23/3/25

Η «Σαπφώ» του Διονύσιου Σολωμού

Άποψη της έκθεσης «Shaped Βy Earth» στην γκαλερί Καλφαγιάν

Του Γιώργου Βαρθαλίτη
 
Ο Σολωμός άρχισε να γράφει στα ιταλικά και τελείωσε στα ιταλικά. Άρχισε να γράφει εύκολα και κατέληξε να γράφει δύσκολα, καθώς πολλαπλασίαζε τις δυσκολίες, για να επιτύχει την εκφραστική εντέλεια, υποτάσσοντας φαντασία και πάθος, με καιρό και με κόπο, στο νόημα της τέχνης. Την ευκολία με την οποία στιχογραφούσε σονέττα στα ιταλικά την συναντούμε και στη γοργή εκτέλεση του Ύμνου. Κι αν τα αποσπάσματα της ωριμότητας οδηγούν στην πρώτη πραγμάτωση της καθαρής ποίησης, πολύ πριν τον Μαλλαρμέ, αφού, όπως τονίζει ο Ελύτης, ο Σολωμός “πέτυχε αυτή τη μαγεία του λόγου, που θεωρήθηκε αισθητική επινόηση του Μαλλαρμέ”, με τη διαφορά πως “κάθε στίχος από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους έχει άπειρα μεγαλύτερη πνευματικότητα από το στίχο του Μαλλαρμέ”[1], τα τελευταία ιταλικά ποιήματα του Σολωμού είναι, όπως παρατηρεί ο Κωστής Παλαμάς, “ο άξιος αριστοτεχνικός, αείζωος και υπεράνω των πατρίδων επίλογος της σολωμικής μούσης”[2].
Τα ιταλικά ποιήματα του Σολωμού μεταφράστηκαν για πρώτη φορά έγκυρα από τον Γεώργιο Καλοσγούρο. Παρόλο που, όπως επισημαίνει ο Παλαμάς, και μ' όλη την ευσυνειδησία του μεταφραστή, υπολείπονται των πρωτοτύπων[3], καμιά μεταγενέστερη μετάφραση δεν ξεπέρασε τον Καλοσγούρο (ως εξαίρεση σημειώνω τη δουλειά του Στυλιανού Αλεξίου).
Στην πιο δυνατή στιγμή του, ο Καλοσγούρος υπερβαίνει τολμηρά τον μεταφραστή εαυτό του και συναντά τον δημιουργό ποιητή, κληροδοτώντας μας ένα από τα πιο σημαντικά έργα της επτανησιακής σχολής, κατ’ εμέ εφάμιλλο με τα «Προλεγόμενα» του Πολυλά. Εννοώ την παράφραση των πεζών σχεδιασμάτων του ύστερου ιταλόγλωσσου Σολωμού σε ελληνικό στίχο, με αξιοζήλευτη απομίμηση της σολωμικής στιχουργικής.
Ο δεκατρισύλλαβος, αντιθέτως, των μεταφρασμένων σονέτων δεν με πείθει πάντα. Αυτό το προβληματικό κληροδότημα του Πολυλά γέννησε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της γλώσσας μας −τη «Φοινικιά» του Παλαμά−, όπου η ελευθεριάζουσα ρυθμοποιία του αίρεται στον χώρο του καθαρού λυρισμού (θυμίζω πως ελευθεριάζοντες, ορισμένως, είναι κι οι αλεξανδρινοί του Μαλλαρμέ), αλλά συνήθως οδήγησε στην προσωδιακή πλαδαρότητα (πριν τον χαλιναγωγήσει ο Σικελιανός στον «Δαίδαλο στην Κρήτη» και του δώσει μιαν απαράμιλλη ρυθμική εντέλεια).
Η ποιητική του Σολωμού, όπως και της κρητικής σχολής, στηρίζεται είτε στον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο είτε στην πιστή και αυστηρή εφαρμογή της ιταλικής μετρικής, με πιο λαμπρό παράδειγμα τις οκτάβες του «Λάμπρου». Παρόμοια μεταχειρίζεται ο Χορτάτσης τις τερτσίνες στην «Ερωφίλη» και ο Τρώιλος το σονέτο στον «Βασιλιά Ροδολίνο». Για αυτό κι εμείς στην απόδοση της σολωμικής «Σαπφούς» επιλέξαμε τον ενδεκασύλλαβο. Σημειώνω πως η «Σαπφώ», μαζί με το «Ελληνικό καράβι» είναι τα δύο σημαντικότερα έμμετρα ποιήματα του όψιμου –ιταλικού− Σολωμού.
 
 
ΣΑΠΦΩ
 
Της ένδοξης γης τέκνον, όπου ο ξένος
πατρίδα, και θεούς ο άξεστος βρήκε,
στη σύντομην αυτή και ταραγμένη
άκρη του χρόνου που είμαι εισάκουσέ μς,
ω βασιλιά της σφαίρας των ασμάτων.
 
Είδα στον ύπνο μου τη νύχτα ετούτη
την κόρη που της Λέσβου ήταν η μούσα.
Την άβυσσο της μοίρας συλλογιόταν
και δεν κοιτούσε γύρω της τους κάμπους
τα όρη και τις θάλασσες καθόλου,
σα να της ήταν όλη η χτίση ξένη.
Μα από τον ουρανό κοντά και πέρα
όλα τ’ αστέρια σ’ όλη τους τη χάρη
κοιτούσαν να πατά στη γη, μια ακόμα
φορά, τη θεία δύστυχη κι οι κόσμοι
κι όλος ο αιθέρας έλουζε με γέλιο
τρανής αγάπης το στεφανωμένο
βαθύγνωμο κεφάλι, τ’ αγνό στήθος,
που σύντριψε ο καημός και μόνη ελπίδα
μόνη Θεά της έμενεν ο βράχος.
Αίφνης σα μ’ είδε η κόρη τη ματιά της,
το χέρι και το λόγο σ’ εμέ στρέφει.
 
Πόσα βαθιά μυστήρια κρύβει η γη μας
και δεν τα λύνει ο Άδης, απ’ όπου ήρθα!
Μια μέρα- ο τρίτος μου άνθιζεν Απρίλης-
στο σπίτι που γεννήθηκα η καημένη,
σα θαύμαζα το χτύπο της καρδιάς μου
και πάνω της το χέρι μου ακουμπούσα,
μια σκια γυναίκας στάθηκε μπροστά μου
και με φωνή βαθιά κι άγνωρην είπε:
«Στην έκπληκτη τη γη για λίγο ζήσε.»
Έτσι είπε και μου απόθεσε στην κόμη
το αθάνατο της δάφνης το στεφάνι.
Είτε ήταν όμειρο, όραμα ή αλήθεια,
εκείνη τη μορφή δεν θα ξεχάσω
την τρομερή, λουσμένη και στο κάλλος
που φύσηξε στο μάρμαρο ο Φειδίας.
Μα την αλήθεια ποιος θα ξεσκεπάσει
που γύρεψα απ’ τα πνεύματα άλλων κόσμων;
Έτσι είπε κι άλλα, τώρα, που σωπαίνω.
 
Μα ψάλτη εσύ, το νου που ανοίγεις όπως
ένα νέφος χρυσό θεούς γεμάτο,
δείξε τη σοφία σου, δώρο παρηγόριας
θα’ ναι για την αθάνατη θλιμμένη:
Ψάχνει, κι από τον οίκο του θανάτου,
η μεγάλη ψυχή της την αλήθεια
να βρει του κόσμου αυτού και του άλλου κόσμου.

[1]    Οδυσσέας Ελύτης, Συν τοις άλλοις, Αθήνα 2011, σ. 196
[2]    Κωστής Παλαμάσ, Άπαντα, τόμος 13, Γκοβάστης, Αθήνα 1960, σ. 432.
[3]    Κωστής Παλαμάς, ό.π. σ. 432.

Δεν υπάρχουν σχόλια: