(Το εικαστικό έργο του Μάρκου Καμπάνη)
Του Κωνσταντίνου Θ. Σπυρόπουλου*
Μία από τις εκθέσεις που σίγουρα θα αφήσουν το στίγμα τους στο 2025 είναι η «Οδύσσεια» του Μάρκου Καμπάνη στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη, σ’ επιμέλεια των Κωνσταντίνου Παπαχρίστου και Μάνου Δημητρακόπουλου.
Η καλλιτεχνική ενασχόληση του Καμπάνη με το ομηρικό έπος δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής σ’ ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της δυτικής λογοτεχνίας· είναι ένας βαθύς επαναπροσδιορισμός των χωρικών, συναισθηματικών και μεταφυσικών διαστάσεών του. Η έκθεση περιλαμβάνει 22 έργα από την καλλιτεχνική παραγωγή του εικαστικού. Εμπνευσμένη από την Οδύσσεια, αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη βαθιά συντονισμένο με την αλληλεπίδραση μεταξύ λόγου και εικόνας, ιστορίας και φαντασίας, του απτού και του αιθερικού. Το έργο του υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής εικονογράφησης, προσφέροντας έναν αναστοχασμό πάνω στη διαρκή απήχηση του έπους στο συλλογικό ασυνείδητο των ανθρώπων.
Ο καλλιτέχνης ξεκινά με αφορμή ένα χειρόγραφο της Οδύσσειας του 15ου αιώνα από τη συλλογή Harley της Βιβλιοθήκης του Βρετανικού Μουσείου. Αυτή η πράξη οικειοποίησης του συγκεκριμένου χειρόγραφου δεν είναι αρχειακή, αλλά μετασχηματιστική. Ο Καμπάνης καταπιάνεται με τέσσερα ζωγραφισμένα βιβλία, επικαλύπτει με κάρβουνο και μολύβι τις ραψωδίες του ομηρικού κειμένου μεταμορφώνοντάς τες σε αποκαλυπτικές εικόνες, δημιουργώντας ένα παλίμψηστο κειμενικών και εικαστικών στρωμάτων.
Η χρήση του κολάζ στα έργα του κάνει αισθητή την παρουσία της ως μεταφορά της αποσπασματικής, επεισοδιακής φύσης της Οδύσσειας. Αντιπαραθέτοντας ανόμοια υλικά και υφές, δημιουργεί μια αίσθηση εξάρθρωσης και επανασυναρμολόγησης που αναπλάθει τη δομή του έπους. Τα έργα σε χαρτί και ξύλο διαπνέονται από μια απτική ποιότητα, μια αίσθηση υλικότητας που ενεργοποιεί και θεμελιώνει το μυθικό στο φυσικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η χρήση ακρυλικού και μελανιού εισάγει μια ρευστή, σχεδόν ονειρική ταυτότητα, υποδηλώνοντας τους οριακούς χώρους μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, παρελθόντος και παρόντος.
Αξιοσημείωτη είναι και η συμπερίληψη στην έκθεση έργων του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, τα οποία συνιστούν έναν συναρπαστικό αντίποδα στο έργο του Καμπάνη. Οι δύο καλλιτέχνες κοινωνούν χάρις στην κοινή τους ενασχόληση με τα σημεία διεπαφής ανάμεσα σε εξωτερικές και εσωτερικές γεωμετρίες, ανάμεσα στις δομές που διαμορφώνουν τον φυσικό κόσμο και σ’ εκείνες που ορίζουν την ψυχή. Στην περίπτωση του Καμπάνη, αυτή η ενιαία διττότητα εκφράζεται μέσω της αντιμετώπισης του ομηρικού τοπίου ως φυσικού και ιδεατού χώρου. Η χειρονομία της ζωγραφικής γίνεται μια μορφή πνευματικής λαχτάρας, μια προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ του πρόσκαιρου και του αιώνιου.
Τα έργα του, ως απόκρυφοι χάρτες του άφατου, μοιάζουν με υδάτινα ρεύματα και ταυτόχρονα ιερές κατόψεις ταλισμανικών πόλεων.[1] Ιδιαίτερα αν εξετάσουμε ολόκληρο το επιζωγραφισμένο χειρόγραφο και τις συνθέσεις με τίτλο Τα Παλάτια ΙΙ, Χάρτες Ι, Οίνοψ Πόντος Ι, θα παρατηρήσουμε ότι θυμίζουν ευθυγραμμίσεις προϊστορικών τοποθεσιών που σημαδεύουν εμπορικά-ταξιδιωτικά μονοπάτια και υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός οργανωμένου πεζοπορικού και θαλάσσιου δικτύου μεγάλης κλίμακας. Φυσικά και τεχνητά στοιχεία λειτουργούν ως οδόσημα, ως ‘σημεία πλοήγησης’ ενός αδιάκοπου οπτικού εγκιβωτισμού. Ο Καμπάνης συσχετίζει τα μορφολογικά στοιχεία ενός locus μ’ έναν πολύ ενδιαφέροντα και καινοτόμο τρόπο. Τα αντιμετωπίζει ως οδοδείκτες που σχηματίζουν νοητές γραμμές ‘σκόπευσης’. Δηλαδή τοποθεσίες απ’ όπου δυνητικά έχουν περάσει χιλιάδες ταξιδιώτες αφήνοντας τα ίχνη τους. Σημεία που βρίσκονται σε μια συνεχή αναδιαμόρφωση καθώς περνούν οι αιώνες, σχηματίζοντας πολιτισμούς θαμμένους κάτω από άλλους πολιτισμούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διεισδύει στην ιστορική διαστρωμάτωση που διαμεσολαβεί ανάμεσα στη σύγχρονη εποχή μας και το ομηρικό έπος, εξερευνώντας τις διαρκείς επανανοηματοδοτήσεις του και τη μυθοποιητική του λειτουργία.
Μέσα από μια αριστοτεχνική σύνθεση μέσων, ο Καμπάνης μας υπενθυμίζει ότι εκεί που ξεκινά ο μύθος γεννιέται η αλήθεια. Κατασκευάζει αυτό που θα αποκαλούσα μια ‘μυθοτοπογραφία’ —ένα πεδίο που υπάρχει από καταβολής κόσμου και μέσα στο οποίο το μυθικό και το προσωπικό συγκλίνουν σ’ έναν διαρκή διάλογο που αφορά τόσο την πράξη της δημιουργίας όσο και την ίδια την ομηρική αφήγηση. Ο θεατής δεν καλείται απλώς να στοχαστεί, αλλά να εμπλακεί με τα έργα σ’ ένα βαθύ ενστικτώδες, αρχέγονο επίπεδο. Καλείται να δει και να οραματιστεί δημιουργικά-ανακαινιστικά μαζί με τον καλλιτέχνη κάθε σταθμό του Αιώνιου Νόστου, να συμμετέχει δυναμικά στη δραπέτευση απ’ το Κυκλώπειο μάτι του Νου που όλα τα κυκλώνει, τα ορίζει και τα συγκεκριμενοποιεί, και να ανυψωθεί ελεύθερος στο Άκτιστο και στο Αφηρημένο, μετερχόμενος τους πανούργους τρόπους εγρήγορσης που διδάσκει η θεά Μή-τις, όντας πλέον φεύγων και ασύλληπτος Ού-τις.
*Ο Κωνσταντίνος Θ. Σπυρόπουλος είναι ιστορικός της τέχνης
[1] Ο όρος τάλισμαν (σφραγιδόλιθος) προέρχεται μέσω της αραβικής από την ελληνική λέξη τέλεσμα. Ορισμένες φορές συναντάται και ως απο-τέλεσμα. Αυτές οι δύο έννοιες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους, καθώς το αποτέλεσμα είναι αυτό που διατηρεί μία ουσιώδη, εσωτερική συνάφεια με το αίτιον. Το αίτιο με τη σειρά του φέρει εν δυνάμει το αποτέλεσμα. Και, αντιστρόφως, το αποτέλεσμα φέρει το αίτιο εν ενεργεία. Τα σχήματα των πόλεων όπως το τετράγωνο, το τρίγωνο, ο κύκλος κ.ά., αποτελούν τις νοητές μορφές στον κόσμο των ιδεών, ενώ οι πόλεις είναι οι υλοποιήσεις τους. Κάθε σχήμα είναι ένα τέλεσμα και κάθε πόλη που το ενσωματώνει είναι το ζωντανό, ενεργό του απο-τέλεσμα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου