26/6/22

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση του Γιάννη Θεοδωρόπουλου, με τίτλο «Hotel Splendid», που πραγματοποιείται στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων (Λεωνίδου & Μυλλέρου, Πλ. Αυδή, Μεταξουργείο, Αθήνα). Επιμέλεια Χριστόφορος Μαρίνος. Μέχρι 26/6.

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Τοπίο στην Φολέγανδρο, 2019, 100 x 75 εκ.

Σύρος, δύο αιώνες τυπογραφίας

Του Σπύρου Κακουριώτη

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΟΥΚΟΣ, Τυπογραφία και τυπογράφοι στην Ερμούπολη της Σύρου, 19ος - 20ός αι., Εκδόσεις Σελεφαΐς, Ερμούπολη, σελ. 254

Το νησί της Σύρου, ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης, με τη δημιουργία της Ερμούπολης από πρόσφυγες από τη Χίο, τη Μικρά Ασία, την Κρήτη κ.α., αποτέλεσε το πρώτο οικονομικό κέντρο του νεότευκτου κράτους και στη συνέχεια, καθ’ όλο τον 19ο αιώνα, έναν σημαντικό αστικό πυρήνα εμπορικής και πρώιμης βιομηχανικής ανάπτυξης.
Η σταδιακή δημιουργία μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από την κουλτούρα και το αστικό γούστο συμπαρασύρει την ανάπτυξη και των συναφών πολιτισμικών υποδομών, όπως είναι το περίφημο θέατρο «Απόλλων» (1864). Αρκετά νωρίτερα, η αστική ανάπτυξη της Ερμούπολης προσελκύει, μεταξύ πολλών άλλων, και τους υπηρέτες της τυπογραφικής τέχνης.
Σε αυτούς, τους τυπογράφους της Ερμούπολης και την τέχνη τους, είναι αφιερωμένη η πρόσφατη μελέτη του ιστορικού Χρήστου Λούκου, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης, γνωστού στους φοιτητές και τους συναδέλφους του για την αγάπη του για τη Σύρο, στην ιστορία της οποίας έχει αφιερώσει άπειρες ώρες έρευνας, αρκετές μελέτες και μονογραφίες· αλλά και για την τυπογραφική τέχνη, την οποία γνώρισε σε νεαρή ηλικία και έκτοτε δεν έπαψε να αγαπά...
Ο πρώτος τυπογράφος που εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη, το 1828, ήταν μάλλον ο λόγιος από τη Σάμο Ιωάννης Σφοίνης, που μετέφερε από το νησί της καταγωγής του τυπογραφείο το οποίο εγκατέστησε στην Ερμούπολη, για να ακολουθήσει λίγο αργότερα ο Νικόλαος Βαρότσης, από την Άμφισσα, που είχε εργαστεί στη Βενετία, αλλά και στα τυπογραφεία του Αγώνα στην Ύδρα και στην Αθήνα. Η εγκατάσταση, το 1833, δύο ακόμα τυπογραφείων, του Γεωργίου Μελισταγή και του «εξ Αμερικής Φιλελληνικού Τυπογραφείου», των ιεραποστόλων Robertson και Hill (ιδρυτή της γνωστής Σχολής στην Αθήνα), θα εδραιώσει την τυπογραφία στο νησί των Κυκλάδων.
Συνολικά, 60 περίπου τυπογραφεία λειτούργησαν στην Ερμούπολη από την ίδρυση της πόλης μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με την απογραφή που κάνει ο Χρήστος Λούκος, στηριγμένος σε ένα συνδυασμό πηγών, μαρτυριών και βοηθημάτων, κυρίως όμως των δημοτικών αρχείων που φυλάσσονται στα ΓΑΚ Σύρου.

Το βέβηλο και το ιερό

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Fatherscape 1, 2008

Για την έκθεση του Γιάννη Θεοδωρόπουλου

Της Χριστίνας Σγουρομύτη*

Η μονοκατοικία του αρχιτέκτονα Σθένη Μολφέση, χαρακτηριστική του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1960, σκεπάζεται σχεδόν εξολοκλήρου από πεύκα. Η βλάστηση μοιάζει να εισέρχεται στο σπίτι και το σπίτι να ανοίγεται σε αυτή. Απέναντί μου κάθεται ο φωτογράφος Γιάννης Θεοδωρόπουλος και δίπλα του μια γάτα στα χρώματα της ταρταρούγας. Παραδόξως, ακούγεται το “I am sitting in a room”[1] του Alvin Lucier ενώ προσπαθώ να εντοπίσω διάσπαρτα στο χώρο τα «λατρευτικά» αντικείμενα του Θεοδωρόπουλου.
Τα αντικείμενα «βιωματικής γλυπτικής», όπως τα ονομάζει ο ίδιος ο φωτογράφος, ανήκουν στην πλειονότητά τους στην ιστορία αυτού του σπιτιού και της οικογένειας που το κατοίκησε και το κατοικεί ∙ κατάφεραν ωστόσο να δραπετεύσουν στον έξω κόσμο χάρη στην τέχνη της φωτογραφίας. Η έκθεση με τον διεισδυτικό τίτλο «Hotel Splendid» έχει αναδρομικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα εκφράζει το εσωτερικό κομμάτι της ζωής του καλλιτέχνη κατά την περίοδο 2002-2022: τα βιώματά του από το σπίτι-κέλυφος, την αγάπη προς την φύση και τη μεταμορφωτική της δύναμη, την έννοια της παύσης και την ενέργεια που ρέει ακατάπαυστα. Θραύσματα από το ίδιο το σπίτι -γωνίες και εσοχές, μαρμάρινες επιφάνειες και υφασμάτινοι όγκοι- συγκροτούν μια ιδιόμορφη τοπιογραφία στην οποία το φυσικό περιβάλλον αποτυπώνεται είτε ως διαμεσολάβηση είτε ως μεταφορά. Χαρακτηριστικά αυτής της ενότητας είναι τα είναι τα έργα «Τοπίο στην Φολέγανδρο» και «Παρνασσός». Από την άλλη πλευρά, οι παιδικές εντυπώσεις αλλά και η απουσία των ανθρώπων του σπιτιού γίνονται αντιληπτά μέσα από το πρίσμα της αποσπασματικότητας και μιας επίμονης άρνησης του φωτογράφου να προσεταιριστεί «επαγγελματικές» τεχνικές του πεδίου της φωτογραφίας όπως το εξοπλισμένο στούντιο ή ο απόλυτος έλεγχος πάνω στον φωτισμό. Αυτή η επιμελής ατέλεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της δουλειάς του φωτογράφου που αντανακλά τις επιρροές του ίδιου από την φιλοσοφία και την αισθητική της Άπω Ανατολής.[2] Έννοιες όπως το θραύσμα, η αιώρηση και το άχρονο στην προσπάθεια μεταφοράς τους στην εικόνα επιτείνουν μιαν αίσθηση ανοίκειου που αναδύεται κυρίως στη δεύτερη ενότητα φωτογραφιών της έκθεσης. Το χέρι του πατέρα («Fatherscape»), προσφιλής αναφορά στην πατριαρχία και την εξουσιαστική της δομή, μοιάζει να αιωρείται αποκομμένο από το υποκείμενο που ασκεί την εξουσία αλλά και από τον περιβάλλοντα χώρο τον οποίο υποθέτουμε ότι εξουσιάζει.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ ΙΙ: Ελισάβετ Κοτζιά

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Κουραμπιέδες, 2021


Της Μαρίας Μοίρα

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ, Ελληνική Πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, εκδόσεις Πόλις, σελ. 751

Η Ελισάβετ Κοτζιά, έμπειρη και έγκυρη κριτικός βιβλίου, με τριακονταετή θητεία στην αντίστοιχη στήλη της Καθημερινής και πολλαπλή δυνατότητα εποπτείας των λογοτεχνικών πραγμάτων μέσα από σημαντικές συνεισφορές και καίριες δραστηριοποιήσεις στον ευρύτερο επιστημονικό χώρο, καταθέτει την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ενδελεχή μελέτη της αναφορικά με το λογοτεχνικό έργο μιας πλειάδας πρωτοεμφανιζόμενων, νέων και παλαιότερων συγγραφέων, στο χρονικό διάστημα 1974-2010. Το παρόν βιβλίο συνεχίζοντας την ερευνητική διαδικασία περιοδολόγησης των σύγχρονων ελληνικών λογοτεχνικών αποτυπωμάτων και καταθέσεων, παίρνει την σκυτάλη από την καταληκτική χρονολογία του προηγούμενου δοκιμίου της, Ιδέες και Αισθητική. Μεσοπολεμικοί και Μεταπολεμικού Πεζογράφοι 1930-1974.
Ο υπότιτλος τον οποίο επιλέγει η συγγραφέας «Το μέτρο και τα σταθμά» παραπέμπει ευθέως σε μια αξιολογική αποτίμηση των συγγραφέων μέσω του έργου τους. Σε μια σταθμισμένη ιεράρχηση, που εμφορείται από ακριβοδίκαια αισθητικά κριτήρια και υποβοηθείται από στέρεα μεθοδολογικά εργαλεία, η οποία επιχειρεί να αναδείξει το λογοτεχνικά μείζον και να εντοπίσει σε εκατοντάδες έργα πολυάριθμων συγγραφέων τη θεματική πρωτοτυπία, τη συνοχή ύφους και τον πλούτο των ιδεών. Εισάγοντας ποιοτικές παραμέτρους, κατατάσσει μυθιστοριογράφους και διηγηματογράφους σε σημαντικούς, με διαρκή και σταθερή συμβολή στην ελληνική πεζογραφία και σε ελάσσονες, με δευτερευούσης σημασίας έργο και παρουσία. Αναζητά το μέτρο μιας τεκμηριωμένης θέσης η οποία δεν θα υποκύπτει στην βιωματική συγκινησιακή φόρτιση ή τις προσωπικές προτιμήσεις, θα αγνοεί την επίδραση της μόδας και της εμπορικότητας, την χειραγώγηση της διαφήμισης και των άλλων μεθόδων παράκαμψης της κριτικής εποπτείας. Χωρίς να παραβλέπει, ωστόσο, ότι το λογοτεχνικό κείμενο συγκροτεί δομικά ένα χάρτη πολιτισμικών εγγραφών, οι οποίες εξαρτώνται απόλυτα από το ιδεολογικό περιβάλλον, τις πεποιθήσεις και τους προβληματισμούς κάθε εποχής και ότι οι αισθητικές αντιλήψεις δεν παραμένουν αμετάβλητες στον χρόνο.

Για τη Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν

Το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, καθώς και απόφοιτες και απόφοιτοί του, διοργανώνουν επιστημονική διημερίδα για να τιμήσουν την ομότιμη καθηγήτρια Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν για το πλούσιο ακαδημαϊκό και εκπαιδευτικό της έργο και την πολύτιμη συνεισφορά της στις ιστορικές και ανθρωπολογικές σπουδές στον ελληνικό χώρο. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο αμφιθέατρο Κορδάτου, στο Παραλιακό Συγκρότημα (Κτίριο Δελμούζου) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στον Βόλο, την Παρασκευή 1 και το Σάββατο 2 Ιουλίου 2022.
Η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν σπούδασε ιταλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας και νεότερη ελληνική λογοτεχνία και ιστορία στα Πανεπιστήμια Ουτρέχτης και Ιωαννίνων. Έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ το 1987. Το 2000 εκλέχθηκε αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου και εργάστηκε μέχρι την αφυπηρέτησή της, το 2015. Δίδαξε για χρόνια ανθρωπολογία και προφορική ιστορία, εισάγοντας το συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Πολύγλωσση και κοινωνικά και πολιτικά ενεργή από νεαρή ηλικία, η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν ασχολήθηκε ερευνητικά με θέματα προφορικής ιστορίας, κοινωνικής μνήμης, εθνοτισμού και ανθρωπολογίας των μετασοσιαλιστικών κοινωνιών και της μετανάστευσης. Δημοσίευσε πολλά βιβλία και άρθρα στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά. Το 1997 κυκλοφόρησε το βιβλίο της Αvάπoδα χρόvια, που αποτέλεσε τομή για την ανάπτυξη της προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και για τη μελέτη των κοινωνικών διαστάσεων της πυκνής δεκαετίας του 1940. Είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Ένωσης Προφορικής Ιστορίας. Έχει οργανώσει πλήθος συνεδρίων και εκδηλώσεων, έχει ασχοληθεί με την τοπική ιστορία του Βόλου και της Μαγνησίας και συνεχίζει να διδάσκει προφορική ιστορία σε σεμινάρια και ομάδες.

Η χαμένη Εδέμ του γουέστερν

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Αντικείμενα βιωματικής γλυπτικής, 2022, 140 x 110 εκ.

Της Μάγιας Στάγκαλη*

JOHN WILLIAMS, Το Πέρασμα του Μακελάρη, εκδόσεις GUTENBERG, μετάφραση Αθηνά Δημητριάδη, επίμετρο Michelle Latiolais, σελ.460

Το βιβλίο του αμερικανού συγγραφέα και καθηγητή Λογοτεχνίας  John Williams (1922-1994), Το Πέρασμα του Μακελάρη, ένα γουέστερν που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1870, αποδεικνύει  - σε αντίθεση με τις σχετικές προκαταλήψεις -  ότι σημαντικά έργα υπάρχουν σε ολόκληρο το λογοτεχνικό φάσμα.

Τον συγγραφέα, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ από το 1954, τον γνωρίσαμε με το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του, Ο Στόουνερ και στη συνέχεια με το Αύγουστος.

Το κείμενο γραμμένο το 1960 αποτελεί απάντηση στα στερεότυπα για την “Άγρια Δύση”. Αν το συσχετίσουμε με το αντίστοιχο κινηματογραφικό είδος, εντάσσεται, με μια ευρεία έννοια, στην κατηγορία εκείνη όπου το γουέστερν έχει περάσει από τον αρραγή κόσμο του έπους στην κριτική στάση απέναντι στον καταγωγικό μύθο του αμερικανικού έθνους. Το γουέστερν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την εκμετάλλευση της κατακτημένης χώρας αλλά και τη μελλοντική πρόοδο που έφερε την παρακμή του επικού κόσμου. Πρόκειται για την πιο ώριμη και ενδιαφέρουσα περίοδο του είδους, που ο θεωρητικός του κινηματογράφου André Bazin ονόμασε “sur-western”. Ο ιπποτικός, απλοϊκός και ανιστορικός ήρωας, που ζει σε αρμονία με τον φυσικό κόσμο, έχει δώσει τη θέση του στον ραγισμένο, από τις αντιφάσεις, σκεπτικιστή ήρωα, και η ένδοξη κατάκτηση μιας ηπείρου που “από έρημος θα γινόταν κήπος” σταδιακά αμφισβητείται.

Η ιστορία στο Πέρασμα του Μακελάρη αρχίζει με μια άμαξα που φέρνει στην ομώνυμη άγρια περιοχή τον σκονισμένο από το ταξίδι, Γουίλ Άντριους. Είναι ένας νέος άντρας γύρω στα τριάντα που έρχεται από τα Ανατολικά, από την πολιτισμένη Βοστώνη. Απόφοιτος του Χάρβαρντ, εμφορούμενος από τις ιδέες του δοκιμιογράφου-ποιητή R. W. Emerson, θέλει να ανακαλύψει τον “αληθινό του εαυτό” στη φύση, μακριά από την οργανωμένη κοινωνία.

Εν θερμώ ψύχος

Κάθε άνθρωπος μια γεωγραφία:
Διάστικτη,
Καταυγασμένη,
Κρυσταλλική άμμος
Στη μεγάλη κλεψύδρα
Του Γαλαξία.
Ψυχρόν Πυρ...

Κωνσταντίνος Μπούρας

Σύγχρονη Κοινωνική Ψυχολογία

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Πονάει επειδή βλέπει ένα μικρό πουλάκι να πέφτει νεκρό 

Της Κωστούλας Μάκη*

PAUL DICKERSON, Κοινωνική Ψυχολογία. Παραδοσιακές και κριτικές προσεγγίσεις, επιμέλεια: Θάλεια Δραγώνα, Νίκος Μποζατζής, Αντώνης Σαπουντζής, Ευαγγελία Φίγγου, μετάφραση: Τατιάνα Μιχαλά, εκδόσεις Κριτική, σελ. 642

«Πολλά εγχειρίδια μοιάζουν περισσότερο με τηλεφωνικούς καταλόγους παρά με επιστημονικά συγγράμματα: είναι γεμάτα πληροφορίες, χωρίς όμως να κατορθώνουν να φτάσουν τις προσωπικές και κοινωνικές τοποθετήσεις των ερευνητών, ούτε το πώς αυτές διαμορφώνουν την παραγωγή της κοινωνιοψυχολογικής έρευνας». (Δρ Nicholas Hopkins, από κριτικό του σχόλιο για το βιβλίο)
Οι κατηγοριοποιήσεις των βιβλίων σε θεματικές ενότητες ενδέχεται να είναι αναπόφευκτες, ενδέχεται όμως σε πολλές περιπτώσεις να είναι ελλειμματικές και περιορισμένες, επηρεάζοντας έτσι την αναγνωσιμότητα, την πρόσληψη, την αγοραστική αξία και την ευρύτερη κυκλοφορία του βιβλίου στο αναγνωστικό κοινό. Τα βιβλία που εμπίπτουν στην κατηγορία των ακαδημαϊκών συγγραμμάτων αντιμετωπίζονται συχνά ως κείμενα που εντάσσονται σε ένα εξειδικευμένο πεδίο γνώσης και αφορούν μόνο σε ένα «ειδικό» κοινό: συνήθως τους φοιτητές/τριες και τους καθηγητές/τριες πανεπιστημίου.
Το βιβλίο του Paul Dickerson: «Κοινωνική Ψυχολογία. Παραδοσιακές και κριτικές προσεγγίσεις», αποτελεί ένα καινοτόμο βιβλίο που ξεφεύγει από τις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις. Η καινοτομία αυτή δεν είναι αοριστολογική με στόχο τη διατύπωση ενός γενικού θετικού κριτικού σχολίου. Είναι κυρίως πραγματολογική για λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια.
Στο επιστημολογικό πεδίο συντελείται μια τομή, καθώς η ύλη του βιβλίου δεν καλύπτει μόνο ολόκληρο το πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας από τις απαρχές της μέχρι σήμερα (αναμενόμενο δεδομένο για ένα τέτοιο σύγγραμμα), αλλά ενσωματώνει με όρους κατανοητούς για κάθε διαφορετικό αναγνώστη/στρια κριτικές προσεγγίσεις για όλες τις μεθοδολογικές και θεματικές ενότητες. Έτσι: «οι παραδοσιακές προσεγγίσεις αντιπαραβάλλονται με τις κριτικές» με αποτέλεσμα τη δημιουργία διαρκών κριτικών διαλόγων και σε συνάφεια με τα ενδιαφέροντα των αναγνωστών/στριών. Ειδικότερα το βιβλίο παραθέτει και τις αντίστοιχες λογοκοινωνιοψυχολογικές προσεγγίσεις σε κάθε κεφάλαιο. Αυτό μάλιστα γίνεται με τρόπους ενδιαφέροντες και εύληπτους, καταρρίπτοντας την πολύ συχνή κατασκευή της λογοψυχολογίας ως μιας «ελιτίστικης», δυσνόητης σχολής στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας, και αναδεικνύοντας τις πρακτικές ερευνητικές συνεισφορές της στο πεδίο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Τα κύρια κεφάλαια του βιβλίου είναι εννιά: Εαυτός και ταυτότητα, Έλξεις και σχέσεις, Απόδοση, Εξηγητικός συνομιλιακός λόγος, Αλλαγή στάσεων και πειθώ, Στερεότυπα και προκατάληψη, Φιλοκοινωνική συμπεριφορά, Επιθετικότητα και διομαδική σύγκρουση, Κοινωνική επιρροή και ενδο-ομαδικές διαδικασίες, Επικοινωνία και αλληλεπίδραση.