22/7/10

Ο ποιητικός πρόδρομος Βιζυηνός

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Σκοπεύω να θέσω το ζήτημα της αξίας του ποιητικού έργου του Γεώργιου Βιζυηνού από μιαν ιδιαίτερη σκοπιά, η οποία με αφορά ως ποιητή, ως δημιουργό ποιημάτων, για να ακριβολογήσω. Η ιδιαίτερη αυτή σκοπιά λογοδοτεί αποκλειστικά στην ποιητική τέχνη∙ όχι αναγκαστικά σε αυτό που ονομάζουμε «δημιουργική γραφή», αλλά οπωσδήποτε σε μια παράδοση οργανωμένης ή ορθολογικής σύνθεσης ποιητικών κειμένων, η οποία κάθε άλλο παρά λείπει από την γλώσσα μας, έστω και αν της δίνουμε πολύ λίγη σημασία, υπερτονίζοντας τον «πηγαίο», «μεταφυσικό», «θείο», χαρακτήρα μιας τέχνης που οι ελληνικές ρίζες της έχουν τόσο πραγματικό, τόσο ρεαλιστικό, απτό και καθημερινό χαρακτήρα.
Ισχυρίζομαι, λοιπόν, την ανάγκη μιας Ιστορίας των θεματικών και συνθετικών επιλογών που πραγματοποίησαν οι ποιητές μας, και εκθέτω συνοπτικά το σχετικό με τον ποιητή Γεώργιο Βιζυηνό υλικό που θα μπορούσε να αξιοποιήσει ένα τέτοιο ιστορικό λέγειν.

Όλους σχεδόν τους σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς τους γνωρίζουμε κυρίως μέσω κάποιου παραδόξου στοιχείου, το οποίο διατρέχει το έργο τους. Ο Σολωμός δεν ολοκλήρωνε ποτέ τα γραπτά του, ο Καβάφης βρισκόταν εκτός Ελλάδος και τουλάχιστον μισόν αιώνα μπροστά, ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε, ενώ ήταν ένας εξαιρετικά δυναμικός άνθρωπος. Στην περίπτωση του Βιζυηνού, τα παράδοξα είναι πολλά. Υπήρξε πρωτίστως ποιητής, αλλά θεωρήθηκε κυρίως πεζογράφος. Υπήρξε ο σημαντικότερος ίσως ποιητής της καθαρεύουσας, αλλά τα γνωστότερα ποιήματά του είναι αυτά που έγραψε στη δημοτική. Χτυπήθηκε από μιαν ολέθρια ασθένεια και πέθανε από προϊούσα παράλυση, αλλά παγιώθηκε η αντίληψη πως τρελάθηκε από τον έρωτα προς κάποιαν έφηβο. Παραληρούσε και θυμόταν παλαιούς στίχους του στο φρενοκομείο, αλλά οι δημοσιογράφοι της εποχής τούς παρουσίαζαν ως νέους, τους οποίους υπαγόρευσε η «θεία» τρέλα. Το έργο του σκιάστηκε από όλα αυτά τα παράδοξα. Η σημασία του για την πεζογραφία μας μελετήθηκε επαρκέστατα, αφού δεν έδινε λαβές για δημοσιογραφικές φαντασιοκοπίες, αλλά η ποίησή του συμπαρασύρθηκε από την απέχθεια για την καθαρεύουσα, και από την προφανή ανωτερότητα της Επτανησιακής Σχολής. Ωστόσο, η μετέπειτα ιστορία της ποίησής μας είναι γεμάτη με ίχνη των στοιχείων αυτής της εξορισμένης ποίησης. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός πως παρουσιάζει έναν συγχρονισμό με την ευρωπαϊκή ποίηση, που μόνο στον Σολωμό μπορούμε να τον βρούμε. Άδικα δεν έγραψε ο κριτικός ενός εξαιρετικά αυστηρού εντύπου, της δημοκρατικής πνευματικής επιθεώρησης Nation της Νέας Υόρκης, έναν χρόνο μετά την έκδοση των Ατθίδων Αυρών, πως οι στίχοι του Έλληνα ποιητή προκαλούν συχνά το είδος εκείνο της γνήσιας συγκίνησης που προκαλούν οι στίχοι του Heine.
Επισημαίνω εν τάχει τις σπουδαιότερες εγγραφές του Βιζυηνού στο σώμα της ποιητικής μας τέχνης.

1. Το ποίημα ως δρώμενο
Εξαιρουμένου του Ερωτόκριτου και του Σολωμού -που αποτελούν συμβάντα εν πολλοίς ακατονόμαστα και μη επιδεχόμενα ταξινόμησης- η μετά τον 10ο αιώνα ποίησή μας παρουσιάζει χαρακτήρα κλασικιστικό. Η μορφή του ποιήματος τηρεί μιαν απόσταση από το περιεχόμενο. Σαν να είναι ο γλωσσικός ιστός υφασμένος με τον τρόπο των ρητορικών σχημάτων, τα οποία υφίστανται σε έναν κόσμο εντελώς ξεχωριστό από την γλώσσα. Μπορούμε, σχεδόν πάντα, να διακρίνουμε την ύφανση του κειμένου και τις προσπάθειες των κόμπων του να ανοίξουν διόδους προς το περιεχόμενο. Έχουμε την αίσθηση πως διαβάζουμε ένα ποίημα που το δημιούργησε κάποιος για να θαυμάσουμε τις ρητορικές χειρονομίες του. Ο Βιζυηνός έδωσε συνειδητά στο ποίημα τον κατεξοχήν υπαρκτικό του ορίζοντα: την γλωσσική δράση. Διαβάζοντας ακόμα και τα ποιήματα που έγραψε στην καθαρεύουσα, έχουμε την αίσθηση πως το άκουσμα δονείται, πως τα κύματά του ευκολύνουν την αβίαστη πρόσληψη των λέξεων και πως οι λέξεις ανασύρουν το ίδιο αβίαστα το περιεχόμενο ως ένα είδος ψυχικής κάθαρσης. Σαν να λέμε: οι λέξεις δρουν ως λέξεις -με ήχο και νόημα- αναπαριστώντας το περιεχόμενο και όχι ανακοινώνοντάς το. Ο Σολωμός αυτό το κατόρθωσε, σε υψηλές στιγμές του. Όμως, όσο και αν τα ποιήματα του Βιζυηνού δεν κατέκτησαν ποτέ το Σολωμικό πνευματικό ύψος, στάθηκαν πιο συνεπή στην αυθόρμητη θεωρία του ποιήματος-δρώμενου. Σήμερα, αυτή τη λειτουργία της ποίησης τη θεωρούμε αυτονόητη, αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε πως έγινε δεκτή μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα. Ο Βιζυηνός φαίνεται να έχει βαθιά, ριζική συνείδηση του γεγονότος πως το ποίημα φτιάχνεται με λέξεις - ούτε με ιδέες, ούτε με εικόνες. Δεν νομίζω, όμως, πως σε αυτή την στάση απέναντι στη φύση του ποιήματος τον οδήγησαν οι σπουδές του σε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα των φιλοσοφικών και φιλολογικών σπουδών. Ήταν η καταγωγή του που τον κατεύθυνε.
Το θρακικό τραγούδι είναι εξαιρετικά κατεργασμένο, εκφραστικά περίτεχνο και διαθέτει μια θεατρικότητα μοναδική στην ελληνική γλώσσα. Ο Βιζυηνός προχώρησε έγκαιρα, από τον στίχο της διάταξης τονισμένων-άτονων συλλαβών, που ακολουθούν το μέτρο, σε μια μουσική φράση με δυναμικούς τόνους, υφέσεις, υποκείμενες σιωπές και εντάσεις, που δημιουργούν την εντύπωση πως ό,τι έχει να πει το ποίημα δημιουργείται την στιγμή τής ανάγνωσης.


2. Το ποίημα ως παραγωγός νοημάτων
Μέχρι την εποχή της έκδοσης των Ατθίδων Αυρών, το ελληνικό ποίημα αποτελεί μέσο ανακοίνωσης προσχηματισμένων απόψεων, συγκεκριμένων συναισθημάτων και προσεκτικά υποτυπωμένων εικόνων. Ο Βιζυηνός εισάγει στην ποίησή μας μια διάσταση άγνωστη μέχρι τότε: την ανάπτυξη του θέματος ως πεδίου παραγωγής σημασιών, αρκετές από τις οποίες δεν αποτελούν πρόθεση του συγγραφέα αλλά ικανότητα του εκφραστικού μέσου, των λέξεων δηλαδή. Σαν να λέμε, για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή της μια διαδικασία για την οποία ο Heidegger είχε πει: «Την γλώσσα δεν την μιλάμε, μας μιλάει». Ωστόσο, η ικανότητα να αφήνεις την γλώσσα να σε μιλάει, δεν είναι μόνον ένα δώρο της φύσης ή μια εκ βαθέων αποκάλυψη. Είναι επίσης και ζήτημα επιλογών. Η πρώτη από αυτές τις επιλογές σχετίζεται με την ομοιοκαταληξία. Ο Βιζυηνός δεν την χρησιμοποιεί ως μουσικό τέχνασμα, αλλά ως μέσο παραγωγής σημασιών. Πρόκειται για μια στάση απέναντι στην ομοηχία, την οποία ο Καρυωτάκης ανέδειξε σε όπλο κατά της παρακμασμένης ρητορικής του συμβολισμού.
Η δεύτερη, σπουδαιότερη επιλογή σχετίζεται με την καθαρεύουσα. Στον Βιζυηνό, το μεταβυζαντινό αυτό γλωσσικό ιδίωμα μετατρέπεται σε υφολογική επιλογή. Η καθαρεύουσα αντιμετωπίζεται ως διάλεκτος μιας κοινωνικής ομάδας με συγκεκριμένη νοοτροπία. Ο Καρυωτάκης θα χρησιμοποιήσει με τέτοιον τρόπο την καθαρεύουσα, αλλά μόνον ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα ανάγει την άποψη αυτή σε στοιχείο ποιητικής. Σίγουρα, η συνεξέταση των έργων του Καρυωτάκη, του Εμπειρίκου και του Βιζυηνού, θα μπορούσε να αποκαλύψει ίσως περιοχές ποιητικής δραστηριότητας κάθε άλλο παρά ασήμαντες. Αν μάλιστα προσθέσουμε τον παγανισμό του Βάρναλη, την ιδιότυπη μυθοπλασία του Εγγονόπουλου και τον σκληροπυρηνικό υπερρεαλισμό του Νικόλα Κάλας, μπορούμε να μιλάμε για έναν εναλλακτικό ποιητικό κανόνα.

***

Εν κατακλείδι, η διάσταση του έργου του Βιζυηνού και η επιρροή του στην εξέλιξη των ποιητικών μας πραγμάτων είναι ζήτημα χρονοβόρο, αλλά όχι άγονο. Η θέση του Βιζυηνού σε μια πιθανή ιστορία της ποίησής μας είναι κεντρική. Γιατί, βέβαια, η αξία της ποίησης δεν εξαντλείται στον ενθουσιασμό που δημιουργούν μερικοί συναισθηματικά φορτισμένοι στίχοι. Η ποίηση είναι τέχνη και κατασκευή και μαστοριά.

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής


Τα κείμενα του αφιερώματος, εκτός από τη βιβλιοκριτική της Σταυρούλας Τσούπρου, αποτελούν συντομευμένες εκδοχές ανακοινώσεων στη διημερίδα «Το εύρος του έργου του Γ. Βιζυηνού: Παλιότερες αναγνώσεις και νέες προσεγγίσεις», που διοργάνωσε το Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Η επιλογή, ανάμεσα στις πολλές, ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις, έγινε από τις «Αναγνώσεις». Τα Πρακτικά της διημερίδας θα κυκλοφορήσουν εντός του 2010 από τις εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: