28/11/21

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση της Ρένας Παπασπύρου με τίτλο «Σκιές» που πραγματοποιείται στην Eleftheria Tseliou Gallery (Ηρακλείτου 3, Κολωνάκι, Αθήνα). Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται έργα από τη δεκαετία του ‘70, πολλά από αυτά για πρώτη φορά. Μέχρι 4/12.

Ρένα Παπασπύρου, Μεγενθυμένα ίχνη των δακτύλων μου, 1975 - 6, μελάνι, προβολή σε σελίδα εφημερίδας 

Ο «καλός» Αυστριακός στον ελληνικό κινηματογράφο

Του Γιώργου Ανδρίτσου*

Η διαφορετική αντιμετώπιση των Αυστριακών στον ελληνικό κινηματογράφο ξεκινά με την ταινία του Νίκου Τσιφόρου Τελευταία αποστολή, στην οποία έχουμε δυο διαμετρικά αντίθετες αναπαραστάσεις των Γερμανών κατακτητών. Δίπλα στους σκληρούς και κυνικούς αξιωματικούς έχουμε τη συμπαθητική εικόνα ενός νεαρού στρατιώτη, ο οποίος παρουσιάζεται σαν θύμα του πολέμου. Ωστόσο δεν είναι Γερμανός αλλά Αυστριακός, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη διαφορετική αντιμετώπισή του. Η ταινία, με την οποία εγκαινιάστηκε μεταπολεμικά ο ασφυκτικός έλεγχος της λογοκρισίας στον ελληνικό κινηματογράφο, που συνεχίστηκε, με μικρά διαλείμματα χαλάρωσης, μέχρι το 1974,[1] εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Φεστιβάλ των Κανών το 1950 και κατατάχτηκε 3η ανάμεσα σε 8 ταινίες τη σεζόν 1948-1949, με 78.318 εισιτήρια στην Αθήνα, ενώ την επόμενη σεζόν ήταν 7η ανάμεσα σε 13 ταινίες, με 16.434 εισιτήρια.
Σε παρόμοιο κλίμα, στην ταινία Ολοκαύτωμα του Δημήτρη Παπακωνσταντή, σε σενάριο του Γιώργου Λαζαρίδη, έχουμε έναν αντιφασίστα Αυστριακό στρατιώτη, τον υποδύεται ο Χρήστος Πολίτης, που μισεί τους Γερμανούς και κατηγορεί τον Χίτλερ ότι «επιστράτευσε δωδεκάχρονα παιδιά». Μολονότι τραυματίστηκε βαριά από τους αντάρτες, θυσιάζει τη ζωή του για να σώσει τα παιδιά που επιχειρούν να αρπάξουν οι Γερμανοί σε αντίποινα για τον θάνατο 5 στρατιωτών. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης σχολίασε ειρωνικά: «[...] Ο Αυστριακός που ’ναι ο καλός της ταινίας (ελληνομαθής μάλιστα) κι ο οποίος χρίεται Αυστριακός εξαιτίας της βαθύτατα ριζωμένης και σε μας φυλετικής ιδέας, σύμφωνα με την οποία όλοι οι Γερμανοί είναι από τη γέννα τους κακοί. Πρόκειται για αντεστραμμένη εφαρμογή του χιτλερικού δόγματος ‘του αμετάβλητου του πυρήνα της ανθρώπινης συνείδησης’ που βρίσκουμε και στο ‘Μάιν Καμπφ’ και που απετέλεσε τη βάση της ναζιστικής άποψης για τη μοναδικότητα της γερμανικής φυλής [...]».[2] Κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας πρώτου έργου νέου σκηνοθέτη και το βραβείο Β΄ ανδρικού ρόλου για τον Λαυρέντη Διανέλλο στο 12ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου το 1971 και κατατάχτηκε 28η ανάμεσα σε 90 ταινίες τη σεζόν 1971-1972, με 171.857 εισιτήρια.

Ζωές γυναικών

Ρένα Παπασπύρου, Μεγενθυμένα ίχνη των δακτύλων μου, 1975 - 6, μελάνι, προβολή σε σελίδα εφημερίδας 

Της Μάγιας Στάγκαλη*

BERNARDINE EVARISTO, Γυναίκα, Κορίτσι, Άλλο, Μετάφραση - Εισαγωγή Ρένα Χατχούτ, Εκδόσεις GUTENBERG – ALDINA, σελ. 639

Ain't I A Woman?
Sojourner Truth,
Ομιλία στο Οχάιο, 1851

H Bernardine Evaristo, η πρώτη μαύρη γυναίκα που πήρε το βραβείο Booker (2019), γεννήθηκε στο Έλθαμ, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο το 1959. Η μητέρα της ήταν αγγλίδα και ο πατέρας της νιγηριανός. Βραβεύτηκε από κοινού με την Margaret Atwood.
Το Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο, για το οποίο διακρίθηκε, είναι ένα σπονδυλωτό, πολυφωνικό μυθιστόρημα πέντε κεφαλαίων, τα οποία υποδιαιρούνται στις ιστορίες δώδεκα γυναικών της αφρικανικής διασποράς από το 1895 έως σήμερα. Χωρίς να υπάρχει κύριο πρόσωπο, μέσα από την αντίληψη του οποίου να παρουσιάζεται η αντικειμενική πραγματικότητα του κειμένου, παρακολουθούμε σε κάθε υποκεφάλαιο τη ζωή δώδεκα γυναικών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με την κάθε γυναίκα να αποτελεί το συνειδησιακό κέντρο της ιστορίας της. Τα κείμενα συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους με το κύριο πρόσωπο μιας ιστορίας να εμφανίζεται ως δευτερεύον σε μια άλλη, μέχρι την απρόβλεπτη σύνδεση στην κορύφωση του τέλους.
Το βιβλίο αρχίζει με την Άμα η οποία κινείται, από τα νεανικά της χρόνια, μαχητικά στο χώρο του θεάτρου. Είναι μια μαύρη λεσβία φεμινίστρια που αυτοσαρκάζεται για την ιδεολογική ακαμψία των νεανικών της χρόνων, και σήμερα, σε ηλικία πενήντα ετών, ανησυχεί μήπως η νέα της παράσταση χαρακτηρισθεί mainstream και η ίδια ως συμβιβασμένη. Ομολογεί ότι εδώ και αρκετό καιρό πια αναζητά την έξοδο από το περιθώριο και την αναγνώριση από το κοινωνικό σώμα που πολεμούσε στο παρελθόν. Η κόρη της την κατηγορεί για ντεμοντέ φεμινισμό, και ενοχλείται από τη συχνή αλλαγή των ερωτικών συντρόφων της.
Μέσω της Ντόμινικ, αδελφικής φίλης της Άμα, η Evaristo εξετάζει απομυθοποιητικά την κακοποίηση σε ερωτικές σχέσεις μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, και την αναπαραγωγή του πατριαρχικού μοντέλου σε ακραία μορφή από γυναίκες που αυτοπροσδιόριζονται ως φεμινίστριες.

Τσέζαρε Παβέζε: Ο μύθος του λυρικού ρεαλισμού

Του Φοίβου Γκικόπουλου*

Η συμμετοχή των διανοουμένων στο «μετα-αντιστασιακό» και «νέο-ρεαλιστικό» ιταλικό κλίμα, υπήρξε για ορισμένους επιφανειακή και για το λόγο αυτό χωρίς τραυματικές εμπειρίες. Για άλλους, ήταν μια τραγική περιπέτεια: κι αυτή είναι η περίπτωση του Τσέζαρε Παβέζε. Υπάλληλος στον εκδοτικό οίκο Εϊνάουντι, συνέβαλε ουσιαστικά στο να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επεξεργασία μιας σύγχρονης, προοδευτικής κουλτούρας. Αν και δεν συμμετείχε οργανωμένα σε αντιφασιστικά κινήματα, το 1935 καταδικάστηκε σε τρία χρόνια εκτόπιση σ’ ένα χωριό της Καλαβρίας. Μετά τον πόλεμο, η προσφορά του στην οργάνωση της κουλτούρας και η συγγραφική του δραστηριότητα, τον ανέδειξαν σε πρωταγωνιστική θέση στον κόσμο της ιταλικής διανόησης. Το 1950 κερδίζει το έγκυρο λογοτεχνικό «Βραβείο Στρέγκα» και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, αυτοκτονεί.
Το πρώτο του βιβλίο ήταν μια ποιητική συλλογή, «Κουράζει η δουλειά» (1936) που, για το θέμα (η περιφέρεια του Τορίνο, όπου το αστικό στοιχείο ταυτίζεται και συγχέεται με το αγροτικό), τα πρόσωπα (εργάτες, νέοι αγρότες, κοινές γυναίκες) και τον χαμηλό τόνο (πλησιάζει την πρόζα), ερχόταν σε αντίθεση με την ήδη υπάρχουσα ερμητική λυρική παραγωγή. Ο Παβέζε προετοιμάζει τα κύρια θέματα της τέχνης του: τα προβλήματα της μοναξιάς και της εφηβείας, την αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και το χωριό, την προτίμησή του για τους λαϊκούς χαρακτήρες, ένα είδος «λυρικού ρεαλισμού» που τείνει να φτάσει μια έκφραση που καταρρίπτει κάθε εμπόδιο μεταξύ του απλού αναγνώστη και της συμβολικής και μυθικής πραγματικότητας. Πάνω απ’ όλα ο Παβέζε οριοθετούσε το θέμα της τέχνης και της ύπαρξης: την εσωτερική μοναξιά απ’ την οποία ήθελε αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει και σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε, κυρίως μέσα από τον έρωτα και τη συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή. Απέτυχε και στη μια και στην άλλη περίπτωση. Αποτυχία στους διάφορους έρωτες, αποτυχία και στην προσπάθεια να πάρει μέρος στη ζωή των άλλων. Χαρακτηριστικό το λιγότερο πετυχημένο μυθιστόρημά του «Ο σύντροφος» (1947), όπου ο πρωταγωνιστής ανακαλύπτει τον εαυτό του μέσα στο Κόμμα (δηλαδή στους πολιτικούς δεσμούς με τους ανθρώπους). Γι’ αυτό η αυτοκτονία του Παβέζε φαίνεται η διέξοδος από μια ανικανότητά του να δεχτεί τη ζωή.

Εκ βαθέων

Ρένα Παπασπύρου, Σκιές, πέτρες και τα δακτύλα μου, 1974 - 6, μελάνι, προβολή μεγενθυμένου βότσαλου σε σελίδα εφημερίδας, μελάνι 

Της Μαρίας Μοίρα*

ΜΑΡΙΑ ΛΟΥΚΑ, Μια γυναίκα απολογείται, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2021, σελ. 77
ΡΕΖΑ ΓΚΟΛΑΜΙ, Χαμένες Ταυτότητες, εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2021, σελ. 127

Δύο μικρά βιβλία-μαρτυρίες των εκδόσεων Τόπος ψηλαφούν το σφυγμό της εποχής, καθόσον η βία κατά των γυναικών και η απαξίωση και η αδιαφορία για την τύχη των προσφύγων βρίσκονται συνεχώς στην επικαιρότητα, φανερώνοντας την απαράδεκτη έκπτωση του αξιακού μας συστήματος, την εμφανή διολίσθηση στον φυλετικό και έμφυλο ρατσισμό και την ιδεολογική περιχαράκωση της πολιτείας στην άκριτη ενοχοποίηση και στον εξοβελισμό των διαφορετικών, των ξεριζωμένων και των ανυπεράσπιστων. Στον πυρήνα και των δύο ιστοριών ο φόβος, η αγωνία και η απελπισία, όσων ένα πατριαρχικό σύστημα θεωρεί κτήμα και αντικείμενο σεξουαλικής ικανοποίησης και όσων προσπαθούν να βρουν άσυλο και ασφαλές καταφύγιο διαπλέοντας με σαπιοκάραβα την Μεσόγειο, κυνηγημένοι, απάτριδες και ανέστιοι.
Η αφήγηση της νεαρής υπόδικης ενώπιον του δικαστηρίου, δια στόματος της Μαρίας Λούκα, εξιστορεί μια υπόθεση αυτοάμυνας. Τον αθέλητο φόνο με μαχαίρι ενός άντρα, που επιχείρησε να βιάσει αυτήν και την Ελένη, την ανήλικη αγαπημένη φίλη της, ένα βράδυ κάπου στην Κόρινθο. Δεν έχει τον χαρακτήρα της τυπικής απολογίας που επιτάσσει η δικονομική διαδικασία. Είναι μια εκ βαθέων εξομολόγηση η οποία δεν περιγράφει απλά και μόνον τα γεγονότα, αλλά ξεστρατίζει σε επώδυνες αναφορές στα δύσκολα παιδικά της χρόνια, στην μοναξιά και στην πικρία μιας ασυντρόφευτης στερημένης ζωής. Όταν ένα βίαιος αλκοολικός πατέρας και μια φοβισμένη ενδοτική μάνα, αντί να γαληνεύουν την εύθραυστη ψυχή της, την εξέθεταν σε καθημερινές κακοποιητικές συμπεριφορές. Μια ενήλικη κοπέλα, σχεδόν παιδί με αναπτυξιακή διαταραχή και μαθησιακές δυσκολίες, ξεγυμνώνει τον εαυτό της αφηγούμενη την ιστορία της. Εξομολογείται την αγάπη και τον θαυμασμό της για την όμορφη έξυπνη Ελένη, την μοναδική φίλη που απέκτησε στη ζωή της και προσπάθησε απεγνωσμένα να προστατέψει από τον βιασμό εκείνο το βράδυ.

Η Τσβετάγιεβα ανακοινώνει στον εαυτό της πως κουράστηκε

Να μην με λες αυθόρμητη.

Ούτε έρωτα ούτε ρίμα – κάνω πως ζω. Πως δεν ασπάστηκα
τον Ελικώνα. Μα όταν δεν νοιάζεται, φαντάζει κέρινη
η καρδιά και τα πνευμόνια ψόφια.
Η νύστα αυτή με συντροφεύει κυκλικά,
παιδί της πίκρας και του Διόνυσου.
Στη νύχτα φέρνουν πάντοτε οι άκρες των ποδιών,
στο ζοφερό και στ’ άγνωστο. Οι τολμηροί προτρέχουν!
Να φτιάξω και τα νύχια μου στις μύτες των γκρεμών
απ’ όπου εξέχουν.
Πλυμένα τα σεντόνια μου θα μοιάζουν νυφικά…

Ω εγώ, σε καταράστηκα!
Δεν σου ’δινα νερό – να σε ποτίσω υδρόθεια;
Σώμα μου, μην ποθείς και απ’ την καρέκλα γύρε
στο κενό. Ό,τι ήταν όμορφο το ρήμαξε η φωτιά και σου το πήρε
η ύλη. Κι εσύ, ψυχή μου, μου ’φεγγες, μα τώρα εδώ μην μείνεις,
φύγε ατόφια.
Κι αν δίστασα να γράψω τα πικρά, να μην με κατακρίνεις.
Απόψε, πάρ’ το απόφαση, ανάλαφρη κι αέρινη
πως θα ξαπλώσεις μόνη σου.
Πως θα ξαπλώσεις όρθια.

Αλέξιος Μάινας

Μια αδίστακτη Κωμωδία

Ρένα Παπασπύρου, Μεγενθυμένα ίχνη των δακτύλων μου, 1975 - 6, μελάνι, προβολή σε σελίδα εφημερίδας 

Της Ευθυμίας Γιώσα*

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΙΓΚΑΣ, ΝΙΚΟΛΑΣ ΕΥΑΤΙΝΟΣ, Κωμωδία, εκδόσεις Άγρα, σελ. 144

Στη μία άκρη η Κόλαση, στην άλλη ο Παράδεισος και στη μέση ένα Καθαρτήριο, να σκαλίζει τα της υπάρξεως. Μα τόσο απλά, θα πει κανείς, είναι τα πράγματα στην Κωμωδία των Στίγκα και Ευαντινού; Αλίμονο κι αν ήταν, θα απαντήσω, αλλά έπρεπε να κάνω μια αρχή γι’ αυτή την ποιητική παραμυθία που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άγρα.
Παίρνοντας αφορμή από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, οι δύο ποιητές έφτιαξαν και μας παρέδωσαν: α) μια ποιητική συλλογή, β) ένα ερμηνευτικό λεξικό, γ) έναν αλφαβητικό κατάλογο, δ) όλα τα παραπάνω. Η (πιο) σωστή απάντηση τολμώ να πω ότι είναι ένα κρυφό ε), ήτοι μια ποιητική καταγραφή, με αλφαβητική σειρά, όλων εκείνων των λημμάτων που συνιστούν, πάνω κάτω, τη ζωή του καθενός από εμάς. Γιατί τι άλλο είναι η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, υπό τον τίτλο Καθαρτήριο, αν όχι η περιγραφή της ίδιας της ζωής, αυτής της παρένθεσης μεταξύ της ανυπαρξίας που προηγείται και της άλλης ανυπαρξίας, που έπεται; Η έκταση, δε, αυτής της μεσαίας ενότητας είναι εμφανώς μεγαλύτερη και άνιση σε σχέση με εκείνη τόσο της πρώτης (Κόλαση) όσο και της τελευταίας (Παράδεισος) ενότητας, κι ίσως, συν τοις άλλοις, να είναι η συγκεκριμένη απόφαση των Στίγκα-Ευαντινού, μια πρώτη απόπειρα να βγάλουν τη γλώσσα στον χρόνο.
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι βγάζουν τη γλώσσα πολλές φορές. Αρχικά, στους ίδιους τους εαυτούς τους, γιατί έτσι αρμόζει σε όσους σκαλίζουν: να γίνονται πρώτα εκείνοι χάλια με τα χώματα. Έπειτα, στον αναγνώστη. Μετά, στους πολλούς. Κι ύστερα, στους περισσότερους, κι από εκεί, στην ύπαρξη καθαυτή. Πριν προχωρήσω σε πιο πρακτικά ζητήματα, θέλω εξαρχής να διευκρινίσω κάτι, το οποίο και θα αναπτύξω στην αμέσως επόμενη παράγραφο. Πρόκειται για ένα πυκνό βιβλίο, θέλω να πω ότι δεν ξεμπερδεύεις μαζί του εύκολα. Λόγου χάρη, στο ποίημα Πίστη (του Στίγκα), διαβάζουμε: «Μια ζαριά / σωστά ριγμένη στον στρόβιλο» – χωρίς τελεία, παρακαλώ, και σημειώστε ότι δε λείπει γενικά, εκτιμώ πως λείπει ειδικά και στοχευμένα. Για εμένα αυτό το ποίημα είναι ένα καλό (και… εύπεπτο) δείγμα τού πόση επεξεργασία χρειάζεται κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου από τον αναγνώστη.