22/11/14

Ο Δελμούζος εν έτει 2014

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Γιάννης Σαμοθράκης, “Études d'espace”, 1990, 
λάδι σε καμβά, 100 Χ 60 εκ.
Έκθεση φωτογραφίας φιλοξενήθηκε στην Άμφισσα, στο σπίτι του Αλέξανδρου Δελμούζου, γεγονός που επανέφερε το ερώτημα πώς εκτίθεται κατά καιρούς το έργο του. Συνάμα προσπαθώ να κατανοήσω τις συγγραφικές προτεραιότητες ενός αυτοθεωρούμενου «μυθιστορήματος μαθητείας». Ή, έστω, ενός «αφηγήματος που κινείται στα όρια μεταξύ αυτοβιογραφίας, μαρτυρίας και μυθοπλασίας». Για παράδειγμα, το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη: Και βέβαια αλλάζει! (Αθήνα 2014), στο οποίο η «Ειρήνη» έχει την ευχέρεια να διατυπώνει το ερώτημα: «Τι θα ήταν πολιτικά ο Δελμούζος εάν ζούσε σήμερα;». Για να λάβει διστακτικά την απάντηση από τον «κύριο Παυλίδη», τον «καινούργιο φιλόλογο της τάξης»: «Πιστεύω ότι θα τοποθετούσε τον εαυτό του στην ανανεωτική Αριστερά» (217).
Μόνο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η συστοιχία βιωμάτων της «Μεταπολίτευσης», στα οποία επικεντρώνεται το «αφήγημα», και όσων αυτή «κληροδότησε» στη «σημερινή εποχή». Ήδη η αφηγηματογράφος προδιαθέτει τον αναγνώστη και την αναγνώστρια με τον τρόπο που η ίδια αυτοβιογραφείται στα πτερύγια του εξωφύλλου του βιβλίου: «Στα νεανικά της χρόνια συμμετείχε στις οργανώσεις της ανανεωτικής Αριστεράς, ενώ πρόσφατα τάχθηκε δημοσίως υπέρ της ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς». Τούτο, άλλωστε, υπονοεί και η επίκληση του Γ. Βούλγαρη για την «Ελλάδα της Μεταπολίτευσης 1974-1990» που πραγματεύεται την «έκρηξη των προσδοκιών», συγκρατώντας και η μυθιστοριογράφος την «αισιοδοξία» ως «ένα κληροδότημα της εποχής» (11,258). Τώρα μάλιστα που στα σταυροδρόμια της εγχώριας πολιτικής ο ηγέτης των «τριακοσίων», επί υπουργίας Γιαννάκου, αναζητάει τη ροδοκόκκινη «Σταχτοπούτα», χωρίς όμως να απαιτεί από τους θιασώτες της να έχουν ως «πυξίδα την κοινή λογική» για την επιβολή της ιδέας της «Μεταρρύθμισης», εντός και εκτός του Πανεπιστημίου…

Κρατώ επίσης από το «αφήγημα για τη Μεταπολίτευση» τη μνεία του Freud για το «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών» (119-121), μήπως και αποφύγω τυχόν αναίτιες επιθέσεις σε όσα αμέσως ακολουθούν. Δηλαδή, αν αυτό που κατέγραψα στην προηγούμενη παράγραφο επιτελείται με όρους ευθαρσούς δημοσιότητας κατά την πλαισίωση του αφηγηματικού λόγου, στο πεδίο όμως της ιστοριογραφίας τούτο αποσιωπάται για να τεθεί «υπεράνω» τέτοιων πιθανών πολιτικών «μετατοπίσεων» και επομένως «άθικτη» η αξιοπιστία του επιστημονικού λόγου. Το παράδειγμα κι εδώ είναι ο Αλέξανδρος Δελμούζος σε κείμενο της Άννας Φραγκουδάκη που προτάσσεται στα Ανάλεκτα (Αθήνα 2014), με τίτλο: «Η δημοτικιστική  ‘ιδέα’, ο Δελμούζος και η αξία του έθνους» (21-47).
Πώς, λοιπόν, μεταγράφεται η προσωπική «μετατόπιση» κοινωνιολόγων και ιστορικών της εκπαίδευσης σε αναγωγή ιστορικής «χρεοκοπίας» της «Αριστεράς», μέσα από σειρά διαδοχικών «φάσεων» της πορείας της, εγχώριας και διεθνούς; Με την εδώ και κάποια χρόνια απόφανση ότι «ίσως η κατανόηση του κόσμου γύρω μας είναι ευθύνη όλων των πολιτών»; Ή με όσα  βομβαρδίζεται ο αναγνώστης και η αναγνώστρια για την «περιγραφή» εκείνων που συνέβησαν κατά τις πέντε σχεδόν δεκαετίες της συγγραφικής σταδιοδρομίας (της «ιδεολογίας και της κοινωνικής βιογραφίας») του Δελμούζου (1907-1954) που θα μπορούσαν να αποτυπώνουν τα Ανάλεκτα (με ή χωρίς τα αυτοτελή δημοσιεύματά του);
Δηλαδή, κατά τη διαδοχή εμφάνισης βραχυφλεγών λεκτικών βαριδίων: «μεγάλα κοινωνικά όνειρα», «μεγάλες εθνικές ανάγκες», «θεμελιώδη εθνικά συμφέροντα», «μεγάλη αντίφαση», «μείζον εθνικό ζήτημα», «μεγάλα διακυβεύματα», «απολύτως πρωτεύον πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας», «γιγάντια οικονομικά προβλήματα», «μεγάλο ιδεολογικό κενό», «γιγάντια προβλήματα της εποχής», «των γιγάντιων δυσκολιών», «μεγάλη πολιτική δύναμη», «μεγάλης ερμηνευτικής αξίας», «να δώσουν τη μεγάλη μάχη», «συνάντησε γιγάντιες δυσκολίες», «είναι μεγάλη η αντίφαση», «μεγάλες αλλαγές στο πεδίο των ιδεών», «τα κοινωνικά προβλήματα γιγαντώνονται», και όλα αυτά παρά τη –στιγμιαία, έστω– αναφορά στο «βερμπαλισμό της υπερβολής». Το ίδιο ισχύει και για την απόπειρα οριοθέτησης φαινομένων «κρίσης», όπως αυτή του «1930» που θα οδηγήσει την «ελληνική κοινωνία» σε «συνθήκες γενικευμένης κρίσης» ή «τρία χρόνια από το τέλος του Εμφύλιου πολέμου» η «κοινωνία [να] είναι σε βαθύτατη κρίση»—πρόκειται για «περίοδο βαθιάς κρίσης» αλλά και για «βαθιά κρίση τόσων δεκαετιών» που — προγραμματικά τουλάχιστον,  επιμερίζεται σε «κρίση οικονομική, πολιτική και ιδεολογική»… Κάποτε η «περίοδος γενικευμένης κρίσης», ως προς την «ήττα του δημοτικισμού», προβάλλεται να αφορά ό,τι «συνέβη από το 1922» έως «τις αρχές της δεκαετίας του 1960», με τη «μεταρρύθμιση» του 1929 να μην μένει απέξω, αν και στην υφηγεσία που μνημονεύεται παρακάτω αυτή είχε εκτιμηθεί ως ο «σημαντικότερος σταθμός στην προπολεμική εκπαιδευτική ιστορία».
Συνεχίζω με την ακατάπαυστη ροή του «έθνους» και των παραγώγων του, χωρίς ουδέποτε να ορισθεί ο όρος αυτός, τόσο με βάση τα κείμενα του Δελμούζου όσο ιδίως από τη μελετήτριά του. Σταχυολογώ επίσης ενδεικτικά: «μεγάλες εθνικές ανάγκες», «ιδεολόγος εθνικιστής», «θεμελιώδη εθνικά συμφέροντα», «εθνική ανάγκη στροφής του σχολείου», «εθνική παιδεία», «εθνική αναγκαιότητα», «εθνική ιδέα», «εθνικό ζήτημα», «εθνική ιδεολογία», «εθνική πολιτική επέκτασης των συνόρων», «βαθύτατα εθνική δημοτικιστική ιδέα», «για την προκοπή του έθνους (του εθνικού συνόλου)», «εθνικό παρόν», «ουτοπία εθνικιστική», «εθνική ομάδα», «εθνική αυθεντικότητα και καθαρότητα». Τουτέστιν, η «εθνική ιδέα» ως «ογκόλιθος ιδεολογικός» ή ο «ογκόλιθος της ελληνικής ιδεολογίας». Και εκεί που θα περίμενε κανείς να διευκρινισθεί αναλυτικά το πρόγραμμα και η ασκούμενη πολιτική των δύο αστικών κομμάτων (και των εκάστοτε παραφυάδων ή αποφύσεών τους) που δέσποζαν στην εγχώρια πολιτική σκηνή, των «Φιλελευθέρων» και των «Λαϊκών», παρεισφρέουν οι «δύο εθνικισμοί» που «αντιπαλεύουν» μεταξύ τους. Έτσι η «μία εθνική ιδεολογία» που προβάλλει το «αρχαίο παρελθόν» (με «δεύτερης συνήθως κατηγορίας διανοουμένους») και η άλλη ως «εθνική ιδεολογία των δημοτικιστών», που στο όνομα του «εθνικού παρόντος» εμφανίζεται εδώ να αρνείται τάχα από τον «εθνικό πολιτισμό» τον «αρχαίο Ελληνισμό» (κατά τις εκφράσεις του ίδιου του Δελμούζου). Προφανώς τώρα που δεν σημειώνεται (όπως το 1984) η «ταύτιση της αστικής εθνικής ιδεολογίας», ως «ογκόλιθος ιδεολογικός», με τη «μοναρχία», λαμπρύνεται ο Ελευθέριος Βενιζέλος που εκπροσωπεί τα «μεγάλα διακυβεύματα της εποχής» και «μορφοποιεί πολιτικά» το «όραμα μιας ‘νέας’ κοινωνίας», ενώ κάποτε (1917) θα «σταθεί στο επαναστατικό ύψος της στιγμής» και θα «ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση χωρίς συμβιβασμούς».
Επιπλέον, ως προς τη γένεση του «εθνικισμού» των δημοτικιστών μνημονεύεται η συμβολή του Χ. Τρικούπη (τοποθετείται γενικώς μετά το «Σύνταγμα του 1864») και ο Αδ. Κοραής. Με αφορμή όσα αφειδώς προσγράφονται στον τελευταίο για το «δημοτικισμό» του (ο Δελμούζος απλώς έκανε λόγο για την «εποχή του Κοραή») προβάλλει και η γενίκευση για τους «απογόνους των διαφωτιστών διανοούμενους». Μάλιστα, «όλοι οι φιλελεύθεροι» με την «ιδεολογική σημασία των απογόνων των διαφωτιστών» μετά το 1932 (όταν θα προκύψουν «μορφές διακυβέρνησης όλο και πιο αυταρχικές») θα «βρεθούν δίχως πολιτικές αναφορές». Τόσο που να μην αναγράφεται πώς ο Μ. Τριανταφυλλίδης κατά το «τέλος της δεκαετίας του 1930» ολοκλήρωσε τη γραμματική της «πρότυπης δημοτικής» ή της «κοινής ελληνικής» (κάτι που ο ίδιος ο Δελμούζος δεν το παραβλέπει, τουλάχιστον σ’ αυτό το ανθολογούμενο κείμενο αρ. 48: με υπουργό παιδείας τον ίδιο τον Μεταξά «σταμάτησε ο επίσημος κατατρεγμός της δημοτικής γλώσσας και της παράδοσής της στα σχολεία»).
Να προσθέσω την ίδια ροή, κάπως μετριοπαθέστερη, που αφορά το «λαό»: «λαϊκή παιδεία», «μόρφωση του λαού», «λαϊκό σχολείο», «να μορφωθεί ο λαός και να προκόψει η χώρα». Σε συνδυασμό μάλιστα με την «πλατωνική ευχή» να «διέπονται οι εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας από αρετές που βασικά ανήκουν στο πεδίο της ηθικής» και ιδίως σε συστοιχία με την άρνηση «όλων των φιλελεύθερων», από τον «Μεσοπόλεμο και ύστερα», να συμμετάσχουν στα «κοινά με αριστοκρατική περιφρόνηση προς τους πολιτικούς». Όσο για την προγενέστερη συμμετοχή τους εμφανίζεται να διαθέτει «ερμηνευτική αξία» η εικόνα του «δούρειου ίππου» (μάλλον αντίλαλος αντιθετικός στο «σταδιακά» του Σκληρού: «θα προσπαθήσουν βαθμηδόν να εισάξουν αυτήν [= την μητρικήν μας γλώσσαν] και εις την επίσημον μηχανήν του κράτους»), για την κατανόηση της «επιβολής της δημοτικής στο σχολείο», αλλά και της «απόδοσης» της μεταρρύθμισης του 1917 «προσωπικά και μόνο» στον Γληνό (ειδικότερα γι’ αυτόν αξιολογείται ως «μεγάλης ερμηνευτικής αξίας» η «πληροφορία» ότι στα «μάτια των αντιπάλων της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης» αντιμετωπίσθηκε ως ο πιο «μετριοπαθής και συντηρητικός»). Για τρίτη φορά επανέρχεται ο «δούρειος ίππος» (χωρίς να μνημονεύεται πώς θα λειτουργεί ως «παγίδα») και αφορά όσα φαίνεται να συμβαίνουν το 1947, τώρα όμως με τη σφραγίδα του κράτους αξιώνεται να «επιβληθεί στην παιδεία η δημοτική», με «κοινή» και «υπερκομματική» πολιτική κι αυτή τη φορά, στην υπηρεσία του «έθνους ολόκληρου». Ακριβέστερα, πρόκειται για τη βραχύβια κυβέρνηση Δ. Μαξίμου που στηρίζεται από το «Λαϊκόν Κόμμα» και από την «Εθνική Πολιτική Ένωση» («Κόμμα Βενιζελικών Φιλελευθέρων», «Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα», «Εθνικό Ενωτικό Κόμμα», δηλαδή: Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος).

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια: