6/4/21

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση έργων του Boyd Webb που πραγματοποιήθηκε στη γκαλερί Bernier / Eliades (Επταχάλκου 11, Θησείο, Αθήνα). Φωτογραφίες Boris Kirpotin.

Boyd Webb, “Bag”, 1989, μοναδική εκτύπωση Cibachrome, 123 x 158 εκ.

Η απροσδόκητη σημασία της πληροφορίας

Του Παναγιώτη Βούζη

Ο Vilém Flusser στο βιβλίο Ins Universum der technischen Bilder (στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Γιώργο Ηλιόπουλο και εκδόθηκε με τον τίτλο Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων) επισημαίνει τη ριζική μεταβολή την οποία επιφέρει στην επιστημολογία, την οντολογία, την ηθική και την αισθητική η κυριαρχία της τηλεματικής πραγματικότητας. Η γραμμική, ιστορική συνείδηση, η διαμορφωμένη και παραγόμενη από τα κείμενα, εντοπίζεται σε έναν κόσμο ο οποίος απαιτεί να εξηγηθεί, να αποκωδικοποιηθεί και να ερμηνευθεί. Όμως η ψηφιακή πραγματικότητα αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την ανάγκη για συνοχή, εξήγηση, απαρίθμηση και αφήγηση, από τον ιστορικό, δηλαδή, επιστημονικό, κειμενικό και γραμμικό τρόπο σκέψης, σε μία συνείδηση με καταστατικά στοιχεία τη διασπορά, την εικονικότητα και την επιφάνεια. Κατά συνέπεια, κατηγορίες όπως αληθινό-ψευδές, φυσικό-τεχνητό, αυθεντικό-απομίμηση, σταδιακά, εγκαταλείπονται, καθώς στη θέση τους προκρίνονται άλλες, προπαντός το αντιθετικό ζεύγος αφηρημένο-συγκεκριμένο. Το διαρκώς εξαπλούμενο τηλεματικό περιβάλλον καθιστά ανενεργή την επιστημολογική κριτική στην προσέγγιση της πραγματικότητας· αποφορτίζει από την πίεση να επιτευχθεί αυτή η ίδια η προσέγγιση. Επομένως, ο άνθρωπος αποδεσμεύεται από το καθήκον της νοηματοδότησης του κόσμου και από το συνακόλουθο χρέος να παρεμβαίνει στην πορεία της ζωής του. Σύμφωνα με τον Flusser, το διακύβευμα έγκειται, πλέον, στο να συγκεκριμενοποιηθούν το κενό και το αφηρημένο, στο να πραγματοποιηθεί, δηλαδή, αυτό το οποίο, για τους φυσικούς νόμους, αποτελεί μία απειροελάχιστη πιθανότητα. Γιατί για όλες τις δυνατές καταστάσεις ανοίγονται δύο αντίθετοι ορίζοντες: Προς την κατεύθυνση της αναπόφευκτης πιθανότητας και προς την κατεύθυνση του απίθανου.
Το πιθανό και το απίθανο συνιστούν έννοιες της πληροφορικής, όπου η πληροφορία μπορεί να οριστεί ως μία απίθανη κατάσταση. Εδώ, βέβαια, πρέπει να τονιστεί ότι η λέξη «πληροφορία» ανάγεται στη λατινική informatio, η οποία σημαίνει τη διαμόρφωση, τον σχηματισμό μίας φόρμας. Η απροσδόκητη, λοιπόν, εξέλιξη, κατά την οποία κάτι αποκτά μορφή με τη συγκεκριμενοποίηση του αφηρημένου, ανταποκρίνεται, ακριβώς, στη σημασία της πληροφορίας. Το απροσδόκητα αναδυόμενο σχήμα αποτελεί μία εξαίρεση στον γενικό νόμο της αυξανόμενης εντροπίας, ο οποίος διέπει την τάση προς τη διάλυση των μορφών, καθώς τα σωματίδια κατανέμονται, σταδιακά, με όλο και μεγαλύτερη κανονικότητα στο σύμπαν και ο θερμικός θάνατος του τελευταίου αποβαίνει αναπόφευκτος.

Μονόλογος πανδημίας

Boyd Webb, “Ossuary”, 1997, φωτογραφία σε αλουμίνιο, 82 x 122 εκ.

Της Τζίνας Πολίτη*

Εγώ και το τσιγάρο μου. Εγώ και το παπάκι μου, τελεία gr. Εκατομμύρια ηλεκτρονικά μηνύματα στροβιλίζονται σε ένα απρόσωπο, παγκόσμιο χάος. Delete. Delete. Delete. Μαζί με τους ταχυδρόμους, η τέχνη της Επιστολογραφίας πετάχτηκε στη χωματερή της λήθης. Το Σύστημα απαγορεύει διά ροπάλου το όποιο ανθρώπινο δικαίωμα δημιουργικής κατασκευής βίου, εαυτού και άλλου. Επιβάλλει δια νόμου στερεότυπα προσομοιώσεων.
Εγώ και το τσιγάρο μου. Έγκλειστη στην πανδημία απουσίας και απόλυτης σιωπής. Τα τηλέφωνα ξέχασαν να κτυπούν, οι άνθρωποι να μιλούν. «Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού», προτείνει ο Ελύτης. Ανοίγω τη βρύση. Μαζί με το νερό ακούω ατόφιες, αδαμιαίες λέξεις να κυλούν. Οργανώνω προτάσεις.
Κάθομαι στην πολυθρόνα μου. Ανάβω το τσιγάρο μου. Αβουλία. Απραξία. Αργά, αργά βυθίζομαι στη μαύρη τρύπα της αβαθούς αθέλητης μνήμης. Εκεί, ο χωροχρόνος δεν υπακούει στην ευταξία. Τα όρια ανάμεσα στο τότε και το τώρα, το εδώ και το εκεί, το εγώ και το εκείνη καταλύονται. Το κενό του παρόντος αβίωτου βίου πληρούται από απρόσμενες στιγμές Επιφανίων: εν σώματι, με μαύρο φόρεμα, ταγάρι και σαντάλια στο Carnegie Hall. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος διευθύνει την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» του Στραβίνσκι. Μια φουρκέτα από τον κότσο της γλιστρά και πέφτει στο πάτωμα. Δεν τη σηκώνει. Ακαριαία, σε κλάσμα δευτερολέπτου, από τη Νέα Υόρκη βρίσκεται στη Μεσαριά της Άνδρου. «Έχω μια κολοκυθιά και κάνει δύο κολοκύθια». «Και γιατί να κάνει δύο;» «Αμ πόσα θες να κάνει;». Η αθέλητη μνήμη είναι ασυνεχής. Καταργεί κάθε ψευδαίσθηση εύτακτης, αιτιατής σύνδεσης χώρου και χρόνου. Μια κάποια φοιτήτρια, ένα κάποιο κοριτσάκι, μια κάποια γερόντισσα που καπνίζει καθισμένη στην πολυθρόνα της. Ποια ήταν; Ποια είμαι; Ξένη. Άγνωστη. Στο βλέμμα, απείκασμα αέναων μεταμορφώσεων. Δεν εξοικειώθηκα ποτέ με το ονοματεπώνυμό μου. Ένα παραμύθι χωρίς όνομα.

Ευαισθησία ηθοποιού

Άποψη της έκθεσης του Boyd Webb στη γκαλερί Bernier / Eliades

Της Σάρας Θηλυκού

ΝΤΕΝΙ ΝΤΙΝΤΕΡΟ, Το παράδοξο με τον ηθοποιό, μετάφραση Αιμίλιος Βέζης, πρόλογος Bασίλης Παπαβασιλείου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 140

Διήκουσα έννοια του –σύμφωνου με τις αρχές του διαφωτισμού– ανά χείρας αισθητικού δοκιμίου του Ντιντερό αποτελεί η θέση που διαπερνά ως λάιτ-μοτίφ όλο το πόνημα, πως η λογική δίνει μορφή στο –άλογο– συναίσθημα, η κρίση και όχι η ευαισθησία εγγυάται την οργάνωση του καλλιτεχνικού υλικού, η σκέψη προσδίδει την απαραίτητη ενότητα στο καλλιτεχνικό προϊόν.
Στο πρώτο μέρος του Παράδοξου ο Ντιντερό αναφέρεται σε μεγάλες ηθοποιούς της εποχής του, που ενώ όταν πρωτοεμφανίστηκαν έπαιζαν σαν αυτόματα, ύστερα αποδείχτηκαν αληθινές θεατρίνες. Ο συγγραφέας διερωτάται μήπως ο συναισθηματικός τους κόσμος, η ψυχή και η ευαισθησία, παρουσιάστηκαν όσο η ηλικία τους προχωρούσε... Εδώ συνίσταται, κατά τον Ντιντερό, η αξία ενός μεγάλου ηθοποιού: στην προτεραιότητα που δίνει στη μνήμη και τη φαντασία για τη διαμόρφωση του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Ο ηθοποιός ανάγεται έτσι σε έναν πραγματικό δημιουργό-καλλιτέχνη, ισάξιο ίσως του ποιητή, ακόμη και μεγαλύτερο από αυτόν, και όχι απλώς σε ερμηνευτή-καλλιτέχνη όπως γενικά θεωρείται. Και όπως όλοι οι δημιουργοί, ο ηθοποιός οφείλει να αποστασιοποιηθεί, χρονικά και ψυχικά, από το συναίσθημα, για να αποδώσει το έργο τέχνης σε στιγμές ήρεμες. Ψυχραιμία, λοιπόν, συνιστά ο Ντιντερό, η οποία μετριάζει τον παραληρηματικό ενθουσιασμό. Η ηλικία και η πείρα είναι εξάπαντος σύμμαχοι του ηθοποιού, καθόσον δημιουργούν ένα σημαντικό συναισθηματικό απόθεμα, από το οποίο και θα αντλήσει ο ηθοποιός –συνεπικουρούμενος από τη φαντασία– και θα γλιτώσει έτσι τον χαρακτηρισμό του ως... παράφρονα!

Υπόγεια ιστορία

Του Τάκη Κόκορη

Τα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου Τρίπολης χρησιμοποιήθηκαν ως φυλακές, τόσο στη διάρκεια της Κατοχής όσο και στον Εμφύλιο. Συγκεκριμένα, τρείς αίθουσες στη νότια πλευρά υπήρξαν φυλακές (δύο ως κρατητήρια, ανδρών και μία γυναικών) από τα τέλη του 1943 έως την απελευθέρωση, από τα Τάγματα Ασφαλείας, που είχαν ως διοικητήριο το Δικαστικό Μέγαρο. Στον Εμφύλιο χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος κράτησης και οι έξι αίθουσες, από την αρχή έως και λίγα χρόνια μετά τη λήξη του.
Βέβαια, τα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου δεν ήταν οι μοναδικές φυλακές της Τρίπολης και τις δύο περιόδους. Χρησιμοποιήθηκαν ακόμα τα Σφαγεία, οι ποινικές φυλακές, το υπόγειο στο σπίτι του Φωτάκου (ίσως για να θυμίζει τις φυλακίσεις του Κολοκοτρώνη, του οποίου υπήρξε πρώτος υπασπιστής...), το υπόγειο της οικοκυρικής σχολής, το υπόγειο του λεγόμενου Σεραγιού, τα κρατητήρια των δύο αστυνομικών τμημάτων, της ασφάλειας και το παλαιό γήπεδο του Παναρκαδικού στην οδό Καλαβρύτων. Από τις φυλακές αυτές πέρασαν αμέτρητοι κρατούμενοι απ’ όλα τα μέρη της Πελοποννήσου και μάλιστα περισσότεροι από χίλιοι οδηγήθηκαν στους «συνήθεις τόπους των εκτελέσεων», γύρω από την πόλη και στην ευρύτερη περιοχή.
Από όλους αυτούς τους χώρους σώθηκαν έως τις μέρες μας, με φροντίδα των Δικαστικών αρχών, τα υπόγεια του Δικαστικού Μεγάρου, με τους τοίχους τους γεμάτους με μηνύματα των φυλακισμένων και ζωγραφιές, μάλιστα κάποιες με ιδιαίτερη εικαστική αξία, τόσο από την Κατοχή όσο και τον Εμφύλιο, καθιστώντας τον χώρο ένα μοναδικό ιστορικό μνημείο.

Ταλαντώσεις και μετεωρισμοί

Boyd Webb, “Icarus”, 1982, μοναδική εκτύπωση Cibachrome, 76 x 102 εκ.

Της Μαρίας Μοίρα*

Θάνος Κάππας, Πώς πάνε τα πράγματα, εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2020, σελ. 123.

Επτά αφηγήσεις που κυλούν τρυφερά και ανεμπόδιστα από σελίδα σε σελίδα με την αίσθηση της συνέχειας και της αδιάκοπης ροής κοινών αλληλένδετων προβληματισμών. Παραπληρωματικές, νοσταλγικές καταδύσεις στο παρελθόν, αναδρομές στη μνήμη των αισθημάτων, που δίνουν την σκυτάλη η μια στην άλλη. Ασυνείδητες ενδοσκοπικές περιπλανήσεις που ανασύρουν από τη λήθη μυθικά καλοκαιρινά τοπία, ευφρόσυνες διακοπές, ακλόνητες φιλίες, παθιασμένους έρωτες, αλλά και οικογενειακά δράματα διαρκείας. Ξαφνικές αποδράσεις σε χωροχρόνους μιας άγουρης νεότητας, όταν ακόμα τίποτα δεν είχε αμετάκλητα σχηματοποιηθεί και οριστικά παγιωθεί καθώς όλες οι προσδοκίες και οι στόχοι έμοιαζαν εφικτοί και οι πόρτες του μέλλοντος ορθάνοιχτες. Αναπολήσεις εποχών νεανικού σφρίγους, πίστης και αθωότητας, που παρεισδύουν απρόσκλητες για να τονίσουν την αίσθηση της ματαιότητας, της συντριβής στις μυλόπετρες των προσωπικών σχέσεων, της ανεπίγνωστης παγίδευσης στα γρανάζια του καθήκοντος και στο τέλμα της ανίας και της επανάληψης. Να υπενθυμίσουν οδυνηρά την αναγκαστική υποταγή στις καθημερινές δουλείες και πειθαρχίες ενός βίου εξαναγκασμών και συμμορφώσεων.
Τα πρόσωπα του συγγραφέα μετεωρίζονται σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο. Κατακυριεύονται από μια κούραση που σαν πάχνη κατασταλάζει πάνω στα πράγματα θολώνοντας τα περιγράμματά τους Ταλαντώνονται με την ρυθμικότητα του εκκρεμούς ανάμεσα σε ένα παρόν που έχει τελεσίδικα κριθεί και έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες και τα περιθώριά του και σε ένα φωτεινό ελπιδοφόρο παρελθόν με όλες τις προοπτικές και τις ελπίδες ολοζώντανες. Ιστορίες που αναμετρούν τα πεπραγμένα και αναλογίζονται το μέλλον με μια αίσθηση αμφιβολίας και λύπης, με μια στυφή γεύση μελαγχολίας. Απλές και καθημερινές σκηνές χωρίς δραματικές κορυφώσεις και ανατροπές, αλλά με μια υποδόρια ένταση που οξύνει τις αισθήσεις του αναγνώστη καθώς πολιορκείται από πολύτροπες αισθητηριακές προσλήψεις.

Περασμένος Νοέμβριος

Στον Γιώργο Βέη

Τα χρόνια περνούσαν
Μεγάλωναν
Σιγά σιγά έφευγαν
Από το σπίτι

Έχει περάσει κάμποση ζωή
Ένα ένα μαζεύονται
Ξανά τα πιο πολλά
Για να τιμήσουνε
Τον εκλιπόντα Χρόνο

Ψιχαλίζει με τρόπο γκρι
Τις μεγάλες λεωφόρους χειρίζεσαι
Να κατεβαίνουν στο ποτάμι
Να πίνουν νερό

Στο νερό ανήκουν τα κτήρια
Τις ψηλές στέγες τους χρειάζεσαι
Να κολυμπούν χωρίς διαφωνία
Ως τα βαθιά γεράματα

Περασμένος Νοέμβριος Κάθεται στα Βράχια
Τις μέρες και τις νύχτες του χορταίνεις
Να φέρνει αέρα μαλακό
Και τις ζωές μας πίσω

Μαρία Κούρση

Οι πυγολαμπίδες του Παζολίνι

Άποψη της έκθεσης του Boyd Webb στη γκαλερί Bernier / Eliades

Του Φοίβου Γκικόπουλου*

Συχνά άκουσα να λένε –παρατηρεί ο νεαρός μου φίλος- ότι η λογοτεχνία, ή καλύτερα τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα που γράφουν σήμερα οι συγγραφείς μας, δεν «αφηγούνται τη ζωή», εκείνα τα γεγονότα που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μας, στη χώρα μας και στον κόσμο. Και ότι τη ζωή την περιγράφουν καλύτερα οι δημοσιογράφοι γιατί, για επαγγελματικούς λόγους, έχουν μια άμεση επικοινωνία με τα γεγονότα και τα ερμηνεύουν με την κατάλληλη προσοχή.
Δεν συμφωνώ –του απαντώ- γιατί τελικά δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς σημαίνει «να αφηγείσαι τη ζωή». Πιστεύω ότι σημαίνει να βλέπεις σαν μια αστραπή, σε όλους τους δυνατούς τρόπους, κάτι το σημαντικό που αντιλαμβάνεται την αλήθεια του καιρού μας. Αλλά η αλήθεια του καιρού μας, εκείνη που ενδιαφέρει τη λογοτεχνία, δεν την βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των εφημερίδων ή στα ρεπορτάζ που στέλνουν οι ειδικοί απεσταλμένοι από τις θερμές περιοχές του πλανήτη όπου συμβαίνουν τα γεγονότα, σφαγές, πόλεμοι ή επαναστάσεις. Αντίθετα, δεν υπάρχει τίποτε πιο εφήμερο από την επικαιρότητα που ακολουθούν. Άλλο είναι το πεδίο της λογοτεχνίας: είναι η διαρκής αναζήτηση ενός παρόντος πιο αληθινού από το παρόν που ζούμε, εκείνο που ακουμπά τις «χορδές του χρόνου», δηλαδή το πιο ευαίσθητο σημείο του. Το πεδίο της λογοτεχνίας είναι αυτός ο τύπος ραβδομαντικής αναζήτησης, μια αναζήτηση μέσα από ένα άλλο λεξιλόγιο, διαφορετικό από εκείνο που είναι απαραίτητο για τη συγγραφή ενός καλού άρθρου, και γι’ αυτό μπορεί να την διαβάζουν μετά από πολλά χρόνια παραμένοντας ζωντανή και προξενώντας πάντα τα ίδια συναισθήματα.
Η Πολιτική, η Ιδεολογία, η Μόδα, η Τηλεόραση, η Διαφήμιση, οι Εφημερίδες, πιστεύουν ότι μας μιλούν για την αλήθεια του καιρού μας, αλλά δεν μπορούν παρά να την χειραγωγήσουν στα πιο πρόσφορα συμφέροντά τους, και ευνοώντας πάντα το φαίνεσθαι. Όλα όσα συμβαίνουν, και όταν περνούν μέσα από αυτούς τους φακούς είναι σχεδόν πάντα παραμορφωμένα, ακόμη και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται αλλοιώνεται, ακόμη και στη δομή των φράσεων και την επιλογή των εικόνων. Όποιος καλλιτέχνης ενστικτωδώς προσπαθεί να περιγράψει κάτι που αφορά την αλήθεια του καιρού μας, να ευαισθητοποιήσει τις «χορδές του χρόνου», πρέπει να απομακρυνθεί από όλα αυτά.