Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύλλα στον καιρό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύλλα στον καιρό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/12/20

Φύλλα στον καιρό

Έβλεπε τον κυνισμό να αυξάνει. Έβλεπε τους αγροίκους κυβερνώντες να ποδοπατούν κάθε τι ανθρώπινο. Μα όταν άκουσε ότι ήταν ζηλευτή η θέση μας όσον αφορά στους νεκρούς, δεν άντεξε την ύβρη. 
Ο ίδιος δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας απόκληρος. Απόκληρος για τις ιδέες του, για τον τρόπο ζωής του, για το ντύσιμο μου. Ακόμη και για κείνη την παλιά πληγή που του είχε αφήσει ένας μπάτσος χρόνια πριν. Το μόνο που ήξερε ήταν να παίζει με τις λέξεις. Αλλά και να κάνει βόλτες στις παρατημένες γειτονιές του κόσμου. Δεν άγγιζε τίποτε που δεν ήταν δικό του. Όχι γιατί πίστευε σε αυτό που λένε ιδιοκτησία. Αλλά επειδή πίστευαν οι άλλοι, και το σεβόταν. Σήμερα όμως, στον καιρό της πανδημίας, που ο θάνατος ενδεχομένως καιροφυλακτούσε σε κάθε γωνιά της ταλαιπωρημένης πόλης, ένοιωθε πως σε όλους υπήρχε κάτι κοινό. Ένα σφίξιμο στην καρδιά, ένας υπόγειος φόβος και μια σιωπηλή οργή. Δεν ήξερε πώς θα έβγαζαν φωνή όλα αυτά, όταν θα σηκωνόταν κάποτε το πέπλο της πανδημίας και θα φαινόταν η έρημος χώρα. 
Ένιωθε πως θα ήταν κάτι άσχημο και φαντάστηκε έναν καιόμενο ήλιο που παίζει με τις αισθήσεις και στο βάθος να εμφανίζονται οι πραιτωριανοί του μισάνθρωπου από την Βέροια, για να αποτελειώσουν ό,τι είχε μείνει όρθιο από την λαίλαπα. Και να κραδαίνουν ως λάβαρο την έκθεση του νομπελίστα. Αυτή η επόμενη μέρα τρόμαζε τον ρακοσυλλέκτη αισθημάτων. Και είδε ανθρώπους να κλείνουν τα μαγαζάκια τους και να αφήνουν καιόμενα αποχαιρετιστήρια για μια κυβέρνηση που τους σκότωσε. 
Ένα δάκρυ μόνο είχε να αφήσει, ένα δάκρυ που έπεσε πάνω σε μια τέτοια επιστολή αποχαιρετισμού. Μέσα στην καρδιά του είχε και μια άλλη έγνοια. Θα ’μαι πάντα κοντά σου, του είχε πει, τότε που άνθιζαν οι αμυγδαλιές. Αλλά είχε περάσει καιρός και η σιωπή ήξερε ότι τον οδηγούσε εκεί που δεν υπάρχει αύριο. Όμως ήξερε ότι αυτό που θα συναντούσε την επόμενη μέρα θα ήταν μια κανονικότητα του ολέθρου. Μόνο σε κάτι ήλπιζε, σε κάτι ξαφνικό που θα ξεπερνούσε το τείχος των καναλιών και συγκλόνιζε την πλατεία. Θα ήταν τότε που η οργή θα νικούσε τον φόβο, τότε που το σφίξιμο στην καρδιά θα χαλάρωνε από ένα εγερτήριο τραγούδι. 

29/11/20

Δεν μπορώ να ανασάνω...

Δεν υπάρχουν ήρεμες νύχτες. Βράζουν από την απουσία. Νοιώθω μια στιγμή ακέραιας γαλήνης. Δεν μπορώ να ανασάνω. Βλέπω συνέχεια τους σιδερόφρακτους να γεμίζουν τις πλατείες και τους δρόμους. Να σκορπούν την χυδαία βία τους στα τιμαλφή μας. Σε αυτά που συγκροτούν το είναι μας. Δεν μπορώ να ανασάνω από τα κλειστά μαγαζιά και τους ρημαγμένους ανθρώπους. Αυτούς που κοιτούν τις σιδεριές των μαγαζιών τους και ζουν τις σιδεριές της ζωής τους. Δεν μπορώ να ανασάνω από τις ικεσίες των γιατρών και των νοσηλευτών. Θέλουμε κόσμο. Αλλά αυτός ο κόσμος ο τόσο αναγκαίος μένει φυλακισμένος εξαιτίας μιας ιδεοληπτικής μανίας των κυβερνώντων. Μισούν τον δημόσιο χώρο. Είναι καλός μόνο όταν είναι να πουληθεί για ένα ξεροκόμματο σε αδηφάγα τέρατα. Δεν μπορώ να ανασάνω όταν βλέπω μικρό παιδί να προσπαθεί να "τηλεμάθει" και το τυφλώνει η αλαζονεία μιας υπουργού που νομίζει ότι όλα είναι αγοραία. Να οι σιδερόφρακτοι κατεβαίνουν στο Σύνταγμα, ήχος φως, κρότου λάμψης είναι, να σκοτώσουν τα δέντρα, να διαλύσουν τα κλειστά μαγαζιά, γιατί άνθρωποι δεν υπάρχουν. Είναι κλεισμένοι οι άνθρωποι στον φόβο τους, έναν φόβο που πριμοδοτούν οι μονοθεματικοί των 8:00. 
Γυρνώ στις γειτονιές σε ψάχνω αλυσοδεμένη στις ενοχές μιας ζωής που έζησες λίγο. Σε ψάχνω πίσω από τα κλειστά μαγαζιά, πίσω στις αυλές των έρημων σκέψεων. Να, βλέπεις, ακόμα και αυτές θέλουν να κλειδώσουν οι σιδερόφρακτοι ενός σερίφη που νομίζει ότι είναι δικά του πράγματα οι σκέψεις, η ζωή, ο έρωτας. Δεν μπορώ να ανασάνω, δώσε μου μια στάλα δάκρυ, από το δάκρυ σου να καταλάβω πως σημαίνει η ζωή. Πως δεν έγινε ένας νεκρός που περπατάει, πως δεν γίναμε ο λόχος των νεκρών που περπατάνε. Λίγο από το γέλιο σου, να θυμηθώ πάλι πώς είναι να είμαι ζωντανός. Δεν μπορώ να ανασάνω πίσω από τις κουρτίνες, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, με ένα μονό ξύλινο κρεβάτι, λίγα βιβλία και ελάχιστα αποστειρωμένα τρόφιμα. Μόνο οι λέξεις μου μένουν, στον τοίχο μου ζωγραφίζω έναν φεγγίτη. Θα ’ρθουν κι αυτόν να τον κλείσουν. Δεν αγαπούν τις ζωγραφιές που θυμίζουν και σημαίνουν. Βλέπω μέσα από τον φεγγίτη που ζωγράφισα στον τοίχο και βλέπω εσένα από τον έξω κόσμο. Οι σιδερόφρακτοι ανησυχούν. Ούτε μια στιγμή ανάσας "παράταιρης" δεν πρέπει να επιτρέψουν. Ούτε λέξεις πέραν των υπηρεσιακών. Δεν μπορώ να ανασάνω, ανάβω τσιγάρο, βλέπω τον καπνό να φεύγει μέσα από τον ζωγραφισμένο φεγγίτη, να κοροϊδεύει τα σιδερόφρακτα κτήνη, να βγάζει γλώσσα στον φεγγίτη και να σ’ αγκαλιάζει. Κανείς δεν τους είπε για τα υπόκωφα πράγματα που πλουταίνουν τις βοές και γκρεμίζουν εξουσίες. Δεν μπορώ να ανασάνω ακόμα, σε λίγο, να σε λίγο οι ανάσες όλων μας θα γίνουν αέρας, θα γίνουν φως, θα γίνουν γη, θα γίνουν ζωή. 

Σταμάτης Σακελλίων

23/8/20

Φύλλα στον καιρό


Ο ερημίτης έχει μαζέψει τα λιγοστά πράγματά του. Έχει αποφασίσει να μείνει πια στο Σύνταγμα. Θέλει να βλέπει τις εξεγέρσεις του μέλλοντος. Έχει κουραστεί από τα χυδαία τεχνοκρατικά φασιστοειδή που κυβερνούν τη χώρα. Ακόμα και η περιώνυμη αστική ηθική έχει χαθεί, βορά στη βουλιμία των αρπακτικών που νομίζουν ότι οι πολίτες έχουν γίνει υπήκοοι. Βλέπει παντού τους σιδερόφρακτους μπάτσους, να κλέβουν όλο και περισσότερα μέτρα ελευθερίας. Νιώθει το υπόκωφο σύνθημα να έρχεται από τα έγκατα της πλατείας. Νιώθει τις δονήσεις μιας άλλης εποχής.
Όχι, η θλίψη που τον κυριεύει πρέπει να φύγει από πάνω του. Όμως δεν θέλει, έχει μάθει να ζει μαζί της, έχει μάθει τις μέρες που γίνονται νύχτες. Αυτές οι όμορφες νύχτες που τα δάκρυα των ηττημένων γίνονται ωδή, για μια χαμένη πατρίδα, για ένα εξόριστο όνειρο, για μια αγάπη ματωμένη, για μια φωνή που δεν βγαίνει πια, που έχει κλείσει από καιρό.
Ναι, περιμένει τις εξεγέρσεις, μαζί με τους μόνιμους κατοίκους της πλατείας, τους πρόσφυγες, τους μετανάστες.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

12/4/20

Φύλλα στον καιρό

Ο ερημίτης είναι κλεισμένος στο κονάκι του. Από εκεί βλέπει τα πανικόβλητα λευκά κολάρα να ετοιμάζουν τις δέλτους με τις προγραφές. Ο φόβος τους δεν είναι –ακόμη– για την οργή των πληβείων. Αυτοί έχουν μαντρωθεί, στο όνομα της σωτηρίας της πατρίδος. Έχει μέσα τους κυριαρχήσει ο φόβος για τον ιό. Μόνο που αυτός ο πόλεμος δεν θα αφορά στον ιό. Αλλά σε κάτι άλλο: στην αναδιάρθρωση της οικονομίας.
Άλλωστε, δεν έλεγαν, με περίσσιο κυνισμό, πως η κρίση είναι ευκαιρία; Προφανώς η ευκαιρία δεν ήταν για το πλήθος, που αγωνιούσε για την βιωτή του, αλλά ήταν για εκείνους που μύριζαν το αίμα.
Αυτά σκέφτεται ο ερημίτης κάθε απόγευμα όταν ακούει τον ιατρό ιερέα και τον σκληρό "μπάτσο" δίπλα του να κάνουν λόγο για την ατομική ευθύνη ενός εκάστου. Ούτε μία φορά δεν έκαναν λόγο για την κυβερνητική ευθύνη. Όχι, αυτή δεν υπάρχει. Να σώσει το σύστημα της δημόσιας υγείας. Να βάλει εντός τους γιατρούς και νοσηλευτές, να τους δώσει εφόδια, προστασία. Όχι, αυτές είναι ανόητες ιδεοληψίες αμετανόητων αριστερών. Είναι πομφόλυγες, κάποιων ας πούμε ρομαντικών.
Ο ερημίτης νιώθει την εβδομάδα των παθών κάπως διαφορετικά φέτος. Σαν να έχει χάσει την παραμυθία της κατά τι. Γιατί σαν να ’χει χαθεί τρόπο τινά η ευγενής μελαγχολία που την συνοδεύει. Σαν να ’χει αγριευτεί κάπως το φοβισμένο σιωπηλό πλήθος.
Αλλά ξέρει πως η ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη. Βλέπει κάποια σημάδια αταβισμού, όμως μαζί με κάποια σημάδια μιας αρχέγονης αλληλεγγύης. Οι μέρες και εβδομάδες που ακολουθούν θα το δείξουν. Εκείνος όμως δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο∙ ανάβει ένα τσιγάρο κι αφήνει τον καπνό να σεργιανίσει προς μια ματωμένη αγάπη, μια ματωμένη αγάπη...

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

23/2/20

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ


Κοιτούσε την έρημη ζωή του. Εκεί στους δρόμους της Πλάκας σκεφτόταν την παρακμιακή Πλατεία. Εκεί που οι σιδερόφραχτοι μπάτσοι του ρέκτη υπουργού άφηναν να εμπορεύονται οι ζωές και κυνηγούσαν τα πιτσιρίκια που ψάχνανε γη και ελευθερία. Ή έναν μύθο που θα τους έβγαζε ακόμη μια νύχτα γεμάτη καπνό και φτηνή μπύρα και λίγο ηρωισμό για την επομένη.
Κομμάτια μνήμες είχε γίνει η ζωή του. Χωρισμένη σε πολλά πριν και μετά. Αλλά μια φωνή που ούρλιαζε στα αυτιά του, η φωνή του βιβλιοπώλη που φώναζε “να φύγουν να φύγουν να φύγουν”.  Να φύγουν οι Ματωμένες ζωές του πολέμου και της ανέχειας γιατί η αισθητική του βιβλιοπώλη δεν τους αντέχει.
Σκεφτόταν έξω από μια μονοκατοικία, εκεί στα Αναφιώτικα, εκεί στον ου τόπο του άστεως, εκεί που δεν θα ’φταναν ποτέ οι μπουλντόζες, εκεί που τα χαρτιά με την επιγραφή «κατάσχεται» δεν είχαν λόγο. Σκεφτόταν τις θαλερές μέρες που θα έρθουν, αυτές που κρύβουν την οργή και τον έρωτα. Δεν ήξερε αν θα τις προλάβαινε, αν θα ζούσε να τις δει, αλλά ήξερε ότι θα ’ρθουν.
Πώς θα ’ναι τότε τα πράγματα; Κανείς δεν ξέρει. Αλλά εκείνος ένοιωθε μια παράταιρη αισιοδοξία. Ίσως εκείνη η ανεπούλωτη πληγή να έφταιγε, που στάλα στάλα του έπαιρνε το αίμα του και του δημιουργούσε μια ευχάριστη διάθεση, αυτή που νοιώθουν όσοι σε κάμπους μιας ευτυχίας μυστικής απολαμβάνουν ενός θανάτου χωρίς τέλος το αγιοκέρι που κρατούν.
Άναψε ένα τσιγάρο κι άφησε τον καπνό να ταξιδέψει μέχρι να συναντήσει το βλέμμα εκείνο που του είχε γίνει ο εαυτός του.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

17/11/19

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Γυρνά στα χαλάσματα του Πολυτεχνείου. Θυμάται το μίσος των τανκς και των μπάτσων. Θυμάται τα συνθήματα των εξεγερμένων. Θυμάται τη νύχτα της φρίκης.  Πίσω από τα χαλάσματα της μνήμης βλέπει την αγαπημένη του φίλη, γυμνή να χορεύει πάνω στα σπασμένα κιγκλιδώματα. Έρημοι στίχοι, πουλιά, τρομαγμένα από τον ήχο της βίας. Βλέπει τα κορίτσια και τα αγόρια που κατέβαιναν, ακόμα αμαθή του κινδύνου, σπρωγμένα από μια ορμή άλογη, ερωτική, να σαρώνουν τους δρόμους, να σαρώνουν τους μπάτσους που πετάγαν τις σιδερόφρακτες πανοπλίες τους, έμπλεοι φόβου, μπροστά σε τούτη την ορμή.
Κι η φίλη του, κόρη του ανέμου, μ' ένα σάλι τυλιγμένο στο κορμί της, βγαίνει μέσα από τις σπασμένες πόρτες. Πολλά Πολυτεχνεία, σύντροφε, του φωνάζει, πολλά και κάθε μέρα. Γιατί ο φασισμός δεν νικιέται με αθώα βλέμματα. Γιατί ο φασισμός δεν είναι μόνο τα τανκς, είναι και τα πρέπει μιας κοινωνίας που μας θέλει συνέχεια μέσα στις νόρμες της. Είναι και αυτός που κλωτσά τον πρόσφυγα τον ματωμένο, είναι και αυτός που απ’ την τηλεόραση μιλά για τους εισβολείς, είναι και αυτός που κάνει χιούμορ για την γυναίκα που δέχτηκε επίθεση.
Ένα δύο τρία, πολλά Πολυτεχνεία, ψιθυρίζει. Γιατί τον φασισμό βαθιά καταλαβαίνω. Είναι η εικόνα ενός κόσμου που ποτέ δεν συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του. Είναι η πραγματικότητα των ανθρώπων εκείνων που ποτέ δεν γλύκανε το βλέμμα τους. Είναι ο κωμικός χιτλερίσκος που σκόρπισε μίσος και κάθιδρος στο εδώλιο έψαχνε τρόπο να σωθεί. Είναι ο υπουργός που με την σιδερωμένη γραβάτα του απειλεί κάθε μέρα αυτούς που δεν έχουν φωνή.
Αυτά σκέφτεται σήμερα, ανήμερα του Πολυτεχνείου, και η φίλη του έρχεται και του δίνει ένα φιλί, ίδιο ο κόσμος ο λαμπρός. Και κάθονται μαζί να τραγουδούν πως έχει "σαν στάμπα την ζωή μας σημαδέψει". Και αγκαλιάζονται σφιχτά.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

31/3/19

Πόσο κοστίζει μια ζωή;


Πόσο κοστίζει μια ζωή, ταξιτζή; Μια λερωμένη από αίμα ανθρώπινο ταπετσαρία αυτοκινήτου; Πόσο πάει; Πού την πουλάνε. Ποιά ύβρις διεπράχθη; Πού η νέμεσις; Μια κοινωνία άφωνη παρακολουθεί, και ένα κομμάτι της εκφασίζεται. Είσαι χριστιανός εσύ; Θα πας να ανάψεις ένα κερί το Πάσχα; Πόσο άθλια υποκρισία Θεέ μου. Κάθε στάλα αυτού του αίματος δεν είναι τίποτε άλλο από ένα καρφί στα μάτια μιας αποχαυνωμένης κοινωνίας, που βλέπει τους φασίστες να ασκούν βία και να χειροκροτεί. Μην μου μιλάτε για δικαιολογίες. Δεν υπάρχουν. Ούτε η κρίση ούτε τίποτε άλλο. Ούτε σαλεμένοι είναι. Καθώς πρέπει οικογενειάρχες ή πολίτες είναι. Και εδώ και στη Νέα Ζηλανδία και παντού. Στη Κόνιτσα, στα Βίλια, στη Σάμο, στη Κω, στο αίμα του ανθρώπου κάνουν πάρτι χυδαιότητας και θανάτου. Ύαινες διψασμένες για αίμα, σκίζουν τις σάρκες μας διαλύουν το μυαλό μας λερώνουν την ψυχή μας.
Συνηθίζουμε το τέρας, συνηθίζουμε την βία αυτή τη φασιστική βία, συνηθίζουμε το περπάτημα του κτήνους που κλέβει τις μέρες μας. Θόλωσε το μυαλό μου, λέει ο ταξιτζής, και αχός ακούστηκε από τους εκτελεσμένους μήνες. Γαμώτο μια κωλοταπετσαρία για μια ζωή, λίγα φρούτα από ένα χωράφι για μια ζωή; Τι στο διάολο κάνετε επιτέλους; Θυμηθείτε το ’30 στην Γερμανία, θυμηθείτε τις νύχτες των Κρυστάλλων, θυμηθείτε και το μετά. Έτσι ξεκίνησε. Όταν μέσα μας νομιμοποιούμε την βία, τότε η νύχτα είναι μεγάλη και πολύ σκοτεινή. Ποιο κερί στ' αλήθεια θα μας ζεστάνει; Και ποια λουλούδια θα εξαργυρώσουν την ύβρι;

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

3/2/19

Ένας "ντόπιος" χαίρεται

Ο ερημίτης ήταν ντόπιος. Παιδί του Εμφυλίου, ματωμένος χωρισμός, τα ελληνικά του καλά, με μια βαριά, ξενική ίσως προφορά. Αλλά δεν το καταλάβαινε. Θυμόταν κάποια τραγούδια σε μια γλώσσα αόρατη. Και κάτι λέξεις περίεργες. Την μάνα του την έλεγε maika. Κι όταν μεγάλωνε, πάλι έτσι την έλεγε. Τον πατέρα του δεν τον ήξερε. Είχε πάει "μέσα" όπως λέγανε εκεί. Το "μέσα" ήταν στους μακεντόνσκι. Αλλά οι Έλληνες δεν τους έλεγαν έτσι. Σκοπιανούς τους λέγανε, ή ακόμα καλύτερα γυφτοσκοπιανούς. Άμα θέλανε η περιφρόνηση να είναι πλήρης, έπαιρνε η κακιά μοίρα και τους γύφτους.
Μια φορά είχε φωνάξει την μάνα του με την ακατανόμαστη γλώσσα και τον άκουσαν κάτι χωροφύλακες. Τον σαπίσαν στο ξύλο. «Γαμώ τη μάνα σου» έλεγαν «μάνα θα λες ρε παλιοκομμούνι». Πετιόταν ένας άλλος: «από κομμούνι που το άφησε ο συμμορίτης ο πατέρας του τι περιμένεις». Σιγά - σιγά κατάλαβε πως δεν ήταν μόνο ένας εξόριστος αλλά ένας "ντόπιος" χωρίς όνομα χωρίς ταυτότητα. Σιγά-σιγά κατάλαβε πως και για τους κάτω και για τους πάνω είναι ένα βάρος. Γιαυτό έγινε δραπέτης των συνόρων. Τον χειμώνα που είχε ομίχλη έμπαινε στους μακεντόνσκι και χανόταν. Έκανε το σταυρό του και μιλούσε ελληνικά. Ύστερα γυρνούσε στους Έλληνες και μιλούσε μακεντόνσκι.

5/1/19

Οι γιορτές και η ουτοπία

Μια μελαγχολία μου δημιουργούν οι γιορτές. Με φορτώνουν μνήμες, σκέψεις, πράγματα. Νιώθω βαρύς. Ακόμα και τα συναισθήματα, αυτά τα θετικά που μας γεννά η εστία, και κείνα μάταια μου φαίνονται πια. Μοίρα του ανθρώπου, μοίρα δύστηνος, να κυνηγά την ουτοπία. Με το ένα πόδι να βρίσκεται στο σπίτι σου και με το άλλο στον ου τόπο. Μετέωρος πάντα. Να λαχταράς τη δεύτερη ζωή, αυτή που δεν έζησες. Όχι, αυτό δεν είναι πνευματική πλεονεξία. Είναι η εξορία και το βασίλειο. Γιατί, λέω στον εαυτό μου, αν εξορία είναι η ζωή η φορτωμένη που ζεις, το βασίλειο είναι η ζωή που λειτουργεί παράλληλα και δεν έχεις ζήσει ακόμη.
Κατά βάση ο άνθρωπος είναι ένας εξόριστος. Εξόριστος δεν είναι μόνο ο μετανάστης ή ο πρόσφυγας, εξόριστοι είμαστε και οι υπόλοιποι. Αυτοί που έχουμε τακτοποιήσει τις ζωές μας. Η εξορία μας είναι κρυμμένη πίσω από τις καθημερινές συνήθειες, εκείνες τις πλανεύτρες  που μας κρατούν δέσμιους μέσα στην ασφάλειά μας. Μόνο ίσως κάποια βράδια, όταν κοιτάς το πρόσωπό σου στον καθρέφτη βλέπεις ένα είδωλο κουρασμένο από τις αγαπητικές συνήθειες, από τη φυλακή που επιφύλαξες στον εαυτό σου. Τότε οι γιορτές θυμίζουν ακόμη περισσότερο την αδυναμία σου να βρεις τον ου τόπο. Να τολμήσεις να διακινδυνεύσεις. Τότε είναι που έχεις γίνει ένας μικροαστός που σε τρομάζουν τα κίτρινα γιλέκα, σε τρομάζουν οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, σε τρομάζουν τα φρικιά. Τότε είναι που κλείνεσαι όλο και περισσότερο στα κοσμοείδωλα ενός πεθαμένου κόσμου –πατρίδα και θρησκεία– τότε κατασκευάζεις εχθρούς που νοιώθεις ότι θέλουν το βιός σου, τότε γίνεσαι άλογο πλάσμα που περιφέρεται από τον καναπέ του στην εκκλησία και στη δουλειά, τότε σηκώνεις μαύρα λάβαρα για το Όνομα. Τότε παρακολουθείς ένα λιντσάρισμα στο κέντρο της Αθήνας ή κατακρεουργείς μια κοπέλα νεκρή στα δίκτυα.
Ναι, τότε συμβαίνουν όλα. Γιατί ξέχασε ο άνθρωπος την ουτοπία του. Ξέχασε την διακινδύνευση. Έμεινε ένας φοβισμένος εξόριστος που φοβάται ότι θα χάσει το κελί του.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

27/10/18

Mια φωτογραφία

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι παρελάσεις, πηγαίνω όμως. Δεν ξέρω γιατί. Μου φέρνει πάντα μια μελαγχολία όλο αυτό το πανηγύρι. Μερικές φορές, πριν γυρίσω στο κονάκι μου απ’ την παρέλαση, κάθομαι και πίνω δυο ποτήρια κόκκινο κρασί σε ένα παλιό καφενείο της πόλης. Μια σιωπηλή σπονδή στο αίμα εκείνων. Το μισό από το δεύτερο ποτήρι το ρίχνω στη γη, όχι στο τσιμέντο αλλά σε μια σπιθαμή χώμα. Ύστερα, γυρνώ στο κονάκι του.
Έχω βρει τη φωτογραφία μιας γυναίκας, της δεκαετίας του 1940, και την έχω καρφιτσώσει στον τοίχο. Κάθε φορά που γυρίζω από την παρέλαση, την κοιτάζω για ώρα πολλή. Μου κάνει εντύπωση αυτό το βαθύ βλέμμα που έχει η γυναίκα. Σαν να γυρνά από τον κόσμο έξω προς τα μέσα, στα βάθη της ψυχής μου. Δεν έχει τίποτε το δήθεν αυτή η φωτογραφία. Έχει όμως αλήθεια, μια λιτή και δωρική αλήθεια. Είναι μια όμορφη γυναίκα, μα στη φωτογραφία κοιτώ κάτι άλλο, πέρα από την ομορφιά. Το εσώτερο πένθος, το σιωπηλό. Για κάποιους που έχασα κάποτε, για έναν εαυτό που βασανίστηκε; Ποιος ξέρει.
Είναι μια φωτογραφία προσώπου και βλέμματος. Εκτός από το πένθος έχει κι ένα εσώτερο πάθος η φωτογραφία αυτή. Ένα πάθος που ζητά να εκφραστεί. Την φωτογραφία αυτή την έχουν δει και οι επισκέπτες στο κονάκι μου. Σε κανέναν δεν αρέσει. Μόνο σ’ εμένα. Οι άλλοι την αποφεύγουν μόλις τη βλέπουν. Κατάλαβα το γιατί. Αυτό το υπέροχο βλέμμα τούς καθηλώνει, τους βάζει να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους. Και αυτό δεν το θέλουν. Είναι δύσκολο πράγμα. Ένας μου είπε πως τον ξεσκίζει αυτό το βλέμμα, δεν το αντέχει. Ένας άλλος μου είπε πως τον ξεβολεύει αυτό το βλέμμα. Μικροαστικές ζωές, τακτοποιημένες, δεν θα μπορούσαν ποτέ να αντέξουν ένα αληθινό βαθύ βλέμμα μιας ανέσπερης γυναίκας.

14/10/18

Οκτώβρης

Περιδιάβαινε στην Ομόνοια, εκεί που είχαν συμβεί δύο γεγονότα φρικώδη μέσα στον Οκτώβρη. Το ένα κατέληξε σε δολοφονία ενός νέου ακτιβιστή των δικαιωμάτων, το άλλο ευτυχώς δεν είχε την ίδια κατάληξη. Αλλά και όσοι έσπευσαν να φωτογραφήσουν το άλμα του θανάτου, όσοι φώναζαν το πέσε-πέσε, ή ότι θα ξεβρωμίσει η χώρα, τον δικό τους θάνατο βιντεοσκοπούσαν. Κι εκείνοι που με τρόπο δολοφονικό κλωτσούσαν το κεφάλι του Ζακ, το δικό τους κεφάλι κλωτσούσαν. Κι οι μπάτσοι που έδεσαν έναν ημιθανή, ή ίσως πεθαμένο, την ύβρι διέπραξαν και θα ’ρθει η νέμεσις.
Απουσία πολιτισμού, απουσία παιδείας μαρτυρούν όλα αυτά. Οι άνθρωποι αυτοί πέταξαν με ευκολία το λούστρο του καθωσπρεπισμού τους κι έβγαλαν το κτηνώδες που έχουν μέσα τους. Οι διπλανοί, καθημερινοί, καλοί άνθρωποι, οι γείτονές μας, εμείς.
Προσπάθησε να ξεχάσει αυτά που σκεφτόταν, αλλά ένοιωσε πως δεν έπρεπε. Η λήθη είναι η κατάρα. Αυτά που έγιναν δεν πρέπει να ξεχαστούν. Όσο και να καίει η μνήμη, πρέπει να είναι παρούσα και ενεργή. Καθρέφτης ενός κομματιού της κοινωνίας είναι αυτά που έγιναν, ενός κομματιού που διψάει για αίμα. Ενός κομματιού που δεν ξέρει την έννοια του ελέους, ούτε κάποια άλλη παρεμφερή έννοια. Αυτός είναι ο φασισμός. Αυτός είναι και στις χώρες της πολιτισμένης Ευρώπης.

16/9/18

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης

Στραμμένος προς την θάλασσα ο ερημίτης σκεφτόταν τούτο τον Σεπτέμβρη. Κάτι στ’ αλήθεια είχε αρχίσει να αλλάζει σε τούτη την έρημη χώρα. Λες και το πιο βαρύ πέπλο να είχε σηκωθεί από πάνω της και ν’ άρχιζε να δείχνει τις ομορφιές της
Από την άλλη, άκουγε τα φρικώδη που έλεγαν οι "άριστοι' της αντιπολίτευσης για το πόσο μεγάλος ήταν ο Πινοσέτ στην οικονομική του πολιτική. Σαντιάγκο μην κλαις, είπε ο ερημίτης, ο σφαγέας δεν ζει πια.
Αλλά και για τον ίδιο κάτι είχε αλλάξει. Ο Σεπτέμβρης ήταν πιο ωραίος από τον ωραίο Αύγουστο. Σκεφτόταν γιατί συμβαίνει αυτό. Μα είναι απλό, γιατί τα γεννήματα του Αυγούστου μεγάλωναν και η ομορφιά τους τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν ότι κάτι είχε κάνει από μόνος του. Ούτε κατάλαβε πώς έγινε. Αλλά απλώς συνέβησαν τα ωραία πράγματα και συμβαίνουν. Αλαφροϊσκιωτα, χαμένα στους δρόμους και στις πλατείες, μα πάντα ευρισκόμενα. Αυτά τα «μικρά», τα «καθημερινά» που κατά κάποιον τρόπο γίνονται εντός μας μεγάλα και ονειρικά.
Αυτά σκεφτόταν ο ερημίτης, και από την άλλη δεν άφηνε το μυαλό του να σκοτιστεί από τη βία εκείνων που ούρλιαζαν σπάζοντας πέτρες για το όνομα, που ούτε καν ήξεραν τι σημαίνει, και λέρωναν την εικόνα ενός Θερμαϊκού που έγερνε να τον αγκαλιάσει ο ήλιος. Στους δρόμους της Σαλονίκης ο ερημίτης θυμήθηκε τα χρόνια τα παλιά, όταν νιος, φοιτητής, ζητούσε να κατακτήσει τον κόσμο και τις ηδονές. Μα σήμερα, σε τούτη τη βόλτα, αν και μόνος, δεν ήταν μόνος. Ένοιωθε πως περπατούσε δίπλα του η κόρη της θάλασσας, γυμνή, με ένα μενταγιόν, και του ’δειχνε μέρη αγαπημένα, που είχε περπατήσει αλλιώς πριν από χρόνια.

12/8/18

Το κορίτσι στο δρόμο με τις χαρουπιές


Φορούσε ένα φόρεμα από καραβίσιο ύφασμα. Τίποτε άλλο. Ξυπόλητη περπατούσε πάνω στα καμένα της Αττικής. Τίποτε δεν άγγιζε τα πόδια της. Μόνο το έγκλημα τόσων χρόνων. Μόνο το πένθος. Προσπαθούσε να γιάνει πληγές, εκείνες που καίνε περισσότερο, αυτές της ψυχής. Προσπαθούσε να δροσίσει τα φρυγμένα χείλη των ανθρώπων. Έτσι είναι, δοτική. Κανείς δεν την ήξερε, ήταν ξένη στα μέρη εκείνα. Αλλά δεν είχε σημασία.
Μην ήταν, σκέφτηκαν, κάποια Αιγύπτια; Μήπως από κάποια άλλη χώρα, από αυτές που δεν τις θεωρούμε σοβαρές; Τότε, πώς βρήκε τέτοια γενναιοδωρία; Αγνοούσε τις κραυγές των τσακαλιών, των παλιών ενόχων, για το έγκλημα. Με τα μάτια της θεράπευε τα πάθη των ανθρώπων. Κοιτούσε κατά την μεριά της θάλασσας. Κι έβλεπε τείχη να κλείνουν τη ματιά της και τον δρόμο προς τα κει. Δείγματα μιας φιλαυτίας τα τείχη αυτά, στέρησαν τη ζωή από ανθρώπους.
Είχε ένα σακουλάκι με κέδρο του Λιβάνου, λίγο σαφράν και κάποια άλλα βότανα που δεν τα ήξεραν οι άνθρωποι της πόλης. Γιατί είχαν χάσει χρόνια τώρα τις γεύσεις τις πραγματικές. Όμως με αυτά τα λίγα γιάτρευε. Δεν ήθελε χρήματα. Δεν ήθελε τίποτε. Α, κάπου φύλαγε ένα μυστικό, δικό της. Αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να κάνει αυτό που έπρεπε. Κι όταν οι άνθρωποι τη ρωτούσαν από που είναι, αυτή χαμογελούσε και δεν απαντούσε.
Μπορεί να μην  καταλάβαινε τη γλώσσα τους, έτσι νόμιζαν. Χάιδευε τα καμένα δέντρα και τα καμένα σπίτια. Κανείς δεν κατάλαβε, της είπαν, πώς έγινε το κακό. Εκείνη όμως ήξερε· δεν έφταιγε ούτε η Μοίρα, ούτε ο Θεός. Κατά βάθος, πολλοί ήξεραν τι έφταιγε, αλλά σκύβαν οι πιο ντροπαλοί το κεφάλι κάτω.

10/6/18

Παράξενα καλοκαίρια


Μέρες αναταραχής στον Νότο. Και ο προτεστάντικος βοράς υποφέρει. Τα πράγματα ξεφεύγουν από τις νόρμες, μου είπες. Κανείς δεν ξέρει τι θα γεννηθεί από τις χώρες της Μεσογείου. Είναι η θάλασσα αυτή η συγκεκριμένη, είναι ο ήλιος που καίει και κάνει τους ανθρώπους ευεπίφορους στα ωραία της αταξίας πάθη. Δες εμάς, αυτή η σχέση δεν θα χώραγε στις χώρες του Βορά.  Και τώρα, αυτή η αγκαλιά του Σάντσεθ με τον Ινγκλέσιας, μια αμηχανία φέρνει στους καθωσπρέπει διαδρόμους του Βερολίνου. Αλλά και της Αιώνιας Πόλης τα παιχνίδια έχουν κάτι έντονα ιταλικό. Μια όπερα μπούφα, και είναι ικανή αυτή η όπερα να μαστιγώσει ανηλεώς τις σιδερένιες γραμμές των Βρυξελλών. Ο διωγμένος ΡαχόΙ συμβολίζει την ήττα ενός κόσμου πολιτικού της πιο σκληρής δεξιάς. Τα 351 χρόνια ποινής των στελεχών του Λαϊκού Κόμματος είναι η μαύρη σελίδα στα κόμματα του νόμου και της τάξης.
Τώρα κανείς δεν μπορεί να προφητέψει. Οι μέρες που έρχονται δεν θα είναι βαρετές. Δες  τον Γκουαλντακιβίρ, κυλάει ορμητικά και φτιάχνει κόλπους και καμπύλες αισθαντικές. Και ο ανταριασμένος Τίβερης τρέχει να φυλάξει τους κυνηγημένους του κόσμου από την Λέγκα που οραματίζεται νέα πορεία προς την Ρώμη. Κι αμέσως η τευτονική απειλή για τις αγορές που θα τιμωρήσουν τους Ιταλούς. Αλλά κάτι έχει ραγίσει πια, δεν όπως το άνυδρο 2015.
Δες με, μου είπες, εκεί στο Καπιτώλιο είμαι και φορώ ένα αρχαίο μενταγιόν. Δώρο είναι από έναν ερωτεύσιμο προσκυνητή. Μια μέρα χαρμολύπης, το πήρε από ένα αγόρι που πουλούσε πράγματα της καρδιάς. Έτσι μου είπε, όταν το πέρασε στο λαιμό μου. Κι ύστερα χάθηκε, αλλά το πρόσωπό του είναι ίδιο το δικό σου. Κοίτα, η Μαδρίτη και η Βαρκελώνη γιορτάζουν, το σιδερένιο χέρι έφυγε. Κανείς δεν ξέρει το αύριο, αλλά όλοι πιστεύουν ότι δεν θα είναι χειρότερα τα πράγματα.

20/5/18

Ήχος πλάγιος


Μια  πληγωμένη Γκουέρνικα ήταν στο Μαραί. Και δίπλα της καιροί αλλοτινοί μιας Γαλλίας καιόμενης. Ο Μάης μου είπες, θυμάσαι; Τότε που η Σορβόνη ήταν σε κατάληψη, όπως και τώρα.
Ναι, εκεί στην Place Pigale μου είπες ότι θέλεις τον κόσμο και τον θέλεις τώρα. Στιγμές του άχρονου χρόνου, του ακίνητου χρόνου, στιγμές... σκέτες, γλυκές, ωμές, ειλικρινείς.
Πρέπει να νικήσουμε τις λέξεις τους. Η κατάληψη δεν είναι η κατάληψη, είναι το τραγούδι του δημόσιου χώρου που ξαναγίνεται δημόσιος. Η διαδήλωση δεν είναι μια παρέα μπαχαλάκηδων, ούτε μια δράκα εργατοπατέρων, είναι η σαρακοστή μιας ζωής εξεγερμένης.
Δες, μου είπες, αυτές οι κερασιές έχουν ένα άλλο άρωμα. Αυτό με κράτησε εδώ. Κι' ύστερα; Ύστερα ο Μάης της καρδιάς μας. Αυτός θα νικήσει το Μαύρο μέτωπο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον προσβάλει. Κυρίως αυτοί που λεηλάτησαν μια πατρίδα καμένη. Αν και εμείς δεν έχουμε πατρίδα. Οι δρόμοι, μου είπες, είναι ο τόπος μας. Οι δρόμοι και οι μεγάλες πλατείες.
Τώρα, αυτά που φοράς είναι ομίχλη, είναι συννεφιασμένος ουρανός, είναι καπνός, είναι μνήμες. Δες λοιπόν και κατάλαβε ότι ο νέος Μάης γεννιέται. Και τώρα, όπως και τότε, για τρομοκράτες και μπαχάλακηδες μιλούν. Α, πόσο μοιάζει η γλώσσα τους, πόσο μοιάζει η φτήνια τους. Δεν θέλουμε δανεικές ζωές, δεν θέλουμε ματαιωμένες ζωές, γι’ αυτό και πάλι είμαστε παιδιά του δρόμου. Τρίψαμε τα χέρια μας με άγρια μέντα κι αφήσαμε το άρωμα να χυθεί στον δρόμο, να γίνει στίχος, να γίνει τραγούδι, να γίνει έρωτας, να γίνει ό,τι εμείς θέλαμε να γίνει. Πόσο δύσκολα βγαίνουν οι λέξεις, όχι οι καινούργιες, αλλά αυτές οι παλιές. Χαραμάδες ανοίγουν εντός μας και ρωγμές από ένα κόσμο που ζαλίστηκε από μια παραπαίουσα ηθική.

7/4/18

Το κορμί και το μαύρο

Kι αν τα φρικώδη των ρασοφόρων και των "χριστιανών αδελφών", εγώ εξόριστος της μέρας θα φωνάζω πως από πόνο και έρωτα δεν γνωρίζουν. Ούτε από καιόμενα κορμιά, μέσα στη βάσανο της ερήμου και στο αλύπητο χτύπημα του ήλιου.
Μας λένε όλους άθεους, εκείνους που χρόνια τώρα τα αυτονόητα του διαφωτισμού παλεύουμε, εκείνοι εκεί στο μυαλό τους έχουν ξερονήσια και φυλακές υψίστης ασφαλείας. Το τρέμουλο του ανθρώπου που παραδίδεται στον εραστή ή στη ερωμένη, είναι γι' αυτούς μια βλασφημία. Ναι, οι δρόμοι μου είναι ματωμένοι από τα δικά τους μαχαίρια. Εκείνα που χωρίς έλεος τους έκαναν ασασίνους της ψυχής. Σφραγίδες νεκρές ψάχνουν να βάλουν πάνω στα αποστεωμένα σώματά τους, αυτά που στέγνωσαν από μίσος για κάθε τι ευγενές και ανθρώπινο.
Τώρα στ’ αλήθεια πρόκες ψάχνουν να μπήξουν στο κορμί μας άλλη μια φορά. Μα όχι πια, δεν έχει νόημα κανένα δάκρυ γι’ αυτούς που στέγνωσαν ζωές, που οδήγησαν ανθρώπους να ζήσουν ματαιωμένες ζωές, κρυμμένες πίσω από αλυχτίσματα και άναρθρες και άλογες κραυγές. Ναι, ο φασισμός τους είναι εκεί και ζητάει αίμα.
Αύριο, μου είπες, δεν θα είσαι εδώ, γιατί θα σε πάρουν. Οι άλλοι σιώπησαν, κανείς δεν βγήκε να φωνάξει το όνομά σου. Μόνο για το άλλο όνομα φωνάζουν, αυτό το αραχνιασμένο όνομα που δεν βρίσκει χρόνια τώρα το ταίρι του. Ναι, δεν είσαι εδώ, νύχτα σε πήρανε να σε πάνε για εξομολόγηση, έτσι σου είπαν. Να παραδεχθείς πως είχες ένα πόρνο κορμί, που το σπατάλησες σε μάταιους έρωτες της μιας βραδιάς. Να ζητήσεις έλεος, σου είπαν, για αυτά που έκανε το κορμί σου. Μα εσύ, ξέρω, θα υπερασπιστείς το σώμα σου. Γιατί η ηδονή του, είπες, δεν είναι λάθος. Θα ουρλιάξουν, θα σε πουν άθεο, αλλά ξέρω πως ευαγγέλιό σου είναι τα δάκρυα που έχυσες τις νύχτες της μοναξιάς. Αυτές τις νύχτες που δεν μπορούν όσο κι αν θέλουν να στις πάρουν.

18/3/18

Για έναν φίλο


Κορνήλιος Γραμμένος, Πουλί, 2015, ξύλο, μελάνι, 42 x 168 x 2 εκ.

Πριν από χρόνια, σε μια ταβέρνα στην Ξάνθη, γνώρισα έναν ευγενικό άνθρωπο. Συστηθήκαμε, ανταλλάξαμε τηλέφωνα, κι έγραψε σωστά το επίθετο μου, χωρίς να με ρωτήσει δεύτερη φορά. Έκπληκτος, τον ρώτησα πώς συμβαίνει αυτό, δεδομένου ότι πολλοί Έλληνες-Έλληνες κάνουν λάθος στο επίθετό μου. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική, με αρκετή δόση χιούμορ: «− Εμείς διδαχθήκαμε Όμηρο σε δύσκολα χρόνια»...
Αυτό έγινε το μακρινό 1997. Τότε, ο Μουσταφά Μουσταφά ήταν ο μοναδικός βουλευτής της Αριστεράς σε όλη την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Όταν πια μετακόμισα στην Κομοτηνή, γνωρίστηκα καλύτερα μαζί του. Σε μια συνέντευξη που του είχα κάνει για την εφημερίδα "Παρατηρητής της Θράκης" τον είχα ρωτήσει προβοκατόρικα: Είστε βουλευτής της μειονότητας; Η απάντηση ήταν άμεση: «− Είμαι βουλευτής της Αριστεράς στον Νομό Ροδόπης». Ο λόγος του λιτός, κοφτός και συνάμα τρυφερός. 
Από τότε πέρασαν 21 χρόνια. Στις εκλογές του Γενάρη του 2015 ο Μουσταφά εκλέγεται πρώτος βουλευτής στον Νομό Ροδόπης με το κόμμα του, τον ΣΥΡΙΖΑ. Την επόμενη των εκλογών με πλησιάζει ένας πολίτης από την πλειονότητα και με ρωτά αμέσως: «−Ο Μουσταφά βγήκε;». Ναι, του λέω, βγήκε. «− Ευτυχώς, μου απαντά, ξέρεις χάρηκα, τον ψήφισα γιατί είναι καθαρός άνθρωπος».

25/2/18

Φασισμός

Αντώνης Παπαδόπουλος, Το Μαυσωλείο, 2017, λάδια σε μουσαμά, 70 x 150 εκ.


Δεν είναι μόνο ο Μιχαλολιάκος, δεν είναι μόνο η Χρυσή Αυγή. Υπάρχει ο οικονομικός φασισμός, ο νεοφιλελευθερισμός που γονατίζει λαούς, υπάρχει αυτό το φίδι στις καθημερινές κουβέντες μας, όταν αποκαλούμε τον τσιγγάνο γύφτο, όταν η λέξη κατσίβελος, είναι μια συνήθεια παλιά, όταν ένα τίποτε λέει "Καλός Τούρκος είναι ο νεκρός Τούρκος", όταν τους μάρτυρες που προστατεύει ο νόμος, εσύ τους λες κουκουλοφόρους, όταν απειλείς να σπάσεις χέρια, όταν λες τους δικαστές που σε ενοχλούν συμμορία. Όταν για σένα οι οροθετικές είναι σκουπίδια και οι ομοφυλόφιλοι είναι παρίες της κοινωνίας.
Ναι το δηλητήριο υπάρχει και όταν ακούς τα παιδιά μας στα σχολεία να λένε ότι οι Σκοπιανοί δεν έχουν δικαίωμα στο όνομα ούτε σε μέρος του ονόματος, το δηλητήριο έχει περάσει πια πολύ στα μέσα μας. Φασισμός είναι όταν φοράς ράσο να θεωρείς όλους τους άλλους απόβλητους, ότι τάχα μου εσύ κατέχεις την μία και μόνη αλήθεια. Φασισμός είναι όταν παρακολουθείς τα βλέμματα και τις κινήσεις των άλλων, αυτών που θέλουν να εκφράσουν ένα σιωπηλό συναίσθημα και εσύ καραδοκείς για να χαφιεδίσεις ωμά. Φασισμός είναι το να βάζεις εμπόδια στην ενημέρωση του λαού, να δολοφονείς μάρτυρες να κρύβεις στικάκια, να εξαφανίζεις αρχεία.
Όχι δεν είναι υπερβολικό αυτό. Αν τα κάνεις όλα αυτά ξεκάθαρα εκπέμπεις  μια χυδαιότητα, απαιτείς μια εξουσία πάνω στον άλλο, χωρίς νάχεις το δικαίωμα αυτό. Είναι πια καιρός να υψώσουμε τείχη απέναντι στον φασισμό σε κάθε εκδοχή του. Από τη πολιτική μέχρι την κοινωνική. Τι στ’ αλήθεια εμποδίζει το υπουργείο Παιδείας, το ΙΕΠ να προχωρήσει σε μια μεγάλη αλλαγή στο μάθημα της Ιστορίας; Έχουμε καταλάβει άραγε ότι τα παιδιά μας την νεότατη ιστορία της χώρας δεν την ξέρουν; Δεν ξέρουν πολλά για τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, δεν ξέρουν για την εθνική αντίσταση, δεν ξέρουν για τα μετέπειτα χρόνια, τον εμφύλιο, το κράτος των νικητών του εμφυλίου, την δικτατορία, την μεταπολίτευση. Και όταν ακούς από τα παιδιά ότι η χούντα έκανε έργο υπάρχει πρόβλημα.

14/1/18

Το όνομα

Φωτεινή Παπαχατζή, Home, 2017, εγκατάσταση, κολάζ αρχειακού υλικού, φωτογραφιών και αντικειμένων


Το Όνομά μου, είπες, το Όνομα. Εκεί στις όχθες του Αξιού, θυμάμαι χρόνια πριν τον έρωτα μιας τσιγγάνας. Συνοδευμένο με κόκκινο κρασί και άγρια βιολιά. Ποιο είναι το όνομά σου; την είχα ρωτήσει. Το Όνομά μου είναι Νοσταλγία. Κι η πατρίδα σου; Φτωχέ  Έλληνα, κάποτε πατρίδα σου ήταν ο Κόσμος, μα σήμερα μίζερα ζητάς δυο πήχες χώμα για ένα όνομα. Όχι, πατρίδα μου είναι το ποτάμι, ο Βαρδάρης, Αξιό τον λέτε εσείς, κι ύστερα η θάλασσα.
Έτρεμα στην αγκαλιά της, νιο παιδί, και έκλαιγα για μια πατρίδα χαμένη, για μια τιμή χαμένη. Εκείνο το βράδυ είχα γίνει άντρας, έτσι νόμιζα, έτσι της είπα. Κι εκείνη γέλασε.  Ύστερα με πήγε στη φάρα της. Κι εγώ ρώτησα: είστε Μακεδόνες; Εκείνοι γέλασαν. Εμείς δεν έχουμε πατρίδα. Πατρίδα μας είναι ο κόσμος. Μετά πέρασα στην άλλη μεριά της γέφυρας και βρήκα ανθρώπους άλλους. Εκεί που τον λέγανε αλβανικό τομέα. Εσείς είστε Μακεδόνες; Όχι μου είπαν, εμείς είμαστε Αλβανοί. Οι Μακεδόνες είναι κάτω και πέρα στην άλλη μεριά, αλλά και πέρα από τα σύνορα. Πέρασα την άλλη μεριά και βρήκα Μακεδόνες. Αλλά Μακεδόνες είχα βρει και κάτω από τα σύνορα, στην Ελλάδα. Άλλη γλώσσα. Κάποιοι ήταν δίγλωσσοι. Αυτοί που ήταν πάνω στα σύνορα. Μια προφορά λίγο βαριά και τα τραγούδια τους είχαν μόνο μουσική, γιατί οι χωροφύλακες είχαν απαγορεύσει τα λόγια. Ήταν εκεί κι ένας δεσπότης που αφόριζε όποιον έλεγε ότι ήταν Μακεδόνας και δεν μιλούσε ελληνικά. Οι απαγορευμένες λέξεις, τα απαγορευμένα τραγούδια, οι απαγορευμένες ταυτότητες.

6/1/18

2018

Έτσι μου είπες. Αλλά εγώ δεν σε πίστεψα. Ποιος ήταν ο λόγος; Γιατί οι άθλιοι παρέμειναν εδώ και σε αυτό που λέμε νέα χρονιά. Άκουσα πάλι κραυγές για την "Σοβιετία" ή για την Βόρεια Κορέα. Βγήκα την 1η του χρόνου βόλτα στην πόλη μου, να δω ποιανού διάσημα φορούν τα τάγματα του Κόκκινου Στρατού. Εκείνα τα πάλαι της Σοβιετικής Ένωσης ή τα άλλα αυτά τα νέα της Β. Κορέας;
Όχι δεν είδα ουρές έξω από τα γαλατάδικα, ούτε έξω από τις τράπεζες. Έξω από τα μαγαζιά που πουλούσαν τις θεραπευτικές του ξευνχτιού και του αλκοόλ μπουγάτσες, εκεί ναι υπήρχαν ουρές. Όπως και στις εκκλησίες που οι πιστοί έμπλεοι χαράς έψελναν όχι την Διεθνή, αλλά τους ψαλμούς για την σωτηρία της ψυχής τους. Αλλά τα τάγματα των ερυθρών δεν ήρθαν. Προς τι οι κραυγές λοιπόν; Για ένα ακόμη fake news, για μια ακόμη Ελένη. Ύστερα μίλησα με τους εμπόρους και κείνοι έλεγαν πως να, κάτι έγινε φέτος. Πως θες η σταθερότητα, θες που έπεσε χρήμα όπως λένε, η αγορά πήγε σαφώς καλύτερα. Πώς να κατασκευάσεις ακόμη ένα ψέμα;
Εύκολο, μου είπε η φίλη μου, ας πουν κάτι για την σύντροφο του πρωθυπουργού. Δεν μπορεί, κάποια αμαρτία θα έχει και αυτή. Ας ξεκινήσουν λοιπόν από αυτό, το ουδείς αναμάρτητος, και εφόσον ουδείς αναμάρτητος, τα μαρινάκεια μέσα θα θέσουν το λογικοφανές ερώτημα: Ποια αμαρτία έχει η συγκεκριμένη; Γιατί θα έχει οπωσδήποτε. Μία μέρα να τσιμπήσει ο κόσμος, δεύτερη μέρα να το σκεφτεί, τρίτη μέρα θα βγει η διάψευση· τέταρτη μέρα, άρα για να διαψεύδουν κάτι θα υπάρχει. Να πώς κατασκευάζεται η πραγματικότητα. Δεν είχε άδικο η φίλη μου.
Το 2018 λοιπόν ήρθε κουβαλώντας τις αμαρτίες του 2017. Καμία συστολή, καμία ενσυναίσθηση. Μου αρέσει αυτή η λέξη, την χρησιμοποιούν και κάποιοι δήθεν που νομίζουν ότι κατέχουν τις αλήθειες. Τα διέγραψα όλα αυτά, όμως κι ακροβατώ ανάμεσα στις πολλές αμαρτίες μου και στις ελάχιστες χαρμόσυνες στιγμές μιας άλλης ζωής. Στην μεθόριο μου είπες και συμφώνησα. Γιατί πραγματικά θέλει κόπο και μόχθο ειλικρινή για να αντέξεις τον βομβαρδισμό των χυδαίων εννοιών και των ποταπών λέξεων. Ή, καλύτερα, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ποταπές λέξεις και χυδαίες έννοιες, των ανθρώπων που έμαθαν ότι τα πάντα είναι δικά τους. Αυτή η εμετική βία τους είναι που πρέπει να μας θέτει σε εγρήγορση. Ούτε τα ψέματά τους, ούτε οι "αλήθειες" τους, η βία τους όμως ναι πρέπει να μας κρατά με ανοιχτά αυτιά.