Για τα εικαστικά έργα του Τάκη Σινόπουλου
ΤΗΣ ΗΡΩΣ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Κοιτώντας επίμονα τα ασπρόμαυρα μελάνια του Τάκη Σινόπουλου
που περιλαμβάνονται στην παρούσα έκθεση μοιάζει να μας αποκαλύπτονται εικόνες
από σκασμένους κορμούς δέντρων, σκιερά φυλλώματα, αυλακωμένο άνυδρο χώμα,
χάρτες μεγαλουπόλεων, κατόψεις ποταμών, σοβατισμένους τοίχους αγροτικής
κατοικίας ή άλλοτε πάλι λεπτομέρειες εστίασης μικροσκοπικών περιοχών του
δέρματος. Θα μπορούσε κάθε ζωγραφική του επιφάνεια να εικονίζει κάτι απ’ όσα
προανέφερα ή και τίποτα από αυτά. Θα μπορούσε επίσης να εικονίζει νησάκια
διάσπαρτα σε ασάλευτη θάλασσα ή όπως αναφέρει ο ίδιος κάτι «σαν κάμπιες φωτεινές
σαλεύοντας πάνω σε μαύρα φύλλα» («Άδης»), ή «μια θάλασσα σκιές και φώτα στην ηρεμία
της αιωνιότητας», («Η γνωριμία με τον Μαξ», 1956).
Ωστόσο, πρόκειται για έργα αφαιρετικά χωρίς τον παραμικρό
μίτο αφηγηματικής φιγούρας, με εσωτερική δομή που αν και μπορεί να έχει
προκύψει τυχαία, ο ποιητής ξέρει πως να την οδηγήσει έτσι ώστε το αποτέλεσμα να
είναι καθαρό και ταυτοχρόνως ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις. Προς αυτή την
κατεύθυνση συμβάλλει και το έντονο στοιχείο του ρυθμού που διακρίνει τη δουλειά
του.
Στους περισσότερους πίνακες που έχουμε κυριαρχεί ένα ήσυχο
γκρίζο και πάνω του ανεβοκατεβαίνουν οι κλίμακες από το μαύρο ώς το λευκό. Ήδη,
αυτή η διαχείριση της ζωγραφικής επιφάνειας, η επίμονη επανάληψη της σχέσης του
γκρίζου φόντου με τα υπόλοιπα στοιχεία του έργου σε διαφορετική σύνθεση και
ένταση κάθε φορά μαρτυρά άνθρωπο με γνώση, που με αποφασισμένη ‘γραφή’
διασφαλίζει και διαχωρίζει τις ήρεμες από τις ταραγμένες περιοχές
αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το φως.
