Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βύρων Λεοντάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1/11/14

Μόνον διά της μνήμης…

ΤΗΣ ΖΕΦΗΣ ΔΑΡΑΚΗ

Στο περιοδικό Τα ποιητικά, τεύχος 15, Σεπτέμβριος 2014, διάβασα μια κριτική-παρουσίαση του ογκολόγου ποιητή κ. Αλέξανδρου Αρδαβάνη για τον Βύρωνα Λεοντάρη.
Επειδή θεωρώ ότι το κείμενο αυτό προσβάλλει ηθικά και αισθητικά την αξιοπρέπεια της μνήμης του Βύρωνα Λεοντάρη και της οικογένειας, απευθύνομαι, κυρίως, σε όσους μιλώντας για έναν ποιητή, τον περιβάλλουν με την ποίησή του.
Ο κ. Αρδαβάνης, παρ’ όλο που αγαπάει την ποίηση του Β. Λεοντάρη, εγείρει μέσα μου ερωτήματα γι’ αυτό το άδικο δίμορφο κείμενο, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τον καταγγελτικό βαθμό της αδιακρισίας του και καταλήγοντας πάντως στο συμπέρασμα ότι ο κ. Αρδαβάνης «χρησιμοποίησε» την ποίηση του Β. Λ. για λόγους απόλυτα προσωπικής προβολής, καθιστώντας την καταναλωτικό αγαθό, για το ευρύ κοινό της ποίησης, όχι μόνο μέσω του Διαδικτύου που μαθαίνω ότι το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε, αλλά και για ένα ευρύτερο, όλο και πιο ευρύ κοινό – άραγε, είναι αυτό το κοινό του ποιητή;
Γιατί «αμαρτάνεις» όταν, με αυτόν τον βίαιο τρόπο, ποδοπατείς τα ίχνη της μνήμης ενός βαθιά άρρωστου ανθρώπου, παραβιάζοντας, ανεπίτρεπτα, προσωπικά και ιατρικά δεδομένα και μη γνωρίζοντας τον αγώνα και την αγωνία των οικείων του, όλο αυτό το μακρύ διάστημα των πέντε χρόνων της αρρώστιας του και της κατ’ οίκον νοσηλείας του.
Μη γνωρίζοντας δηλαδή όλη την αλήθεια των γεγονότων – γιατί δεν αρθρώνεται ποτέ όλη η αλήθεια.

6/9/14

Το ποίημα ως ποίημα

ΔΙΑΛΟΓΟΣ Για τον Βύρωνα Λεοντάρη

Τι να τις κάνω εγώ τις ρίζες μου
όταν οι ρίζες μου απαγχονίστηκαν
στον ουρανό...
Β. Λεοντάρης

Διαβάζοντας το κείμενο του κ. Β. Λαμπρόπουλου στις «Αναγνώσεις» της 17-8-2014 για τη συλλογή του Β. Λεοντάρη Μόνον δια της λύπης, αναρωτήθηκα αν αυτό καθ' εαυτό το ποίημα, πέρα από το αν αποτελεί «επιτομή της νεωτερικής ποίησης» ή αν αποτελεί ή όχι «αρνητική διαλεκτική» ή «εάν απουσιάζει η στίξη», έχει «κατανοηθεί» σαν ένα βαθιά απελπισμένο προσωπικό κείμενο, στο βαθμό που το επιζητεί. Δηλαδή δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να είναι «επείγον» ένα ποίημα με τόση προσωπική απόγνωση. Βέβαια η Ποίηση, μπορεί να είναι εσαεί επείγουσα, μακάρι, αλλά δεν εννοεί αυτό ο κ. Λαμπρόπουλος. Υπερβολικά αυτοεκτειθέμενος (βέβαια θα μπορούσε κανείς με την ίδια κριτική οίηση να δηλώσει ότι το συγκλονιστικότερο ποίημα των τελευταίων τριακοσίων χρόνων είναι «Το Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε· και ολόκληρος ο Μπωντλαίρ) δηλώνει λοιπόν ότι το ποίημα είναι «εξαιρετικά δυσπρόσιτο». Ότι εάν δεν έχεις τις «κατάλληλες εγκυκλοπαιδικές γνώσεις», «εάν δεν γνωρίζεις τις πηγές του» τότε το ποίημα «δεν σε αφορά».

14/8/14

«Στή χώρα πού τήν κατοικοῦν οἱ ἀντιλέξεις»

Ο εσωτερικός χρόνος και ο «άχρονος» χρόνος της ποίησης τοῦ Βύρωνα Λεοντάρη

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΘΗ

«…Ουσιαστικά στην ποίηση ο χρόνος είναι άχρονος»[1], γράφει ο Βύρωνας Λεοντάρης. Ο χρόνος στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» των Χορκχάιμερ και Αντόρνο ορίζεται ως «η εσωτερική μορφή οργάνωσης της ατομικότητας»[2]. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η εξωτερικότητα των γεγονότων μετατρέπεται σε εσωτερικότητα του υποκειμένου.  Έκανε πολύ κόπο η φιλοσοφία να κατανοήσει και να αποβάλει ορισμένους δυισμούς που συνθέτουν την ουσία του φαινομένου του χρόνου: «Δεν υπάρχει πια εξωτερικότητα του υπάρχοντος, αν με αυτή τη λέξη εννοούμε έναν επιφανειακό φλοιό που θα έκρυβε από το βλέμμα την αληθινή φύση του αντικειμένου», γράφει ο Σαρτρ στο «Είναι και το Μηδέν»[3]. Είναι αλήθεια ότι η έννοια του εξωτερικού χρόνου, γίνεται κάθε φορά αντικείμενο οικειοποίησης από την εξουσία μέσα από τη μονοσήμαντη εκφορά της και την επιβεβλημένη επαναληπτικότητα των συμβατικών και λειτουργικών δομών της. Για τον Λεοντάρη εσωτερικός χρόνος είναι ο «άχρονος» χρόνος της ποίησης, είναι αυτός που πρέπει να επανακαθορίσει, να επανανοηματοδοτήσει το συμβατικό, τον καθιερωμένο από τις εξουσιαστικές δομές χρόνο. Ο ποιητικός χρόνος είναι κατ᾽ ουσίαν εσωτερικός χρόνος. Στο δοκίμιο «Η Αγωνία του αμετουσίωτου» περιγράφοντας την αδυναμία του ποιητή να βιώσει αυτό που του συμβαίνει ως ομοούσια με τον εαυτό του ολότητα υποστηρίζει ότι ο ποιητής αποδύεται σε μια περιπέτεια υπέρβασης της αδυναμίας αυτής και του αισθήματος του «αφόρητου» περιπλανώμενος γύρω της σε μια δική του διάσταση χρόνου: «Ο ιδιόμορφος ιδεολογικός χαρακτήρας της περιπέτειας στην οποία αποδύεται ο ποιητής και η υποστροφή της σε βιωματικότητα σημαδεύονται και από την εσωτερική αυτονομία της χρονικότητάς της. Τα διάφορα στάδιά της δεν έχουν χρονική διάσταση μεταξύ τους. Εκτυλίσσονται επάλληλα, ακαριαία με ονειρική ταχύτητα. Αυτό που έχει κατανοήσει ο ποιητής είναι η ενότητα χώρου και χρόνου, οι αλληλοσυναρτώμενες δομές τους και ο τρόπος επίδρασής τους στο εσωτερικό «Είναι» του υποκειμένου.

Βύρων Λεοντάρης: Αντανακλάσεις της «νικηφόρου καταστροφής»

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΟΥΒΑΛΗ

«Η συμβολή του ποιητή στη διαμόρφωση του σύγχρονου ποιητικού κανόνα θα κριθεί κατόπιν... Ανήκει σ’ εκείνη τη μικρή χορεία λογοτεχνών που μέλλει ν’ απασχολήσει τους ευάριθμους ομοτέχνους του επί μακρόν κι εξαιτίας διαφόρων αφορμών… Το έργο του, ποιητικό και δοκιμιακό, συνθέτει ένα σύμπαν με ποιητικά σημεία, έναν τόπο, που δεν υπόκειται σε όρους συγχρονικούς, παρότι σύγχρονο, και αφορά τη μελλοντική ερμηνευτική αντιμετώπιση του τωρινού παρόντος…».
Ιδού, παραπάνω, μερικές πρώτες σκέψεις μετά την είδηση της αποδημίας του Βύρωνα Λεοντάρη. Μια πραγματικότητα που ήδη καταγράφεται, αφ’ ης στιγμής ο ποιητής έχει σιγήσει εκδοτικά ενώ, παράλληλα, ήταν γνωστή η περιπέτεια της υγείας του. Κι αποτελεί μια τετελεσμένη πραγματικότητα διότι ακριβώς η παρουσία του στα ελληνικά γράμματα κατατέθηκε μέσω των γραπτών του –οριστικά και αμετάκλητα– αλλά και μέσω της γόνιμης, φυσικής «απουσίας» του από τα ευτελή ή εντυπωσιοθηρικά δρώμενα της εξωστρεφούς, μιντιόπληκτης λογοτεχνικής κοινότητας.
Ο λεονταρικός λόγος είναι πολύσημος. Η ποιητική του ταυτότητα εγκολπώνει τη ματαιωμένη παρόρμηση μιας ολόκληρης γενιάς που θέλησε να εξωτερικεύσει το τραύμα μιας «νικηφόρου καταστροφής»: ο ιστορικός χρόνος, ο μεταπόλεμος, εισήλθε βίαια κι απρόσκλητα στον ψυχισμό του ατόμου ενώ διασάλευσε τις προσλαμβάνουσες του κοινωνικού συνόλου, τις ιδέες και τις αξίες, αναμόχλευσε ένστικτα και βεβαιότητες, και, τέλος, εμπότισε καθολικά την ποιότητα του πολιτισμού και την πράξη της πολιτικής με ποικιλία αρνητισμών και έκτακτων ανατροπών.

Ένα θεμελιώδες ποίημα εναντίον όλων των θεμελίων

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ
 
Πηγαίνοντας στην Εφταλού, 1971, Ακρυλικό, 70 x 95 εκ. Ιδιωτική συλλογή
Αναφερόμενος στον Μακρυγιάννη, ο Σεφέρης έγραψε: “Καταλαβαίνετε. Δε μιλά ο Λόρδος Βύρων, μήτε ο λογιότατος, μήτε ο αρχαιολόγος· μιλά ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές. ‘Γιαυτά πολεμήσαμε’. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου.”
Ε λοιπόν κάποιοι από εμάς δεν καταλαβαίνουν αυτή την κουβέντα του Σεφέρη. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτοι συγγραφείς της Γενιάς του ’30 δεν αξίζουν ένα ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη.
Ο Λεοντάρης έγραψε το « μόνον δια της λύπης...» (1976), το πιό καίριο, το πιό επείγον ελληνικό ποίημα των τελευταίων αιώνων. Κάθε ανάλυση της νεοελληνικής γραμματείας οφείλει να το λάβει υπ’ όψιν. Θα αναφέρω μερικούς λόγους για τους οποίους συνιστά μια επιτομή της νεωτερικής ποίησης.
Πρώτον, αντλεί από κάθε μέτρο – ίαμβο, ανάπαιστο, δάκτυλο κλπ. Το μιμείται το παρωδεί, το οικειοποιείται, το υπονομεύει. Ο βηματισμός μπορεί να είναι πηγή αρμονίας ή διατονίας. Κάποτε ολοκληρώνεται κι άλλοτε παραπαίει. Η μετρική αβεβαιότητα είναι διαρκής, αρνούμενη να μελωδίσει.

9/8/14

Βύρων Λεοντάρης, 1932-2014

Ἐδῶ, στό συνοικιακό νεκροταφεῖο
πού μαζευτήκαμε νά κεραστοῦμε
καφέ, παξιμαδάκι καί κονιάκ
γιά τόν ἀγαπημένο μας πού χάθηκε νέος πολύ ἐν ἀρετῆ καί θλίψει
καί λίγο πρίν στή γῆ ἀπιθώσαμε τό σῶμα του
-τό βάρος μιᾶς νεότητας ἀσήκωτο σά μεταμέλεια…-
ἡ σύναξη ἑτερόκλητη
φίλοι καί συγγενεῖς ἐγγύτεροι καί ἀπώτεροι οἱ συμμετασχόντες
-σέ τί συμμετασχόντες
καί ποιοί τώρα οἱ «ἐγγύς» καί ποιοί οἱ ἀπώτεροι…-
λόγια συμβατικά γιά τόν νεκρό, τριμμένα κι ἄλλα πού σωπαίνονται
καί ἐγκώμια σέ παληά ἑλληνικά ὅπως συνηθίζεται
«ἀναλωθείς...», «διαπρέψας...», «ὑπερακοντίσας...»

Τό τελευταῖο αὐτό μέ λύγισε
Τί λέξη, ἀλήθεια, καί τί μοίρα
γι᾿ αὐτούς πού ξεπεράσανε τό στόχο
κι ἔτσι, ὑπερακοντίσαντες, ἀστόχησαν

Τί ἔγινε ἡ ὁρμή τους
ποῦ καρφώθηκε τό ἀκόντιο...
Δέ μέτρησε ἡ βολή τους τίποτε δέ μέτρησε

***

Υπάρχουν ποιητές και κριτικοί τελεσίδικα γνωστοί, υπάρχουν και αυτοί που τους ανακαλύπτουμε αδιάκοπα. O Λεοντάρης είναι ένας από εκείνους που απωθούμε.
Κατά ένα μεγάλο μέρος τους, η ποίηση και τα δοκίμια του Λεοντάρη αποτελούν την έκφραση και την κριτική του κοινωνικού είναι της νεώτερης ελληνικής ποίησης. Γιατί ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, αναιρώντας τόσο ριζικά και καίρια τις ιδεολογικές κατασκευές για την «κοινωνική σημασία» της ποίησης και τον «κοινωνικό ρόλο» του ποιητή. Στα κείμενά του, οι αντιλήψεις για την «μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας», για την μεσσιανική «αποστολή» του ποιητή κλπ, σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς. Υπήρξε ψυχρός συγγραφέας, χωρίς αναπτύξεις στην έκφραση, χωρίς μηρυκασμούς στην έμπνευση, συντάκτης του ισολογισμού: ουσία της ποίησης - κοινωνικοί όροι ύπαρξής της.

Βύρων Λεοντάρης: ένας γενναίος

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

—Νεκρέ, είπε η Στιχομάντισσα,
δύσκολο θάνατο έχεις να διαβείς
Απ’ το βασίλειο της Μνήμης φεύγοντας
μακρυά θα πορευθείς περιπλανώμενος
γυρεύοντας το Τι.
Βλέπω στις ερημιές να σου χυμούν ρεκάζοντας τέρατα απαντήσεις
να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα
ώσπου να φτάσεις κάποτε
στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις
Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφούν το νόημά τους
Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε για αυτές

Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει
Ως κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος, ο Βύρων Λεοντάρης άφησε ισχυρό, σαφές και σημαίνον το αποτύπωμα της σκέψης του πάνω στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Ένα αποτύπωμα ταυτόσημο και συμπληρωματικό με αυτό της ποίησής του, όσον αφορά τις ιδέες που το συνέχουν. Οι πιο εμφανείς σταθερές του είναι η μακρά, ανανεούμενη παράδοση του ρομαντισμού, και το φάσμα των ιδεών της Κριτικής θεωρίας.
Το κορυφαίο δοκίμιο του Λεοντάρη, και κατά τη γνώμη μου το κορυφαίο νεοελληνικό λογοτεχνικό κριτικό δοκίμιο, είναι οι «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», οι οποίες δημοσιεύονται το 1973 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Σημειώσεις, τις οποίες «Θέσεις» παρουσίασα και αναδημοσίευσα πέρυσι στις «Αναγνώσεις» (16/3/2013). Με βάση αυτό το δοκίμιο, όχι μόνο μπορούμε να «περιοδολογήσουμε» την καρυωτακική φιλολογία και κριτική, σε πριν και μετά απ’ αυτό, αλλά και να αναστοχαστούμε την ποίηση του 20ού αιώνα μέσα από την τομή που επιφέρει στην εικόνα της.

Ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης*

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
 
Δημήτρης Σκαλκώτος, Δεύτερη φορά

Θεωρώ τον Βύρωνα Λεοντάρη έναν από τους σημαντικότερους -ίσως τον σημαντικότερο- ποιητή της γενιάς του, της Δεύτερης Μεταπολεμικής,  και μία από τις κορυφαίες και χαρακτηριστικότερες μορφές της μεταπολεμικής μας ποίησης και κριτικής. Το ποιητικό του κυρίως έργο είναι κατάστικτο από τα στοιχεία εκείνα που ταλανίζουν τον ευαίσθητο και ευαισθητοποιημένο ιδεολογικά μεταπολεμικό άνθρωπο και συγκροτούν την έννοια της «μεταπολεμικότητας» (τραυματικές μνήμες, εμπειρίες και βιώματα από τη δεκαετία του ’40, συγκεκριμένη ή ασαφής και απροσδιόριστη, προσωπική και συνάμα συλλογική αίσθηση της ήττας και της οριστικής ματαίωσης  των προσδοκιών για έναν ανθρώπινο κόσμο, έντονο αίσθημα ενοχής, που συχνά παίρνει υπαρξιακής υφής διαστάσεις και συχνά εκδηλωνόμενη ανάγκη καταφυγής σε μια διαβρωμένη από το προσωπικό συναίσθημα εκδοχή της απάνθρωπης πραγματικότητας).
Ο Λεοντάρης, τόσο ως ποιητής όσο και ως κριτικός και ως πνευματική ενγένει προσωπικότητα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο, τον ενωτικό δίαυλο ανάμεσα στους ιδεολογικά εμπλεκόμενους ποιητές της Πρώτης Μεταπολεμικής γενιάς και στους παρεμφερώς προβληματιζόμενους ποιητές της γενιάς του. Εμφανίζεται στα γράμματα το 1954 (με τη συλλογή Γενική αίσθηση)· όταν η εκτυφλωτική φωταψία του ματαιωμένου οράματος, σβησμένη οριστικά, έχει κατακαθίσει και έχει επικαλυφθεί από την οδυνηρή αίσθηση της ματαίωσης· όταν το αγωνιστικό ρίγος των πρώτων έχει ήδη μετατραπεί σε υπαρξιακή αγωνία και έχει γίνει συνείδηση ότι είναι αδύνατον να ταυτιστούν «η πορεία της επανάστασης και η πορεία του ανθρώπου», ότι «ο θάνατος και η φθορά δεν αντισταθμίζονται με καμιά λυτρωτική μελλοντολογία», ότι είναι καιρός οι όποιες αγωνιστικές αξίες να γκρεμιστούν συθέμελα, αφού «κανένα αποτέλεσμα και κανένα τέρμα δεν μπορεί να είναι το ζητούμενο» και αφού δεν μένει πια «παρά μόνο […] η ασταμάτητη θεομαχία μπροστά σε ένα μέλλον που θα έχει πάντα ‘πολύ ξηρασία’». Είναι η εποχή που, όπως λέει ο ίδιος, κάνουν, ολοένα και εντονότερα, την εμφάνισή τους «οι εκφυλιστικές τάσεις της αντιστασιακής ποίησης με κύριο χαρακτηριστικό την αποδέσμευση από την ιδεολογία, με παράλληλη υποτίμηση και απομυθοποίησή της».

Αποσπάσματα

...Α, τι μακάριοι όσοι δεν είναι σαν κι εμάς αντιδογματικοί
πιστοί της ποίησης φλεγόμενοι και μη καιόμενοι
που τους εδόθη η χάρη της εύλογης απόστασης απ’ την πληγή και το ουρλιαχτό
στο μέσο του ύψους στο μέσο του ύψους...

Κι έτσι πηγαίναμε και βουή κι ανθόσκονη σήκωναν οι μιλιές μας και μας τύλιγαν
ωσότου κέκλινεν η ημέρα
κι εκεί ανάμεσα σε Φιλοθέη και Χαλάνδρι μ’ έπνιξαν τα δάκρυα και χωρίσαμε
διέστην απ’ αυτών
 ο δρόμος μου έστριβε για το Amager
***
...Πλεκτάνη η απιστία αυτής της ίδιας μας της πίστης και η παραίτηση του ίδιου του πόθου δόλια παγίδα
Στ’ αλήθεια, είναι άραγε «καλύτερα»
χοιροβοσκός πέρα στο Amager και μικρομαγαζάτορας στης λίμνης το νησί
ή μήπως
μας έπαιξε κι εδώ άτιμο παιχνίδι η ποίηση και μας έριξε
βορά των χοίρων και των κουνουπιών
βορά αυτής της ίδιας πάλι

Βύρων Λεοντάρης, Εν γη αλμυρά, 1996
Το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους 
των «σημειώσεων», Σεπτέμβριος 1973
Έγκλειστοι σε θεσμούς αχειροποίητους (τουλάχιστον έτσι μας  έλεγαν), όταν η ισότητα σύρθηκε γονατιστή μπροστά στην ύλη, φανταστήκαμε ρεμβάζοντας  θάλασσες, για να ποτίσουμε τελικά μ’ αυτές, κατά τις δυνάμεις του ο καθένας, ένα δέντρο με ρίζες στον ουρανό.
Σ’ αυτήν την οδοιπορία φιλιώσαμε με τον Βύρωνα, στην παρέα των «σημειώσεων», καθώς συναντιόμασταν Τετάρτες στο οινομαγειρείον της Τρικούπη, για να γλυτώσουμε από την ομίχλη, που καταπώς φαίνεται κουβαλούσαμε με το έτσι θέλω.  Ο κόσμος γινόταν πιο περίεργα αλλιώτικος εκεί, και σ’ αυτό σίγουρα ευθυνόταν η απενοχοποίηση της αθωότητας όπως την κατέθετε μες την απόγνωση ο Βύρων Λεοντάρης.
Αυτά κράτησα και μ’ αυτά κρίνω εκείνον που έθεσε τους στόχους του και τους έφερε εις πέρας, ίσαμε εκεί που συνταιριάζουνε αμετάκλητα οι λέξεις. Όλο και πιο μόνοι Βύρωνα.

Μ’ αγάπη

Γιώργος Μερτίκας

Στον δρόμο για το Amager

Μνήμη Βύρωνα Λεοντάρη

                                                                            Καλύτερα χοιροβοσκός στο Amagerbro (…)
                                                                            παρά ποιητής
                                                                                                                                                                    Søren Kierkegaard
                                 


Θα ξεχνάς να διαβάσεις, θα ξεχνάς να γράψεις και να διαβάσεις,
τα λόγια που ευχόσουν να σχηματιστούν στων βιβλίων τα χείλη,
θα ικετεύεις στα πρόσωπα των άλλων να χαριστούν· θα διστάζεις
να προφέρεις έναν στίχο, η πόρτα της συγκίνησης θα σβήνει,
με πάταγο θα κλείνει: Φέρετρο. Αποχαιρετισμός.

Όλα ψεύτικα, δεν υπάρχει αγωνία ούτε κίνδυνος,
το χέρι κομμένο που γράφει, η οπτασία ματαιωμένη.
Απελευθερωμένα χτυπούν οι καμπάνες, έρχονται
νέοι ήχοι, νέες φωνές, το χειρότερο: δάκρυα από γέλια.
Μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας ημών...—

Δεν είχαμε τίποτα, ένα βρέφος κρατούσαμε μόνο,
γέννηση κλάμα ωδίνες, το συμπαγές σώμα του μες στο αίμα,
να ξεπλυθεί, να ομορφύνει, να λάμψουν 
οι περίλυπες μπούκλες στο φως, μαύρα μυστήρια τα μάτια —
Εγκυμονούσε φίδια το πάθος, μια καταστροφή:
αντί για τον ομφάλιο λώρο έκοψε το ίδιο μας το κεφάλι.

Θα ξεχνάς να διαβάσεις, θα ξεχνάς να γράψεις,
θα ξεχνάς να γράψεις και να διαβάσεις.
Κάποτε υπήρχαν τα χείλη της, κόκκινα σαν το μαχαίρι που μας σκοτώνει
Σταφύλι των αρωμάτων έσπαγε στο στόμα,
οι αισθήσεις ν’ αγγίζουν το μνήμα του παρελθόντος.
Άξιζε να πεθάνεις γι’ αυτό, άξιζε να πεθάνεις;
Σαράντα παιδιά ορφανά μες στην χούφτα του χρόνου χωρίς φωνή.

Ο Βύρων Λεοντάρης και η ενοχή της αθωότητας

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ
 
Γιάννης Θεοδωρόπουλος, ΠατάτεςΕκτύπωση inkjet σε Fine Art Paper, 100 x 75 εκ.
-Αθώο ξεκίνημα πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες[1]

Η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη, σε αρκετά σημεία της συμπορευόμενη με την ποίηση του Μανόλη  Αναγνωστάκη αλλά και με την όψιμη, μετά το 1970, ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, μας συνιστά μια από τις πιο εμβληματικές λυρικές φωνές στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ωστόσο, παρ’ ότι συμμερίζεται έμμεσα τη βασική θέση του Αναγνωστάκη, διαπιστώνοντας ότι με τις συνθήκες αυτές που επικράτησαν στον μεταπόλεμο δεν έχει νόημα η ποίηση, αφού κι αυτός λέει ότι όντως στον σύγχρονο κόσμο «η τέχνη [είναι] ένας πανικός μπρος στην πραγματικότητα», διαφοροποιείται εμφανώς στο θέμα της σιωπής και της ολοσχερούς  άρνησης ή της απόσυρσης. Και νομίζω ότι διαφοροποιείται για έναν βασικό λόγο που θα τον βρούμε στο δοκίμιό του «Εν μετεωρισμώ...»[2], όπου αρνείται ουσιαστικά την ιερότητα του σπαταλημένου ιδεώδους, δηλαδή τη θέωση της ήττας και του μη περαιτέρω μετά την κατερείπωση των πολιτικών οραμάτων, μιας ήττας που, ιδίως για ορισμένους ποιητές και πεζογράφους της αριστεράς, υπήρξε ένα είδος άσβεστης ενοχής μπροστά στις κλειστές πύλες ενός φαντασιακού Παραδείσου, αλλά κι ένα είδος μυστικιστικού, θεολογικού κέντρου. Ανάλογου (γιατί όχι;) με το «χαμένο κέντρο» της ποιητικής του Σεφέρη, όπως το προσδιόρισε ανεπανάληπτα ο  Ζήσιμος Λορεντζάτος! Για τον Λειβαδίτη αυτό είναι σαφέστερο, προπάντων για την ποίηση που άρχισε να γράφει στα πρώτα χρόνια της χούντας - όμως δεν ισχύει λιγότερο, αν και όχι παρόμοια στην περίπτωση του Αναγνωστάκη. Η σιωπή για εκείνον, όπως το τόνισε αρκετές φορές σε συνεντεύξεις του, προκύπτει από τη στιγμή που είναι αδύνατη κάθε αρμονική και  λειτουργική αναφορά της ποίησης σ’ αυτή την άλλοτε αισθησιακή και τώρα μόνο νοητή, ιδεολογική υπέρβαση. Επομένως, η κρίση έχει πολλές όψεις: η μία είναι αυτή που μόλις αναφέραμε και που οδηγεί στη σιωπή. Για τον Λεοντάρη, αντίθετα, η ποίηση δεν μπορεί να γεννηθεί (και μάλιστα όχι μόνο τώρα, αλλά πάντοτε) παρά μόνο ως αποτύπωμα της διάστασης του ανθρώπου προς κάθε υπερβατικό νόημα του βίου.[3] Ετούτη η κρίση (ή ετούτος ο μετεωρισμός) που στέφεται από τη διάσταση ανάμεσα στο υψηλό ιδεώδες και στο  «χαμηλό όνειρο» εκφράζεται καίρια στην εξής διαπίστωση: «Δεν είναι γραφτό μας να πεθάνουμε από ποίηση/ μα απ’ τα κοινά και ταπεινά μας πάθη»[4] είναι παραδόξως αυτή που φυσάει τη στάχτη από την πυρκαγιά που άναψαν και ανάβουν οι βουλιμικές κοσμοθεωρίες, για να συντηρηθεί η ποίηση ως αυτούσιο ανθρώπινο γεγονός.

15/3/13

Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες
θα γράψουν οι εφημερίδες...

Έχοντας κάνει ένα βιβλίο και αρκετά κείμενα για τον Καρυωτάκη, που χρονικά εκτείνονται σε μια εικοσιπενταετία, θα ήταν εύλογο να γράψω κι ένα κείμενο σ’ αυτή τη στήλη, απ’ όπου βέβαια δεν θα μπορούσε να απουσιάζει ο Καρυωτάκης. Υπάρχει όμως ένα «πρόβλημα». Στο σώμα των χιλιάδων σελίδων που συνθέτουν την καρυωτακική φιλολογία, ξεχωρίζει ένα κείμενο που δεν είναι απλώς το σημαντικότερο της εν λόγω φιλολογίας, ούτε μόνο το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου νεοελληνικό κριτικό δοκίμιο, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένο με το έργο τού Καρυωτάκη, ως μέρος του αναπόσπαστο. Όχι όπως η εν γένει πρόσληψη ενός έργου προσαρτάται σε αυτό, αλλά ως συσσωματωμένη συνέχεια.
Είναι το κείμενο του Βύρωνα Λεοντάρη, «Θέσεις για τον Καρυωτάκη», που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Σημειώσεις» [τχ. 1], το 1973. Και τότε έφερε, αλλά και σήμερα δεν κρύβει, το στίγμα της χρονικής στιγμής που γράφεται: όπως ακριβώς και η ποίηση του Καρυωτάκη. Αλλά καταφέρνει και πορεύεται μέσα στο χρόνο, ακμαίο και αρυτίδωτο, ως ένα όριο αξεπέραστο: όπως ακριβώς και η ποίηση του Καρυωτάκη. Ένα κείμενο που δεν κρύβει την ένταση του συγγραφέα του: όπως και τα ποιήματα του Καρυωτάκη∙ που ο συγγραφέας του ταυτίζεται απολύτως, δηλαδή και «προσωπικά» με το κείμενό του, όπως ακριβώς και ο Καρυωτάκης με τα ποιήματά του. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους το θεωρώ υποδειγματικό λογοτεχνικό δοκίμιο.

28/7/12

Βύρων Λεοντάρης: Η ποίηση ως χώρος ζωής και θανάτου

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΗΛΙΑ


«μα αυτός πεθαίνει απών
ματαιωμένος και απών»
 Βύρων Λεοντάρης, «Εκ περάτων»

Η ποίηση, όπως και κάθε δημιουργία, ενέχει στοιχείο θανάτου, είναι συγχρόνως πένθος γι’ αυτό που έχει χαθεί. Η εγκατάλειψη του παλαιού —ποτέ δεν είναι απόλυτη— είναι συχνά αναγκαία ούτως ώστε να υπάρχει κίνηση ελεύθερη και ν’ ανασαίνει η ζωή, σε ορισμένες δε περιπτώσεις ο θάνατος μπορεί να είναι μια προσφορά τέτοιας ανάσας, ένα φιλί ζωής προς την ζωή. Στη θέση τότε του νεκρού ανθεί νέος σημαντικός δεσμός, από την απώλεια αναδύεται καινούργιο πολύτιμο υλικό.
Η ποιότητα της οδύνης —οδύνη πάντοτε υπαρκτή, άλλοτε ηπιότερη και άλλοτε συντριπτική— εξαρτάται και από την ενεργητική ή παθητική σχέση του υποκειμένου με την απώλεια. Μια θυσία χάριν του εαυτού διαφέρει από μια βίαιη αρπαγή, στο βαθμό που η πρώτη αναγνωρίζεται ως διαδικασία, συνειδητή ή και ασυνείδητη, ανήκουσα στο χώρο της προσωπικής πορείας και δημιουργίας, ενώ η δεύτερη είναι άγνωστης ή ξένης προέλευσης καταστροφή, στην οποία και δεν αναγνωρίζεται προσωπικό νόημα. Ο θάνατος των φυσικών προσώπων είναι πάντοτε ένας βίαιος θάνατος.