10/10/21

Θανάτου λόγος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΑΝΟΓΛΟΥ, Ο θάνατος των πτηνών, εκδόσεις ΑΩ, σελ. 40

Της Ευσταθίας Δήμου*

Η νέα ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου, τρίτη κατά σειρά, θέτει, εκ νέου, το ζήτημα και το ζητούμενο του όγκου ή, καλύτερα, του αριθμού των ποιημάτων με τα οποία ένας ποιητής επιλέγει να ανανεώσει την παρουσία του στον χώρο. Πρόκειται για ένα θέμα μείζον και αμφιλεγόμενο, αφού η ελευθερία του καλλιτέχνη εκδηλώνεται, πρωτίστως, σε αυτόν τον τομέα, στη δυνατότητά του, δηλαδή, να διαλέγει, να απορρίπτει και, αντίστροφα, να εγκρίνει τα ποιήματα εκείνα που θα διαμορφώσουν το ποιητικό του στίγμα και θα τεχνουργήσουν την ιδιαιτερότητα της ποιητικής του φωνής. Η δυνατότητα αυτή, βέβαια, είναι στενά συνυφασμένη με την ικανότητά του να φιλτράρει και, ακόμη περισσότερο, να αρνείται και να αφήνει έξω από τη συνέχειά του κομμάτια της δουλειάς του, κομμάτια του εαυτού του. Αυτή ακριβώς η μέθοδος και η τακτική είναι που αποκαλύπτει μια συνείδηση υψηλά καλλιτεχνική και μια αίσθηση της ευθύνης –του καθήκοντος, θα λέγαμε, σε μια πιο ακραία και τολμηρή διατύπωση– απέναντι στην τέχνη, αλλά και απέναντι στον αναγνώστη, που είναι φανερό πλέον πως αναζητά και χρειάζεται αυτό το φίλτρο, το οποίο θα εξοικονομήσει για λογαριασμό του και τον χρόνο αλλά και την ουσία που απαιτεί η αναγνωστική πρόσληψη. Στην περίπτωση της Θάνογλου το φιλτράρισμα αυτό φαίνεται πως έχει γίνει.
Η επισήμανση αυτή θα πρέπει να συσχετισθεί με δύο ακόμα παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά τη θεματική συνοχή του βιβλίου, την πυρηνικότητά της ή, με άλλα λόγια, την εκκίνηση από μια συγκεκριμένη αφορμή –στην προκειμένη περίπτωση η αφορμή και η αφόρμηση αυτή είναι ο θάνατος– η οποία, βέβαια, στην πορεία προσλαμβάνει διάφορες αποχρώσεις και εκδοχές για να διαμορφώσει, έτσι, ένα πολύπλευρο και πολύπτυχο ποιητικό αντίκρισμα του θέματος. Η δεύτερη σχετίζεται με τη μορφική ποικιλία των ποιημάτων, η οποία προκύπτει και απορρέει από την διάθεση της ποιήτριας να αποφύγει την επανάληψη. Έτσι, η επαναληπτικότητα του θέματος του θανάτου, η αποκλειστική επικέντρωση της ποιητικής σκέψης στην συνθήκη αυτή, εξισορροπείται και, σε κάποιον βαθμό, υπονομεύεται από τη διαφοροποιημένη μορφικά και δομικά προσέγγιση και αποτύπωση της. Οι μορφικές επιλογές, πράγματι, της Θάνογλου αποκαλύπτουν μια εφευρετικότητα και μια διάθεση πειραματισμού και πρωτοτυπίας. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να συναντήσει ποιήματα ολιγόστιχα, είτε συνθεμένα σε συνεχή ποιητικό λόγο, είτε χωρισμένα σε στροφές, ποιήματα πεζόμορφα που περιέχουν και διάλογο, αλλά και ποιήματα σπονδυλωτά, γραμμένα, δηλαδή, σε μέρη ή τμήματα που διαμορφώνουν ένα είδος ποιητικών ενοτήτων, αποτελούμενων από επιμέρους υποενότητες-ποιήματα. Το ίδιο το βιβλίο, άλλωστε, είναι δομημένο σπονδυλωτά, με τα τρία του μέρη να διακρίνονται από την παρεμβολή, εν είδει αρμού, ενός ολιγόστιχου ποιήματος τυπωμένου σε μαύρο φόντο.
Η ίδια διαφοροποίηση, που εντοπίζεται στη δομή και τη δόμηση των ποιημάτων, χαρακτηρίζει και το ύφος της ποιήτριας και, συνακόλουθα, το ήθος του ποιητικού της λόγου. Αυτό, άλλωστε, είναι κάτι που επιβάλλει η καταβύθιση στο θέμα του θανάτου και η ανίχνευση του νήματος που συνδέει τον θάνατο με τη ζωή. Γιατί αυτή ακριβώς είναι η στόχευση της ποιήτριας, να ανιχνεύσει δηλαδή το οξύμωρο που ενυπάρχει στον συνδυασμό και τη συνύπαρξη των δύο αυτών εννοιών, να τις αντιστρέψει, να δοκιμάσει τον διαχωρισμό και τη ρήξη τους και, εν τέλει, να τις κλείσει και τις δύο μέσα στο ποίημα. Η πρόθεση αυτή γίνεται φανερή από τον ίδιο τον τίτλο της συλλογής, Ο θάνατος των πτηνών, που συνυφαίνει ακριβώς τον πάνω με τον κάτω κόσμο –αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους της αρχαίας ελληνικής κοσμοθεώρησης– δημιουργώντας μάλιστα μια ευθεία και αναπόφευκτη σύνδεση με τους ποιητές και την ποιητική τους ιδιότητα. Τα πτηνά, με άλλα λόγια, θα μπορούσαν να είναι οι ποιητές, και ο θάνατός τους η ίδια η ποίηση, μέσα στην οποία γεννιούνται και η οποία τους καταργεί, τους ακυρώνει, τους εξαφανίζει. Έτσι, η συλλογή λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Αφενός μεν, σε γενικότερο επίπεδο, ανατέμνει την έννοια και τη συνθήκη του θανάτου, ο οποίος αποκτά τον χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά μιας αύρας που πυκνώνει μέσα στην ατμόσφαιρα των ζώντων, γίνεται, δηλαδή, ο θάνατος ένα είδος οξυγόνου που τροφοδοτεί όχι πια τη ζωή, αλλά τη σκέψη, αφετέρου δε, ειδικότερα, αποκαλύπτει τον τρόπο και την αιτία θανάτου των ποιητών που βουλιάζουν μέσα στην τέχνη τους, η οποία, παραδόξως, δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος τους, αλλά και τη λησμονιά τους. Είναι μια υψηλή αντίληψη για την τέχνη αυτή, που θέλει τη γέννησή της να προϋποθέτει και να απαιτεί τον «θάνατο» του γενήτορά της: Νεκρά μετά τη γέννα τους ποιήματα/ και νεκροί ποιητές/ ζωντανεύουν εν τέλει την κίνηση. («Άνθιση»)

*Η Ευσταθία Δήμου είναι κριτικός λογοτεχνίας

Μάρω Μιχαλακάκου, In Orbit (λεπτομέρεια), 2021, μεικτή τεχνική, ύψος 380 εκ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: