19/9/21

Οι κοιμώμενοι

Στον Κ. Β.

Ι
Σαν τη σπηλιά αντικρίσανε ν’ ανοίγεται μπροστά τους
κι απόκαμαν απ’ το σκληρό ξοπίσω τους διωγμό,
για πάντοτε να σφαλιστούν εκεί τα βλέφαρά τους
παρακαλέσαν το Θεό θερμά μ’ ένα λυγμό.

Και σφάλισαν τα μάτια τους βαριά σαν ανεμώνες
που τη βαραίνουν πάνω της οι στάλες της βροχής
και μήνες κοιμηθήκανε, μέρες πολλές κι αιώνες,
ο Χρόνος λες και γύρισε στο λίκνο της Ψυχής.

ΙΙ
Τα πάντα πώς ροδίζουνε στα μάγια των ονείρων,
τα σπίτια και τα θέατρα, οι πύλες, η αγορά!
Μεταμορφώθηκε η Έφεσος στην πόλη των σαπφείρων;
Όλη αγιασμένη με σταυρούς τη βλέπουν με χαρά.

Με λάμψη ο πυργοστέφανος αχνή λούζεται λόφος–
η πολιτεία σκεπάζεται με πέπλο νυφικό–
κι όλα αϋλώνονται βουβά σε τούτο το χρυσόφως,
χρυσόφως απογεύματος αιώνιο και γλυκό.

Ο χρόνος πια πού σβήστηκε; Πού χάθηκε; Δεν είδες;
Τον πήρε η αύρα αυτή η λεπτή, φερμένη από μακριά,
η αύρα που κυματίζει εδώ στις πέτρινες αψίδες
βαριά παραπετάσματα κι υφάσματα ελαφριά.

Κι οι άνθρωποι περπατάνε πια κι όμως δεν περπατάνε,
μα στέκουν σαν αγάλματα φτιαγμένα από χαλκό 
μαρμαρωμένα τα πουλιά στον ουρανό πετάνε
κι όλα θαμπώνονται βουβά στο αιώνιο μυστικό.

ΙΙΙ
Και μεγιστάνες έρχονταν τρανοί και προσκυνούσαν,
ιερείς ερχόνταν και πολύς λαός απλοϊκός
κι ώρα πολλή καθόντουσαν εκεί και τους μιλούσαν
και δείπνος η κουβέντα τους φάνταζε μυστικός.

Κι ο βασιλιάς κατέφτασε φορώντας την κορώνα
και τους προσκύνησε κι αυτός εκεί γονατιστός
σαν νά ’ταν άγια λείψανα, θαυματουργή κι εικόνα,
που με τα χείλη του θερμά τ’ ασπάζεται ο πιστός.

Μα δύσκολα τους βγαίνανε τα λόγια και νυστάζαν
και σα μολύβι νιώθανε τα βλέφαρα πυκνό
και γείραν το κεφάλι τους και πια δεν κουβεντιάζαν,
μα σε βαθύ βυθίστηκαν ύπνο παντοτινό.

Γιώργος Βαρθαλίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια: