Οι εικόνες
του τεύχους προέρχονται από την έκθεση του Μάρκου Καμπάνη με τίτλο «Οδύσσεια»
που πραγματοποιείται στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη (Κριεζώτου 3,
Σύνταγμα, Αθήνα). Μέχρι 27 Απριλίου.
30/3/25
Τα αυτονόητα ως ρηξικέλευθα
Του Κώστα Βούλγαρη
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ, Μανιφέστο για μια βιώσιμη κοινωνία. Στάσιμες οικονομίες – ασταθής πολιτική, εκδόσεις Πόλις, σελ. 168
Η σκέψη του Ευκλείδη Τσακαλώτου εδράζεται στην οικονομική θεωρία και ως εκ τούτου μια προσέγγισή μου στο βιβλίο του δεν μπορεί να μπει στον πυρήνα του, ή μάλλον στις προϋποθέσεις του, γιατί ο πυρήνας του είναι η αγωνία του, αγωνία πολιτική, όπως εκφράζεται άλλωστε στον δεύτερο πόλο του τίτλου του, «για μια βιώσιμη κοινωνία». Ο πρώτος πόλος όμως, «Μανιφέστο», εγείρει συνειρμούς και απορίες.
Όχι, δεν πρόκειται για μια οραματική διακήρυξη. Και μάλιστα, δεν ερωτοτροπεί, ούτε στο ελάχιστο, με τον μαξιμαλισμό που κατ’ ανάγκην περιέχει ένας οραματικός/διακηρυκτικός λόγος. Πολύ πιο μινιμαρισμένες είναι οι στοχεύεις αυτού του «μανιφέστου», όπως αμέσως επεξηγηματικά δηλώνεται: «για μια βιώσιμη κοινωνία». Μήπως πρόκειται για αντίφαση εν τοις όροις; Μπορώ μόνο να επικαλεστώ τον μείζονα ποιητή της εποχής μας, τον Ηλία Λάγιο: «με φτενά υλικά κατασκευάζεται δημιούργημα ευγενικό». Γιατί το ζητούμενο σήμερα, τόσο στην τέχνη όσο και στην πολιτική, μετά την έκπτωση των «μεγάλων αφηγήσεων» της νεωτερικότητας, είναι η δημιουργία νέων μεγάλων αφηγήσεων, με διαφορετικά και ταπεινά υλικά, διαφορετική υφή από τις προηγούμενες. Η αυτοβεβαιωτική αυτάρκεια των παρελθουσών μεγάλων αφηγήσεων, που δεν ήσαν παρά εναντιοδρομίες μονολόγων, δεν αντιστοιχεί στο σημερινό κοσμοείδωλο, δεν μπορεί να παραγάγει γόνιμες απαντήσεις. Η πολυφωνικότητα, η ανομοιογένεια, τα θραύσματα, δεν είναι τώρα οι «αντιφάσεις» και τα «βαρίδια» των ολοποιητικών αφηγήσεων, αλλά εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία των απαντήσεων και των κοινωνικών υποκειμένων.
Τα τρία βασικά κεφάλαια του βιβλίου, «Ανισότητες», «Πράσινο», «Τεχνολογία», περιγράφουν και αναλύουν το τοπίο της σύγχρονης κοινωνικής φοράς, τις πραγματικότητες που δημιουργεί η παρούσα φάση του καπιταλισμού, τις συνέπειες στα εξουσιαζόμενα κοινωνικά στρώματα, τις δυνατότητες εξόδου από τον φαύλο κύκλο που περιγράφει ο υπότιτλος: «στάσιμες οικονομίες - ασταθής πολιτική». Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα «επαναστατικό μανιφέστο», με όρους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, όπως μας προϊδεάζει ο όρος, αλλά για μια πολιτική ανάλυση, που εμπεριέχει ένα πολιτικό πρόταγμα.
Ένα ταξίδι
![]() |
Μάρκος Καμπάνης, Οδύσσεια, το χειρόγραφο (λεπτομ.), 2022, ψηφιακή εκτύπωση, κάρβουνο, ακρυλικό σε χαρτί |
Της Ευσταθίας
Δήμου*
ΖΟΖΕΦ ΑΝΤΡΑΣ -
ΚΑΟΥΤΑΡ ΑΡΣΙ, Λογοτεχνία και Επανάσταση, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας,
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 236
Ποια σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους οι έννοιες της Λογοτεχνίας και της Επανάστασης; Πολλές είναι οι πιθανές απαντήσεις, με την πιο αναμενόμενη αυτή που βλέπει στην πρώτη τη μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται η δεύτερη. Την περιοχή όπου αναπτύσσεται η προοπτική της κοινωνικής -και όχι μόνο- αλλαγής. Μια πιο ανατρεπτική, τολμηρή ματιά, από την άλλη, θα αντίκριζε ίσως την επαναστατική φύση της λογοτεχνίας -με την έννοια του πειραματισμού, της καινοτομίας, της νέας πρότασης που κομίζει τόσο στο επίπεδο της γραφής, ως λόγου και έργου μαζί- και, ταυτόχρονα, τη λογοτεχνική φύση της επανάστασης, την εκκίνησή της από μιαν Ιδέα και τη διαμόρφωση των μέσων με τα οποία θα διεκδικήσει τη μετατροπή της σε πραγματικότητα. Όποια κι αν είναι η σύνδεση ή η σχέση, ένα είναι βέβαιο. Ότι κανείς δεν θα μπορούσε να σκεφτεί μια διαφορετική σειρά στην παράθεση των δύο όρων. Πρόκειται άραγε μόνο για τη χρονική προτεραιότητα της λογοτεχνίας έναντι της επανάστασης, του λόγου έναντι του έργου, ή για μια αναγνώριση της δυναμικής της τέχνης να εμπνέει και να καθοδηγεί τη ζωή και, ακόμα περισσότερο, τις πιο δυναμικές, ανατρεπτικές της στιγμές, τους ίδιους τους ανθρώπους που μετατρέπονται σε φορείς και κινητήριες δυνάμεις της αλλαγής;
Η διερεύνηση όλων των παραπάνω ζητημάτων είναι μια δύσκολη, οπωσδήποτε όμως μια άκρως ελκυστική υπόθεση, στο μέτρο και στο βαθμό που έρχεται για να αναζωπυρώσει τη συζήτηση σχετικά με τη διείσδυση της λογοτεχνίας στη ζωή. Σχετικά με την εξάρτηση της ζωής από τη λογοτεχνία και τον βαθμό στον οποίο αυτή αποτελεί ένα πεδίο εκδίπλωσης δυνάμεων που δεν δρουν ούτε εκδηλώνονται μονάχα στο εσωτερικό της, αλλά κινητοποιούν τον ανθρώπινο ψυχισμό να αποτολμήσει τη μετατροπή του ιδανικού σε πραγματικότητα και πράξη. Τον ευρύτερο αυτό προβληματισμό έρχεται να αναζωπυρώσει το κοινό βιβλίο των Ζοζεφ Αντράς, πεζογράφου, ερευνητή, ποιητή και δημοσιογράφου, και Καουτάρ Αρσί, συγγραφέα και κοινωνιολόγου, που προσήλθαν σε έναν διάλογο, Λογοτεχνία και Επανάσταση, ο οποίος απλώνεται και καλύπτει όλες τις πλευρές του δημιουργικού γίγνεσθαι. Ο διάλογος, που βασικά έχει τη μορφή ερωταποκρίσεων, χωρίζεται σε μια σειρά από θεματικές που περιλαμβάνουν τη γραφή, την αγωνιστική δράση, τη δημοσίευση ενός βιβλίου, διαμορφώνουν δηλαδή ένα πλέγμα μέσα στο οποίο αυτό που προκρίνεται και προεξάρχει είναι η ανάγκη εντοπισμού του σημείου εκείνου στο οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί η ουσιαστική, ζωογόνα επαφή της ζωής με την τέχνη.
Μυθοτοπογραφίες
(Το εικαστικό έργο του Μάρκου Καμπάνη)
Του Κωνσταντίνου Θ. Σπυρόπουλου*
Μία από τις εκθέσεις που σίγουρα θα αφήσουν το στίγμα τους στο 2025 είναι η «Οδύσσεια» του Μάρκου Καμπάνη στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη, σ’ επιμέλεια των Κωνσταντίνου Παπαχρίστου και Μάνου Δημητρακόπουλου.
Η καλλιτεχνική ενασχόληση του Καμπάνη με το ομηρικό έπος δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής σ’ ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της δυτικής λογοτεχνίας· είναι ένας βαθύς επαναπροσδιορισμός των χωρικών, συναισθηματικών και μεταφυσικών διαστάσεών του. Η έκθεση περιλαμβάνει 22 έργα από την καλλιτεχνική παραγωγή του εικαστικού. Εμπνευσμένη από την Οδύσσεια, αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη βαθιά συντονισμένο με την αλληλεπίδραση μεταξύ λόγου και εικόνας, ιστορίας και φαντασίας, του απτού και του αιθερικού. Το έργο του υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής εικονογράφησης, προσφέροντας έναν αναστοχασμό πάνω στη διαρκή απήχηση του έπους στο συλλογικό ασυνείδητο των ανθρώπων.
Ο καλλιτέχνης ξεκινά με αφορμή ένα χειρόγραφο της Οδύσσειας του 15ου αιώνα από τη συλλογή Harley της Βιβλιοθήκης του Βρετανικού Μουσείου. Αυτή η πράξη οικειοποίησης του συγκεκριμένου χειρόγραφου δεν είναι αρχειακή, αλλά μετασχηματιστική. Ο Καμπάνης καταπιάνεται με τέσσερα ζωγραφισμένα βιβλία, επικαλύπτει με κάρβουνο και μολύβι τις ραψωδίες του ομηρικού κειμένου μεταμορφώνοντάς τες σε αποκαλυπτικές εικόνες, δημιουργώντας ένα παλίμψηστο κειμενικών και εικαστικών στρωμάτων.
Η χρήση του κολάζ στα έργα του κάνει αισθητή την παρουσία της ως μεταφορά της αποσπασματικής, επεισοδιακής φύσης της Οδύσσειας. Αντιπαραθέτοντας ανόμοια υλικά και υφές, δημιουργεί μια αίσθηση εξάρθρωσης και επανασυναρμολόγησης που αναπλάθει τη δομή του έπους. Τα έργα σε χαρτί και ξύλο διαπνέονται από μια απτική ποιότητα, μια αίσθηση υλικότητας που ενεργοποιεί και θεμελιώνει το μυθικό στο φυσικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η χρήση ακρυλικού και μελανιού εισάγει μια ρευστή, σχεδόν ονειρική ταυτότητα, υποδηλώνοντας τους οριακούς χώρους μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, παρελθόντος και παρόντος.
Πραγματικότητα και «ιστορία»
Της Βερονίκης Δαλακούρα*
ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Ιερεμίας υποδεκανέας, μυθιστόρημα, εκδόσεις Αρμός, σελ. 216
ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, Ιερεμίας υποδεκανέας, μυθιστόρημα, εκδόσεις Αρμός, σελ. 216
Υπάρχουν άραγε περισσότερες από μία πραγματικότητες; Και πόσα πρόσωπα μέσα σ’ αυτές, έστω στη μία και μοναδική που τυχόν υπάρχει, πράττουν, υφίστανται, πρωταγωνιστούν, αναπνέουν, αλληλεπιδρούν; Αν και ο συγγραφέας ως ποιητής εμφανίστηκε, νεότατος, το 1969, προβάλλει, με τρόπο απόλυτα ρεαλιστικό, την ιστορία ενός ανθρώπου - αίνιγμα. Ξεκάθαρη στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου η ιστορία, ο ρόλος και το Πρόσωπό του, διαχέεται στη συνέχεια μέσα στην αχλύ των άλλων, ομώνυμων προσώπων, που όχι απλώς τον διαδέχονται ως παρουσία και Ύπαρξη, αλλά συνυπάρχουν μ’ αυτόν. Δεν έχει σημασία ο χρόνος και το πώς κυλούν οι στιγμές, με θόρυβο, κρότο, από το ένα επεισόδιο στο άλλο∙ ούτε και τα παιχνίδια της τύχης και οι συμπτώσεις. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ανα-παραστάσεις ψυχών, όπου οι επάλληλες αφηγήσεις, σαν μια σειρά ομόκεντρων κύκλων, όλο και μικραίνουν, οδηγώντας στον πλέον σημαντικό∙ ένας και μοναδικός είναι ο στόχος: η αποκάλυψη του προσώπου του Ιερεμία. Είναι περιττό να αναφέρω, αριθμώντας τα, τα πρόσωπα/ προσωπεία του.
«Ιερεμίας Ερμογένης, Υποδεκανέας, 19 χρόνων, φονευθείς το 1949, στρατιωτικό κοιμητήριο..»: έτσι αρχίζει η ιστορία. Αλλά «Αφορά τη ζωή ενός άλλου. Εγώ δεν φονεύθηκα σε κανένα πεδίο μάχης. Αν συμβεί, θα πρόκειται για αυτοχειρία, αυτογκόλ για να συννεννοούμεθα… Αν όμως η μάχη είναι εκ των έσω προς τα έσω, τότε νιώθω σαν στο σπίτι μου.»
Αρκεί το παραπάνω απόσπασμα για να μπούμε στο πνεύμα της αφήγησης, στον ρόλο των προσώπων και της πλοκής, με τις λεπτομέρειες, τις μετακινήσεις του χρόνου και του χώρου, την παράλληλη πορεία των Τριών ηρώων τους οποίους συνδέει, εκτός από την εξ αίματος συγγένεια και την σύμπτωση, μια κληρονομιά που ήταν μοιραίο να έχει γίνει με κάθε τίμημα η αποδοχή της. Ανεξάρτητα από την ιδιότητα του συγγραφέα (ψυχαναλυτικός θεραπευτής), ο αναγνώστης θα διακρίνει, μέσα από αυτό το άψογο γράψιμο, την καταγραφή της μνήμης και των ίσως προσωπικών εμπειριών, το πώς παραδόσεις και ιστορία, δεμένες η μία με την άλλη με δεσμούς - δεσμά, επιβεβαιώνουν το πέρασμα του Χρόνου ως ένα κληροδότημα του συλλογικού Τραύματος. Ο ένας μετά τον άλλο, οι Ιερεμίες, γονιός και παιδί οι δύο πρώτοι, ξένος που ψάχνει τις ρίζες του ο τρίτος, εμπλέκονται σε ένα παιχνίδι που παίζεται σε βάρος τους.
Οι καταστροφικές συνέπειες της παχυσαρκίας
ΔΙΗΓΗΜΑ
Της Κλεοπάτρας Λυμπέρη*
Tέλος πάντων, συνέβη: πέθανα. Αλλά έμελλε να ακολουθήσουν και άλλα, χειρότερα. Πληροφορήθηκα την κατάστασή μου από την ίδια την θεία Πολυξένη, όταν έσκυψε στο αυτί μου σφυρίζοντας σαν έχιδνα: Αγησίλαε, τώρα πια δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν. Ήταν πλέον εντελώς βέβαιο (ή σχεδόν): η κατάσταση δεν μπορούσε ν’ αναστραφεί.
Η επίπονη ενασχόληση με τους άλλους, μου επιτρέπει να υποστηρίξω σήμερα ότι είμαι βαθύς γνώστης του ανθρώπου, τι λέω, ένας επιστήμων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εις τας δυσμάς του βίου μου κατάλαβα πως ο θάνατος δεν είναι μία σειρά ανεξιχνίαστων συμπτώσεων, ακριβώς το αντίθετο: πρόκειται για μια στρατηγική του ίδιου του προσώπου, ένα έξυπνο τέχνασμα διαχείρισης πολλών κλίσεων, ώστε να οδηγήσουν όλα στη λύση του δράματος.
Και για να μη θεωρηθώ δυσνόητος, εξηγούμαι: η θεία Ελένη –ας πούμε– δεν χάθηκε από μια απλή περιτονίτιδα όπως υποστήριξαν τότε οι γιατροί. Η αδιαφορία του συζύγου της την είχε οδηγήσει σε πολλά κόλπα για να τραβήξει την προσοχή του - δυστυχώς όμως, κανένα από αυτά δεν ευδοκίμησε. Πιστεύω ότι τα έντερά της, σε μια απέλπιδα προσπάθεια προσέλκυσης του εν λόγω κυρίου, δημιούργησαν ένα σκουλήκι, το οποίο τελικώς την κατέφαγε, για να της αποδείξει το μάταιον των σχεδίων της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)