12/9/21

Νίνα Παπακωνσταντίνου: Διακλαδωτές αφηγήσεις

Νίνα Παπακωνσταντίνου, Ήλιος ο Ηλιάτορας ΙΙ, 2016, σχέδιο σε καρμπόν (δίπτυχο), 28 x 37 εκ. έκαστο 

Της Χριστίνας Πετρηνού*

Όταν γράφουμε ή αντιγράφουμε ένα κείμενο προϋπόθεση είναι να παραμένει αναγνώσιμο και ευανάγνωστο. Όμως στην περίπτωση της Νίνας Παπακωνσταντίνου, το εκάστοτε κείμενο ή βιβλίο μεταμορφώνεται μέσα από τη μέθοδο της αντιγραφής, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο, ερμητικό κείμενο: το επιλεγμένο λογοτεχνικό έργο χάνει το αρχικό του νόημα, ξεχνιέται, πέφτει στη λήθη μέσα από την ελεύθερη γραφή που χρησιμοποιεί.
Ο τρόπος που αντιγράφει ένα κείμενο ποικίλλει: αντιγραφή σε μια σελίδα με καρμπόν, μεγέθυνσή του και αντιγραφή των κόκκων των λέξεων, ιχνογράφηση σε ριζόχαρτο, τρύπημά του με καρφίτσα πάνω σε χαρτί κλπ. Τόσο η καλλιτέχνης όσο και ο αναγνώστης κινούνται σαν νομάδες μέσα στο αντιγραμμένο έργο.
Αντιγράφει σελίδα-σελίδα ένα κείμενο καθιστώντας το δυσανάγνωστο, απόκρυφο με πολλές διαστρωματώσεις. Μένει η σιωπή, το αίνιγμα, ένας ψίθυρος του νέου κειμένου και ταυτόχρονα μια αίσθηση γαλήνης μέσα από την απαλοιφή του. Παραδόξως, ενώ η καλλιτέχνιδα χρησιμοποιεί την αντιγραφή όπως γινόταν κατά τον μεσαίωνα για τη διάσωση των βιβλίων, το έργο της απελευθερώνεται από το μοντέλο του, λαμβάνοντας μια απόσταση μέσα από αυτήν την εγγύτητα. Ενώ έχει μια εξ’ επαφής σχέση με το κείμενο στο οποίο αναφέρεται, ακολουθώντας το κατά γράμμα, αυτό χάνει την ταυτότητά του και η τελική εικόνα διαφέρει αποκτώντας μια λεπτεπίλεπτη καλλιτεχνική γοητεία. Το κείμενο ενός έργου όταν πέσει στα χέρια της καλλιτέχνιδας εκρήγνυται! Η απόκρυφη και φανταστική του γλώσσα αποκτά μιαν ακατάληπτη ροή, μια πυρετώδη κίνηση, που σε αφήνει να φανταστείς πολλαπλά νοήματα.
Το κείμενο αναφοράς εξορίζεται μετατρέποντάς μας σε τυφλούς. Η γραφή προστατεύει το αρχικό έργο αλλά και κρατά σε απόσταση τον θεατή. Φτάνει στο καίριο μέσα από αυτά τα χαρακτηριστικά ορνιθοσκαλίσματα. Η καλλιτέχνιδα αποκτά μια σχέση ελευθερίας μέσα από την αντιγραφή. Και εκείνο που ενδιαφέρει την Παπακωνσταντίνου είναι να φέρει στην επιφάνια το νόημα του διασωζόμενου κειμένου μέσα από τον τρόπο της αντιγραφής του. Στο απροσπέλαστο αντιγραμμένο κείμενο δεν μπορούμε να διεισδύσουμε. Μένουμε απ’ έξω.
Η μεταβλητότητα που προσδίδει στην αντιγραφή δημιουργεί μια σύγχυση, μιαν αναστάτωση των λέξεων και των φράσεων, καταλήγοντας σε μια νέα γλώσσα, μια μετα-γλώσσα που χαρακτηρίζει τη μοντερνιστική λογοτεχνία. Ο κατακερματισμός του αρχικού κειμένου μοιάζει να είναι αποσπασματικός, μεταβλητός, σε μια σύγχυση, σε ένα πανδαιμόνιο. Οι λέξεις και η σύνταξη χάνουν το νόημά τους και καταλήγουν σε μια σειρά από αφηρημένους γραφισμούς. Στη «φλυαρία» του πεζού λόγου, στη φαντασία του συγγραφέα, η Παπακωνσταντίνου απαντά με τη σιωπή.
Κατά την επίπονη διαδικασία της αντιγραφής δημιουργείται το αρνητικό του έργου. Το αντιγραμμένο κείμενο καθιστά παράλληλα την καλλιτέχνιδα αναγνώστη, αντιγραφέα και συγγραφέα αποκλείοντας κάθε ανάγνωσή του ή και ερμηνεία του. Η καλλιτέχνης παρουσιάζεται ως μια δημιουργός μιας νέας πραγματικότητας. Παίρνει ηθελημένα το ρίσκο να αναρωτηθεί πάνω στην ουσία της γλώσσας. Η γλώσσα αναποδογυρίζει και οι λέξεις χοροπηδάνε. Αρνείται να πει κάτι, να εμφυσήσει ταυτότητα στις λέξεις δημιουργώντας μια γλώσσα από φθόγγους, ένα ασαφές, ατελείωτο κείμενο όπου το λάθος δεν έχει θέση, «θανατώνοντας» τον συγγραφέα του βιβλίου αποξενώνοντάς τον μέσα από την υπέρβαση της αντιγραφής.
Τα έργα της καλλιτέχνιδος κτίζονται μέσα από τη γραφή, τη φωνή του συγγραφέα. Αντιγράφει βασανίζοντας τη συγγραφή του λογοτεχνικού μοντέλου, δημιουργώντας ένα είδος ναυτίας. Από το κείμενο αναφοράς διασώζεται μόνο το ίχνος του και η υφή του. Δημιουργείται μια γλώσσα ακαταλαβίστικη, ένας γλωσσικός γρίφος υποκειμενικός που παραδόξως διατηρεί το νόημά του.
Η καλλιτέχνης με μεγάλη προσήλωση βρίσκεται τόσο κοντά στο κείμενο και, ταυτόχρονα, τόσο απομακρυσμένα. Τι παράδοξο! Η Παπακωνσταντίνου ρισκάρει μέσα από τη διαδικασία της αντιγραφής, μια και δεν γνωρίζει ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Ένα έργο φτιαγμένο και ολοκληρωμένο κυριολεκτικά στα τυφλά. Το αποτέλεσμα της αντιγραφής μοιάζει με μιαν ερειπιώδη εικόνα σε σχέση με το αρχικό κείμενο. Ελίσσεται στα τυφλά πάνω στις σελίδες του βιβλίου το οποίο οικειοποιείται σε ένα ανοίκειο αποτέλεσμα. Το αντιγραμμένο κείμενο μοιάζει να είναι η ηχώ του βιβλίου απελευθερωμένο από το νόημά του, στοιχειωμένο από την διφορούμενη εικόνα του. Η σχέση του κειμένου με την αντιγραφή του βρίσκει την αναλογία στην εικόνα του Νάρκισσου αφού πεθαίνει χωρίς να έχει αναγνωρίσει την εικόνα του.
Η ατελείωτη βιβλιοθήκη είναι το ανάπτυγμα μιας προσωπικής εμπειρίας, μια προσπάθεια να παρουσιάσει τη λογοτεχνία, τη γνώση, τη μοίρα του δυτικού πολιτισμού. Το νόημα του βιβλίου μοιάζει μετέωρο. Μέσα από την επαναληπτικότητα του λογοτεχνικού κειμένου, διασπάται η αναγνωσιμότητά του και μετατρέπεται στην εικόνα του. Το αρνητικό του αναφερόμενου βιβλίου είναι το αντιγραμμένο κείμενο. Το αντιγραμμένο κείμενο είναι το παρόμοιο που επιστρέφει πίσω στον εαυτό του όπως στο όνειρο.
Εξαντλεί ως το κόκκαλο το βιβλίο, τη λογοτεχνία, την κειμενικότητα, καθιστώντας τη αγνώριστη. Η πλαστικότητα της γλώσσας που απορρέει από αυτήν τη διαδικασία μας κόβει την ανάσα μέσα από τα στίγματα της γραφής της. Από την αντιγραφή καταλήγει στο εσωτερικό φάντασμα του βιβλίου, στο φάντασμα της ψυχής του, στην ραχοκοκαλιά του.
Το βιβλίο σε προτρέπει να το διατρέξεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο, με μια προκαθορισμένη διαδρομή. Στο έργο της καλλιτέχνιδας, σε αντίθεση με το βιβλίο, διαγράφονται χιλιάδες διαδρομές, σαν χοροί των λέξεων. Αποσυνθέτει το κείμενο για να το επανασυνθέσει με σύμμαχο τον ήχο της σιωπής και μιας καινούργιας ανάσας για αυτό το νέο γεγονός. Δημιουργεί ένα υβριδικό κείμενο με πολλές διαστρωματώσεις όπως συμβαίνει στην αρχαιολογία.
Απαντά στο βιβλίο αναφοράς με αινίγματα δημιουργώντας έναν ετερόκλητο κόσμο αινιγμάτων. Αυτό το καμουφλάζ δεν διαβάζεται, μόνο να το διατρέξεις μπορείς. Γράφει επαναλαμβάνοντας, με επιμονή, με υπομονή, ατελείωτα με έναν ακαθόριστο τρόπο καταλήγοντας σε ορνιθοσκαλίσματα πατώντας γερά το μολύβι της, το στυλό της. Από την μια θαυμάζει τη λογοτεχνία και από την άλλη έχει την τάση να τη μεταγράφει σε μια γλώσσα φλου. Επιβάλει στον εαυτό της μια ακάματη προσπάθεια να αποκρύψει το νόημα του βιβλίου προσφέροντάς το μπροστά στα μάτια μας. Μέσα από το ως σήμερα έργο της, η Νίνα Παπακωνσταντίνου καταφέρνει να δημιουργεί με αφάνταστη λεπτότητα μιαν αντιγραφή που καταβροχθίζει το μοντέλο της.

*Η Χριστίνα Πετρηνού είναι ιστορικός τέχνης και επιμελήτρια εκθέσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια: