Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2022. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα 2022. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24/12/22

Μια σημαντική τομή

Του Άλκη Ρήγου

Στην ιστορική διαδρομή των λαών και των κοινωνικών σχηματισμών που δημιουργούν, υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες σταθμοί που προσδιορίζουν ανεξίτηλα την πορεία τους. Στη νεοελληνική ιστορική διαδρομή, εκατό χρόνια από τη έναρξη της Επανάστασης, στέκει το 1922
Πρόκειται για μια ημερομηνία κλειδί, και μάλιστα ως συνέπεια της μικρασιατικής καταστροφής, της μεγαλύτερης ιστορικά του ελληνισμού, για τις εξελίξει ς της νεότερης ελληνικής κοινωνίας, οικονομίας, ιδεολογίας και πολιτικής. Τομή που όσο και αν φαίνεται αντιφατικό, μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική.
Για πρώτη φορά, το μέγιστο των Ελλήνων αναγκάζεται να ζήσει και να αναπτυχθεί στα προσδιορισμένα και για αυτό περιορισμένα σύνορα ενός ελληνικού κράτους και μιας συγκεκριμένης αξιόλογης όμως ντόπιας αγοράς. Ο ελληνισμός συμπίπτει με τον ελλαδισμό. Η Αθήνα αντικαθιστά την Κωνσταντινούπολη, ως οικονομική και όχι μόνο πρωτεύουσα. Τα σύνορα επίσης για πρώτη φορά οριστικοποιούνται, με μόνη προσθήκη τα Δωδεκάνησα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και μάλιστα δημιουργώντας ένα από τα πιο εθνοτικά ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη, μετά την άφιξη των προσφύγων από την Μικρά Ασία, τον Πόντο, τον Καύκασο και την Ανατολική Θράκη, καθώς και την υποχρεωτική ανταλλαγή τουρκικών και μεγάλου μέρους μακεδονικό-βουλγαρικών πληθυσμών, με την εξαίρεση των ορθόδοξων Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου και των μουσουλμάνων-τουρκογενών, Πομάκων και Αθίγγανων της Δυτικής Θράκης και όσων μουσουλμάνων δήλωσαν Αλβανοί στην Ήπειρο.
Η τάση προσωρινότητας που ταλάνιζε εκατό χρόνια τον ελληνικό λαό με το όνειρο μιας νέας Μεγάλης Ελλάδας μέσα από την συνεχή επέκταση του κράτους, τελειώνει, οδυνηρά μεν, αλλά οριστικά. Ταυτόχρονα, λήγει και ο κυρίαρχος πολιτικός μύθος της Μεγάλης Ιδέας των «Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών», τρία μόλις χρόνια από την Συνθήκη των Σεβρών, με τη ρεαλιστική Συνθήκη της Λωζάννης του 1923.

100 χρόνια μετά

Ο προσφυγικός καταυλισμός στο Θησείο (Ναός του Ηφαίστου), Αθήνα, 1922, Library of Congress, Prints & Photographs Division, American National Red Cross Collection 

Της Κωστούλας Μάκη*

Μετά τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, μας «βρίσκει» η επέτειος για τα 100 χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή. Ανάμεσά τους όμως ορθώνεται μια σημαντική αντίστιξη, με συγκεκριμένες συνέπειες στους τρόπους με τους οποίους εξελίσσεται και λειτουργεί η συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας στο παρόν. Ενώ το 1821 συνδέεται με την έναρξη του αγώνα για την απελευθέρωση, η μικρασιατική καταστροφή αφορά στις συνέπειες της επεκτατικής πολιτικής του έθνους και εμπλέκει πλήθος νεκρών, σφαγιασμούς, πυρπολήσεις, εκτοπισμούς Ελλήνων και Τούρκων από τα εδάφη στα οποία διέμεναν, και μικρασιάτες πρόσφυγες που αντιμετωπίστηκαν ως παρίες του εθνικού σώματος. H κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε στην επανασυγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και η νεοελληνική κοινωνία διαποτίζεται «από τα αιτούμενα, τις αντιθέσεις, τα διλήμματα και τα αδιέξοδα της αστικής εποχής», τα οποία μάλιστα εκφράζονται χαρακτηριστικά στη μετά το 1922 λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση.
Στο σώμα των εθνικών κατασκευών, το βασικό δίλημμα παραμένει ενεργό: πώς να ενταχθούν με όρους επετειακούς οι καταστροφικές συνέπειες του μεγαλοϊδεατισμού, χωρίς να πληγεί συνολικά η ένδοξη ιστορία του έθνους; Απέναντι σε κάθε τύπου γραμμικές αφηγήσεις της ιστορίας, η γλωσσική ανάλυση, με όρους ιστορικότητας των κατασκευών για τη μικρασιατική καταστροφή, στέκεται ως αντίβαρο στον ιστορικισμό και αναδεικνύει τις διλημματικές πλευρές τους, συγκροτώντας την ιστορικότητα των αφηγήσεων και το ιδεολογικοπολιτικό τους περιεχόμενο.
Αν το παρελθόν δεν συγκεκριμενοποιείται αλλά μιλιέται με έναν ρηχό ιστορικισμό, που δεν εστιάζει στην κριτική κατανόηση και αλλαγή του παρόντος, σε ένα εγγενές δηλαδή πολιτικό έργο, τότε το παρελθόν καταλήγει σε μια αποπολιτικοποιημένη κομφορμιστική «δημόσια επετειακή ιερουργία» . Έτσι, οι τόποι μνήμης στις επίσημες εθνικές πολιτικές μνήμης και ανάκλησης, χωρίς τον απαραίτητο κριτικό αναστοχασμό, καταλήγουν «νεκρά αντικείμενα, ουδέτερα κι ασηπτικά» . Εδώ, καθοριστικό είναι το περιεχόμενο της ιστορικότητας των εννοιών και το πώς αυτές αποκτούν κάθε φορά διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με την ιδεολογική τους χρήση, όπως επεσήμανε ο Παναγιώτης Κονδύλης, ασκώντας κριτική σε κάποιους ιστορικούς, κάθε φορά που αυτοί «βλέποντας λέξεις όπως ‘λαός’ ή ‘ελευθερία’, σε κάπως παλιότερα κείμενα, μυρίζονται λαϊκή κυριαρχία και κοινοβουλευτισμό με τη σύγχρονη σημασία τους».

Στου Χατζηφράγκου

Κέντημα από την Κίο, που απεικονίζει γοργόνα με την ελληνική σημαία. Λασκαρίδειο Λαογραφικό Μουσείο Νέας Κίου Δήμου Άργους Μυκηνών

Του Κώστα Μπαζαρίδη*

Στα πρώτα παιδικά μας χρόνια οι μέρες, από τις αρχές του Ιουνίου μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη, ήταν γεμάτες από μια γλυκιά ραθυμία αλλά και μια ολοφάνερη ανήσυχη προσμονή για τις αποκαλύψεις που θα ερχόταν ...οπωσδήποτε ...αυτό το καλοκαίρι. Τότε ζούσαν σχεδόν όλοι οι αγαπημένοι μας και εμείς περιδιαβάζαμε στα προσφυγικά «νεόκτιστα», λαχταρώντας την θάλασσα. Περιμέναμε με αγωνία τις φωτιές του Αη-Γιάννη, τη γιορτή της Αγίας Μαρίνας, το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, τα γλέντια του Δεκαπενταύγουστου, τα φαναράκια από καρπουζόφλουδα την ημέρα μνήμης του Αη-Γιάννη του Αποκεφαλισμένου, την μεγάλη ζωοπανήγυρι του Αη-Μάμαντα, την κορύφωση στα γενέθλια της Παναγίας, μια που δυο μέρες μετά ακολουθούσε η γιορτή των μαρτύρων με τα παράξενα ονόματα: Νυμφοδώρα, Μηνοδώρα, Μητροδώρα που ήταν οι οσίες της Βιθυνίας, γενέθλιας γης των παππούδων μου.
Όμως η τοτινή παιδική αμεριμνησία σκάλωνε στις αλλεπάλληλες συγκρατημένες αφηγήσεις των μεγάλων, συνήθως μακριά από τα δικά μας αυτιά, για όσα είχαν συμβεί 40 τόσα χρόνια πριν, «στην πατρίδα». Συντρίμια μνήμης, ένα παράξενο μνημόσυνο για όσους δικούς μας, είχαν αφήσει τα κόκκαλά τους στη γη και τις θάλασσες της Μ. Ασίας. Έπειτα έρχονταν οι αναμνήσεις για αυτούς που έσβησαν από φυματίωση, από ελονοσία, από τύφο παλεύοντας να ημερέψουν την ατίθαση γη που τους είχε κληρωθεί. Σιγά-σιγά άρχιζαν και οι πνιχτές κουβέντες για όσους είχαν χαθεί, περίπου τους ίδιους μήνες, στον πόλεμο, στα μπλόκα της κατοχής, στο «βουνό»... Ρουφούσαμε αυτά τα σπαράγματα από τα «απαγορευμένα» αινίγματα και προσπαθούσαμε να τα ξεδιαλύνουμε με τα κλειδιά που μας έδινε η παιδική μας φαντασία, όμως λέξεις, αισθήσεις, κιτρινισμένες φωτογραφίες μπλέκονταν σε ένα δύσβατο αμάλγαμα.
Όταν, στην εφηβεία, έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο του Κοσμά Πολίτη, Στου Χατζηφράγκου, το άνοιξα με αγωνία νιώθοντας μια «ανησυχητική οικειότητα». Με δυσκόλευε η γλώσσα και η αποσπασματικότητα του κειμένου, οι συνήθειες της Σμυρνιώτικης ζωής διέφεραν από την ζωή της Προύσας, από όπου ήταν οι δικοί μας, και εγώ βρισκόμουν αλλού, ταξίδευα σε άλλα πελάγη γνώσεων. Ωστόσο ένιωσα μια ιδιαίτερη έλξη για την αυλή των θαυμάτων, που ήταν η αλάνα του Χατζηφράγκου.

Ενοράσεις - Π. Βαλσαμάκης*

Σκυφτός πάνω στη μοίρα σου, πάντα.

Χρόνια και χρόνια στο μαύρο χάραζες
τις φωνές των χρωμάτων σου.
Σε σκληρή,
τρυφερή επιφάνεια.

«Σμύρνη, Σαγγάριος, Αϊβαλί...»

Μνήμες πικρές, λογισμοί στον πηλό χαραγμένοι,
όπως οι φωνές στο βινύλιο.
Σε κύκλους πάντα, σε στροφές μυστικές.

Κύκλος τα λόγια. Κύκλος η σιωπή.
Κύκλος το Άγιο Τίποτα που δεν είναι μηδέν.

Και διαρκώς το βλέμμα σου μακριά
περ’ απ’ τους χαλασμούς
στο αβέβαιο μέλλον μιας νέας πατρίδας στραμμένο.
«Τι πολιτείες θα χτίσουν στα ερείπια πάνω, οι νικητές;» έλεγες.
Και συνέχιζες να χαράζεις δέντρα, λιογέρματα, πρωινά.
Ατελή και αβέβαια σχήματα – κυκλωμένα με κόκκινο της φωτιάς.
Φλόγες του χθες; Φλόγες του αύριο;

Ήταν ο αιμάτινος λόγος της τέχνης σου,
κεραμικές ενοράσεις. Ρίγος και ηλιοτρόπια.
(Έτσι άγγιξες τις βαθιές πληγές⸱ της Ασίας το τραύμα.)

Χρήστος Τουμανίδης

*Με αφορμή το έργο «Ενόραση, 1975», κεραμικό του Πάνου Βαλσαμάκη (Αϊβαλί 1900 - Αθήνα 1986)

Φώτης Κόντογλου

Άποψη της έκθεσης «Μικρά Ασία» στο Μουσείο Μπενάκη. Φωτ. Μενέλαος Μυρίλλας. 

Η θάλασσα ως μία ακόμη αφορμή εξεικόνισης της «κοινωνικής οντολογίας»

Του Παναγιώτη Νούτσου*

Μόλις πρόσφατα στήθηκε η έκθεση: «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους», με ενδεικτικό υπότιτλο: «Από το σήμερα στο χθες με προοπτική το αύριο». Ίσως είναι χρήσιμο να θυμίσω ότι για τον νεαρό Φώτη Κόντογλου (από την περίοδο των φοιτητικών του χρόνων ώς τον Pedro Cazas) συνέθεσα ειδική εργασία (Ακτή, τχ. 35, καλοκαίρι 1998, 277-280). Θεματοποίησα ό,τι σκιαγραφεί μια εκδοχή κοινωνικής οντολογίας που προϋποθέτει τη θάλασσα ως τόπο ανάδυσης των πραγμάτων, ως έκφραση της μεταφυσικής της ταυ­τότητας που υποτάσσει στους κυματισμούς της τη σύγκρουση καλού και κακού, ως κατάφαση της νεότητας του κόσμου, ως εφαλτήριο για το σχεδιασμό ενός αντί-κο­σμου με τον οποίο (επι)κρίνεται ο κόσμος των «πολιτισμένων», ως πρόκληση της κοι­νω­νικής ευαισθησίας που διανθίζεται με έναν τόνο χαρμολύπης και ως απελευθερω­τι­κή δυνατότητα του αφηγηματικού λόγου.
Σ’ αυτό το σημείωμα θα επιμείνω αποκλειστικά στον Pedro Cazas που εξέδωσε, με «ντελικάτο χέρι», μόλις εικοσιτετράχρονος στο Αϊβαλί, στην «Τράπεζα του Διαόλου», πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή και πριν επισκεφθεί το Άγιον όρος (χρησιμοποιώ το κείμενο που περιλαμβάνεται στον Ε΄ τόμο των Έργων του, Αθήνα 41995). Εδώ, ο νεαρός Φώτης Κόντογλου αρθρώνει επίσης ένα παρόμοιο σχεδίασμα κοινωνικής οντολογίας αντλώντας από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο συνεπαφής με το υγρό στοιχείο. Το σχεδίασμα αυτό, ως μορφή και ως περιεχόμενο, θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί ως εξής:

α. Η θάλασσα εμφανίζεται ως τόπος ανάδυσης των πραγμάτων

Ό,τι υπάρχει, περιβάλλεται και αναδεικνύεται απ’ αυτήν. «Διπλώνοντας» και «ξεδιπλώνοντας» τα κύματά της επιτρέπει, ακόμη και μέσα από τα ερημονήσια, να απλώνονται από πάνω μας «ανοιχτά τα ουράνια»: «ο ήλιος βγαίνει απάνου στο νησί μου μονάχα για μένα, για τα θαλασσοπούλια και για τις φώκιες». Η συνύφανση επιγείων και επουρανίων, ως συνεύρεση νερού και φωτός, προξενεί αβίαστα την προαίσθηση της «συντέλειας του κόσμου». Όταν μάλιστα «λες είναι η τελευταία μέρα του κόσμου» δεν αποφεύγεις το ερώτημα, ιδίως όταν σε πλημμυρίζει η «άγρια ερημιά του Ωκεανού»: «τι γίνεται άραγε αυτή τη στιγμή στον πάτο» του;

2/10/22

Με τον λόγο της λογοτεχνίας

Του Κώστα Βούλγαρη

Επί δύο αιώνες νεοελληνικού βίου, η ποίηση δίνει το στίγμα κάθε σημαντικής ιστορικής στιγμής. Σολωμός και Κάλβος, νοηματοδότηση της Επανάστασης∙ Παλαμάς, έκφραση της κορύφωσης της Μεγάλης Ιδέας∙ Βάρναλης, Καρυωτάκης, και βεβαίως Καβάφης, το οριστικό πέρασμα της νεοελληνικής κοινωνίας στην αστική εποχή, μετά την κατάρρευση του μεγαλοϊδεατισμού και του συνακόλουθου παλαμισμού, όταν πια το έθνος-κράτος αποκτά την οριστική εδαφική του ταυτότητα∙ «Μπολιβάρ» του Εγγονόπουλου, Β΄ παγκόσμιος πόλεμος (και άλλα πολλά)∙ ενώ τη μεταβατική στιγμή που ζούμε, μετά το 1989, την έχουν τραγωδήσει επαρκώς οι σύγχρονοι ποιητές (Λάγιος, Μπλάνας, Αρανίτσης, Κούρση, Βρεττός, Μάινας...).
Η ποίηση δεν περίμενε βέβαια την ήττα στον Σαγγάριο για να αποστασιοποιηθεί από τον μεγαλοϊδεατισμό, τον παλαμισμό, αλλά και τον βενιζελισμό. Δίπλα στην αριστερά της εποχής, που έκανε τα πρώτα της βήματα καταγγέλλοντας την εκστρατεία στην Μικρά Ασία, ανθούσε η άρνηση όλων των παραπάνω ταυτίσεων, με μια πλειάδα ποιητών να εκφράζονται με το ύφος και τα προτάγματα του αισθητισμού. Αισθητιστής είναι ο Βάρναλης, μέχρι που περνά στην αριστερά με τη σύνθεση «Το φως που καίει» (1922), όπου καταγγέλλει την «πόρνη» τέχνη της «Φλογέρας του βασιλιά» του Παλαμά και το «Πάσχα των Ελλήνων» του Σικελιανού. Αισθητιστής και ο Καρυωτάκης των δύο πρώτων συλλογών του, μέχρι που, με τα ποιήματά που γράφει μετά το 1922, και θα περιληφούν στα «Ελεγεία και σάτιρες», ασκεί σκληρή κριτική στις μεγαλοϊδεατικές και πολεμοχαρείς φαντασιώσεις, αλλά και στα υποκατάστατά τους (Δελφικές εορτές του εθνοφυλετιστή Σικελιανού), κυρίως συμπληρώνοντας την πολιτική και ιδεολογική κριτική του Βάρναλη με τη διάσταση της κοινωνικής κριτικής. Αισθητιστής βεβαίως και ο Καβάφης, νοηματοδοτώντας αλλιώς «το ελληνικό», ως μια μακρά πολιτισμική διάρκεια στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου, αλλά και το «προσωπικό», ως πεδίο πραγμάτωσης και αντιφάσεων του ανθρώπου της αστικής εποχής. Αισθητιστής και ο πεζογράφος Πέτρος Πικρός, που στη συνέχεια θα ανατάμει την ταξική συνθήκη και θα δημιουργήσει το περιοδικό «Πρωτοπόροι». Η είσοδος λοιπόν του νεοελληνικού μοντερνισμού μας δίνει ένα τελείως διαφορετικό κοσμοείδωλο, το προσφέρει σε μια παραζαλισμένη κοινωνία με εκρηκτικά προβλήματα πάσης φύσεως − για αυτά άλλωστε μιλά, και μιλά επιθετικά.
Αντιβενιζελικοί δεν ήσαν λοιπόν μόνο οι βασιλόφρονες. Όλοι οι προηγούμενοι, στο δίλημμα του «εθνικού διχασμού» ήσαν, προφανώς και αδιαπραγμάτευτα, κατά του θεσμού της βασιλείας, όμως, ακόμα και μερικοί αισθητιστές ποιητές που ξεκίνησαν ως τυπικοί βενιζελικοί, στην πορεία διαχωρίστηκαν και εντάχθηκαν στην αριστερά, όπως ο Λαπαθιώτης. Ο αισθητισμός της δεκαετίας του 1910 εκφράζει την άρνηση σε μια ποίηση υπηρέτρια του «εθνικού συμφέροντος», και είναι ο δρόμος για την αριστερά στην επόμενη δεκαετία Γι’ αυτό και, μετά το 1922, αυτοί είναι που κατάφεραν να μιλήσουν με τον πλέον έγκυρο τρόπο.

Αποτιμήσεις του «Βενιζελισμού»

Άποψη της έκθεσης «Μικρά Ασία» στο Μουσείο Μπενάκη. Φωτ. Μενέλαος Μυρίλλας. 

Του Παναγιώτη Νούτσου*

Τι θα προσκόμιζε μια, συνοπτική έστω, εξέταση της πορείας που διήνυσε η εγχώρια «Αριστερά» από την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (1918) ώς την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος (1924) σχετικά με τους τρόπους αποτίμησης του «Βενιζελισμού»; Θα σταθούμε σε ορισμένους απ’ αυτούς. Δηλαδή:
Ο Αβρ. Μπεναρόγιας παρατηρεί ότι η «ψευτοεπανάστασις» στο Γουδί πρόσφερε την ευκαιρία στη μεγαλοαστική τάξη να εξασφαλίσει την πολιτική της υπεροχή, αν και η ίδια η οικονομική «εξέλιξις» -που επιταχύνθηκε με τη βία και την ξένη βοήθεια– υπήρξε ο δημιουργός της εργατικής τάξης που απλώς ανδρώθηκε «υπό την αστικήν κηδεμονίαν» και με τα επιτεύγματα του «σοσιαλισμού του κράτους». Ο βενιζελισμός, που εκπροσωπούσε τη νεωτεριστική μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, με τη βουλευτοποίηση των «διαφόρων κοινωνιολόγων» μπόρεσε να ακινητοποιήσει το ισχνό επαγγελματικό και πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Τώρα όμως (1920) το ΣΕΚΕ(Κ) αποτελεί τον μοχλό για τον καταρτισμό της «επαναστατικής στρατιάς» του ελληνικού προλεταριάτου, με την έννοια της προετοιμασίας για τους μελλοντικούς αγώνες που «εκ της ιστορικής εξελίξεως» θα υποχρεωθεί να διεξαγάγει.
Ο Γ. Α. Γεωργιάδης, επιμένοντας με τη σειρά του στην ανάλυση δεδομένων της οικονομικής «εξελίξεως» της χώρας, συμπεραίνει ότι η κεφαλαιοκρατία της (που διαθέτει όλα τα «ιδιάζοντα» γνωρίσματα των μεγάλων κεφαλαιοκρατικών χωρών) δεν μπορεί πια να παρεμποδίσει την πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης. Η «επανάστασις» στο Γουδί παραμέρισε τη «φαυλοκρατία» και έδωσε την ευκαιρία στη «νέαν αστικήν τάξιν» να καταστεί κυρίαρχη. Αφού όμως έχει επιλυθεί το εθνικό ζήτημα, με το οποίο η αστική τάξη κατόρθωνε να εκμεταλλεύεται τον εργατικό και αγροτικό πληθυσμό, τίθεται πιο επιτακτικά το κοινωνικό ζήτημα, γεγονός που υπονοεί ότι η ιστορική της διαδρομή συμπλήρωσε τον κύκλο της.
Με την ίδια σκόπευση εκδιπλώνεται η επιχειρηματολογία του Γ. Κορδάτου, που υποδεικνύει ότι με τη γέννηση του ΣΕΚΕ εξουδετερώθηκε ο «αστικός φιλεργατισμός», εφόσον η «εργατιά» (ως ξεχωριστή «κοινωνική ομάδα») προχωρεί κιόλας με σταθερό βήμα προς το «πολιτειακό καθεστώς» που σχεδιάζει η «Σοσιαλιστική Ιδεολογία». Η σημασία των θέσεων και των όρων της Διεθνούς έγκειται «εις την διαπαιδαγωγικήν και εμπειρικήν αυτών αξίαν», εφόσον έτσι επιτυγχάνεται η ομοιογένεια ως προς τις «μεθόδους της οργανώσεως και δράσεως του Κόμματος επί τη βάσει των τοπικών συνθηκών».

Από το ζενίθ στο ναδίρ

Ο θίασος της ελληνικής οπερέτας του Ιωάννη Παπαϊωάννου. Ένωσις Σμυρναίων

Του Άλκη Ρήγου

Υπάρχουν στην ιστορία περίοδοι που ο πολιτικός χρόνος είναι ιδιαίτερα πυκνός, πολυσήμαντος και κλειδί για την κατανόηση της πορείας και αυτογνωσίας ενός λαού και του κοινωνικού του σχηματισμού. Αυτό συντελείτε για την ελληνική περίπτωση στο διάστημα των τριών χρόνων που μεσολαβούν μεταξύ της Συνθήκης των Σεβρών που υπογράφτηκε στις 28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920 με το νέο ημερολόγιο και της Συνθήκη της Λωζάννης που υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου/ 6 Αυγούστου 1923. Τριών χρόνων μέσα στα οποία το νεοελληνικό κράτος φάνηκε να ολοκληρώνει τα όνειρα των μεγαλοϊδεατικών του επιδιώξεων, για να κατρακυλήσει, μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922, στα συγκεκριμένα και γι’ αυτό περιορισμένα και σαφώς προσδιορισμένα όρια, που με εξαίρεση την προσάρτηση των Δωδεκανήσων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, προσδιορίζουν τα οριστικά σύνορα του κράτους.
Η συνθήκη των Σεβρών, αποτελεί την τελευταία από τις 5 βασικές συνθήκες που υπογράφηκαν στα πλαίσια του Συνεδρίου Ειρήνης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άρχισε στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 1919 και έληξε τελικά τον Αύγουστο του 1920. Τέσσερις από τις συνθήκες του Συνεδρίου, αφορούσαν την τύχη των ηττημένων κρατών του πολέμου, πλην εκείνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που καθυστερούσε. Από αυτές, την Ελλάδα αφορούσε η Συνθήκη του Νεϊγύ του Νοεμβρίου του 1919, που προέβλεπε τις κυρώσεις εναντίον της Βουλγαρίας και διά της οποίας δίνονταν στους Συμμάχους (Αρ. 48) η εντολή κατάληψης της Ανατολικής Θράκης μέχρι την περιοχή της Τσατάλτζας. Με δεδομένο ότι ο ελληνικός στρατός είχε ήδη κληθεί, στο όνομα των νικητών συμμάχων, να καταλάβει την περιοχή από τον Σεπτέμβριο του ’19, το γεγονός θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προδίκαζε την τύχη της. Η ίδια εντολή είχε δοθεί και για την περιοχή της Σμύρνης για «την τήρηση της τάξεως», στις 19 Μαΐου 1919, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Ιταλίας, προφανώς ως αντάλλαγμα για την απόφαση της Ελλάδας να στείλει στρατεύματα στην Νότιο Ουκρανία εναντίον του ασταθούς ακόμη καθεστώτος της Μπολσεβίκικης Επανάστασης στη Ρωσία. Και σε αυτή την περίπτωση τα συμφραζόμενα της απόφασης δεν άφηναν αμφιβολίες ότι επρόκειτο για το πρώτο βήμα ικανοποίησης των ελληνικών διεκδικήσεων. Το ελληνικό υπόμνημα περιελάμβανε όλη την Θράκη, Ανατολική και Δυτική, την Βόρειο Ήπειρο, την περιοχή της Σμύρνης και τα Δωδεκάνησα. Η έκβαση των ελληνικών διεκδικήσεων παρέμενε σε εκκρεμότητα βέβαια, όσο δεν κατέληγε η συμφωνία με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Προς τη Δύση (1922)

Ι.
Μην ανασαίνεις.
Δεν υπάρχει χώρος αρκετός.
Είμαστε πολλοί σ’ αυτήν τη βάρκα.

Σγουρές δίνες μελανών κυμάτων
πλέουν δυτικά κι ύστερα βόρεια.
Πορφυρές λεπίδες βραδινού φωτός
κόβουν τον αέρα στα δύο.
Και κάθετα μπροστά
ξινές προβλήτες βουτηγμένες στο αλάτι.

Μην ανασαίνεις.
Η ζωή αραιώνει στα βαθιά πολύ.
Είμαστε ήδη εδώ αρκετοί.

Ανορθωμένοι κίονες στον ορίζοντα
κοιτούν το πίσω νερό.

ΙΙ.

Γεγονότα στρεβλώθηκαν.

Διατυπώσεις αλλοιώθηκαν.

Το προφανές έγινε προϊόν αόριστων συναινέσεων.

Φτωχός σαν ήττα ακόμη νοσταλγώ
«αυτά τα μαύρα δέντρα» στην πίσω αυλή μου

το επίμονο σκαρφάλωμα του κισσού
στον πλατύσκαλο ορίζοντα.

Κάποτε θα κληθώ να δώσω λόγο. Και γι’ αυτό.
Κάπως έτσι η πραγματικότητα μετατρέπεται σε Ιστορία:
θαλασσινές αψίδες ανοίγουν
κι η συμπόνοια αναλάμπει
έτοιμη να μας δεχθεί ως πεπτωκότες.

Έτσι σκέφτομαι–

Η θεατρική πράξη αλλιώς

Πρόσφυγες κατοικούν το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας

Φωτογραφία από το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, όπου είχαν στεγαστεί πρόσφυγες, από το αρχείο του Πέτρου Πουλίδη (1885-1967)∙ 


Της Μαρίας Μοίρα

Το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Ερνστ. Τσίλλερ, νεοκλασικής τυπολογίας και έμπνευσης, μετά από πολλές και επαναλαμβανόμενες οικονομικές περιπέτειες και παλινωδίες των δημοτικών αρχόντων, δυσπραγίες και πτωχεύσεις, αλλαγές αρχιτεκτονικών μελετών και απρονοησίες στα σχέδια και στην κατασκευή (μικρού βάθους σκηνή, έλλειψη καμαρινιών και βοηθητικών χώρων, χωρίς πρόβλεψη για θέρμανση και αερισμό, με αναγκαστική προσθήκη μαγαζιών και γραφείων που επέτειναν την στενότητα του χώρου κατόπιν απαίτησης του χορηγού Ανδρέα Συγγρού για να στεγασθεί η τράπεζα του), εγκαινίασε την λειτουργία του το 1888 φιλοξενώντας μια πλειάδα λαμπρών παραστάσεων. Η αυλαία άνοιξε με το μελόδραμα του A. Thomas Mignion από τον γαλλικό θίασο Lasalle-Charlet ενώ στη διάρκεια της λειτουργίας του στα δραματικά και λυρικά έργα συμμετείχαν μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα όπως η Σάρα Μπερνάρ, ο Νοβέλλι, η Ελεωνόρα Ντούζε, ο Φερωντύ κ.ά. Ο Σουρής καταγράφει σκωπτικά ότι η παράσταση Αντιγόνη η οποία παίχτηκε στην αρχαία ελληνική γλώσσα νανούρισε γλυκά τον Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιο Α΄ που ροχάλιζε στο θεωρείο του: «και προς το μέρος έστρεψα του Μεγαλειοτάτου και ο βασιλιάς ενύσταζε με όλα τα σωστά του, τον γλυκονανούριζε εκείνο το τροπάρι και μες το θεωρείο του εμπήκε να τον πάρει».
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, το Υπουργείο Περιθάλψεως ανέλαβε τον Σεπτέμβριο του 1922 να συντονίσει την προσωρινή εγκατάσταση των προσφύγων σε δημόσια κτίρια και υπαίθριους χώρους. Τριάντα δηλαδή χρόνια αργότερα το Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το Δημαρχείο της πόλης, επιτάσσεται παρά τις αντιδράσεις για να στεγάσει 150 οικογένειες άπορων προσφύγων στα 81 θεωρεία του, σε ένα καθεστώς επείγουσας και αναγκαστικής, πλην άβολης, στενόχωρης και καταχρηστικής συνθήκης κατοίκησης.
Κοιτώ την φωτογραφία του Πέτρου Πουλίδη (1885-1967) που έχει χαρακτηριστεί ως ο πρώτος Έλληνας φωτορεπόρτερ, καθόσον εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες και κατέγραψε με τον φακό του σημαντικά γεγονότα της ελληνικής ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και όψεις της κοινωνίας της εποχής του (το αρχείο του περιλαμβάνει περίπου 550.000 φωτογραφίες και αποτελεί τμήμα του Φωτογραφικού Αρχείου της ΕΡΤ), να αποτυπώνει εδώ εξαιρετικά εύγλωττα και αποκαλυπτικά αυτήν την ιδιότυπη και παράδοξη κατοίκηση.

27/3/22

Έρευνα και νέες θεματικές για το 1821

Των Αθηνάς Συριάτου και Κωνσταντίνας Τορτομάνη*

Η αυξανόμενη ζήτηση για ιστορία και μνήμη, από το τέλος του 20ού αιώνα, υποδηλώνει την επιθυμία για τη διαχείριση του παρελθόντος από υποκείμενα, συλλογικότητες και θεσμούς, είτε έχουν είτε δεν έχουν ιστορική παιδεία, επειδή αποζητούν από το παρελθόν ταυτότητα, αναστοχασμό, συγκίνηση, ακόμα και δικαιοσύνη.
Το επετειακό έτος 2021 αποτέλεσε το κίνητρο για να ενεργοποιηθούν επίσημες και ανεπίσημες αρχές, συλλογικότητες και άτομα, για να δηλώσουν την παρουσία τους στο εθνικό παρόν με μια πρωτόγνωρη έκρηξη δραστηριοτήτων, οι οποίες έχουν σκοπό την επανερμηνεία, τον στοχασμό, την ανάδειξη των επιτευγμάτων του έθνους ή και τις νέες ταυτότητες που αναμετρούνται με την ιδρυτική περίοδο του έθνους.
Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο δημιουργήσαμε ένα Παρατηρητήριο για το 1821 (Περιφερειακή Αριστεία ΕΣΠΑ) με σκοπό να καταγράψει τις δραστηριότητες αυτές και να δημιουργήσει ένα διαδραστικό ψηφιακό αρχείο που να τις περιλαμβάνει, για να αποτελέσει με τη σειρά του τη βάση για ανάλυση των ιδεών του έθνους για τον εαυτό του, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου όταν σκέφτεται την Ελλάδα, όπως σκιαγραφείται τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.
Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ακαδημαϊκών ιστορικών, και εκείνων που ασχολούνται με την ιστορία χωρίς να έχουν ειδικές σπουδές γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτες. Αυτός είναι και ο λόγος που στράφηκαν οι προσπάθειές μας στη δημιουργία ενός συμπεριληπτικού αρχείου, όπου η ακαδημαϊκή και η δημόσια ιστορία συναντιούνται. Ο σκοπός μας δεν είναι απλά να κατασκευάσουμε ένα σιωπηλό αρχείο αλλά να ανοίξουμε ένα διάλογο με όλους όσοι θέλουν να εντρυφήσουν στην επέτειο του 1821 όπως την είδε το πανεπιστήμιο, η ηλεκτρονική και η έντυπη δημοσιογραφία, οι εικαστικοί καλλιτέχνες, το θέατρο, η μουσική, τα σχολεία, η Εκκλησία, οι δήμοι, ακόμα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Διεθνικό φιλελληνικό κίνημα

Του Άλκη Ρήγου*

Η 19η Απριλίου ημέρα θανάτου του Λόρδου Μπάιρον στα 1824 στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, καθιερώθηκε μόλις στα …2008 ως ημέρα «Φιλελληνισμού και Διεθνούς Αλληλεγγύης». Πρόκειται για μια σχεδόν άγνωστη στους Θεσμούς και στους περισσότερους πολίτες μέρα, με φωτεινή εξαίρεση μια ομάδα ενεργών πολιτών του «Συνδέσμου Μπάιρον για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό», με έδρα τον μόνο Δήμο που φέρει το όνομά του ποιητή, εξελληνισμένο βέβαια σε Βύρωνα. Στα πλαίσια αυτού του αγνοημένου όχι τυχαία εορτασμού και μνήμης επιχειρούμε όσο πιο αδρά γίνεται να προσεγγίσουμε εκείνο το ανεπανάληπτο διεθνές φαινόμενο Αλληλεγγύης, μιας επανάστασης που από μια γωνιά της νοτιοανατολικής Μεσογείου, πυρπόλησε τόσους ανθρώπους σε κάθε γωνιά της γης, και έμεινε στην ιστορία ως Φιλελληνισμός.
‘Ένα φαινόμενο που «εμείς οι νεώτεροι δεν έχουμε ακόμη αντιληφθεί το βαθύτατο χρέος προς την φιλελληνική κίνηση», όπως τόνιζε πριν από χρόνια ο Κ. Θ. Δημαράς. Την βαρύνουσα σημασία του στην εξέλιξη της τύχης της Επανάστασης, που άλλωστε δεν κρίθηκε στο πεδίο των μαχών, αλλά κυρίως σ’ εκείνο της διεθνούς πολιτικής όπου καταλυτικός ήταν ο ρόλος του ρεύματος αυτού του πολυδύναμου κινήματος.
Εκείνο το οποίο στο πλαίσιο τούτης της ανάλυσης θέλουμε να αναδείξουμε, είναι το ανεπανάληπτο αυτού του διεθνούς κινήματος. Ενός κινήματος που όλες οι εξουσίες του τότε αλλά και του τώρα, επιχειρούν συστηματικά να το αφυδατώσουν από κάθε ελευθεριακό επαναστατικό και βαθιά ριζοσπαστικά δημοκρατικό περιεχόμενο, να το αποδώσουν μονοδιάστατα στον τότε ρομαντισμό κάποιων προσωπικών ευαισθησιών ή αδιεξόδων ανενεργών στρατιωτικών μετά το τέλος τον ναπολεόντειων πολέμων, την αρχαιολατρία ή τον τυχοδιωκτισμό κάποιων άλλων. Προφανώς υπήρχαν και τέτοιου είδους κίνητρα σε ορισμένους, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ανεπανάληπτη συμβολή, υλική, ηθική, πολιτική, πολιτισμική και άδολη στράτευση στο ένοπλο αγώνα. Πάνω από διακόσοι άλλωστε από όσους ήρθαν και πολέμησαν έπεσε στις ένοπλες συγκρούσεις. Και είναι άδικη αλλά όχι τυχαία η δευτερεύουσα σημασία που του αποδίδεται, στους κατ’ έτος επίσημους γιορτασμούς εκείνης της επανάστασης, κρατικούς ακόμη και σχολικούς. Αν εξαιρέσουμε τον Λόρδο Μπάιρον, τον Ουγκώ τον Ντελακρουά άντε και τους Κάννιγκ και Σανταρόζα –λόγω ίσως και της ονομασίας κεντρικής πλατείας και δρόμου της Αθήνας– ελάχιστα γνωρίζουμε για τους εκατοντάδες εθελοντές –σε 1200 τους υπολογίζουν– που ήρθαν και πολέμησαν και κάποιοι έπεσαν για την Ελληνική Επανάσταση, για τις επιτροπές αλληλεγγύης που συγκροτήθηκαν σε όλο τον κόσμο, με συμμετοχή διεθνούς κύρους προσωπικότητες.

Επαναστάσεις στον κόσμο των αυτοκρατοριών

Της Άντας Διάλλα*

Προδημοσίευση από τη μελέτη με τίτλο Το «ξανθό γένος» στη Μεσόγειο: Ο ρωσικός και ελληνικός κόσμος κατά την εποχή των Επαναστάσεων, που πρόκειται να κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Παγκόσμιο, περιφερειακό, αυτοκρατορικό, τοπικό

Οι επαναστάσεις των αρχών του 19ου αιώνα είχαν μεταξύ τους διαφορές αλλά και κοινά σημεία, καθώς όλες είχαν άμεση σχέση με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τις αυτοκρατορικές κρίσεις σε Βενετία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι άνθρωποι της εποχής είχαν την αίσθηση μιας κρίσης παγκόσμιας κλίμακας, οικονομικής και κοινωνικής, που οδηγούσε στην κρίση κυριαρχίας και αγκάλιαζε τις αυτοκρατορίες από την Ευρασία έως τον Ατλαντικό κόσμο. Οι πολιτικές εξεγέρσεις ήταν συχνές, με αποτέλεσμα κάθε νέο ξέσπασμα να εκλαμβάνεται ως μια τοπική έκφραση ενός ευρύτερου φαινομένου. Τα αποτυπώματα της εποχής, έντυπα και μη, βεβαιώνουν ότι τα ιστορικά υποκείμενα είχαν την αίσθηση ότι οι εξεγέρσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη, με αποτέλεσμα να μην διερωτώνται εάν κάποτε θα ξεσπάσει κάποια νέα επανάσταση, αλλά ποιο θα ήταν το επόμενο σημείο όπου θα ξεσπούσε. Πριν ακόμη από τους σύγχρονούς μας ιστορικούς της πλανητικής ιστορίας (global history), οι τότε σύγχρονοι ενέταξαν σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο το ελληνικό 1821, που έγινε αμέσως ένα καυτό διεθνές πολιτικό θέμα, το οποίο απασχόλησε ξένους πολιτικούς, διπλωμάτες, λόγιους, φιλέλληνες και μη, εν γένει όλους όσοι με τη δύναμη της πένας τους ήταν σε θέση να συνεισφέρουν στην ερμηνεία εκείνων των σημαντικών γεγονότων.
Σήμερα η ελληνική και η διεθνής βιβλιογραφία ενσωματώνουν το ελληνικό 1821 στο πεδίο της «Εποχής των Επαναστάσεων». Παρά ταύτα, η ελληνική περίπτωση (όπως εξάλλου και η ρωσική) είναι υπο-εκπροσωπημένες. Αυτό σημαίνει ότι ένα από τα αιτούμενα είναι να συσχετισθεί το 1821 όχι μόνο με τη Γαλλική Επανάσταση (όπως γίνεται τις περισσότερες φορές) αλλά και με όλες τις επαναστάσεις που ξεσπούν από το 1770 έως το 1830: από την Αμερικάνικη Επανάσταση (1775-1783), την Γαλλική Επανάσταση (1789-1799) και τους πολέμους της (1792-1799) έως την επανάσταση της Αϊτής (1791-1804), τις εξεγέρσεις στην Καραϊβική και τους πολέμους της Ανεξαρτησίας στη Νότιο Αμερική (1808-1833), καθώς και τις επαναστάσεις στη Μεσόγειο: στην Ισπανία το 1820, στην Ιταλία το 1820-1821, στην Ελλάδα το 1821-1827 και, τέλος, στη Ρωσία το 1825.

Για τον Σπύρο Ασδραχά

Ludwig Köllnberger, Έλληνες και Βαυαροί στρατιώτες σε ώρα ανάπαυλας, 1834, υδατογραφία σε καφετί χαρτί, επικολλημένη σεχαρτόνι, 15 x 17,5 εκ. 

Του Χρήστου Λούκου*

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Δ. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ, Σπύρος Ι. Ασδραχάς, 1933-2017. Εργογραφία και δοκιμή βιογραφίας, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας - Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 422

Οφείλουμε πολλές χάριτες στον Δημήτρη Αρβανιτάκη που με τόση επίμονη έρευνα και διεισδυτικό βλέμμα περιέγραψε την επιστημονική και πολιτική πορεία του Σπύρου Ασδραχά, αναμφίβολα ενός από τους κορυφαίους ιστορικούς μας των τελευταίων 100 χρόνων. Ο όρος ιστορικός, που ήταν η κύρια ιδιότητά του, είναι περιοριστικός της ποικίλης δράσης του. Πρόκειται για έναν οργανικό διανοούμενο που, με όπλο τον ιστορικό χρόνο, αποτύπωσε σε πολλές δράσεις το δικό του μοναδικό στίγμα και την ευαισθησία του. Ποιος δεν ωφελήθηκε από τα όσα έγραψε για την οικονομία και κοινωνία των ελληνικών χωρών επί Λατινοκρατίας και Τουρκοκρατίας, για τον νησιωτικό χώρο, για τους κλεφταρματωλούς και την πρωτόγονη επανάσταση, για τις εικόνες του Μακρυγιάννη, τις προτάσεις του για τα εφόδια του ιστορικού στη δουλειά του και άλλα πολλά και ποικίλα; Λέγαμε ότι τα κείμενά του ήταν δύσκολα, αλλά όποιος λίγο επέμενε, όποιος δεν δίσταζε να τα ξαναδιαβάσει, γρήγορα ανακάλυπτε τον πλούτο των γνώσεων και των επιχειρημάτων που σε αυτά περιέχονταν, άνοιγαν οι νοητικοί του ορίζοντες.
Ο Αρβανιτάκης δούλεψε σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο, την εργογραφία, μας έδωσε μια εξαντλητική βιβλιογραφία. Τι έγραψε ο Ασδραχάς: βιβλία, άρθρα σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, σε εφημερίδες, σε κάθε μορφής έντυπο ή συνεντεύξεις του, ώστε έχουμε όλο το συγγραφικό του έργο, με αποθησαυρισμένες επίσης τις σχετικές βιβλιοκρισίες, που μαζί με τα αφιερώματα στο έργο του μαρτυρούν για την υποδοχή του. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβουμε ότι αυτή η συναγωγή χρειάστηκε γνώση, επιμονή και υπομονή για να εντοπιστούν και να παρουσιαστούν 724 τίτλοι από πολλά και διάσπαρτα έντυπα για την περίοδο 1953-2022. Τα όσα ο Αρβανιτάκης κατέγραψε, όλα σχεδόν από αυτοψία, τα ψηλάφισε, άλλα τα διάβασε πάλι ή για πρώτη φορά, και έτσι μπόρεσε, στο δεύτερο επίπεδο, στη δοκιμή βιογραφίας, να μας σκιαγραφήσει, με τόση ικανότητα, την πορεία του Ασδραχά, όπως κυρίως αποτυπώθηκε στα ιστορικά του έργα, τη διδασκαλία του, την πολιτική του δράση.