8/12/19

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση της Αντιγόνης Καββαθά, με τίτλο NEXUS, που πραγματοποιήθηκε στη γκαλερί Έκφραση- Γιάννα Γραμματοπούλου (Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα)

Αντιγόνη Καββαθά, Δέος, 2017, ακρυλικά σε mylar, 0.80 x 2.58 μ.

Μπεστιάριο

Τέχνη και κουλτούρα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΙΡΤΖΙΛΑΚΗ

Γι’ αυτά, Σωκράτη, που θα έδιναν την εντύπωση του γελοίου, δηλαδή για την τρίχα, τον πηλό, τον ρύπο […] μήπως είναι παράλογο να θεωρήσουμε πως υπάρχει ιδέα γι’ αυτά  
              Πλάτων, Παρμενίδης (130c-130d), μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, Αθήνα 1993

Σημείο προέλευσης
Ποιο είναι, το κοινωνικό και πολιτισμικό αφήγημα που κυριαρχεί στην Ελλάδα τα πρώτα αυτά χρόνια του 21ου αιώνα; Ως μείζων ηγεμονικό γεγονός θα αναφέραμε τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, με την επιλογή της οικοδέσποινας πόλης από το 1997. Πρόκειται για μια εποχή όπου δεσπόζει ο μύθος του εκσυγχρονισμού και το φαντασιακό μιας ισχυρής Ελλάδας, που μετατοπίζουν τις συλλογικές επιθυμίες στην προτεραιότητα της οικονομίας και στις γλώσσες της υπολογιστικής τεχνολογίας, διαστέλλοντας τις καταναλωτικές συμπεριφορές.
Ωστόσο, μια τέτοια “υπερνεωτερική” διαδικασία πραγματοποιείται μέσα από προνεωτερικές αντινομίες και πεποιθήσεις  που της προσδίδουν έναν ιδιαίτερα αντιφατικό χαρακτήρα: Δύο από τα θέματα που κυριάρχησαν στους  Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας ήταν η ανασυγκρότηση του εθνικού φαντασιακού με την περιβόητη τελετή έναρξης –που φούντωσε λυρικές εξάρσεις– και οι νέες μορφές φαρμακοδιέγερσης (ντόπινγκ) των αθλητών, δηλαδή οι απόπειρες παρέμβασης στο ανθρώπινο σώμα, στη φυσιολογία και τις δυνατότητές του. Μια μεταβολή που συνηθίσαμε να συνδέουμε με τη βιοτεχνολογία και τη βιοπολιτική, οι οποίες έπαψαν πλέον να περιορίζονται στο χώρο του αθλητισμού, επαναπροσδιορίζοντας την ίδια την ανθρώπινη –και μετα-ανθρώπινη- ύπαρξη, καθώς και την συνειδησιακή ή έμφυλη συγκρότηση της.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο παράδοξο της εποχής αυτής έγκειται στο ότι η νέα πολιτική οικονομία των σωμάτων και το τεχνολογικό φαντασιακό του εκσυγχρονισμού, συνυπάρχουν με την προνεωτερική ανομία, τη θεσμοποίηση της διαφθοράς και την πιο ελεεινή φαυλότητα. Παράλληλα, ο δημόσιος βίος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από τραγελαφικές καταστάσεις και ότι πιο pulp και αναχρονιστικό θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: κακοτροπίες, συντεχνίες, εξαχρειωμένα media και showbiz με αστέρες για τους οποίους θα μπορούσαμε ακόμη και να ανατρέξουμε στο εφιαλτικό παράδοξο του Μπουκόβσκι: “παίρνουν δέρμα από τον κώλο τους και το κολλάνε στη μούρη τους. Γιατί το δέρμα στον κώλο είναι το τελευταίο που ρυτιδιάζει. Με το που γερνάνε, όλοι οι αστέρες κυκλοφορούν στα πέριξ με τον κώλο στη μούρη τους.”1

Επιμενίδεια ποιητική

Αντιγόνη Καββαθά, Διαδρομή IV (λεπτομέρεια), 2019, ακρυλικά σε mylar


ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΥΑΝΤΙΝΟΣ, Η γυρισμένη γλώσσα του Επιμενίδη, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος, σελ. 32

Όταν ένας ποιητής φτάνει αισίως (;) στην Πέμπτη ποιητική του συλλογή, μπορούμε πια με ασφάλεια να πούμε πως έχει εισέλθει στην ποιητική του ωριμότητα – ή, αντίστροφα, πως έχει καθηλωθεί οριστικά στην ποιητική ανωριμότητα. Μπορούμε, έτσι, να ισχυριστούμε με σχετική ασφάλεια πια πως ο Ευαντινός βαδίζει ανεπιφύλαχτα στην κατάκτηση του τίτλου του «κανονικού» ποιητή, σε αντίστιξη με του ποιηματογράφου – διάκριση που έχει εισάγει παλαιότερα με ιδιαίτερη ευστοχία ο Κώστας Βούλγαρης.
Η πρωτοτυπία της συλλογής, έγκειται στο ότι διαθέτει πεζό προοίμιο, σε μεγάλο βαθμό επεξηγηματικό: γνωριζόμαστε με τον Επιμενίδη κι έτσι ξεκλειδώνουμε σε μεγάλο βαθμό τα υφέρποντα νοήματα των ποιημάτων που ακολουθούν. Παρ’ όλα αυτά, το εισαγωγικό προοίμιο αποτελεί και μια σαγηνευτικά στημένη παγίδα: στον Επιμενίδη πιστώνεται η διάσημη διατύπωση «όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες» άρα εκείνος που το λέει, Κρητικός ων, ψεύδεται, άρα οι Κρητικοί είναι φιλαληθείς. Φυσικά τον ποιητή δεν τον ενδιαφέρει να μας εμπλέξει στα παράδοξα αυτού που παλαιότερα ονομάζαμε «λογική φιλοσοφία», αλλά να στήσει μια παγίδα, τους προανέφερα, βάσει τους συμβολισμού για την διαφιλονικούμενη αλήθεια τους ποιητικής λειτουργίας.
Επειδή όμως το βιβλίο δεν είναι θεωρητικό, μπαίνουμε στην ουσία: Τα επτά εκτενή ποιήματα που συναπαρτίζουν τη συλλογή μπορούν να εννοηθούν και ως ποιητικές ενότητες. Από την άποψη αυτή, σε επίπεδο δομής ακολουθεί την προηγούμενη συλλογή του (Λιγωσάδικο) όπου παρακολουθήσαμε σε τέσσερις ενότητες την πορεία τους κλαδιού.

Εουτζένιο Μοντάλε: η πρώτη προσέγγιση

ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Μπορούμε να διηγηθούμε τη συνάντηση με την ποίηση ενός ποιητή που αγαπήσαμε; Μπορούμε να αφηγηθούμε πώς τον διαβάσαμε και πώς μίλησαν στην ψυχή μας οι στίχοι του; Αυτό θα προσπαθήσω να κάνω περιγράφοντας στον νεαρό μου φίλο πώς συνάντησα την ποίηση του Εουτζένιο Μοντάλε, όταν είχα περίπου την ηλικία του, το 1966.
Ο μόνος τρόπος είναι να κάνεις λίγη αυτοβιογραφία, την αυτοβιογραφία ενός αναγνώστη όπως εγώ, λίγο πολύ στα είκοσι μου χρόνια, με μόνο εφόδιο τα σχολικά αναγνώσματα μιας άλλης χώρας και κουλτούρας, της Ελλάδας, που πέφτει για πρώτη φορά στους στίχους του ιταλού Μοντάλε, δεν τους καταλαβαίνει, και γι’ αυτό μένει με ανοιχτό το στόμα και εντυπωσιάζεται.
Γι’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή θα ήθελα να του μιλήσω, της προ-ερμηνευτικής στιγμής, για εκείνο το δεν καταλαβαίνεις που όμως κεντρίζει τη φαντασία, για εκείνη τη στιγμή όπου ένα νέο γλωσσικό σύμπαν ανοίγεται μπροστά σου σαν μια άγνωστη γη, γεμάτη περιπέτεια και μυστήριο, και από αυτό το γλωσσικό σύμπαν αντιλαμβανόμαστε το νεωτερικό μόνο μέσα από ομάδες λέξεων και επιθέτων που είναι ακόμη εξωπραγματικά και σχεδόν προ-γραμματικής.
Τα ιταλικά ήταν μια ξένη γλώσσα που μας μάθαιναν να διαβάζουμε και να γράφουμε, η γλώσσα τρομερά δύσκολων ποιητών και συγγραφέων όπως ο Δάντης, ο Πετράρχης, ο Αριόστο, ο Λεοπάρντι, ο Μαντζόνι, μ’ άλλα λόγια ήταν μια γλώσσα που δεν μου ανήκε, που δεν μιλούσα  ακόμη και είχα μια κάποια επιφύλαξη γι’ αυτή. Έτσι ήταν περίπου η κατάσταση όταν σε ένα φοιτητικό περιοδικό διάβασα για πρώτη φορά ένα ποίημα του Μοντάλε. Και όπως είπα, δεν κατάλαβα τίποτε. Αλλά μπορεί να συμβεί να καταλάβεις χωρίς να καταλάβεις; Διαφορετικά γιατί θα είχα τόσο εντυπωσιαστεί; Ξέρω ότι από αυτό το δεν κατάλαβα με χτύπησε κάτι, άναψε μια σπίθα, και αργότερα όταν κατάλαβα το νόημα και την αξία της ποίησης του Μοντάλε αυτό το κάτι δεν ήταν τόσο διαφορετικό από εκείνο που είχα καταλάβει.

Πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία

Αντιγόνη Καββαθά, Διαδρομή IV (λεπτομέρεια), 2019, ακρυλικά σε mylar



ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από τη μελέτη του Κώστα Τσίβου, «Ο μεγάλος καϋμός της ξενιτειάς...»: Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία (1948-1989), που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, δίνοντας μια συνολική εικόνα της, από τον ερχομό μέχρι τον επαναπατρισμό της, με έμφαση στις διασπάσεις του 1956-1958 και του 1968, οι οποίες συνδέονταν με τη διαδικασία αποσταλινοποίησης και την προσπάθεια για την οικοδόμηση ενός σοσιαλισμού «με ανθρώπινο πρόσωπο.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΒΟΥ

Oι προσφυγικές κοινότητες ξεπέρασαν την αρχική απομόνωση και εντάχθηκαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα στην τσεχοσλοβάκικη κοινωνία, χωρίς να αφομοιωθούν από αυτή. Λόγω της ιδιαιτερότητάς τους διατήρησαν μια αυτόνομη θέση, η οποία ενισχύθηκε από γλωσσικούς, εθνικούς, πολιτικούς και θεσμικούς παράγοντες, οι οποίοι στόχευαν στον επίτευξη του επαναπατρισμού. Αυτές οι ιδιαιτερότητες βοήθησαν τους Έλληνες πρόσφυγες να καλλιεργήσουν περαιτέρω τις ιδιαιτερότητές τους, διαμορφώνοντας την ταυτότητα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι κατόρθωσαν να ενταχθούν χωρίς προβλήματα στην τσεχική κοινωνία. Το παράδειγμα φιλοξενίας των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων και η θετική εμπειρία της ένταξης και συνύπαρξής τους στην τσεχική κοινωνία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολυποίκιλα και σήμερα, σε μια εποχή που στην Τσεχική Δημοκρατία ενισχύεται το κύμα ξενοφοβίας και που πληθαίνουν οι φωνές του εθνικισμού και του απομονωτισμού.

Επιστημονική ημερίδα

Tο Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα σας προσκαλεί στην Επιστημονική Ημερίδα
Μετασχηματισμοί της Δημοκρατίας
αφιερωμένη στη μνήμη του Μανόλη Αγγελίδη (1952-2018)

Δημοκρατία και νεωτερικότητα, Δημοκρατία και (κοινωνικό) Κράτος, Δημοκρατία στο μεσοπόλεμο, Σύγχρονοι μετασχηματισμοί της Δημοκρατίας

Ομιλητές: Ανανιάδης Γ., Γεωργαντάς H., Γκιούρας Θ., Γράβαρης Δ., Δημητρίου Στ., Κωτσονόπουλος Λ., Λαβράνου Α., Μαρέτα Δ., Μιχαλάκης Α., Νουτσόπουλος Θ., Πανταζής Α., Παπαθανασίου Α., Σταμάτης Κ., Τσέτσος Μ., Φαράκλας Γ., Φουρτούνης Γ., Ψυχάρης Γ.

 ΠΕΜΠΤΗ, 12/12/2019, 12.00 -19.00, Ε.Σ.Η.Ε.Α. Ακαδημίας 20, Αθήνα

Ο Μανόλης Αγγελίδης υπήρξε εμπνευσμένος πανεπιστημιακός Δάσκαλος και αφοσιωμένος στο λειτούργημά του ακαδημαϊκός λειτουργός, κάτι που, εκτός από τους εκατοντάδες φοιτητές και φοιτήτριες που τον γνώρισαν στα αμφιθέατρα και τις αίθουσες διδασκαλίας, αναγνώριζε όλη η ακαδημαϊκή κοινότητα, ανεξαρτήτως πολιτικών τοποθετήσεων. Ο Μανόλης Αγγελίδης, ο οποίος συνδύαζε βαθιά ευγένεια, αξιοπρέπεια και συνέπεια, αλλά και εργατικότητα και σθένος, υπήρξε αταλάντευτος μαχητής της Αριστεράς, αφοσιωμένος στον αγώνα για δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια. Την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση, συνελήφθη και κρατήθηκε στην ΕΣΑ. Με το επιστημονικό, διδακτικό –και εν γένει το ακαδημαϊκό έργο του– υπηρέτησε τον θεσμό του Πανεπιστημίου, την ακαδημαϊκή του αποστολή, καθώς και τη συμβολή του στη δημοκρατική πολιτεία. Παρέμεινε πάντα σταθερός στον αγώνα για δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη, για τον δημοκρατικό σοσιαλισμό και την ουσιαστική σύνθεση ελευθερίας και ισότητας. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε πανεπιστημιακός Δάσκαλος, που τίμησε τα αμφιθέατρα στα οποία δίδαξε.

Από το 1789 στο 1989

Αντιγόνη Καββαθά, Εστίες (λεπτομέρεια), 2017, ακρυλικά σε mylar



H ήττα των λέξεων και των μεγάλων αφηγήσεων

1989. Όταν αλλάζει ο ρυθμός του κόσμου


Αφιέρωμα, μέρος Γ΄


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Λέγεται πως η τέχνη προηγείται της όλης Ιστορίας· θα πρόσθετα ότι άλλοτε έπεται, και σπανίως συγχρονίζεται με αυτήν, όπως συνέβη με τους ποιητές της ηλικίας μου, που η ιστορική τομή του 1989 τους βρήκε κατά τη στιγμή της ωρίμανσής τους, και ανταποκρίθηκαν, αλλάζοντας τον ρυθμό του ποιητικού τους / ποιητικού μας κόσμου, όπως με κείμενα αλλά και αφιερώματα έχουμε δείξει από τις σελίδες των «Αναγνώσεων». Αρκεί νομίζω η διαπίστωση του ποιητή Γιώργου Μπλάνα, σε ένα από αυτά τα αφιερώματα:
«οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο δημιουργήθηκε μετά το ’89 δεν έχει πολλές πιθανότητες να συγκαταλεχθεί ανάμεσα στα ενδιαφέροντα του είδους του, αν δεν φέρει τη σφραγίδα της εποχής του, αν δεν έχει συλλάβει, με κάποιον τρόπο, αυτό που αργοπεθαίνει κι αυτό που γεννιέται σιγά σιγά στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Μοιραία, η τέχνη τέτοιων ιστορικών περιόδων μετριέται όχι με τους κανόνες του παρελθόντος, αλλά με τους κανόνες του μέλλοντος.»
Εδώ όμως θέλω θα δείξω πως το πέρασμα από την εποχή της νεωτερικότητας στη σημερινή εποχή εσωτερικεύεται και στο έργο παλαιότερων ποιητών, επιβεβαιώνοντας τη διαφορά του ποιητικού και του εν γένει χρόνου. Ας δούμε μια αφανή –αλλά διά της συμπαράθεσης νομίζω προφανή– συνομιλία δύο ποιημάτων, γραμμένα από δύο –εκ των πιο πολιτικοποιημένων– μεταπολεμικούς ποιητές, η οποία συζήτηση ξεκινά από τα δοκίμια του Βύρωνα Λεοντάρη, για την ποίηση της ήττας (1963-1964). Εκεί, ο Λεοντάρης μπαίνει ουσιαστικά στον προβληματισμό του Κατσαρού, ελέγχοντας τις ιδέες του, και μάλιστα σημειώνει: “Ο Κατσαρός αντιμάχεται την εκδοχή της θριαμβεύουσας επανάστασης”.
Ο Λεοντάρης ποτέ δεν επανήλθε σε αυτή τη συζήτηση με όρους δοκιμιακού λόγου, παρ’ ότι η (παρα)φιλολογία περί της ποίησης της ήττας διαρκεί μέχρι τις μέρες μας. Προτίμησε να δώσει τις απαντήσεις του ποιητικά, σημείο προς σημείο, και το αξιώθηκε με τη συλλογή/σύνθεσή του Εν γη αλμυρά  (1996), η οποία εκδίδεται όταν ο κύκλος της “χαρούμενης νεωτερικότητας” έχει κλείσει, δηλαδή μετά το 1989, όταν η ήττα της γενικότερης αντίληψης της “προόδου” είναι πλέον πασιφανής.