6/8/11

Η μαθητεία στην ιστορική (ανά)γνώση και γραφή

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ
Δημήτρης Καλόγηρος- Η αίσθηση του χρώματος

Ο Μαρκ Μπλοκ γράφει στην Απολογία για την Ιστορία, σχετικά με το ερώτημα αν η ιστορία είναι επιστήμη ή τέχνη, ότι «οι ανθρώπινες πράξεις είναι από τη φύση τους πολύ λεπτά φαινόμενα. Για την ακριβή μετάφρασή τους σε λέξεις, επομένως, για την πληρέστερη κατανόησή τους (γιατί πώς μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως κάτι το οποίο δε μπορούμε να εκφράσουμε;) απαιτείται μεγάλη λεπτότητα έκφρασης και ακριβείς λεκτικές αποχρώσεις. Υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην έκφραση των πραγματικοτήτων του φυσικού κόσμου και του ανθρώπινου πνεύματος, όσο και ανάμεσα στο έργο ενός χειριστή φρέζας κι ενός κατασκευαστή εγχόρδων. Και οι δύο δουλεύουν με σημασία στη λεπτομέρεια, όμως ο πρώτος χρησιμοποιεί εργαλεία ακριβείας, ενώ ο δεύτερος καθοδηγείται πρωταρχικά από την ευαισθησία του στον ήχο και την αφή».[i]
Δε θα διαφωνούσα τόσο ως προς τον συσχετισμό της «εμπειρικής μεθόδου» του κατασκευαστή οργάνων με αυτής του ιστορικού. Όμως, θεωρώ ότι η επιστήμη της ιστορίας διαφέρει από την οργανοποιία, κυρίως ως προς τρία σημεία: η ιστορία όχι μόνο δεν έχει μπροστά της τις πρώτες ύλες αλλά και δε γνωρίζει εξαρχής ποιες είναι, ποιες από αυτές είναι οι πιο ταιριαστές. Κάθε φορά τις αναζητά. Είναι υποχρεωμένη να παράγει τα εργαλεία της και το αντικείμενό της, και μάλιστα πρώτα στη σκέψη. Το επιστημονικό της αντικείμενο δεν προϋπάρχει και μάλιστα προκύπτει, κάθε φορά, αρχικά ως πρόβλημα,  από την αναγνώριση μιας σιωπής, μιας απουσίας, μιας άγνοιας.
Ο ιστορικός, ταυτόχρονα ακροατής, οργανοποιός και οργανοπαίχτης, είναι συχνά υποχρεωμένος να στοχεύει σε ένα κοινό που δεν είναι προδιατεθειμένο να τον ακούσει. Η μουσική του, όμως, πρέπει να φτάσει στο κοινό, για να το μεταβάλλει-ή να το αποκοιμίσει.
Αντικείμενό μου είναι η διερεύνηση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας μαθητείας στην ανάγνωση και τη γραφή της ιστορίας στα τμήματα Ιστορίας των ελληνικών πανεπιστημίων. Οφείλω, καταρχάς, να ορίσω πρόχειρα τι εννοώ λέγοντας «μαθητεία», «ανάγνωση» και «γραφή», εντός του πεδίου μου, που δεν είναι άλλο παρά αυτό της επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών.
Η μαθητεία προϋποθέτει μια σχέση δασκάλου-μαθητή, οι οποίοι, όμως, συν-εργάζονται και συμ-πράττουν εντός ενός εργαστηρίου. Ο δάσκαλος δεν παραδίδει από καθέδρας, δε διδάσκει μόνον, αλλά εξηγεί κάθε φορά τι κάνει, διδάσκει πράττοντας, δουλεύοντας μαζί με τον μαθητή του πάνω σε ένα κοινό πρόβλημα. Πρωταρχική έγνοια του δασκάλου, λοιπόν, είναι ο μαθητής του να μπορεί να τον ακολουθήσει, να τον παρακολουθήσει. Ο δάσκαλος πρέπει να δείξει έμπρακτα στον μαθητή τα μυστικά της δουλειάς, κάτι το οποίο, μοιραία, θα έχει αργότερα επιπτώσεις και στην αυθεντία του. Αν δεν το κάνει, όμως, ο μαθητής δε θα μπορέσει, ίσως, να τον ξεπεράσει, να γίνει κι αυτός, με τη σειρά του, δάσκαλος. 
Το εργαστήριο του ιστορικού δεν μπορεί παρά να είναι αυτό της ανάγνωσης και της γραφής.[ii] Η ανάγνωση εντός του εργαστηρίου δεν είναι η σχολική ανάγνωση, στην οποία ο μαθητής είναι εθισμένος. Πρόκειται για ένα είδος έρευνας: αποσκοπεί στην αναγνώριση και το ξεπέρασμα μιας άγνοιας, την παραγωγή ενός προβλήματος, την εξήγηση, ερμηνεία και ανακατασκευή μιας εικόνας του παρελθόντος.[iii] Κάθε κείμενο είναι γραμμένο με κάποια λογική η οποία, όμως, παραμένει συνήθως άρρητη. Ο δάσκαλος, λοιπόν, οφείλει να συνασκηθεί με τον μαθητή στην αποκάλυψη της λογικής του κειμένου αποκαλύπτοντας, ταυτόχρονα, και τα ενδεχόμενα λογικά κενά του, να βρει και να αναλύσει επιχειρήματα, εννοιολογικά δίκτυα, τρόπους εξήγησης, αφήγησης και περιγραφής. Ο μαθητής ασκείται να αποκαλύπτει και άρα να ελέγχει διαρκώς τον τρόπο γραφής ενός κειμένου, ασκείται, δηλαδή, στην κριτική.[iv] Το ερευνητικό (και το κριτικό) στοιχείο, λοιπόν, δεν αφορά μόνο την ανάγνωση ιστορικών μαρτυριών, γραπτών ή κειμενοποιήσιμων, όπως υποστηρίζει μια, κατά βάσιν εμπειριστική ιστορική μεθοδολογία, αλλά και κάθε είδους επιστημονική δημοσίευση. Αναφορικά με το πρόβλημα της ανάγνωσης ιστορικών μαρτυριών, αυτό φυσικά δεν επιλύεται με τη διδασκαλία συγκεκριμένων τεχνικών, όπως η παλαιογραφία ή η διπλωματική, όπως άλλωστε και η διδασκαλία της έρευνας δεν συνίσταται απλώς στη διδασκαλία τεχνικών αναζήτησης σε αρχεία ή βιβλιοθήκες.[v]
Η έρευνα δεν τελειώνει ούτε με την εύρεση των προς ανάγνωση κειμένων, ούτε με την ανάγνωσή τους. Όταν μιλάω για γραφή στο πλαίσιο της μαθητείας, δεν αναφέρομαι στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ερευνητικής ανάγνωσης, αλλά και στη μαθητεία που αφορά στην διά της γραφής παρουσίαση της συνολικής πορείας και της μεθόδου της έρευνας, άρα και της μεθόδου ανάγνωσης.[vi] Πρόκειται για μια μάθηση που συμπίπτει με την κατοχή της διαδρομής μέσω της οποίας ο ιστορικός ανακατασκευάζει, εξηγεί, ερμηνεύει ένα φαινόμενο, αφού προηγουμένως το έχει καταστήσει πρόβλημα, έχοντας αναδείξει μια αρχική άγνοια.  Διά της γραφής «ξεπερνιέται» τελικά ο σχολικός τρόπος ανάγνωσης, διότι εκεί εκδηλώνονται τα όριά του, όρια που συμπίπτουν με τα όρια του πρακτικοβιωματικού κόσμου.
Στο σημείο αυτό θα αναρωτηθεί κανείς, και δικαίως, πώς ξεπερνιέται κάτι (διά της γραφής) που το θεωρήσαμε ξεπερασμένο (διά της ερευνητικής ανάγνωσης). Η απάντηση δίνεται από την ίδια την εμπειρία των επιστημόνων. Δεν πρόκειται για μια ευθύγραμμη, μονοσήμαντη πορεία από την ανάγνωση στη γραφή ή από την γραφή στην ανάγνωση, αλλά για μια συνεχή μετάβαση, η οποία προκαλεί μια σταδιακή άρση των προβλημάτων που, κάθε φορά, θέτει η ανάγνωση στη γραφή και η εκ νέου ανάγνωση στο νέο γραπτό. [vii] 
Όπως έχω ορίσει την μαθητεία στην ανάγνωση και τη γραφή της ιστορίας δε μπορώ παρά να την αναζητήσω, στα προπτυχιακά των τμημάτων Ιστορίας των ελληνικών πανεπιστημίων, στο πλαίσιο ενός σεμιναριακής μορφής μαθήματος το οποίο να προσφέρεται, ενδεχομένως, (και ορθότερα) στα πρώτα εξάμηνα σπουδών. Ένα σεμινάριο το οποίο να διερευνά την προβληματική της ιστορικής έρευνας και της ιστορικής παρουσίασης, έστω και υπό την έννοια της παρουσίασης των πορισμάτων της έρευνας. 
Ένα τέτοιο μάθημα απουσιάζει από τα προγράμματα σπουδών των τμημάτων Ιστορίας των πανεπιστημίων Αθηνών, Ιωαννίνων, Κρήτης και του Ιονίου, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2010-2011, ενώ υπάρχει στο ΑΠΘ.[viii] Σημειώνω, απλώς, ότι στο μεν πανεπιστήμιο Αθηνών, υπό τον τίτλο της «Εισαγωγής στην Ιστορία» γίνεται «μια πρώτη γνωριμία με την Ιστορία, μια διαδρομή στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών από τις απαρχές της ανθρώπινης ύπαρξης ως σήμερα», με τη συνοδεία «επισκέψεων σε μουσεία, ιστορικούς χώρους και χώρους λατρείας», ενώ, υπό τον τίτλο των «Μεθοδολογικών προβλημάτων της Ιστορίας» διδάσκεται ιστορία της ιστοριογραφίας με «έμφαση στην περίοδο από τις αρχές του 19ου αιώνα ως τα τέλη του 20ου». Όσον αφορά το πρώτο, θεωρώ ότι «μια πρώτη γνωριμία με την Ιστορία» είναι κάτι χρήσιμο για τα δεδομένα της Ελλάδας: οι τελειόφοιτοι Λυκείου συχνά εισάγονται, εξαιτίας των Πανελλαδικών, σε τμήματα που καλλιεργούν ένα γνωστικό αντικείμενο αδιάφορο σε αυτούς. Γι αυτό, ούτε καν το γνωστικό ενδιαφέρον των πρωτοετών δεν είναι (και δεν πρέπει να θεωρείται) δεδομένο. Όσον αφορά, πάλι, τη διδασκαλία της ιστορίας της ιστοριογραφίας (δηλαδή μιας μορφής ιστορίας των ιδεών (διά της «επιστημονικής βιογραφίας»,  «μεγάλων ανδρών» ιστορικών) σα να ήταν μεθοδολογία της επιστήμης, το θεωρώ αποκαλυπτικό ως προς το τι αυτή η κίνηση έχει θέσει ως άρρητη προϋπόθεση:  μια (φαινομενικά) «αδιάφορη», προοδευτική πορεία «διαψεύσεων», «αποτυχιών», η οποία καταλήγει  με τον θρίαμβο του τελευταίου (χρονολογικά) και κυρίαρχου (προσωρινά;) επιστημονικού παραδείγματος- προς «μίμηση» και αναπαραγωγή.
Παρατηρώ, πάντως, ότι, τόσο στην Αθήνα, όσο και στα υπόλοιπα τμήματα, διδάσκεται «μεθοδολογία της ιστορικής έρευνας». Πρόκειται, βέβαια, για μεθοδολογία αναζήτησης ιστορικών πηγών σε αρχεία και βιβλιοθήκες. Εξάλλου, ενδεικτικό θεωρώ το γεγονός ότι με τον όρο «πρακτική άσκηση», εννοείται, σύμφωνα με τα προγράμματα σπουδών, η άσκηση των τελειοφοίτων ιστορίας σε αρχεία. «Πρακτικά», λοιπόν, ο φέρελπις ιστορικός είναι (ή οφείλει να είναι) αρχειονόμος ή αρχειοθέτης.
Σε τι οφείλεται, όμως, αυτή η απουσία άσκησης στη μέθοδο έρευνας (όπως την όρισα) και, ταυτόχρονα, στη μέθοδο γραφής της ιστορίας; Θεωρώ ότι υπάρχουν τρεις πιθανοί λόγοι, τους οποίους και θα αναφέρω επιγραμματικά.
Πρώτον: οι απόφοιτοι τμημάτων Ιστορίας «συνήθως», «εκ παραδόσεως», απορροφούνται, ως επί το πλείστον, από τη Μέση Εκπαίδευση. Το πτυχίο Ιστορίας μάλλον «πιστοποιεί» επαγγελματικά προσόντα, κι όχι επιστημονικά. Άλλωστε, το μάθημα της Ιστορίας στη Μέση Εκπαίδευση δεν απαιτεί, ακόμα και σήμερα, κάποια ιδιαίτερη μαθητεία στην επιστήμη της Ιστορίας, εφόσον αποσκοπεί, πρωτίστως, σε έναν ιδιότυπο «εκκοινωνισμό», διά της παροχής χρήσιμων (σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία) «πληροφοριών» που «συνδέουν» στη διαχρονία και τη συγχρονία τους πολίτες της χώρας, διαμορφώνοντας μια «πολιτισμική κοινή».[ix]
Αυτή η αιτιολόγηση δε μου αρκεί. Λογικά, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί επιζήμιο  οι υποψήφιοι καθηγητές Μέσης Εκπαίδευσης να διαθέτουν  στις γνωστικές αποσκευές τους και μια μαθητεία στην έρευνα- κάθε άλλο, μάλιστα. Έστω και ως μάθημα επιλογής, έστω και ως «πολυτέλεια», κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προσφέρεται.
Παρότι θα ακουστεί παράδοξο, θεωρώ ότι, σύμφωνα με τη λογική του πανεπιστημίου, αυτή η μαθητεία στην έρευνα υφίσταται κάπου, εφόσον (κυρίως) απόφοιτοι τμημάτων Ιστορίας παρακολουθούν μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών ή προχωρούν και στην εκπόνηση διδακτορικών. Ας το σκεφτούμε βάσει της κοινής λογικής: πώς είναι δυνατόν ένας ιστορικός να μαθαίνει να κάνει έρευνα αφού έχει γίνει, «σύμφωνα (και) με τον νόμο» ιστορικός;
Από τη σκοπιά της επιστημολογίας αυτό το (φαινομενικά) παράδοξο εξηγείται από την θεωρούμενη από τον κυρίαρχο εμπειρισμό «φύση» της ιστορικής επιστήμης: ο ιστορικός δεν (ανα)γνωρίζει άλλη μέθοδο, πέραν ή εκτός της «τριβής» με το (κάθε φορά) αντικείμενό του.  Το ότι η Ιστορία δεν έχει γιατί δεν χρειάζεται να έχει ή γιατί οφείλει να μην έχει φιλοσοφικές προϋποθέσεις ή οποιαδήποτε σχέση με τη φιλοσοφία: αυτό αποτελεί το διαχρονικό σύνθημα του ιστορικού εμπειρισμού. Ο οποίος, βέβαια, «αγνοεί» (και πρόκειται, εδώ, για σκόπιμη άγνοια, κι όχι για μια απλή έλλειψη γνώσης) ότι κι ο ίδιος είναι μια φιλοσοφική παράδοση, κι όχι μια εκτός ιστορίας, άχρονη επιστημονική μέθοδος.
 Θα μπορούσε να θεωρηθεί λογικό, τελικά, ο ιστορικός εμπειρισμός να μην ενδιαφέρεται για μια μαθητεία στη μέθοδο (ως κάτι το «επιπλέον»), διότι τη μέθοδο την θεωρεί δεδομένη (εντός της), δεν διερωτάται γι’ αυτήν, δεν τη «βλέπει», δεν τη θέτει ως πρόβλημα.
Το τρίτο αίτιο της «απουσίας» μαθητείας στην ιστορική ανάγνωση και γραφή είναι, υπό μια έννοια, συμπληρωματικό του δεύτερου: είναι η σχέση της εμπειριστικής ιστοριογραφίας με την «κοινή λογική» και την «καθημερινή γλώσσα». Σύμφωνα με τον εμπειρισμό, η ανάγνωση και γραφή της ιστορίας δε χρειάζεται ιδιαίτερη διδασκαλία, πέραν της «αποκρυπτογράφησης» παλαιοτέρων κειμένων και της αναζήτησης και καταγραφής «έγκυρων» και «διασταυρωμένων πληροφοριών» μέσω των ιστορικών πηγών, αφού ο ιστορικός «απλώς» διαπιστώνει, περιγράφει και καταγράφει ιστορικά δεδομένα, τα οποία «άντλησε» από «πηγές»- δηλαδή, απλώς τα «βρήκε». Και μάλιστα, αυτή η διαδικασία γράφεται «αντικειμενικά», σε μια γλώσσα καθημερινή, δίχως ιδιαίτερα προβλήματα. 
Θα συνεχίσω την επόμενη Κυριακή.

Ο Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης είναι ιστορικός


[i] Μαρκ Μπλοκ, Απολογία για την Ιστορία. Το επάγγελμα του ιστορικού, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1994, σ. 57. Σημειώνω εδώ ότι ο αυθεντικός τίτλος του βιβλίου είναι: Apologie pour lhistoire  ou métier dhistorien. Οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι η "εμπειρική μέθοδος" (κοινή στους ιστορικούς και τους τεχνίτες, σύμφωνα με τον Μπλοκ που, εδώ, μοιάζει σαν να προεικονίζει την σύγχρονη συζήτηση περί γνώσης των τεχνιτών, στο πλαίσιο της ιστορίας της επιστήμης) δε σχετίζεται με τον εμπειρισμό (πολέμιος του οποίου υπήρξε και ο ίδιος) αλλά, μάλλον, με το "provando e riprovando" της Accademia del Cimento και του γαλιλαιϊκού saggiatore. Βλ. C. Ginzburg, Rapporti di forza. Storia, retorica, prova, Feltrinelli, Μιλάνο 2000, σ. 11.
[ii] Για τον ορισμό της «γραφής» και της «ανάγνωσης» βλ Γ. Κουζέλης, «Πώς κανείς (δεν) κάνει θεωρία;» στο Γ. Κουζέλης\ M. Stoppler \ H. Zander \ Π. Μπασάκος (επιμ), Γραφή και ανάγνωση. Για τη χρήση της γλώσσας στις επιστήμες, Ε.Μ.Ε.Α., Αθήνα 2001, σ. 215-224, καθώς και γενικά όλο τον τόμο. Επίσης: Γ. Κουζέλης, Ενάντια στα φαινόμενα. Για μια επιστημολογική προσέγγιση της Διδακτικής των Κοινωνικών Επιστημών, νήσος, Αθήνα 2005 (ιδίως το κεφάλαιο 7, «Έκθεση και μαθητεία», σ. 69-84).   
[iii] Για τη σχέση «πρότερης» και επιστημονικής γνώσης βλ Γ. Κουζέλης, Από τον βιωματικό στον επιστημονικό κόσμο. Ζητήματα κοινωνικής αναπαραγωγής της γνώσης, Κριτική, Αθήνα 1991, ιδίως σ. 91-176 και Γ. Κουζέλης, Ενάντια στα φαινόμενα…, οπ., ιδίως σ. 43-68.
[iv] Για μια προσπάθεια μεθοδικής άσκησης στην ανάγνωση και (επανα)συγγραφή επιστημονικών κειμένων ιστορίας βλ I. Mattozzi, Εκπαιδεύοντας αναγνώστες Ιστορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, ιδίως τα κεφάλαια 2,3,5,8 καθώς και: I. Mattozzi, La cultura storica: un modello di costruzione, Faenza editrice, Faenza 1990. Επίσης: I. Mattozzi,  «La trasmissione del sapere storico. Insegnanti di storia tra istituzioni e soggettività» , στο I. Mattozzi, E. Guerra (επιμ), Insegnanti di storia tra istituzioni e soggettività, CLUEB, Μπολόνια 1994, σ. 7-22.
[v] Για μια εμπειριστική (αν και αρκετά προωθημένη) προσέγγιση της μεθοδολογίας της Ιστορίας βλλχ:  Encyclopédie de la Pléiade, L’Histoire et ses méthodes, Gallimard, Παρίσι 1961 (ελληνική έκδοση: Encyclopédie de la Pléiade, Ιστορία και μέθοδοί της, 4 τόμοι, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1987-1989).
[vi] Σχετικά με την «παρουσίαση» βλ Γ. Κουζέλης, «Λογική της ανάπτυξης: περί ανακατασκευής» στο Π. Πούλος (επιμ), Περί κατασκευής, ΕΜΕΑ, Αθήνα 1996, σ. 217-238 και (του ίδιου): «Έκθεση και επιχειρηματολογία. Η εικόνα της επιστήμης. Ένα σχεδιάγραμμα και ένα παράδειγμα (Φρόιντ)», στο Γ. Κουζέλης – Π. Μπασάκος (επιμ), Φως – Εικόνα – Πραγματικότητα, ΕΜΕΑ – νήσος, Αθήνα 2006, σ. 33-79.
[vii] Για την έκθεση αυτής της «παλινδρόμησης», σε (όχι και τόσο) διαφορετικά συγκείμενα βλ  Γ. Κουζέλης, «Έκθεση και επιχειρηματολογία…»,  ο π.
[viii] Επειδή δεν θεωρώ ότι ένα μάθημα μεθοδολογίας θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλεγόμενο ή επιλεκτικά προσφερόμενο, ανάλογα με την διαθεσιμότητα ή μη ενός διδάσκοντα, δεν προχώρησα στην αναζήτηση προγραμμάτων σπουδών παρελθόντων ετών. Ας το διατυπώσω (σκοπίμως) προκλητικότερα: αν, για παράδειγμα, εντοπιζόταν από κάποιον «ανησυχούντα» η απουσία διδασκαλίας του μαθήματος της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, έστω κι αν αφορούσε ένα τμήμα, έστω κι αν η απουσία διαρκούσε μόνο για ένα έτος , δε θα ετίθετο  αυτομάτως ζήτημα «κατάπτωσης» του επιπέδου σπουδών; 
[ix] Σχετικά με το μάθημα της Ιστορίας στη Μέση Εκπαίδευσης οφείλω να παραπέμψω στο:  H. Moniot, Διδακτική της Ιστορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2002, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία. Κάποιες δικές μου σκέψεις  (αν και αναθεωρημένες, πια) έχουν εκτεθεί στο: «Οι μάγισσες της Σμύρνης», Στίγμα, τεύχος 23 (Απρίλιος – Ιούνιος 2007), σ. 29-36.

Δεν υπάρχουν σχόλια: