16/6/24

 Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση του Κώστα Τσώλη με τίτλο «Οσμές χρόνου (μνήμες & κιβωτός» που πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί Έκφραση – Γιάννα Γραμματοπούλου (Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα).

Κώστας Τσώλης, εικόνες από εφημερίδες και περιοδικά, 2024, 100 x 50 εκ.

Αρχειοτάξιο: Ιστορίες μιας μετάβασης

 Του Χρήστου Φωτογλίδη*
 
Μνήμη Ξανθίππης Μίχα-Μπανιά
 
Το 25ο τεύχος του περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας Αρχειοτάξιο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, συμπίπτει και με τις εκδηλώσεις για τα 30 χρόνια των ΑΣΚΙ, σηματοδοτώντας, παράλληλα, και τα 25 χρόνια κυκλοφορίας του.
Για τις νεότερες/ους ερευνήτριες/ες αλλά και όσους/ες δεν κατοικούν στην Αθήνα το περιοδικό, που εκδίδεται με τη φροντίδα των εκδόσεων Θεμέλιο, αποτέλεσε και αποτελεί παράθυρο σε μια σχολή σκέψης, αναφορικά με την έρευνα και τη μεθοδολογία της, που μας καλεί να ασχοληθούμε με μια ιστορία κριτική αλλά και ασεβή, στέρεη και τεκμηριωμένη, που θα λειτουργεί παράλληλα προωθητικά και απελευθερωτικά.
Το βασικό αφιέρωμα του τεύχους αφορά το πέρασμα από την επτάχρονη δικτατορία στη Μεταπολίτευση, έχοντας τον υπότιτλο: «Ιστορίες μιας μετάβασης». Συζητά κεντρικούς και έκκεντρους προβληματισμούς, αποτελώντας ένα αφιέρωμα για όσα ξέρουμε αλλά και για όσα θα θέλαμε να μάθουμε γι’ αυτήν την περίοδο, για τη μνήμη της επταετίας, τις χρήσεις και τις καταχρήσεις αυτού του παρελθόντος.
Το αφιέρωμα δημοσιεύεται σε μια συγκυρία όπου συμπληρώθηκαν 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ενώ σύντομα θα εορταστούν τα 50χρονα από το καλοκαίρι του 1974 και τη μετάβαση στη Δημοκρατία. Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε επετειακούς ρυθμούς: 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, 100 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή κ.λπ. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις υπήρξε μια έκρηξη παραγωγής και δημοσίευσης μελετών, ερευνητικών προγραμμάτων, συνεδρίων, ενώ το μωσαϊκό της μνήμης συμπληρώθηκε με τηλεοπτικές εκπομπές, ταινίες, λογοτεχνικές αναπαραστάσεις και οποιοδήποτε άλλο προϊόν δημόσιας ιστορίας. Σε αντίστιξη, τα 50 χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν γέννησαν τόσο μεγάλο ενθουσιασμό στη δημόσια σφαίρα. Τα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα, δηλαδή η ακαδημαϊκή ιστορία, επιχείρησε να συζητήσει σχετικά με το Πολυτεχνείο, αν και με μικρότερης εμβέλειας διοργανώσεις. Στη δημόσια σφαίρα η επέτειος ήταν ορισμένες φορές ακόμη και καθολικά απούσα. Η πολιτεία δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή, οι τοπικές κοινότητες ακόμη λιγότερο, ενώ ο στρατός ήταν καθολικά απών. Όπως επισημαίνουν ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης και η Κατερίνα Λαμπρινού στην εισαγωγή του αφιερώματος του Αρχειοταξίου, και η επέτειος της πεντηκονταετηρίδας από την αποκατάσταση της δημοκρατίας μοιάζει να ακολουθεί μια αντίστοιχη τροχιά, με την απουσία και πάλι οποιασδήποτε κρατικής μέριμνας.

Κώστας Τσώλης, Οσμές χρόνου

Κώστας Τσώλης, κιβώτιο με περιοδικά και κολλητικές ταινίες, 2024

Του Σπύρου Τέγου*
 
Η έκθεση του Κώστα Τσώλη Οσμές χρόνου (Μνήμες & κιβωτός) συνδυάζει με σπάνιο τρόπο την εικονοκλαστική διάθεση απέναντι στη σύγχρονη τέχνη με την τρυφερότητα για τις απολαύσεις που ενίοτε προσφέρει και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συγκινεί. Ο συνδυασμός τραχύτητας και εκλέπτυνσης διατρέχει το έργο του καλλιτέχνη, καθώς επιχειρεί να αναδείξει συχνά με ειρωνεία και πάντοτε με χιούμορ την ανάλαφρη διάθεση που είναι συχνά απαραίτητη για να σκεφτούμε την ωμότητα. Βέβαια, αυτό συνοδεύεται από μία ακόμη τολμηρότερη πρόταση, ίχνη της οποίας βρίσκουμε στις αναφορές του Τσώλη, στο ζήτημα της πολιτικής βίας στην ιστορία: η βαρβαρότητα του «πολιτισμένου» είναι συχνά πολύ  χειρότερη από τη βαρβαρότητα του «βάρβαρου», από την τραχύτητα του αρχαϊκού, και τούτο απαιτεί καλλιτεχνικά μέσα έκφρασης στο ύψος των περιστάσεων. Ο Τσώλης δεν ενδιαφέρεται όμως για καμία νοσταλγική επιστροφή σε προηγούμενες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης ως ρομαντικό αντίδοτο στη σύγχρονη καλλιτεχνική πλαδαρότητα. Η πρόταση που κάνει είναι πιο σύνθετη. Τα θραύσματα μνήμης αποτελούν υπενθύμιση μιας διαλεκτικής που τείνει πολλές φορές να ξεχαστεί ανάμεσα στο αρχαϊκό και το μεταμοντέρνο, το τραχύ και το εκλεπτυσμένο, την σκληρότητα και την τρυφερότητα.
Η εικονοκλαστική διάθεση απέναντι στη σύγχρονη τέχνη εντοπίζεται σε ένα βασικό κι επανερχόμενο μοτίβο στο έργο του καλλιτέχνη, ήδη στο προσκήνιο από την μεγάλη αναδρομική έκθεσή του στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη Μία ακόμη μέρα στον παράδεισο. Τα έργα μοιάζουν να βρίσκονται πίσω από γρίλιες ή γραμμώσεις που διαμεσολαβούν κι εν μέρει καλύπτουν την κυρίως εικόνα. Η έμφαση στη διαμεσολάβηση, στο φίλτρο ή στη θολούρα και τον θόρυβο που υπάρχει ανάμεσα στον θεατή και το έργο και, ταυτόχρονα. η αδυναμία παράκαμψης των ιδεολογικών, βιωματικών και κάθε άλλου είδους φίλτρων εξελίσσεται στην υπογραφή του Κώστα Τσώλη. Η αφέλεια της άμεσης κι αδιαμεσολάβητης πρόσληψης του έργου αποδομείται με σαρκαστικό και συνάμα αυτο-σαρκαστικό τρόπο. Ο Τσώλης υπομονετικά σιγο-πριονίζει την αφέλεια της άμεσης πρόσληψης. Ταυτόχρονα αναδεικνύει τη σημασία της θραυσματικής μνήμης διαμέσου της οποίας συμπλέκονται διαφορετικές αισθήσεις για να αποδώσουν τη χρονικότητα που γευόμαστε και μυρίζουμε συχνότερα απ’ ότι στοχαζόμαστε, συγκροτώντας «μιαν άλλη αρχειοθήκη, μία κιβωτό επεξεργασμένων αναμνήσεων». όπως αναφέρει ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης στο σημείωμα που συνοδεύει τον κατάλογο της έκθεσης.

Ήχοι ονείρων

Της Μαρίας Μοίρα
 
ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΑΚΙΝΟΣ, Ρετούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 165

 
Τον καιρό της πανδημίας μια μόνη γυναίκα, απομονωμένη στην ταράτσα ενός δώματος στην Κυψέλη, ανάμεσα σε σκουριασμένες κεραίες, δορυφορικά πιάτα και φλύαρα πουλιά, ονειρεύεται με τα μάτια ανοικτά. Μετρά ανάποδα τον Χρόνο, με Χ κεφαλαίο, του εγκλεισμού, της απραξίας και της απόσυρσης, σε μια παλιά κλεψύδρα. Υπνοβατώντας επιστρέφει στο χτες, κινούμενη πυρετικά από το παρόν στο παρελθόν. Τα όνειρά της, βυθισμένα στο σκοτάδι, σε ένα αδιαπέραστο πυκνό μαύρο, έχουν μόνο ήχους και λέξεις. Άλλοτε είναι ανησυχαστικά και αγχώδη, άλλοτε φαιδρά, παρήγορα και ευφρόσυνα, χωρίς εικόνες και χωρίς χρώματα, αφού η πόλη είναι μια σιωπηλή, ανάπηρη και γκρίζα δυστοπία. Ένας φτωχός, αναποδογυρισμένος κόσμος, φόβου, πειθαναγκασμών και συμμόρφωσης.
Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Ρετούς (προσωνύμιο αποκτημένο από το ταλέντο της να μεταμορφώνει τα αποτυπωμένα στο φωτογραφικό χαρτί μαυρόασπρα πρόσωπα με ευφυείς παρεμβάσεις και επιζωγραφίσεις: χαμόγελα, μουστάκια, ροδαλά μάγουλα, πλούσια κώμη), βυθίζεται στην παιδική ηλικία σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Δραπετεύει από το παρόν με την βοήθεια της μεγεθυμένης κόπιας μιας παλιάς φωτογραφίας, όπου η παρέα των γυμνασιόπαιδων που υπήρξαν κάποτε, με τα ινδιάνικα αστεία παρατσούκλια, τις χαρούμενες φάτσες, το αλλοπρόσαλλο ντύσιμο και τα αλλόκοτα κουρέματα, κοιτά τον φακό. Σ’ αυτήν καταδύεται, σαν ανέγγιχτη παρθένα θεά, με το άνθος των γηρατειών στο πρόσωπο, αναζητώντας την απολεσθείσα ζεστασιά της επικοινωνίας, της συντροφικότητας ή της ερωτικής συνάντησης των σωμάτων. Η εικόνα της στον παλιό καθρέφτη διαθλάται με αυτήν της αυτόχειρας αδελφής της ή μήπως του άλλου απωθημένου της εαυτού. Παίζει μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι με τον ανατρεπτικό και ιδιόρρυθμο, αγαπημένο της νεκρό θείο-φωτογράφο, κινώντας τελετουργικά τα αυτοσχέδια πιόνια στα ασπρόμαυρα τετράγωνα της δικής του χειροποίητης σκακιέρας. Επικοινωνεί με μηνύματα μέσα σε μπουκάλια με άγνωστους μυστικούς συντρόφους, ναυαγούς στο αρχιπέλαγος της κοιμισμένης πόλης. Αφουγκράζεται φτερωτούς καιροσκόπους παπαγάλους, εντοπίζει ιστούς από βουλιμικές αράχνες και ανακαλύπτει καχεκτικά φυτά, που προσπαθούν να ανασάνουν, στη ρωγμή του τσιμέντου. Ή μήπως του Χρόνου.

Εξ όνυχος

Κώστας Τσώλης, οικονομικά φύλλα εφημερίδας, 2023, κολλάζ 

(Κ. Γ. Καρυωτάκης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μάνια Μεζίτη)
 
Του Κώστα Βούλγαρη
 
Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης είναι από τους πλέον μελετημένους ποιητές μας, με άρθρα, μελέτες, δοκίμια, ανθολογίες, πολλαπλές εκδόσεις τού σχετικά ολιγοσέλιδου έργου του, ενώ μεγάλο όγκο καταλαμβάνουν και τα σχετικά βιογραφικά του, με έρευνες και λιγότερο ή περισσότερο ευφάνταστες υποθέσεις, καθώς και μια μακρά σειρά ποιημάτων, αλλά και πεζογραφικών αναφορών, φόρος τιμής από νεότερους. Υπάρχει λοιπόν μια ολόκληρη καρυωτακική φιλολογία, και μια εκτεταμένη παραφιλολογία, που μεγάλο μέρος της περιλαμβάνει τη σχέση του με την Μαρία Πολυδούρη, καθώς και αυτοσχέδιες υποθέσεις για την, από κάποιες απόψεις, «ερεθιστική» θεματική της ζωής του, συνήθως ερήμην της ποίησής του.
Οι δε τρόποι με τους οποίους προσεγγίστηκε ο Καρυωτάκης είναι αυτοί της συγχρονικής κριτικής λογοτεχνίας, της φιλολογίας, της αισθητικής, της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής, του υπαρξιακού στοχασμού, της κοινωνιολογίας, της συγκριτικής φιλολογίας, της μεταφρασεολογίας, της πολιτικής σκέψης, του δοκιμιακού λόγου...
Επειδή τυγχάνει να ελέγχω, νομίζω επαρκώς, το πεδίο της καρυωτακικής βιβλιογραφίας, μπορώ να βεβαιώσω ότι όλες οι μέχρι τώρα προσεγγίσεις προϋπέθεταν η μία την άλλη, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, θετικά ή αρνητικά, και κάπως έτσι εξελίχθηκε, σχεδόν για έναν αιώνα, το πεδίο της μελέτης του έργου του Καρυωτάκη. Σε αυτό το σώμα κειμένων υπάρχουν άπειρα «επεισόδια», με πολύ γνωστά ονόματα να έχουν αστοχήσει παντελώς, και ως εκ τούτου εκτεθεί ανεπανόρθωτα, όπως π.χ. ο Κ. Θ. Δημαράς, ενώ για τον Καρυωτάκη έχει γραφεί το κατά τη γνώμη μου κορυφαίο νεοελληνικό κριτικό δοκίμιο, οι «Θέσεις για τον Καρυωτάκη» του Βύρωνα Λεοντάρη, και άλλα πολλά που πιστοποιούν ότι η ποίηση του Καρυωτάκη δεν είναι terra incognita, ώστε να επιδέχεται προσεγγίσεις εκ του μηδενός, ενώ το σώμα των κειμένων που έχουν γραφεί αποτελεί ένα ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος για την κατανόηση του λογοτεχνικού πεδίου.
Διαβάζοντας το κείμενο της Μαρίας Δαλαμήτρου (Κοζάνη 1978, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας, έχει γράψει ποιήματα και διηγήματα), «Η μελαγχολία της ύπαρξης. Με αφορμή τον Κώστα Καρυωτάκη», στο 6ο τεύχος του περιοδικού Σταφυλή, είδα σε όλη την έκτασή του ένα σύμπτωμα που δυστυχώς χαρακτηρίζει τους συντριπτικά περισσότερους από τους πολυπληθείς νεότερους που έχουν εμφανισθεί τα τελευταία χρόνια στον λογοτεχνικό και φιλολογικό στίβο: την ανακάλυψη του τροχού. Γράφουν εν κενώ, σαν να μην έχει υπάρξει κανείς και κανένα κείμενο πριν από αυτούς. Αδιαφορώντας δηλαδή για το αν αυτά που γράφουν έχουν ήδη ειπωθεί, πολύ πιο εμπεριστατωμένα και με τρόπους πολύ πιο επεξεργασμένους.


Το δίκιο της μουσικής ερμηνευτικής

Κώστας Τσώλης, εξώφυλλα περιοδικών, 2012-24, ακρυλικά σε καμβά 

Του Μάρκου Τσέτσου*
 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΛΩΡΟΣ, Ακρόαση και κατανόηση. Η γλώσσα της μουσικής και η ερμηνεία της, μτφρ. Κωνσταντίνος Κακαβελάκης, έκδοση Παπαγρηγορίου-Νάκας, Αθήνα 2024, σελ. 320
 
Στο κείμενό του Κάνοντας μαζί μουσική. Μια μελέτη πάνω στην κοινωνική σχέση (1951), ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Alfred Schütz, σε μία προσπάθεια να διαφοροποιήσει το νόημα στη μουσική από το νόημα στη γλώσσα, επικαλείται τον πατέρα της φαινομενολογίας Edmund Husserl, ο οποίος διακρίνει μεταξύ ενός νοήματος το οποίο κατανοείται «πολυθετικά», βήμα-βήμα, και ενός νοήματος το οποίο κατανοείται «μονοθετικά», διά μιας. Διαβάζοντας για πρώτη φορά ένα γλωσσικό κείμενο, τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, για παράδειγμα, στην πορεία της ανάγνωσης κατανοώ μεν το νόημα πολυθετικά, λέξη τη λέξη, πρόταση την πρόταση, παράγραφο την παράγραφο, στο πέρας όμως της ανάγνωσης το ουσιαστικό νόημα, η κεντρική ιδέα, θα λέγαμε, του κειμένου συλλαμβάνεται διά μιας, μονοθετικά. Ο μονοθετικός χαρακτήρας του γλωσσικού νοήματος είναι άλλωστε που επιτρέπει τη μετάφραση φράσεων, προτάσεων και ολόκληρων κειμένων σε άλλες γλώσσες. Στην περίπτωση της μουσικής όμως, όπως ισχυρίζεται ο Schütz, το νόημα κατανοείται μόνο πολυθετικά, νότα τη νότα, μοτίβο το μοτίβο, φράση τη φράση, και τούτο επειδή το νόημα στη μουσική είναι εσωτερικό σε αυτήν: οι νότες, τα μοτίβα και οι άλλες μουσικές ενότητες δεν είναι λέξεις που αναφέρονται σε πράγματα πέραν του εαυτού τους, δεν έχουν σημασίες, αλλά ηχητικές οντότητες που αποκτούν νόημα αναφερόμενες η μία στην άλλη. Αν το μουσικό νόημα, τώρα, δεν είναι σημασιολογικό, τότε κάθε σημασιολογική ανάλυση της μουσικής, σαν εκείνη που ο σημαίνων Έλληνας μουσικολόγος Κωνσταντίνος Φλώρος (1930-) ισχυρίζεται πως είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και επιβεβλημένη, πρέπει, ως προϊόν φιλοσοφικής πλάνης, να θεωρείται μάλλον αχρείαστη, αν όχι παραπλανητική. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι άραγε ο φορμαλισμός που πρεσβεύουν άνθρωποι σαν τον Hanslick, τον Στραβίνσκι και τον Schütz ο τελευταίος λόγος της σκέψης μας για τη μουσική ή υπάρχει δίκιο στην άποψη του Φλώρου και των εκπροσώπων της μουσικής ερμηνευτικής, ότι η μουσική είναι γλώσσα με κανονικές σημασίες που μπορούμε να κατανοήσουμε και να μιλήσουμε γι’ αυτές;
Παραδόξως, η απάντηση έρχεται από εκεί που δεν θα το περιμέναμε. Στο βιβλίο του Ύφος και ιδέα (Style and Idea, 1950) o συνθέτης Arnold Schönberg, τον οποίο δύσκολα θα κατέτασσε κανείς στους θιασώτες της μουσικής ερμηνευτικής, κάνει λόγο για την ιδέα μιας μουσικής σύνθεσης, την οποία κατανοεί ως «την ιδέα την οποία ο δημιουργός της ήθελε να παρουσιάσει» (σ. 49). Προς επίρρωση της κατανόησης, ο Schönberg αναφέρει το παράδειγμα της πένσας, ενός εργαλείου που με στοιχειώδη μηχανικά μέσα καθιστά εφικτή την κοπή σκληρών αντικειμένων όπως τα σύρματα. Και γράφει: «Σίγουρα σήμερα υπάρχουν πιο περίπλοκα και πιο καλά εργαλεία, και ίσως έρθει η ώρα που παρόμοια εργαλεία θα γίνουν περιττά. Το ίδιο το εργαλείο μπορεί να περιπέσει σε αχρηστία, η ιδέα όμως πίσω από αυτό δεν μπορεί ποτέ να ξεπεραστεί. Και εδώ βρίσκεται η διαφορά μεταξύ ύφους και μιας πραγματικής ιδέας. Μια ιδέα δεν μπορεί ποτέ να χαθεί» (σ. 50).