13/12/20

Το ιστορικώς εννοείν

Του Παναγιώτη Νούτσου 

«Εραστές» και «αντίζηλοι» των «μικροϊστορικών προσεγγίσεων», με αφορμή τους «εορτασμούς από τα 200 χρόνια από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», ζήτησαν τη γνώμη μου για τα «διανοητικά εργαλεία της μικροϊστορίας», έχοντας ως αφετηρία το ζήτημα που έθεσε ο Noiriel: «Comment passer du “micro” au “macro”». Ας αρχίσω από τα «προαπαιτούμενα», χωρίς να μας αποτρέπει η εορταζόμενη “Microsoft”, ιδίως τώρα που μνημονεύεται ότι κατά τα «τελευταία δέκα περίπου χρόνια» «εισήχθησαν μια σειρά μαθημάτων για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό»... 
Σε τι ακριβώς συνίσταται το «ιστορικώς εννοείν»; Αν υποθέσουμε ότι πλέον δεν ερίζουν οι ιστορικοί ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους εμπλεκόμενους ενός «γεγονότος». Μόνο που κι αυτό το τρίπτυχο δεν εμφανίζεται τόσο αυτονόητο, αν επιμένουμε στα «αίτια» και τα «αποτελέσματά» του. Δηλαδή, η αιτιώδης συνάφεια εκτυλίσσεται στο χρόνο, διαδραματίζεται στον τόπο και τελείται με συγκεκριμένα υποκείμενα. Έτσι η κίνηση από τα «αίτια» στα «αποτελέσματα», στην πληθυντική τους βέβαια αποτύπωση, δεν είναι γραμμική ούτε αποκλείει το ρόλο της «συγκυρίας». «Πρόβλημα», λοιπόν, είναι η δυνατότητα προβολής των «αιτίων» στα «αποτελέσματα», ό,τι δηλαδή συνιστά την πεμπτουσία του «ιστορικώς εννοείν». Απλούστερα, να παίζουμε στα δάχτυλα το «πότε», το «πού» και το «ποιοι» και να μας βασανίζει το «γιατί» με το οποίο δένουμε τα realia σε μια συνολικότερη πραγματικότητα, κατανοήσιμη και ερμηνεύσιμη. 
Η ιστορικο-κριτική ανάγνωση των πηγών μπορεί να περιγραφεί ως η μετάβαση από τη «χαοτική παράσταση του όλου» στην «πλούσια σε καθο­ρισμούς και σχέσεις ολότητα». Η ερμηνευτική αυτή αποσκοπεί στην ανασύσταση του επιχειρήματος που χρησιμοποιείται στην εκδίπλωση μιας ορισμένης προβληματικής, την οποία όμως προσγειώνει στις ανάγκες και τα αιτήματα μιας εποχής η σύστοιχη ιστορική οπτική. Η διακριτική σύζευξη «εν­δογενών», που προκύπτουν από την ίδια την αισθητική σκέψη, και «εξωγενών» παραμέτρων, που αφορούν το ιστορικό τους περιβάλλον, στο βαθμό που δεν νομιμοποιείται έτσι ένας ανυπόστατος δυϊσμός, αποφεύγει την ανιστορική σύλληψη της γένεσης και ιδίως της κυκλοφορίας αυτών των ιδεών. 
Έτσι μπορούν να παραμερίζουν τόσο την ιστορική γραφή που αντιλαμβάνεται την ιστορική πραγματικότητα αποκομμένη από τη δράση των φορέων της όσο και την έως κορεσμού «κατασκευή» που επινοεί υποκείμενα χωρίς ιστορικό αντίκρισμα. Στείρος «αντικειμενισμός» και αφελής «υποκειμενισμός» ή «κοινωνιολογισμός» και «γλωσσική στροφή» συναγωνίστηκαν ποιος θα λάβει εύσημα από την πλευρά των εξουσιαστών. Κάποτε και τον εύκολο έπαινο των εξουσιαζόμενων. Χωρίς να αγνοεί κανείς τη «γνωσιοθεωρία» της ιστορίας, μέσα από ένα σύνολο εννοιολογικών αποχρώσεων, μπορεί να επιδίδεται στην «οντολογία» της. Μακριά από τη μονομανία αρκετών προδρόμων και με την υποψιασμένη ανοιχτή ματιά συνεχιστών τους. 
Και από το «τηλεσκόπιο» στο «μικροσκόπιο»; Αναμφίβολα, σε ένα τέτοιο ερευνητικό εγχείρημα που εδώ και κάποιες δεκαετίες γνώρισε μια νέα αίγλη, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και τα εξής: α) η διάκριση σε «εκ των κάτω» και «εκ των άνω» διεργασίες να μην ολισθαίνει σε μια ανιστόρητη διχοτομία, όπως κάποτε την ωθούν εκβιαστικά θιασώτες της «history from below»· β) η ευκταία είσοδος της «καθημερινότητας» στην «επίσημη» ιστορία να μην υπονοεί την αναζωογόνηση μιας ψυχαναλυτικής ή βιολογίζουσας «Psychohistory»· γ) ο μικρόκοσμος των συγκεκριμένων υποκειμένων να αντιμετωπίζεται και αυτός ως ένας «μικρός», έστω, κοινωνικός κόσμος που υπακούει όμως σε διακριβώσιμες συντεταγμένες· δ) η ισοσθενής παράκαμψη της «συμβαντολογικής» ιστορίας και της «ιστορίας χωρίς πρόσωπα» να συ­νιστά δυνατότητα για αμοιβαία άρση του «ψυχολογισμού» και του «κοινωνιολογισμού», όποιο κι αν είναι το ερευνώμενο πεδίο· ε) η πρόβλεψη να μην τεθεί η κοινωνία ως «αφαίρεση απέναντι στο άτομο» να συνάπτεται με την αξίωση να αντικαθίσταται η «χαοτική παράσταση του όλου» από την «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα»· στ) σε κάθε περίπτωση το «συγκεκριμένο», καθώς έγραφε ένας από τους παππούδες μας, όποια κι αν εμφανίζονται τα όριά του, «είναι συγκεκριμένο, γιατί αποτελεί τη σύνοψη πολ­λών καθορισμών»· ζ) ό,τι κι αν οριοθετηθεί ως «μέρος» ή «μικρό» να συ­ντάσσει την αυτοτέλειά του στους κόλπους των δακτυλίων του «όλου», με δι­αύλους διπλής επικοινωνίας και όχι με μονόδρομους από τη μια ή την άλλη κατεύθυνση· η) η όποια «μικροϊστορία» δεν έχει μόνο να αντιπαρέλθει το –υπαρκτό ή όχι– φόβητρο των «μεγάλων αφηγήσεων», αλλά και τον εγγενή κίνδυνο εγκλεισμού και αυτοπεριχαράκωσης στο «μέρος»· θ) η ιστορικοκριτική ανασυγκρότηση του «μέ­ρους» θα έπρεπε να αυτοπροστα­τεύεται από τον φολκλορισμό των μεθοδεύσεων του «πολιτικώς ορθού» που εισήχθη, εδώ και αρκετές δεκαετίες, ως «απορρυθμιστική» πρακτική στη διεξαγωγή της έρευνας· Συμπερασματικά, στο «ιστοριογραφικό τοπίο» της εποχής μας, όπως κι αν το ανασυνθέσουμε, το μικροσκόπιο δεν έχει καταργήσει το τηλεσκόπιο.[1]

[1] Για μια πρώτη «σκιαγράφηση» αυτών των σημείων βλ. την εργασία μου: «Βιογραφία και ιστορία», Τα Ιστορικά, τχ.6 [Δεκ. 1986] 475-482. Βλ. επίσης Ιστορικών και φιλοσόφων Έλεγχος, Αθήνα 2008, 183-185). 

Μαραγκάκη Ελένη, “Cities”, 2018

Δεν υπάρχουν σχόλια: