12/9/21

Από τον Καντ στο Zyklon B

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Stack of Books 12, 2015-2016, σχέδιο σε καρμπόν, 34 x 33 εκ. 

Του Βαγγέλη Τζούκα*

JOHANN CHAPOUTOT, H πολιτιστική επανάσταση του ναζισμού, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Πόλις, Αθήνα 2021, σελ. 384.

O Γιοάν Σαπουτό (Johann Chapoutot) είναι Γάλλος ιστορικός, που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV), γνωστός στο ελληνικό κοινό από το βιβλίο του Εθνικοσοσιαλισμός και αρχαιότητα, που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα. Από τις ίδιες εκδόσεις (και τον ίδιο μεταφραστή) κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά η συλλογή κειμένων με τίτλο Η πολιτιστική επανάσταση του ναζισμού. Πρόκειται για κείμενα τα οποία έχουν ήδη δημοσιευτεί (κυρίως σε επιστημονικά περιοδικά) και τα οποία ο συγγραφέας έχει επεξεργαστεί και εν μέρει αναθεωρήσει. Το κεντρικό σημείο αναφοράς είναι πάντως ευδιάκριτο: η παρουσίαση τρόπων μέσω των οποίων το ναζιστικό καθεστώς επιδίωξε να οικειοποιηθεί, να διαστρεβλώσει ή/και να μετασχηματίσει τμήμα των μεγάλων ευρωπαϊκών πολιτικών, φιλοσοφικών και νομικών παραδόσεων προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν για την υπεράσπιση της κοσμοθεωρίας του. Η όλη βάση του εγχειρήματος, της επανάστασης ενάντια στην Επανάσταση του 1789, ήταν, σε κάθε περίπτωση, η απόλυτη πρωτοκαθεδρία της «λαϊκής κοινότητας», νοούμενης με αυστηρά βιολογικούς όρους, στη λογική του Blut und Boden (αίμα και έδαφος). Επρόκειτο φυσικά για ζητήματα που βρίσκονταν στον πυρήνα μιας ολόκληρης πνευματικής παράδοσης, φανερής στον γερμανικό χώρο ήδη από τον 19ο αιώνα, και τα οποία είχαν επανεμφανιστεί έντονα μετά τη γερμανική ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Συνθήκη των Βερσαλλιών.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά της όλης διαδικασίας συνιστούσε η απόπειρα των ναζί να ερμηνεύσουν την πλατωνική φιλοσοφία ως ενδεικτική της στάσης του σπουδαίου φιλοσόφου απέναντι στην θεωρούμενη παρακμή των αξιών του κλασικού ελληνικού πολιτισμού. Στη λογική τους οι πλατωνικές ιδέες ουσιαστικά αφορούσαν ένα απεγνωσμένο κάλεσμα ενός Αρίου στοχαστή προς υπεράσπιση των φυλετικών αξιών της κλασικής Ελλάδας σε μια περίοδο νόθευσης του αίματος από σημιτικά και ανατολίτικα στοιχεία, γεγονός που, κατά τους ίδιους, οδήγησε και στην παρακμή και εξαφάνιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού από το ιστορικό προσκήνιο.

Περί μάζας

ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΟΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

Του Χρήστου Λάσκου*

ΓΙΑΝΝΗΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η προέλευση της μάζας, μετάφραση: Πέτρος Δήτσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 160

Εάν ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, τότε σίγουρα το κύριο μέλημά του δεν ήταν
να τον φτιάξει έτσι ώστε να μπορούμε να τον κατανοήσουμε εύκολα
ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΙΝ

Το παράθεμα που προηγείται αντιστοιχεί, νομίζω, στην κοινή άποψη για την Φυσική. Πράγματι, για τους περισσότερους, η κατανόηση της θεμελιώδους πραγματικότητας, που αναπαριστά η επιστήμη, είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Και όχι μόνο λόγω των εξαιρετικά υψηλών μαθηματικών απαιτήσεων. Είναι, ακόμη και για όσους έχουν ειδικές σπουδές, έντονη η αίσθηση πως κάτι πολύ θεμελιώδες μας διαφεύγει, μ’ όλο που αυτό που ονομάζεται Καθιερωμένο Πρότυπο είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό στην περιγραφή -κι εξήγηση πολλές φορές- όσων συμβαίνουν στην «καρδιά του Πράγματος» σύμφωνα με μια διάσημη διατύπωση του Φρανκ Γουίλτσεκ[1].
Πολύ περισσότερο που αυτή η αίσθηση προκύπτει ακόμη και σε σχέση με τα πλέον κοινά μεγέθη. Αυτό της μάζας, για παράδειγμα.
Ο Ηλιόπουλος, διεθνώς κορυφαίος ερευνητής για πολλές δεκαετίες στον τομέα της σωματιδιακής Φυσικής, με το βιβλίο του μας δίνει μια πολύτιμη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τα καταστατικά προβλήματα, που τίθενται σχετικά με τη μάζα, στο πλαίσιο του σημερινού επιπέδου της γνώσης μας.
Η 4η Ιουλίου 2012 είναι μια εμβληματική ημέρα στην πρόσφατη ιστορία της Φυσικής. Είναι η μέρα που ανακοινώθηκε, από τους εκπροσώπους του CMS και του ATLAS, των δύο κυριότερων πειραμάτων, που διενεργούνταν επί χρόνια στο Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων (LHC), κοντά στη Γενεύη, η ανακάλυψη ενός νέου -και από πολύ αναμενόμενου- σωματιδίου, συνδεδεμένου με το μηχανισμό, μέσω του οποίου «εμφανίστηκε η μάζα στον κόσμο». Επρόκειτο για το περίφημο σωματίδιο Higgs (ο Ηλιόπουλος προτιμάει να το ονομάζει σωματίδιο BEH, αποδίδοντας την αρμόζουσα τιμή και στους Brout και Englert, οι οποίοι συνέβαλλαν εξίσου με τον Higgs στην θεωρητική πρόβλεψή του), με το οποίο ασχολήθηκαν τα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου τότε, αναφερόμενα συχνά στο «σωματίδιο του Θεού».

Ποιητικά ζητούμενα

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Ανάμεσα στις γραμμές IV, 2006, γραφίτης σε διάφανο χαρτί, 70 x 70 εκ.

Της Ευσταθίας Δήμου*

ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ (ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ), Τρυγόνες και έχιδναι. Ποιήσεις, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 80


Κάθε επανέκδοση ενός ποιητικού βιβλίου θέτει άμεσα το ζήτημα και το ζητούμενο της αντοχής της ποίησης μέσα στον χρόνο, της δύναμης και της δυναμικής που αυτή έχει να τροφοδοτεί και να ανανεώνει το ποιητικό παρόν. Όσο περισσότερο, μάλιστα, η ποιητική συλλογή απέχει χρονικά από το παρόν της έκδοσης και της κυκλοφορίας της, τόσο μεγαλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα είναι η σχετική συζήτηση που πυροδοτείται. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις του τελευταίου καιρού υπήρξε η εκ νέου κυκλοφορία –εκατόν σαράντα τρία χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, στα 1878– της ποιητικής συλλογής Τρυγόνες και Έχιδναι του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου. Πρόκειται για το μοναδικό ελληνόγλωσσο ποιητικό έργο του εικοσιδυάχρονου τότε ποιητή, που περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική (και μερικά στη γαλλική γλώσσα), αποτελεί δε ένα έργο-σταθμό στα ποιητικά δρώμενα της εποχής εκείνης, καθώς σηματοδότησε τη μετάβαση από τον Ρομαντισμό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής στον ανανεωμένο ποιητικό λόγο της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και των σημαντικότερων εκπροσώπων του. Η εξαιρετική σπουδαιότητα και αξία του βιβλίου αυτού ουδέποτε αποσιωπήθηκε, η επισήμανσή της, όμως, υπήρξε, κατά κύριο λόγο, έργο και ευθύνη των ιστοριών της λογοτεχνίας οι οποίες αναγνώρισαν και απέδωσαν σε αυτό μια ξεχωριστή θέση μέσα στη λογοτεχνική διαχρονία. Το βιβλίο απέκτησε, ως εκ τούτου, έναν μουσειακό, σχεδόν, χαρακτήρα και οι κατά καιρούς επανεκδόσεις του πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της αναγνώρισης της μνημειώδους θέσης του, χωρίς, δηλαδή, να παρατηρείται μια άξια λόγου αύξηση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, ούτε, ίσως, της αναγνωστικής ανταπόκρισης.

Σκοτεινή ύλη

με τον τρόπο του Paul Celan

Καθώς τα ρούχα μου ανεμίζουν
και οι λέξεις σχηματίζουν την αυγή
το μεσημέρι το απόγευμα
κι εγώ μέσα στο φως που χάνεται
χορεύω και χορεύω μέχρι να έρθει το βράδυ
μισολιπόθυμος από κούραση και ευδαιμονία
ξαπλώνω στο χώμα
αυτό υποχωρεί
βρίσκομαι σε ένα λάκκο
είναι αποπνικτικά
τα χέρια μου δεν μπορώ να τα κουνήσω
ούτε λόγος για χορό
φωνάζω δυνατά:
«Πνίγομαι, βγάλτε με από εδώ»
πολύ αργά
η μουσική σώπασε οι φωνές έφυγαν
ο αέρας λιγοστεύει
σε λίγο τίποτα δεν θα ακούγεται
παρά μόνο τα συρτά βήματα
του πρωτομάστορα από τη Γερμανία. 

Γεράσιμος Βουτσινάς

Μαγικός Ροΐδης

Της Κωστούλας Μάκη*

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΟΥ (έρευνα), Θρησκευτικοϊστορικαί Μελέται, Αθήνα/Αλεξάνδρεια: Εκδοτικός οίκος Α. Κασιγόνη 1935, σελ. 32

Νίνα Παπακωνσταντίνου, E.H. Gombrich, Σκιαί Ερριμέναι, 2004,
αποτύπωμα καρμπόν σε χαρτί, 40 x 30 εκ. 
Οι ιστορικές αναγνώσεις χαρακτηρίζονται από συνεχόμενες επανεγγραφές με πολλαπλές ερμηνείες του αρχειακού υλικού και κάθε είδος πηγής, ανάλογα με το ιστορικό πλαίσιο, τη θεωρητική κατεύθυνση και τα ποικίλα πολιτικά συμφραζόμενα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι μεσαιωνικές διώξεις των Μαγισσών και οι διαφορετικές κατασκευές τους συνεχίζουν να εγείρουν το ενδιαφέρον διαθεματικά και διεπιστημονικά. Έτσι στο νεωτερικό πνεύμα διαπιστώθηκε ότι οι διάφοροι λόγοι για τις Μάγισσες δεν είναι γραμμικοί, αλλά χαρακτηρίζονται από συνθετότητα και ερμηνευτικές πολυφωνίες.
Κοσμοπολίτης και γνώστης της Ευρωπαϊκής κουλτούρας της εποχής του ο Ροΐδης διαφοροποιήθηκε με τα γραπτά και τη στάση του από μονοδιάστατες ελληνοκεντρικές προσλήψεις της ιστορίας και σε πολλά του κείμενα προέβη σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις μεσαιωνικών κειμένων. Έγραψε για τους βρυκόλακες, τα μεσαιωνικά καρναβαλικά στοιχεία, τις μάγισσες, τον χριστιανικό σκοταδισμό[1]. Με τη γνωστή διεισδυτική του ειρωνεία για τις εξιδανικευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος και ακολουθώντας κατεύθυνση αντικληρική, ο Ροΐδης δημοσίευσε το 1868[2] ένα δοκίμιο που καυτηριάζει τις «κλασικές» καταγραφές των Μαγισσών, σημειώνοντας πως «στο ποιητικό πανόραμα του μεσαίωνος» οι Μάγισσες συγκέντρωσαν «πάντα τα αίσχη και όλας του μεσαίωνος τας ασχημίας» (σ. 4). Για τον Ροΐδη οι Μάγισσες δεν ήταν ποτέ «τα φρικαλέα εκείνα γραΐδια του Μάκμπεθ […] φωλεύοντα εντός σκοτεινής τρώγλης εν μέσω όφεων, σκορπιών και χόρτων φαρμακερών» (σ. 4).
Ο Ροΐδης, ιστορικοποιώντας το παρελθόν με διαφορετικό πολιτικό πρόσημο, θεωρεί τις Μάγισσες συνεχίστριες της Κίρκης, της Πυθίας, της Σίβυλλας και των αρχαιοελληνικών θεοτήτων, αναγνωρίζοντας την ίδια στιγμή το μαρτυρολόγιο που συνόδευσε τις διώξεις τους από ποιητές και θεολόγους. Διαφοροποιώντας τον εαυτό του από αυτούς, επιθυμεί να φτιάξει «το εγκώμιο της Μάγισσας» (σ. 5). Μελετά τα δικαστικά αρχεία του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας ότι οι Μάγισσες ήταν φορείς της γνώσης και «όπως όλοι οι ευεργέται της ανθρωπότητας» (σ. 5) διώχθηκαν αγριωδώς.

Πρόσκληση

Οι εκδόσεις Κουκκίδα σας προσκαλούν
στο cafe στον Κήπο του Νομισματικού Μουσείου
την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου τις 7:30
στην παρουσίαση του βιβλίου

Οι τέσσερις μεταβιβάσεις

του Πιέρ Ντελωνέ

Συμμετέχουν: Ελένη Ζησοπούλου, Χρύσα Λάγιου,
Άννα Αγγελοπούλου, Βέρα Παύλου, Ελισάβετ Κούκη

Νίνα Παπακωνσταντίνου: Διακλαδωτές αφηγήσεις

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Ήλιος ο Ηλιάτορας ΙΙ, 2016, σχέδιο σε καρμπόν (δίπτυχο), 28 x 37 εκ. έκαστο 

Της Χριστίνας Πετρηνού*

Όταν γράφουμε ή αντιγράφουμε ένα κείμενο προϋπόθεση είναι να παραμένει αναγνώσιμο και ευανάγνωστο. Όμως στην περίπτωση της Νίνας Παπακωνσταντίνου, το εκάστοτε κείμενο ή βιβλίο μεταμορφώνεται μέσα από τη μέθοδο της αντιγραφής, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο, ερμητικό κείμενο: το επιλεγμένο λογοτεχνικό έργο χάνει το αρχικό του νόημα, ξεχνιέται, πέφτει στη λήθη μέσα από την ελεύθερη γραφή που χρησιμοποιεί.
Ο τρόπος που αντιγράφει ένα κείμενο ποικίλλει: αντιγραφή σε μια σελίδα με καρμπόν, μεγέθυνσή του και αντιγραφή των κόκκων των λέξεων, ιχνογράφηση σε ριζόχαρτο, τρύπημά του με καρφίτσα πάνω σε χαρτί κλπ. Τόσο η καλλιτέχνης όσο και ο αναγνώστης κινούνται σαν νομάδες μέσα στο αντιγραμμένο έργο.
Αντιγράφει σελίδα-σελίδα ένα κείμενο καθιστώντας το δυσανάγνωστο, απόκρυφο με πολλές διαστρωματώσεις. Μένει η σιωπή, το αίνιγμα, ένας ψίθυρος του νέου κειμένου και ταυτόχρονα μια αίσθηση γαλήνης μέσα από την απαλοιφή του. Παραδόξως, ενώ η καλλιτέχνιδα χρησιμοποιεί την αντιγραφή όπως γινόταν κατά τον μεσαίωνα για τη διάσωση των βιβλίων, το έργο της απελευθερώνεται από το μοντέλο του, λαμβάνοντας μια απόσταση μέσα από αυτήν την εγγύτητα. Ενώ έχει μια εξ’ επαφής σχέση με το κείμενο στο οποίο αναφέρεται, ακολουθώντας το κατά γράμμα, αυτό χάνει την ταυτότητά του και η τελική εικόνα διαφέρει αποκτώντας μια λεπτεπίλεπτη καλλιτεχνική γοητεία. Το κείμενο ενός έργου όταν πέσει στα χέρια της καλλιτέχνιδας εκρήγνυται! Η απόκρυφη και φανταστική του γλώσσα αποκτά μιαν ακατάληπτη ροή, μια πυρετώδη κίνηση, που σε αφήνει να φανταστείς πολλαπλά νοήματα.