Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβολή στη συζήτηση για την αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συμβολή στη συζήτηση για την αριστερά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/8/09

Μια «άλλη» απάντηση στις ερωτήσεις των «Αναγνώσεων»

ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΛΙΑΝΟΥ

Δεν νομίζω ότι για τη σημερινή κατάντια του χώρου μας, η αιτία αλλά και η λύση βρίσκονται στον επαναπροσδιορισμό αρχών, αξιών και θεωριών. Ο σεβασμός στις αρχές μας και η συνέπεια με τα θεωρητικά μας προτάγματα είναι αυτό που έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε η Αριστερά σήμερα.
Δεν έχω μαρξιστική κατάρτιση, αλλά ανήκω στην κατηγορία των πολιτών που ανησυχούν, σκέφτονται, ελπίζουν, συμμετέχουν. Ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσα τόσο μεγάλη ανάγκη να επενδύσω κάπου (είμαι σίγουρος και πολλοί άλλοι ένοιωσαν το ίδιο) και ποτέ άλλοτε δεν ένοιωσα τόση απογοήτευση, οργή, αηδία και θυμό.
Αυτό που ενόχλησε και ενοχλεί (πέρα από το αλληλοφάγωμα, τις διαφωνίες και τις ίντριγκες) είναι το ‘’δήθεν’’. Αγκαλιάζουμε ό,τι φαίνεται προοδευτικό (χωρίς πάντοτε να είναι) ενώ στην πραγματικότητα δεν το πιστεύουμε και πολύ. Σαν τους κουρασμένους ηθοποιούς περιοδεύοντος θιάσου, που μετά την 150η παράσταση λένε τα λόγια τους σιχτιρίζοντας. Όλο αυτόν τον καιρό μου έκανε εντύπωση μια μοναδική προσήλωση στην «καφρίλα». Αρκούσε να είναι ή να δείχνει κάποιος θυμωμένος και αμέσως αγκαλιαζόταν. Ο θυμός «σύντροφοι» (δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, θυμίζει μαχαιρώματα) όταν δεν εξελιχθεί σε κάτι παραπάνω, είναι αντικείμενο ψυχιατρικής και όχι πολιτικός λόγος. Η αυτοδιαχείριση, πάλι, χωρίς σεβασμό στον άλλο και αυτοκριτική, καταντάει θίασος κακόβουλων ανθρωποειδών με μοναδικό σκοπό τις μηχανορραφίες. Δεν μπορεί να μην έχει γίνει αντιληπτό ότι ο χώρος μας δίνει την εικόνα θυμωμένων ηγετίσκων που μάχονται για κάτι (τι άραγε;). Δεκάδες συνιστώσες, με ασήμαντες και ασαφείς διαφορές, παλεύουν μέχρι εξοντώσεως, για ποιο πράγμα; Έχουμε κουραστεί και γυρνάμε την πλάτη.
Είναι ιστορική ατυχία για τον τόπο και για την Αριστερά, αυτή την επικίνδυνη εποχή, ο χώρος μας να παίζει τους «Φασουλήδες του Κατσιπόρα». Δυστυχώς, οι καιροί δεν επιτρέπουν να γελάσουμε με την παράσταση.
Σε τέτοιες εποχές το να είσαι γραφικός είναι επικίνδυνο, γιατί δημιουργείται ένα κενό που κανείς δεν ξέρει πώς θα καλυφθεί. Λυπούμαι.

Ο Περικλής Λιανός είναι ηθοποιός

4/7/09

Η παρελθοντική αφήγηση «ανανεωτική αριστερά» και η ατελέσφορη αφήγηση «ριζοσπαστική αριστερά»

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ


Με τα εργαλεία της λογοτεχνικής θεωρίας, η «αφήγηση» σημαίνει πολύ περισσότερα από τη διαδικασία κοινοποίησης ενός στόρυ. Περιλαμβάνει το ιστορικό φορτίο της γλώσσας και την υλικότητα του πράττειν, συμπυκνώνει κοινωνικούς και αισθητικούς προσδιορισμούς, έχει «μορφή» και «περιεχόμενο», προτάγματα και στοχεύσεις. Συνιστά έναν τρόπο του αφηγείσθαι, δηλαδή μια συνθήκη για να υπάρξει ως λόγος.
Η αφήγηση ανανεωτική «ανανεωτική αριστερά» υπήρξε το σχήμα στο οποίο αποκρυσταλλώθηκε το αίτημα για μια αριστερά διαφορετική, που τοποθετούνταν απέναντι στην κυρίαρχη αφήγηση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Μήτρα της η ΕΔΑ και πεδίο μορφοποίησής της αυτό του ευρωκομμουνισμού. Σήμερα, όμως, η αφήγηση «ανανεωτική αριστερά» δεν αντιστοιχεί παρά στην υπόμνηση της ιστορικότητας αυτού του αιτήματος, καθώς και στην περιγραφή της δύσκολης και προβληματικής διαδρομής οικειοποίησης του ευρωκομμουνιστικού εγχειρήματος στα καθ’ ημάς. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό, ας πάρουμε ένα μόνο παράδειγμα, τον Νίκο Πουλαντζά, δηλαδή ό,τι πιο σημαντικό πρόσφερε η καθ’ ημάς αριστερά στη μαρξιστική θεωρία. Αντέχει, σήμερα, το έργο του; Η θεωρία του για το κράτος και τις κοινωνικές τάξεις μπορεί να έχει χρηστικότητα; Αμφιβάλλω. Γιατί πια το κράτος είναι εντελώς διαφορετικό (υπερεθνικοί θεσμοί, όπως της Ε.Ε., παγκοσμιοποίηση κλπ), όπως εντελώς διαφορετική είναι και η κοινωνική διάρθρωση (ακόμα κι αν κάποιος αντιστοιχήσει τους μετανάστες στην εργατική τάξη...).
Βέβαια, το στρατηγικό πρόταγμα της ανανεωτικής αριστεράς, «σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία», παραμένει το εφαλτήριο για οποιαδήποτε συζήτηση. Αποτελεί τη μόνη βάση αναφοράς του πολιτικού μας χώρου, ενώ εκφέρεται και προτάσσεται ως στρατηγικό στίγμα απ’ όλες τις τάσεις και τα ρεύματα που τον διαπερνούν. Αυτό άλλωστε μας διαχωρίζει από τη νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία και τον αριστερόστροφο εθνικολαϊκισμό, που μας πιέζουν εκατέρωθεν. Και αυτό το πρόταγμα πρέπει να παραμείνει ως εφαλτήριο, διαρκές και αδιαπραγμάτευτο. Το πρόβλημα όμως είναι, πως πια δεν αρκεί για να περιγράψει ένα σύγχρονο αριστερό εγχείρημα.
Ας πάρουμε για παράδειγμα το πεδίο της κομματικής συγκρότησης. Ο Συνασπισμός είναι ένα κόμμα, το οποίο μπορεί να πορεύεται με αρχή του τη δημοκρατική λειτουργία; Φοβάμαι πως όλες οι αιτιάσεις που ακούγονται, με βάση αυτή την αρχή, είναι εκπρόθεσμες. Και αυτές που μιλούν για καταστρατήγηση της εσωκομματικής δημοκρατίας, κι εκείνες που επικαλούνται την αρχή της πλειοψηφίας. Μήπως ο Συνασπισμός είναι ένα μετα-κόμμα; Ή, μάλλον, μήπως μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει; Πριν κάποιοι σπεύσουν να με κατηγορήσουν για μεταμοντερνισμό, καλό θα είναι να σκεφτούμε τον τίτλο του κόμματος για το οποίο μιλάμε: «Συνασπισμός της Αριστεράς, της Οικολογίας και των Κοινωνικών Κινημάτων».
Και μόνο η παράθεση των τριών εννοιών του τίτλου, αφίσταται κατά πολύ από την αντίληψη των «δύο επιπέδων»: «κόμμα-μάζες» ή «κόμμα-συνδικάτα». Και μόνο αυτή η παράθεση αμφισβητεί, θέτει υπό αναθεώρηση, τη μονόδρομη και υπερφίαλη σχέση του πολιτικού φορέα με το κοινωνικό σώμα, που μας κληρονόμησε τόσες και τόσες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, καθώς και κάμποσες ιστορικές τραγωδίες.
Το σημερινό αίτημα είναι να επιχειρηθούν πρωτότυπες οσμώσεις και πολύμορφες συνθέσεις, πολιτικών προταγμάτων και κοινωνικών κινημάτων. Έτσι ώστε, οι κοινωνικοί αγώνες να μη θεώνται πια ως μια «πρωτόλεια» διαδικασία, μέσα από την οποία ίσως να προκύψουν (διά της «άνωθεν» παρέμβασης...) οι «ανώτερες μορφές συνείδησης», αλλά οι κοινωνικές μορφοποιήσεις να νομιμοποιούνται ως στοιχεία, λόγοι και πραγματικότητες, ισότιμα μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, έστω κι αν είναι μακρύς ο δρόμος που θα ορίσει τις νέες σχέσεις, που θα μας δώσει το νόημα αυτής της «ισοτιμίας».
Η αρχή που μπορεί να διέπει ένα τέτοιο μετα-κόμμα, τη μακροημέρευση του οποίου φαίνεται να επιθυμούν όλες οι τάσεις, τα ρεύματα και οι συνιστώσες, δεν μπορεί να είναι η αρχή της δημοκρατίας αλλά αυτή της πολυφωνίας. Δηλαδή, όχι η κανονιστική ισοτιμία και αντιπαράθεση διαφορετικών πολιτικών απόψεων, που όλες τους όμως είναι μονοφωνικές, μονολογικές (παρά τις πολιτικές διαφορές τους), αλλά η εν τω γίγνεσθαι συνύπαρξη λόγων διαφορετικής υφής και διαφορετικών ποιοτήτων, όπως είναι ο πολιτικός λόγος, ο λόγος των κινημάτων, ο λόγος της τέχνης. Και πάνω απ’ όλα, η μεταξύ τους όσμωση, που θα ανασυνθέτει όλο το πολιτικό μόρφωμα. Για να δημιουργηθεί μια νέα, ιστορική πραγματικότητα της αριστεράς, η οποία, με όρους Μιχαήλ Μπαχτίν, δεν θα εγκαλεί τον πολίτη σε τρίτο πρόσωπο («αυτός»), αλλά σε δεύτερο («εσύ») και πρώτο («εμείς»). Που, αντί να «προσδιορίζει», θα ερωτά, θα προκαλεί, θα ακούει, μέσα από ένα περίπλοκο πλέγμα φωνών, «προθέσεων διασταυρούμενων, αντιπαρατιθέμενων, συναγωνιστικών, συμπληρωματικών, αντιφατικών».
Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών αυτή τη δυνατότητα διείδαμε στην υποψηφιότητα Τσίπρα, ήδη από τον Δήμο Αθηναίων, και σπεύσαμε να την υποστηρίξουμε, με τις υπογραφές μας, με κείμενά μας, με τη συμμετοχή κάποιων στο δημοτικό ψηφοδέλτιο. Ελπίσαμε στην υπέρβαση των αδιεξόδων του τοπίου της «εσωκομματικής δημοκρατίας» και του ιστορικού ορίζοντα της ανανεωτικής αριστεράς, ενώ δεν είναι τυχαίο πως αυτή η διαθεσιμότητα εκφράστηκε έχοντας απέναντί της την πιο ισχυρή εκδοχή της ανανεωτικής αφήγησης, δηλαδή την υποψηφιότητα του Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Εν πλήρει επιγνώσει, λοιπόν, υπήρξε αυτή η συμπαράθεση στη διαφαινόμενη νέα προοπτική της αριστεράς.
Δυστυχώς, τα αναμενόμενα δεν συνέβησαν, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις. Αυτό που κυριάρχησε ήταν η απόπειρα «ριζοσπαστικοποίησης». Ριζοσπαστικοποίηση, όμως, τίνος; Μα της μοναδικής αφήγησης που συνέχει τον πολιτικό μας χώρο, δηλαδή ριζοσπαστικοποίηση της αφήγησης «ανανεωτική αριστερά». Αυτό όμως ήταν ένα διακύβευμα της δεκαετίας του 1980 και παραπέμπει (για εκατοστή φορά...), στη διαπάλη δύο τάσεων στο εσωτερικό του ευρωκομμουνισμού: αυτής που απέβλεπε στην ένταξή της στην καρδιά του πολιτικού συστήματος (απ’ τον Ντ’ Αλέμα μέχρι τους θλιβερούς εγχώριους μιμητές του), και της αριστερής εκδοχής του, εκείνης που, περνώντας μέσα από άγος της ιστορικής τομής του 1989, επιχείρησε να «επανιδρύσει» την αριστερά, όπως περιγράφεται και από τον τίτλο του ομώνυμου ιταλικού κόμματος.
Σε αυτή την εκπρόθεσμη αντιπαράθεση, όπως ήταν φυσικό, οι μεν οχυρώθηκαν πίσω από την υπεράσπιση της ανανεωτικής αφήγησης, ενώ οι δε απέμειναν με έναν ριζοσπαστισμό χωρίς περιεχόμενο. Γιατί η επίκληση της «κινηματικότητας» έμεινε κενό γράμμα και εξαντλήθηκε στη φετιχοποίηση της μαχητικότητας των κινητοποιήσεων. Όμως το αναγκαίο χαρακτηριστικό «μαχητικότητα», από μόνο του, δεν παραπέμπει παρά στον αριστερίστικο πλειστηριασμό επαναστατικότητας, που επιχείρησε, για τόσες και τόσες δεκαετίες, να επιλύσει προβλήματα πολιτικής στρατηγικής –ατελέσφορα βέβαια. Το ίδιο και με τις τοπικές κινήσεις: τι περισσότερο κομίζουν, απ’ ό,τι οι μεταπολιτευτικοί πολιτιστικοί σύλλογοι; Κι όμως, μπορούν να κομίσουν κάτι πολύ περισσότερο, αν αποτελέσουν στοιχεία μιας ευρύτερης αφήγησης. Αυτής που εκκρεμεί, ακόμη και ως διατύπωση. Γιατί η κινηματική αντίληψη μπορεί να γονιμοποιήσει την αριστερή σκέψη, μόνο αν εγγραφεί σε έναν ευρύτερο ορίζοντα, όπως π.χ. είναι αυτός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ.
Η αφήγηση «ανανεωτική αριστερά» διέθετε θεωρία, είχε συγκεράσει στην κοίτη της σημαντικά ρεύματα της τέχνης και των ιδεών, ακόμα και τομές στην ίδια τη μαρξιστική σκέψη. Η αφήγηση «ριζοσπαστική αριστερά», όπως συρρικνώθηκε περιοριστικά, δεν διαθέτει τίποτα απ’ αυτά, παρά μόνο εν δυνάμει. Και το κυριότερο: δεν αναζητά τη διαδικασία για να τα αποκτήσει. Το γεγονός ότι μετά τις εκλογές η κρίση του πολιτικού μας χώρου βρίσκει διέξοδο σε οργανωτικές αντιθέσεις και προοπτικές, είναι ενδεικτικό του αδιεξόδου. Όπως άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Το ζητούμενο δεν είναι να διευρυνθεί οριακά το κομματικό πεδίο του ΣΥΝ, περιλαμβάνοντας και τις μικρές συνιστώσες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ακόμα και κάποιους ανένταχτους. Αυτή η διεύρυνση του πεδίου του πολιτικού λόγου είναι μονοσήμαντη, γι’ αυτό και αδιέξοδη. Γιατί οι άλλοι λόγοι απουσιάζουν, στον ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα εκκωφαντικά.
Εδώ σταματώ. Δεν είναι δουλειά μου να παραγάγω πολιτική θεωρία - και αυτό ακριβώς είναι που απαιτείται υπό τις παρούσες συνθήκες. Ίσως, δε, να υπερέβην τα εσκαμμένα. Θα σημειώσω όμως, ότι αυτά που ενδεχομένως μπορεί να συνεισφέρει η θεωρία της λογοτεχνίας, ως εργαλεία και εφαλτήρια στην πολιτική σκέψη, έχουν κατατεθεί έγκαιρα, και νομίζω με τον πλέον έγκυρο τρόπο, στις σελίδες των «Αναγνώσεων». Και για το περιβόητο «μετά», και για την πολυφωνικότητα και για άλλα πολλά. Για όσα υπάρχουν «εκεί έξω», ως «έξω κείμενο» για τον πολιτικό λόγο της αριστεράς, αλλά όμως υπάρχουν και πορεύονται παράλληλους δρόμους, ως θεωρητικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές πραγματικότητες, «εναλλακτικές» ως προς τις κυρίαρχες αφηγήσεις.

Η αξιακή κλίμακα και ο αριστερός λόγος

Του Στέφανου ΡΟΖΑΝΗ

Το κριτήριο εγκυρότητας ενός λόγου για την κοινωνία, ο οποίος δεν επιβάλλεται εξωγενώς πάνω στην κοινωνική κατάσταση λειτουργώντας ως παραμορφωτικός καθρέφτης των δομικών και διασυνδετικών πλεγμάτων της κοινωνικής δυναμικής, είναι πάντα η αξιακή κλίμακα επί της οποίας ο λόγος αυτός εδράζεται και μεταφέρεται αυθεντικά και γνήσια στους φορείς της κοινωνικής δράσης, είτε με τη μορφή της συλλογικότητας είτε με τη μορφή των ιστορικά δρώντων υποκειμένων. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση της εξωγενούς επιβολής, ο λόγος στρεβλώνεται ώστε να συμπεριλάβει τις ασυμμετρίες ισχύος, αλλά και να διαμεσολαβήσει μεταξύ αντιθετικών συμφερόντων, διαρρηγνύοντας κατ' ουσίαν τη συνεχή διαμόρφωση των φορέων της δράσης και κατά συνέπεια αποδυναμώνοντας και παραφράζοντας τις κοινωνικές τους προοπτικές. Ας προστεθεί ότι ο ολοποιός λόγος για την κοινωνία είναι πάντα εξωγενής και ερμηνευτικός, αδυνατεί, ωστόσο, όπως θα έλεγε ο Anthony Giddens, να αντιμετωπίσει ουσιαστικά "προβλήματα που αφορούν ομάδες συμφερόντων, δομές εξουσίας και κοινωνικούς αγώνες", ενώ ο περί του κοινωνικού λόγος, ο οποίος εδράζεται ασφαλώς πάνω σε σταθερές αξιακές κλίμακες καθίσταται συγκεκριμένος, αφού διαρκώς προσανατολίζεται προς τους συγκεκριμένους φορείς δράσης και υπερασπίζεται, πάντα μέσω του αξιακού του συστήματος, τη συνέχεια της διαμόρφωσης των φορέων δράσης μέσα στη μεταβαλλόμενη κοινωνική και ιστορική διαπόρευση.
Ήδη, και με τρόπο συνοπτικό, επιχείρησα να περιγράψω το κριτήριο εγκυρότητας του αριστερού λόγου έναντι των ποικίλων θετικισμών και/ή οικονομισμών που προβάλλονται ως συγκροτητικές ερμηνευτικές κατευθύνσεις της παγκοσμιοποιημένης τάξης πραγμάτων και των εξ αυτής απορρεόντων κοινωνικών και πολιτικών μορφωμάτων. Με άλλα λόγια, θέλησα να επισημάνω ότι το διαφοροποιητικό στοιχείο του αριστερού λόγου υπήρξε εξ αρχής και εξακολουθεί να υπάρχει ως αξιακή κλίμακα, έστω και αν εννοιολογικά ο όρος αξία φαίνεται ως μια άκαμπτη και σε κάποιες περιπτώσεις θεολογική συνδήλωση, η οποία οδηγεί σε μια στασιμότητα του κοινωνικώς σκέπτεσθαι, μακριά από "δομικές κοινωνιολογικές θεωρίες". Δεν πρόκειται, ωστόσο, περί αυτού. Η αξιακή κλίμακα είναι το ύφος και το ήθος του εκφερόμενου λόγου και όχι η προσκόλληση στο παρωχημένο, στη μη ενεργό και στην άρνηση του εκσυγχρονιστικού ή στην παραγνώριση των δομικών μεταβολών της κοινωνίας. Απλώς, η αξιακή κλίμακα του αριστερού λόγου δεν εδράζεται σε εμπειρικά κριτήρια και αναλαμβάνει την υπευθυνότητα της διαλεκτικής της έναντι του (νεο)θετικισμού ή του (νεο)εμπειρισμού που επιβάλλουν την υποταγή των φορέων της δράσης σε δεδομένες "γραμμές δράσης" οι οποίες μετακυλίονται διαρκώς και έτσι διαμορφώνονται ανεξάρτητα από το ιστορικά δρων υποκείμενο, ως ολιστική αντίληψη ενός "αντικειμενικά" δρώντος κοινωνικού ρεαλισμού.
Η αξιακή κλίμακα του αριστερού λόγου είναι, αντιθέτως, η ακύρωση του κοινωνικού ρεαλισμού και συγχρόνως η κατάρρευση του υποκειμενισμού, μέσα από μια διαλεκτική σχέση, η οποία βαίνει πέραν των οποιωνδήποτε μονισμών. Διότι η αξιακή κλίμακα του αριστερού λόγου υπερβαίνει τον δυισμό υλισμού/ρεαλισμού και υποκειμενιστικής δράσης και δεν επικεντρώνεται σε ευκαιριακά και συμβατικά κριτήρια ή συσσωματώσεις ρεαλιστικών και υποκειμενιστικών στοιχείων.
Οσάκις (και δεν είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις) ο αριστερός λόγος, κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, αποκλίνει από την αξιακή του κλίμακα, εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του είδους της σκέψης που ο Martin Heidegger αποκαλούσε υπολογιστική σκέψη. Ο Heidegger μας παρέχει το είδος και τις συνέπειες αυτής της σκέψης: "η κυριαρχία της υπολογιστικής σκέψης", αποφαίνεται, "έχει κάθε μέρα και αποφασιστικότερες επιπτώσεις πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο και τον εξευτελίζει κάνοντάς τον διαθέσιμο συστατικό μιας άμετρης 'χρηστικής' σκέψης μοντέλων".
Αυτή ακριβώς η άμετρη εργαλειακή σκέψη μοντέλων (κοινωνιολογικών, κοινωνιοπολιτικών ή και ακόμη φιλοσοφικών) αναδύεται εξαιτίας του γεγονότος ότι η αξιακή κλίμακα έχει υποχωρήσει ή και έχει τεθεί σε αχρηστία εν ονόματι του ρεαλισμού και του εγχειρήματος ο λόγος να αποκτήσει μια εφικτότητα και αποτελεσματικότητα δράσης, υποστηρίζοντας μάλιστα τον εαυτό του ως στοχοθεσία και κατανόηση αυτού που πραγματικά γίνεται μέσα στην κοινωνία υπό συνθήκες "αντικειμενικότητας". Όμως εδώ το πρόβλημα δεν τίθεται υπό τη μορφή διερώτησης περί του "τι είναι το πραγματικό" (όπως η υπολογιστική σκέψη αντιλαμβάνεται), αλλά, κατά το λεβινασικό πρόταγμα, πώς οφείλει να είναι το πραγματικό προκειμένου να εκπληρώσει την ανθρώπινη επιθυμία, οπότε η αξιακή κλίμακα προβάλλει ως η μοναδική εδραίωση των επιθυμιών των φορέων δράσης και του κριτηρίου εγκυρότητας αυτού του πλέγματος των επιθυμιών.
Ως εκ τούτου, καθίσταται φανερό ότι ο δρων αριστερός λόγος ισούται με την αξιακή του κλίμακα, δεδομένου ότι εκφέρεται πάντα όχι ως εργαλειακός λόγος περί της δομικής καταστατικότητας της κοινωνίας ή ως "επιστήμη του εφικτού", αλλά, αντιθέτως, ως λόγος περί του προτάγματος της εκπλήρωσης των επιθυμιών του ανθρώπινου υποκειμένου και των φορέων δράσης, κατά το μέτρο που αυτή η εκπλήρωση των επιθυμιών συγκροτεί το μαρξικό πρόταγμα: προέχει να αλλάξουμε τον κόσμο.
Το ερώτημα πράγματι παραμένει κατά πόσον η απομάκρυνση από την αξιακή κλίμακα δεν είναι τίποτε περισσότερο από την υπολογιστική σκέψη που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, θεωρείται κοινωνιολογικά και πολιτικά η "τελευταία πραγματικότητα". Αλλά ακριβώς ως "τελευταία πραγματικότητα" αδυνατεί να συλλάβει το πραγματικό, δηλαδή τα προβλήματα των ασυμμετριών ισχύος, των δομών της εξουσίας και των εκάστοτε κοινωνικών αγώνων. Εξαντλείται σε "ουδέτερες παρατηρήσεις" και συλλογισμούς περί της αποτελεσματικότητας, με την αυταπάτη ότι τελικά διαθέτει επαρκή γνώση των εργαλείων που πρέπει να τεθούν σε κίνηση και όχι να συμπεριλάβει ένα σταθερό κριτήριο εγκυρότητας του εαυτού της, οσάκις βρίσκεται μπροστά στα πλέγματα των επιθυμιών και των επιδιώξεων των φορέων δράσης.
Με αυτόν τον τρόπο, η απομάκρυνση του λόγου από την αξιακή του κλίμακα προσφέρει το έδαφος της τεχνικοποίησης του λόγου και οδηγεί στην εργαλειακή χρήση μοντέλων σκέψης και δράσης εξωγενών προς την κοινωνική δυναμική και προς τα συγκροτητικά στοιχεία της επιθυμίας τού ιστορικά δρώντος υποκειμένου. Άλλωστε, είναι αυτή η τεχνικοποίηση του λόγου που του αφαιρεί την εγκυρότητα, καθιστώντας τον διαθέσιμο συστατικό του λόγου της κυριαρχίας και έτσι υποτάσσοντάς τον σε μια "πεπατημένη" συστημικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος γίνεται πλέον κατάλληλο εργαλείο για εφαρμογές (κοινωνικές, κοινωνιολογικές, πολιτικές), οργανώνεται και παγιώνεται θεσμικά. Αλλά η θεσμική παγίωση ενός τέτοιου λόγου χρησιμοποιεί την "αριστερότητά" του ως πρόσχημα και συγχρόνως λησμονεί την απαρχή του, η οποία είναι πρωτίστως η αξιακή του κλίμακα και ο λόγος περί των επιθυμιών του ανθρώπινου υποκειμένου: ήτοι, ο λόγος περί της επιθυμίας της ελευθερίας. Η αγάπη της ελευθερίας, έναντι των ρεαλιστικών θεσμικών αξιώσεων, συγκροτεί την κορυφή της αξιακής κλίμακας του αριστερού λόγου, ο οποίος διόλου δεν επιδιώκει τη διασφάλιση των θεσμικών πλεγμάτων, αλλά, αντιθέτως, βρίσκεται πάντοτε "καθ' οδόν" προς την ελευθερία, έστω και αν αυτή η ελευθερία είναι το "ουτοπικό" του πρόταγμα ή, κατ' άλλους, το "φάντασμα της ελευθερίας". Έναντι μιας ομοιοστασίας των συστημάτων του εξωγενώς επιβαλλόμενου λόγου, ο αριστερός λόγος κινείται αξιακά πέρα από και εναντίον προς τη θεσμική βεβαιότητα και τη μεθοδική αμφιβολία των εργαλειακών εφαρμογών.

Ο Στέφανος Ροζάνης διδάσκει Φιλοσοφία των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ήττα ή ήττα;

Ήττα ή ήττα;

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ


Ήττα! Μια λέξη βαριά κι ωστόσο οικεία στην ελληνική Αριστερά. Τόσο οικεία, που αναρωτιέται κανείς μήπως η τόσο εύκολη χρήση της δηλώνει κάποιο είδος εθισμού! Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες πλευρές αυτής της τρομερής λέξης. Η δημιουργική, ας πούμε: εκφρασμένη στο κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας που -όχι χωρίς κάποιον κομπασμό- ονομάστηκε «Ποίηση της Ήττας», κι ακόμα ακόμα η ομωνυμία της με το γράμμα του αλφαβήτου, το γράμμα που έπεται του «Ζ» της «Ζωής» και προηγείται του «Θ» του «Θανάτου». Όντως συμβαίνει, ώστε στις κοινωνίες κάθε συλλογικό μόρφωμα να δοκιμάζεται και είτε να προωθεί κάποιες δυνάμεις είτε να πεθαίνει.
Όταν τίθεται λοιπόν η λέξη «Ήττα» ως περιγραφή της κατάστασης του μόνου ζωντανού φορέα της Αριστεράς στην Ελλάδα, δεν είναι καν βέβαιο αν καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Κάθε αριστερός μπορεί να αφομοιώσει, να βιώσει τα δεδομένα μιας κατάστασης με διαφορετικό τρόπο. Τι να κάνουμε; Έτσι συμβαίνει –και έτσι πρέπει να συμβαίνει- όταν οι άνθρωποι σκέπτονται, προσπαθώντας να ζήσουν μια συνειδητή ζωή.
Τι μπορεί -άρα- να σημαίνει η ήττα στις παρούσες περιστάσεις, για έναν πολίτη σαν κι εμένα, που από τα 15 μου χρόνια μοιράζω τη ζωή μου ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την πολιτική πράξη; Σημαίνει ήττα, αλλά όχι ήττα. Θέλω να πω, ότι σ’ αυτές τις εκλογές για την ανάδειξη των αντιπροσώπων μας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Αριστερά δεν ηττήθηκε λόγω του μικρού ποσοστού ψήφων που συγκέντρωσε. Το ποσοστό μια χαρά ήταν, ως εκφράζον την πραγματική δύναμη του κοινωνικού χώρου της έλλογης και οργανωμένης αμφισβήτησης των θεσμών. Η Αριστερά ηττήθηκε επειδή, στον δρόμο για τις εκλογές, λησμόνησε τον ιστορικό ρόλο, τις θεωρητικές προϋποθέσεις και τις κατακτημένες θέσεις της. Συγκεκριμένα:
-Λησμόνησε το γεγονός πως οι δημοσκοπήσεις και η πολιτική «επικοινωνία» («κυβερνητική» - Cybernetics θα έπρεπε να πούμε, αν θέλαμε να αποκαλύψουμε τον εξουσιαστικό ρόλο της πολιτικής επικοινωνίας) δεν είναι παρά μέθοδοι παραγωγής μονάδων κοινής γνώμης, και άρα μέθοδοι αναπαραγωγής των μηχανισμών εμπορευματικοποίησης του πολιτικού μέρους ενός κοινωνικού σχηματισμού. Δεν διαθέτουν μονιμότητα, αλλά μόνο διεισδυτικότητα και αποτελεσματικότητα ως προς τη διατήρηση μιας δεδομένης σχέσης ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών.
-Λησμόνησε πως η επιλεγόμενη «πολιτική» δεν είναι μέρος της κοινωνικής ζωής, αλλά στοιχείο της –όχι ένα concretum, αλλά ένα abstractum. Και όποιος σκεφτεί «τι θέλουν τέτοιες φιλοσοφικές έννοιες σε ένα πολιτικό κείμενο;», θα πρέπει να ξέρει πως μπορεί στόχος της Αριστεράς να είναι, ήδη από την εποχή του Μαρξ, η αλλαγή και όχι μόνο η ερμηνεία του κόσμου, αλλά η αλλαγή του κόσμου απαιτεί φιλοσοφημένα υποκείμενα. Για την Αριστερά, το στοιχείο της πολιτικής υφίσταται πάντα ήδη ως όψη των θεμελιωδών κοινωνικών λειτουργιών. Σε αυτές τις λειτουργίες παρεμβαίνει, δημιουργεί, προτείνει και κατασκευάζει την ταυτότητά της, προσπαθώντας να ταυτίσει τις εν λόγω λειτουργίες με την αριστερή σκέψη και πράξη. Αυτή είναι η σημερινή «Ήττα»: η αδρανοποίηση του ιστορικού ρόλου της Αριστεράς.
Οποιαδήποτε διέξοδος δεν βρίσκεται ούτε στην προβολή μιας θέσης ούτε στην ανάδειξη προσώπων συμβατών με το τεχνοκρατικό πολιτικό σκηνικό. Η Αριστερά, έχοντας ήδη διαμορφώσει χαρακτήρα δημοκρατικό, δημιουργικό και παρεμβατικό, οφείλει να δράσει:
-Στο επίπεδο του πολιτισμού, όχι μόνο αναπαράγοντας, αλλά και παράγοντας πολιτισμικό έργο.
-Στο επίπεδο της θεωρίας, διερευνώντας συνεχώς με τον πιο τολμηρό τρόπο τις συνισταμένες της κοινωνικής μας ζωής και μεταφέροντας άμεσα τα αποτελέσματα στους πολίτες.
-Στο επίπεδο της καθημερινής παρέμβασης, με τρόπο όχι μονοθεματικό, αλλά αναδεικνύοντας τις πολιτικές όψεις κάθε προβλήματος.
Οι δράσεις αυτές είναι πάνω απ’ όλα πρακτικές – ακόμα και η θεωρητική. Μερικά άρθρα με θέμα τον πολιτισμό και μερικές (εξαιρετικές κατά τα άλλα) Ροκ συναυλίες δεν αρκούν. Όποιος δεν μπορεί ν’ αντέξει την προσπάθεια για την κατάκτηση των μεγάλων έργων τέχνης και την παραγωγή νέων, είναι πολύ δύσκολο να παράγει διαφορετική κοινωνική δράση. Η θεωρία πρέπει να γίνεται -ακόμα και με τη μορφή διαλέξεων- κτήμα κάθε ενδιαφερόμενου πολίτη. Ο αριστερός πρέπει να βλέπει την πολυσύνθετη δομή της κοινωνίας στην οποία ζει. Ο αριστερός είναι πάντα διανοούμενος – όποιο και αν είναι το επάγγελμά του.
Όταν η Αριστερά καταφέρει να ταυτίσει την διαφορετικότητά της με αυτές τις περιοχές της κοινωνίας, μπορεί να αναδείξει το πολιτικό στοιχείο. Η ζωή του αριστερού είναι κουραστική. Όχι γιατί πρέπει να «αλλάξει» την κοινωνία, αλλά γιατί μόνο αυτός με τις προϋποθέσεις του μπορεί να συντηρήσει και να προωθήσει την ανθρώπινη δυναμική.
Μόνο δουλεύοντας σκληρά μπορούμε να αποφανθούμε για το περιεχόμενο της λέξης «Ήττα». Μέχρι τότε...

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

Συμβολή στη συζήτηση για την αριστερά

Στις μεταβατικές στιγμές, και μάλιστα όταν η κοινωνία βρίσκεται σε κρίση και η αριστερά προσδιορίζει εκ νέου την ταυτότητά της, τα κρίσιμα θέματα είναι ενδεχομένως οργανωτικά, πολιτικά, θεωρητικά. Ο διάλογος που ανοίγουμε αφορά το τρίτο σκέλος, φυσικά στη συνάφειά του με τα υπόλοιπα, όπως το περιγράφουν τα ερωτήματα:
–Πώς μπορεί να προσδιοριστεί σήμερα το αξιακό σύστημα της αριστεράς;
–Ποιες ιδέες και ποια θεωρητικά προτάγματα μπορούν να αποδειχθούν γόνιμα για τη σύγχρονη αριστερά;

Αναγνώσεις