Του Άλκη Ρήγου
Στην ιστορική διαδρομή των λαών και των κοινωνικών σχηματισμών που δημιουργούν, υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες σταθμοί που προσδιορίζουν ανεξίτηλα την πορεία τους. Στη νεοελληνική ιστορική διαδρομή, εκατό χρόνια από τη έναρξη της Επανάστασης, στέκει το 1922
Πρόκειται για μια ημερομηνία κλειδί, και μάλιστα ως συνέπεια της μικρασιατικής καταστροφής, της μεγαλύτερης ιστορικά του ελληνισμού, για τις εξελίξει ς της νεότερης ελληνικής κοινωνίας, οικονομίας, ιδεολογίας και πολιτικής. Τομή που όσο και αν φαίνεται αντιφατικό, μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική.
Για πρώτη φορά, το μέγιστο των Ελλήνων αναγκάζεται να ζήσει και να αναπτυχθεί στα προσδιορισμένα και για αυτό περιορισμένα σύνορα ενός ελληνικού κράτους και μιας συγκεκριμένης αξιόλογης όμως ντόπιας αγοράς. Ο ελληνισμός συμπίπτει με τον ελλαδισμό. Η Αθήνα αντικαθιστά την Κωνσταντινούπολη, ως οικονομική και όχι μόνο πρωτεύουσα. Τα σύνορα επίσης για πρώτη φορά οριστικοποιούνται, με μόνη προσθήκη τα Δωδεκάνησα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και μάλιστα δημιουργώντας ένα από τα πιο εθνοτικά ομοιογενή κράτη στην Ευρώπη, μετά την άφιξη των προσφύγων από την Μικρά Ασία, τον Πόντο, τον Καύκασο και την Ανατολική Θράκη, καθώς και την υποχρεωτική ανταλλαγή τουρκικών και μεγάλου μέρους μακεδονικό-βουλγαρικών πληθυσμών, με την εξαίρεση των ορθόδοξων Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου και των μουσουλμάνων-τουρκογενών, Πομάκων και Αθίγγανων της Δυτικής Θράκης και όσων μουσουλμάνων δήλωσαν Αλβανοί στην Ήπειρο.
Η τάση προσωρινότητας που ταλάνιζε εκατό χρόνια τον ελληνικό λαό με το όνειρο μιας νέας Μεγάλης Ελλάδας μέσα από την συνεχή επέκταση του κράτους, τελειώνει, οδυνηρά μεν, αλλά οριστικά. Ταυτόχρονα, λήγει και ο κυρίαρχος πολιτικός μύθος της Μεγάλης Ιδέας των «Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών», τρία μόλις χρόνια από την Συνθήκη των Σεβρών, με τη ρεαλιστική Συνθήκη της Λωζάννης του 1923.






