώγου), έζησε ανεπίσημα τα 53 χρόνια που της έμελλε να ζήσει, με έναν κόκκινο σταυρό – στο χρώμα του αίματος. Σαν αιτία θανάτου της αναφέρθηκε η υπερβολική δόση αλκοόλ και χαπιών. Ήταν όμως, μία ακόμα από εκείνες τις συνηθισμένες ενορχηστρώσεις, που το κράτος, η εξουσία, η κάθε μορφής εξουσία (ακόμα και αυτή των Εξαρχείων, με τις ενδοοικογενειακές της στρεβλώσεις) επιφυλάσσει ως λύση για τα άτακτα παιδιά της. Για όσους της χαλάνε τη μόστρα και κάνουν το πρόσωπό της στον καθρέφτη να μοιάζει θολό.
Η Κατερίνα τα χαλούσε όλα. Τα γκρέμιζε γιατί ήθελε να τα φτιάξει απ’ την αρχή, κατά τον δαίμονα εαυτού. Όσο γνώριζε. Ήτανε, έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα. Μπέσα, ντόμπρα, φόρα παρτίδα. Ένα πρόσωπο, σκέτο νεράκι. Την αποκάλεσαν σαλεμένη. Γιατί δεν έκανε «χάρες». Εκπτώσεις. Νοθείες. Να σερβίρει Κουρτάκη για κρασί εικοσιπενταετίας. Γιατί δεν ήταν η διανοούμενη που θα ήθελε πάντα η Αριστερά: Στρατευμένη στο δρόμο της. Να ακούει τον τάδε, τον δείνα, τον πιασ’ το αυγό και κούρευτο. Τά χωνε εδώ κι εκεί, αριστερά και δεξιά κι έγραφε βάλιουμ, μαντράξ, στεντόν, τριπτιζόλ, λύπες, σε ταράτσες ετοιμόρροπων κτιρίων, σε πλατείες περικυκλωμένες από μπατσικά, σε συγκεντρώσεις με υπό αμφισβήτηση συντρόφους, σε σπίτια χωρίς θέρμανση με χαλασμένα πατώματα, σε δρόμους χωρίς ανθρώπους, σε ανθρώπους χωρίς αγώνες, σε αγώνες χωρίς νόημα.

21/12/13

Henry James, Το Θηρίο μέσα στη Ζούγκλα

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Narcissus, 2005, 160 x 140 cm
«Σας συνάντησα στη Ρώμη πριν από πολλά χρόνια. Θυμάμαι τα πάντα.» Με αυτή τη δήλωση αυτοπεποίθησης, ο Χένρυ Τζέημς μας εισαγάγει με τρόπο αιχμηρό στον κόσμο του Τζων Μάρτσερ. Στην εξέλιξη του κειμένου θα γίνουμε αυτόπτες μάρτυρες μιας αργής και βασανιστικής ψυχολογικής μετατόπισης, εκκινώντας από την πιο ακραία αλαζονική στάση∙ αυτή που επιτρέπει στον πρωταγωνιστή την πεποίθηση μιας ιδιαιτερότητας, τέτοιας ώστε να είναι αδύνατο να κατονομαστεί. Η αίσθηση μοναδικότητας που διακατέχει τα πολύ μικρά παιδιά, εδώ έχει εισχωρήσει στον εγωισμό ενός μεσήλικα. Καθώς ο Μάρτσερ είναι πεπεισμένος πως είναι προορισμένος για μια ιδιαίτερη αποστολή, θα έρθει η στιγμή να μοιραστεί το μυστικό του με έναν άλλον άνθρωπο. Οι εκμυστηρεύσεις του, ωστόσο, μοιάζουν εκ των πραγμάτων επιβεβλημένες, καθώς η Μαίη Μπάρτραμ θα λειτουργήσει έως το τέλος σαν επιβεβαίωση της «τρομερής αλήθειας». Η θηριώδης εγωπάθεια του Μάρτσερ, το μυστικό βάρος που τον συνοδεύει στην κοινωνική του ζωή  και το οποίο είναι αναγκασμένος να κρύβει επιμελώς πίσω από μια μάσκα καθωσπρεπισμού κα αδιαφορίας, αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τη σύμφωνη στάση της Μαίη. Ένα ιδιόρρυθμο συμβόλαιο έχει ενεργοποιηθεί μεταξύ τους, όπου εκείνη αναλαμβάνει να επικυρώσει με την ίδια της την ύπαρξη αυτό το οποίο οι λέξεις αδυνατούν να κατονομάσουν.

17/8/13

Ξαναδιαβάζοντας το Παλτό του Νικολάι Γκογκόλ

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

Κανονικά ο Γκογκόλ θα έπρεπε να απαγορευτεί στην Ελλάδα. Και στην Ευρώπη των «27» επίσης. Σπανίως βρίσκεις πιο επαναστατικά κείμενα από τα δικά του. Το Παλτό είναι ένα από τα πλέον «βλάσφημα» του έργα. Ξεχάστε ότι γράφτηκε το 1839 και τοποθετήστε το στη δεκαετία του ‘60, στην εποχή του ασπρόμαυρου ελληνικού σινεμά, και θα δείτε ότι ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς ζούσε και τότε. Θα τον αναγνωρίσετε στους ήρωες του Ηλιόπουλου, του Χορν, του Χατζηχρήστου, του Βέγγου. Είναι ο άνθρωπος της σφαλιάρας, του θελήματος, λίγοι τον προσέχουν και τον ακούνε, κι ακόμα λιγότεροι πίσω από τα τιτιβίσματά του μπορούν να διακρίνουν τη χριστιανικότητα, την ταπεινότητα και τη γαλήνη, που διέκρινε ο ένας και μοναδικός συνάδελφος του Ακάκιου Ακάκιεβιτς: «Είμαι αδερφός σου».
Κι αν υποθέσουμε ότι επιστρέφουμε  βαναύσως και μνημονιακά σε εκείνα τα χρόνια της αθωότητας της δεκαετίας του ‘60, αλλά χωρίς την προπατορική αθωότητα, ανεπανόρθωτα «βιασμένοι», τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς συνεχίζει να ζει και ίσως είναι ζωντανός όσο ποτέ άλλοτε, και καμιά τεχνολογική επανάσταση και καμιά κατάκτηση του Διαστήματος δεν τον έχουν καταργήσει.

13/7/13

Κώστας Βάρναλης: Το φως που καίει

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ


στον Βύρωνα Λεοντάρη

Καίει ακόμα;

Habent sua fata libelli. Αν, πράγματι, και τα βιβλία έχουν τη δική τους μοίρα, τότε σίγουρα Το Φως που καίει θα πρέπει να είναι το πιο βαριόμοιρο και τυραγνισμένο βιβλίο της νεοελληνικής Γραμματείας. Οι περιπέτειές του γνωστές: θα κατασχεθεί δύο φορές, θα απαγορευθεί, θα καταδικαστεί να καεί (όσο βέβαια μπορεί να καεί ...ένα φως που καίει) «εις το πυρ το εξώτερον» από την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα προπηλακιστεί και θα καθυβριστεί από μορφωμένους κι αδαείς, ενώ ο συγγραφέας του, εξ αιτίας του βιβλίου, θα διωχθεί, θα απολυθεί από τη Μέση Εκπαίδευση και, αργότερα, θα εξοριστεί.
Δεν θα μιλήσουμε εδώ γι’ αυτές τις περιπέτειες. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως οι «φωτοδιώκτες» φαίνεται να διέγνωσαν με απόλυτη διαύγεια το «ιερόσυλο», ανατρεπτικό και καρναβαλικό στοιχείο της βαρναλικής ποιητικής, ίσως, περισσότερο ακόμη και από τους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του ποιητή. Και, φυσικά, οι διώξεις αυτές δεν ήταν απλώς προϊόν μικρόνοιας ή υπερβάλλοντος φανατισμού (όπως συνηθίζουν να λένε οι εκ των  υστέρων «εξημερωμένες» και τάχαμου «ψύχραιμες» αναθεωρητικές επαναναναγνώσεις του παρελθόντος), αλλά μιας συγκεκριμένης στοχοθεσίας ανάλογης με αυτήν που λέγεται πως διατύπωσε ο εισαγγελέας στη δίκη του Αντόνιο Γκράμσι, όταν δήλωνε ότι «πρέπει να κάνουμε αυτό το μυαλό να πάψει να σκέφτεται». Στοχοθεσία που, αφήνοντας στην άκρη τα ηρωικοπρεπή και ποιητικοπρεπή, στην περίπτωση του Βάρναλη κατά κάποιο βαθμό ευοδώθηκε, αφού ένας από τους λόγους για την αποχή του Βάρναλη από τη δημιουργία μειζόνων συνθέσεων (όπως  αυτές της δημιουργικής του δεκαετίας τού 1920) είχε να κάνει και με τις συνέπειες αυτών των διώξεων.

12/5/13

Edward W. Said, Διανοούμενοι και Εξουσία

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Όσο βαθαίνει η κρίση που βίαια βιώνουμε και μετεξελίσσεται από κρίση χρέους σε κρίση οικονομικών επιλογών, πολιτικών θεσμών και αξιακών προταγμάτων, τόσο εντείνεται και μια διάχυτη συζήτηση περί ευθύνης ή σιωπής των διανοουμένων απέναντί της ή ακόμη εντονότερα της καταγγελίας ότι όσοι από αυτούς μιλούν, εκφράζονται ως «πολύτιμοι υπηρέτες» της εξουσίας. Πρόκειται για μια συζήτηση και ένα Λόγο που επανέρχεται σε κάθε εποχή κρίσης και ο οποίος εμπεριέχει ένα ιδιότυπο κράμα κρυφής γοητείας και απόρριψης, θαυμασμού και λοιδορίας, προς μια υπαρκτή ή αναμενόμενη δύναμη, αυτής της ιδιαίτερης κοινωνικής κατηγορίας πολιτών, από την οποία απαιτούμε ένα Λόγο κριτικής αμφισβήτησης.

4/5/13

Στέφανος Ροζάνης: Η Ρομαντική Εξέγερση

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Σήμερα, στη γειτονική Ιταλία ένας «αρλεκίνος» συνδυάζει το καρναβαλικό πνεύμα με τον λαϊκισμό και καταφέρνει να κερδίσει έναν στους τέσσερεις ψηφοφόρους, ενώ στα εγχώρια ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης προβλέπει ότι αργά ή γρήγορα η λαϊκή αντίδραση θα εκφραστεί μέσα από μια έκρηξη ακραία, παράλογη και καρναβαλιστική, όπως την έχει περιγράψει ο ρώσος θεωρητικός Mikhail Bakhtin.[i] Αιχμηρό το σχόλιο, κυρίως λόγω των αναπόφευκτων συγκρίσεων μεταξύ των οικονομικών ανισοτήτων και της παρακμής της μεσαιωνικής κοινωνίας, και των συνθηκών κοινωνικής εξαθλίωσης, αστάθειας και πολιτικής απαξίωσης που αντιμετωπίζουν με αυξανόμενη πρόοδο οι πολίτες των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών, προεξεχούσης της Ελλάδας.
Μελετώντας τα συμπτώματα των σύγχρονων κοινωνιών ανατρέχει κανείς στην επαναπροσέγγιση των στοιχείων εκείνων που είναι εγγενή στη λαϊκή κουλτούρα της πρώιμης νεωτερικότητας∙ όχι μόνο γιατί αναφέρονται σε μια προ-καπιταλιστική συνθήκη, αλλά και γιατί προσφέρονται στην ανάλυσή τους σαν μια σαρδόνια μεταφορά των αντιφάσεων της οικονομικής άνθησης των τελευταίων δεκαετιών και της επακόλουθης κατάρρευσης. Στην απόπειρά του να ερμηνεύσει την κοινωνική ένταση, ο Bakhtin ανασύρει λανθάνουσες όψεις της πραγματικότητας, στις οποίες εντάσσονται το καρναβαλικό και ο γκροτέσκος ρεαλισμός, ως μεταφορές των κοινωνικών θεσμών και της γλωσσικής, σωματοποιημένης επιτέλεσης, αντίστοιχα. Στην τέχνη του 20ού αιώνα, ο σαιξπηρικός τρελός γνώρισε την αποθέωση∙ από τον Baudelaire έως τους μοντερνιστές, η τέχνη συναντάει τους απόκληρους των αυλικών γιορτών, τους περιφερόμενους σαλτιμπάγκους, προβαίνει στο ξήλωμα κάθε ίχνους σοβαροφάνειας, επισημότητας και κομφορμισμού, με άλλα λόγια, επιτίθεται σε κάθε τί αστικό. Όμως, το πρωτοπόρο κίνημα αναβίωσης των τελετουργικών και των οραματισμών του μεσαίωνα, υπήρξε ο ρομαντισμός.

28/4/13

Αλέξης Σεβαστάκης, Ταξίδι εργασίας

Προεικονίζοντας τη σύγκρουση: Το στοίχημα της «ανάπτυξης» και ο ρόλος του ξένου

ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΡΑΠΤΟΥ

Ο «ξένος» και το εννοιολογικό και υλικό αποτύπωμά του στο χώρο, δοκιμάζουν ποικιλοτρόπως την ελληνική κοινωνία. Ο ξένος δεν είναι μόνο ο εξαθλιωμένος μετανάστης, ο οικονομικός ή πολιτικός πρόσφυγας που έρχεται στη χώρα μας και συνηθέστατα εγκλωβίζεται σε αυτήν. Είναι ο «επενδυτής» που στοχεύει στην εκμετάλλευση γαιών και δομών, είναι ο οικονομικός και πολιτικός τοποτηρητής, που επιβάλλει νέα πλαίσια οικονομικής, πολιτικής και αναπόδραστα πολιτιστικής διαχείρισης του τόπου. Είναι όμως και ο οικείος, που απο-οικειοποιείται και συχνά γίνεται ανταγωνιστής και εχθρός. Σε κάθε περίπτωση ο «ξένος», ο «άλλος», είναι πάντα μια ρωγμή και μια απειλή στο υποθετικά ομοιογενές «εγώ», μια απειλή στη συμπαγή δικαϊκά και εθιμικά προσδιορισμένη τάξη. Η ύπαρξη του ξένου, του σύγχρονου νομάδα που εγκαθίσταται σε δεδομένο χώρο, είτε ως ικέτης είτε ως αποικιοκράτης, επιδρά στο αστικό τοπίο και στο ύπαιθρο, οδηγώντας σε χωρικές αναμορφώσεις, διευθετήσεις και αναχρήσεις.                                                               
Με τη γραμματική της νέας αγοράς παρατηρείται η απολύτως συντεταγμένη επιχειρησιακή απόπειρα ανασημασιοδότησης και ανακαθορισμού των συνόρων, των ορίων, των χρήσεων γης. Με την υφαρπαγή της γης και τη χρήση κάθε νομοθετικού τεχνάσματος, η κατοχή και η διαχείριση του χώρου, τόσο στην πόλη όσο και στο ύπαιθρο, αποκτά καθοριστική σημασία. Ο σύγχρονος νεοφιλελεύθερος πουριτανισμός, ως παράθλαση και έκπτωση του μοντέρνου, με την υπερσυστηματική, θρησκευτική σχεδόν δομή του, επιχειρεί μια μονοσήμαντη εδαφικότητα σβήνοντας κάθε προηγούμενο παραγωγικό και μνημονικό ίχνος. Εισάγει μια μετρική του χώρου χωρίς γεωμετρία, μια μετρική συμβολικής ισχύος. Σε αυτό το ιδιαίτερα φορτισμένο και κρίσιμο πεδίο διαδράσεων, όπου η αβεβαιότητα της επιβίωσης και η ευκαιριακή χρησιμότητα της εργασίας τείνουν να γίνουν καθεστώς, η εγκατεστημένη αίσθηση του ανήκειν σε ένα δεδομένο, σταθερό και συνεκτικό όλο, αποδυναμώνεται δραματικά.[1] Η ευκαιριακή λογική, διατρέχει το σύνολο των σχέσεων, οι οποίες οργανώνονται ως τυχαίες συνάψεις σε ένα υπερεθνικό χωροδικτύωμα.    

21/4/13

Μακιαβέλλι ή άλλως το απόλυτο κακό

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

Πεντακόσια χρόνια από τη συγγραφή του Ηγεμόνα (1533-34) κι ο Νικολό Μακιαβέλλι (1469-1527), ο φλωρεντινός γραμματικός, δεν παύει να σαγηνεύει με την έλξη και την αποστροφή που πάντα προκαλεί η προσωποποίηση του κακού. Κι επειδή το καλό και το κακό είναι το ειδοποιό γνώρισμα της ηθικής, το νήμα που συνδέει τις έριδες γύρω από τον Μακιαβέλλι είναι η σχέση ηθικής και πολιτικής. Στο πέρασμα των αιώνων, ακόμη και για όσους δεν έχουν διαβάσει μιαν αράδα από τα συγγράμματά του, ο μακιαβελλισμός έγινε συνώνυμος με τον διαχωρισμό της ηθικής από την πολιτική ή για να ακριβολογούμε με την ανηθικότητα στην πολιτική.

Θα χρειάζονταν αρκετές σελίδες για να καταγράψουμε την ιστορική διαδρομή των ιδεών του αποδιοπομπαίου τράγου που ονομάζεται Μακιαβέλλι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο ίδιο ζεύγος αντιπάλων η κατηγορία του μακιαβελλισμού εκτοξεύεται από τον έναν προς τον άλλο με στόχο την ηθική απαξίωση. Αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι λίγο μετά τον θάνατό του οι αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις της Φλωρεντίας κατηγορούν η μία την άλλη για μακιαβελλισμό. Στη συνέχεια η καθολική εκκλησία, θέλοντας να καθαρθεί από τις αμιγώς εγκόσμιες εξουσιαστικές αξιώσεις της, καταδικάζει τον Μακιαβέλλι στη Σύνοδο του Τριδέντου το 1564∙ συνάμα οι διαμαρτυρόμενοι δεν κρύβουν την αντιπάθειά τους για τον ανηθικισμό του, παρά το γεγονός ότι πρέσβευε την υποταγή της θρησκείας στο κράτος, γεγονός που συμβάδιζε με τις εξουσιαστικές αξιώσεις των ηγεμόνων τους. Τέλος, μ’ ένα άλμα μέσα στους αιώνες, ας θυμηθούμε ότι ανάμεσα στις κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον του Κάμενεφ από τον σταλινικό ηγεμόνα είναι και η συγγραφή μιας εισαγωγής στα έργα του Μακιαβέλλι.

13/4/13

Kαρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία

Το «περιεχόμενο» και η «μορφή»

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΡΥΣΗ

Τα δύο προσχέδια και η τελική εκδοχή της συγγραφής του Karl Marx Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία διαμορφώθηκαν εν πολλοίς το Μάιο του 1871. Στις 30 Μαΐου 1871, λίγες μέρες μετά την οριστική κατάρρευση της παρισινής Κομμούνας, το Γενικό Συμβούλιο της «Διεθνούς Ένωσης Εργατών», της γνωστής μας Α΄ Διεθνούς, ενέκρινε το κείμενο του Εμφύλιου πολέμου στη Γαλλία, το οποίο και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο περί τα μέσα Ιουνίου 1871. Ο πραγματικός αποδέκτης του έργου, που κυκλοφόρησε ευρύτερα και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες από την επομένη της δημοσίευσής του, ήταν οι εργατικές τάξεις της Ευρώπης, και όχι μόνο, δεδομένου ότι ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία δημοσιεύτηκε την ίδια περίοδο και στις ΗΠΑ.

15/3/13

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες
θα γράψουν οι εφημερίδες...

Έχοντας κάνει ένα βιβλίο και αρκετά κείμενα για τον Καρυωτάκη, που χρονικά εκτείνονται σε μια εικοσιπενταετία, θα ήταν εύλογο να γράψω κι ένα κείμενο σ’ αυτή τη στήλη, απ’ όπου βέβαια δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο Καρυωτάκης. Υπάρχει όμως ένα «πρόβλημα». Στο σώμα των χιλιάδων σελίδων που συνθέτουν την καρυωτακική φιλολογία, ξεχωρίζει ένα κείμενο που δεν είναι απλώς το σημαντικότερο της εν λόγω φιλολογίας, ούτε μόνο το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου νεοελληνικό κριτικό δοκίμιο, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένο με το έργο τού Καρυωτάκη, ως μέρος του αναπόσπαστο. Όχι όπως η εν γένει πρόσληψη ενός έργου προσαρτάται σε αυτό, αλλά ως συσσωματωμένη συνέχεια.
Είναι το κείμενο του Βύρωνα Λεοντάρη, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Σημειώσεις» [τχ. 1], το 1973. Και τότε έφερε, αλλά και σήμερα δεν κρύβει, το στίγμα της χρονικής στιγμής που γράφεται: όπως ακριβώς και η ποίηση του Καρυωτάκη. Αλλά καταφέρνει και πορεύεται μέσα στο χρόνο, ακμαίο και αρυτίδωτο, ως ένα όριο αξεπέραστο: όπως ακριβώς και η ποίηση του Καρυωτάκη. Ένα κείμενο που δεν κρύβει την ένταση του συγγραφέα του: όπως και τα ποιήματα του Καρυωτάκη∙ που ο συγγραφέας του ταυτίζεται απολύτως, δηλαδή και «προσωπικά» με το κείμενό του, όπως ακριβώς και ο Καρυωτάκης με τα ποιήματά του. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους το θεωρώ υποδειγματικό λογοτεχνικό δοκίμιο.

9/3/13

Άντον Τσέχωφ, Η κυρία με το σκυλάκι

Γιατί οι άνθρωποι πρώτα ερωτεύονται και μετά κλαίνε;

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

Το αποκαλούν συχνά ως το πιο ρομαντικό διήγημα του Άντον Τσέχωφ. Μέσα στις 5 και κάτι χιλιάδες λέξεις του χώρεσαν η νωχελική καλοκαιρινή Κριμαία, η παγωμένη απαστράπτουσα Μόσχα και η θλιβερή επαρχία. Μια ολόκληρη Ρωσία με την κοινωνία της, και μόνο δύο ήρωες: η Άννα Σεργκέγιεβνα, με γερμανικό επίθετο, και ο κάπως ώριμος στην ηλικία Γκούροφ, που ανακαλύπτει επιτέλους την αληθινή αγάπη και είναι έτοιμος να σπάσει το καβούκι του μικροαστού, ή του απλώς κυνικού, απέναντι στις γυναίκες. Μια ιστορία αναπάντεχης αγάπης, μια παραθεριστική περιπετειούλα, που καταλήγει, κόντρα σε όλους τους νόμους της κοινωνίας, σε ένα αληθινό πάθος.
Το φινάλε της Κυρίας με το σκυλάκι παραμένει ανοιχτό: «Φαινόταν, ότι ακόμα λίγο και η απάντηση θα βρεθεί, και τότε θα ξεκινήσει μια νέα, όμορφη ζωή. Και οι δυο τους συνειδητοποιούσαν, ότι το τέλος είναι ακόμα πολύ μακριά, και το πιο δύσκολο και περίπλοκο μόλις αρχίζει».
Ο Τσέχωφ έγραψε την Κυρία το 1898, πέντε και κάτι χρόνια πριν πεθάνει στα 44 του χρόνια, και δυο και κάτι χρόνια πριν παντρευτεί την Όλγα Κνίπερ, ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης.
«Εκείνος κι εκείνη αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν και έζησαν δυστυχισμένοι», λέει κάποια στιγμή στο σημειωματάριό του, και όπως πιστεύεται, ήταν αρχή ενός νέου μυθιστορήματος που δεν έχει γραφτεί ποτέ. Τουλάχιστον στο χαρτί. Στη ζωή ο Τσέχωφ έκανε το μοιραίο βήμα –όπως πιστεύεται από πολλούς-, ο συγγραφέας παντρεύτηκε τελικά μετά το στενό μαρκάρισμα της Κνίπερ, αλλά ίσως την εξήγηση αυτής του της απόφασης, ο ίδιος Τσέχωφ τη δίνει στην Κυρία με το σκυλάκι, γραμμένη προφητικά δυο χρόνια πριν. Οι παραλληλισμοί είναι έκδηλοι: το γερμανικό όνομα της Αννα Σεργκέγιεβνα (η Κνίπερ είναι γερμανίδα), ο Γκούροφ είναι φιλόλογος, αλλά τα βράδια του τα περνάει παίζοντας χαρτιά στη Λέσχη των Γιατρών (οι δύο ιδιότητες του Τσέχωφ).

2/3/13

Μιχάλης Κατσαρός: Κατά Σαδδουκαίων

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως στο ευρύ φάσμα του μεταπολεμικού ποιητικού λόγου, το τμήμα εκείνο που διαμορφώνεται μέσα σε μια ιδεολογική αναθεώρηση, και κυρίως αυτό που πολλοί συνηθίζουν να αποκαλούν “ποίηση της ήττας”, καλύπτει έναν αξιοσημείωτο χώρο, σε βαθμό που να δίνει τον τόνο, και να ορίζει δύο τουλάχιστον γενεές ποιητών, με ουσιαστικές καταθέσεις και υπολογίσιμο έργο.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι ποιητές αυτοί στο σύνολό τους, δεν αποσπάστηκαν ούτε από την ιδεολογία, μέσα και έξω από το έργο τους, ούτε από το όραμα. Αντίθετα μάλιστα, προσπάθησαν να τα απομονώσουν και να τα αποκαθάρουν και τα δυο, από τη βαρύτατη σκιά των πολιτικών σκοπιμοτήτων και πεπραγμένων. Στην ουσία, πρόκειται για μια επίπονη διαδικασία απενοχοποίησης και απεμπλοκής από τη συνυπευθυνότητα της ιδεολογικής συμπόρευσης, εν ονόματι πάντα της ιδεολογίας και του οράματος. Γιατί λίγο ή πολύ, οι ποιητές αυτοί, ενταγμένοι στις γραμμές της Αριστεράς, στην πιο αγωνιστική της φάση, αφού αποτραβήχτηκαν μέσα τους, αρνούμενοι να δεχθούν έστω και σιωπηρά την πρακτική της λαθεμένης γραμμής (τότε που αυτό βέβαια είχε κάποιο κόστος), τοποθετούνται, με κλυδωνισμό ψυχής, απέναντι στα φαινόμενα της παραχάραξης και της αβασάνιστης οικειοποίησης των αγώνων και των αγωνιστών, εκφράζοντας με πειστικό τρόπο την άποψη πως οι νεκροί δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση άλλοθι, για να υποστηριχθεί οποιαδήποτε γραμμή.

23/2/13

Το Μέλλον του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΣΓΟΥΡΟΜΥΤΗ

Albert Camus - Α. Κατακουζηνός, Ε. Παπανούτσος, Κ. Τσάτσος, Γ. Θεοτοκάς, Φ. Βεγλερής, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Το μέλλον του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Μια συζήτηση στην Αθήνα, 1955, Πρόλογος-μετάφραση: Τ. Τσαλίκη-Μηλιώνη, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004[i]

Με όλα τα γνώριμα ζητήματα να ανοίγουν ξανά, αλλά και τον ρόλο του καλλιτέχνη σε εποχές πολιτιστικού μαρασμού σε επαναδιαπραγμάτευση, αυτό το σύντομο συμπόσιο, που φέρνει κοντά κάποιους από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30 σε μια από κοινού συζήτηση με τον γάλλο ανθρωπιστή, σκιαγραφεί λιγότερο τις απόψεις του διανοούμενου -που άλλωστε θα εκφραστούν με σαφήνεια αργότερα, στην απονομή του βραβείου Νόμπελ- και περισσότερο την εικόνα της μετεμφυλιοπολεμικής ελληνικής διανόησης, καθώς προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα επιχειρήματα εκατέρωθεν των ρευμάτων που τη συγκροτούν: της εκσυγχρονιστικής τάσης που συμπορεύεται με τη θεσμική εξουσία επιδιώκοντας έναν πιο ενεργό ρόλο στα κοινά, και της στροφής προς την παράδοση και την ελληνική κληρονομιά, τάση που θα τροφοδοτήσει την πρώτη, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα και διέξοδος στον πλήρη εκμοντερνισμό του κοινωνικού συστήματος.

16/2/13

Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας

Οι «Αναγνώσεις» εγκαινιάζουν αυτή τη στήλη σχολιασμού κλασσικών κειμένων από διάφορες γνωστικές περιοχές. Στόχος μας είναι να ξαναδιαβαστούν τα κείμενα αυτά στη σημερινή συγκυρία και να αναδειχθούν εκείνα τα στοιχεία που τα καθιστούν επίκαιρα.


Η 8η θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ

(Το έργο του Φρίντριχ Έγκελς Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Neue Ζeit», τέταρτος χρόνος, αρ. 4 και 5 και κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση σε βιβλίο το 1888 από τον οίκο I.Η.W. Dietz, Stuttgart. Σε παράρτημα του βιβλίου συμπεριλαμβάνονται οι 11 θέσεις του Μαρξ. Στα ελληνικά το βιβλίο με το παράρτημα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αθηνά το 1927 σε μετάφραση  Κ.Ζαχαριάδη, από τις εκδόσεις Θεμέλιο το 1967 σε μετάφραση Φ. Φωτίου, και από τις εκδόσεις Ερατώ το 2004 σε μετάφραση Γ. Μπλάνα.)