30/9/18

Έκαστος δικαιούται…

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Οι πρόσφυγες και τα καθήκοντά μας απέναντί τους, εκδόσεις Πόλις, σελ. 87

Στο τελευταίο βιβλίο του, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου αναζητεί τα ηθικοπολιτικά καθήκοντά μας απέναντι στους πρόσφυγες. Αφετηρία της στοχαστικής προβληματικής του είναι ότι η έλλογη φύση των ανθρώπων, που είναι φορείς αξιακών πεποιθήσεων και, συνεπώς, μπορούν να πράττουν σύμφωνα με αυτές, όπως  μπορούν και να αναπτύξουν αίσθημα δικαιοσύνης, εγείρει ηθικές αξιώσεις ως προς τη συμπεριφορά του καθενός απέναντι σε  κάθε άλλο μέλος της ανθρωπότητας, το οποίο αναγνωρίζουμε ισότιμα ως πρόσωπο με έλλογη φύση, άξιο ίσου σεβασμού, άρα του αναγνωρίζουμε και ηθική αυταξία. Εδώ αναδεικνύεται και το μείζον ερώτημα που θέτει ο συγγραφέας: Το εύρος των ηθικών μας υποχρεώσεων προς τους πρόσφυγες περιορίζεται σε αυτό το καθήκον και μόνο; Η ηθική δικαιολόγηση του καθήκοντος σεβασμού των άλλων είναι ο τρόπος με τον οποίον η θεσμική τάξη προσδιορίζει το περιεχόμενο των νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Είναι ο πολιτισμός του φιλελεύθερου δημοκρατικού συνταγματισμού ο οποίος συστήνει και αντίστοιχη – νομικά δεσμευτική – κανονιστική τάξη. Τα ίδια τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν αντλούν τη δεσμευτικότητά τους από κάποια θεμελιώδη, δυσεξιχνίαστη μεταφυσική ανθρωπολογία αλλά από τον ίδιο τον συνταγματικό πολιτισμό. Η κατοχύρωση αυτών των δικαιωμάτων από τα εθνικά συντάγματα δεν είναι πράξη συγκροτητική της νομικής τους υπόστασης αλλά συνιστά δέσμευση για την προστασία τους στο εσωτερικό της συγκεκριμένης εθνικής έννομης τάξης.

Είναι κοινή παραδοχή ότι ο κύριος φορέας προστασίας των ελευθεριών μας, σήμερα, είναι το κράτος. Το πρόβλημα όμως αφορά το πώς συνδέεται η αναγνώριση ενός βαθύτερου συνεκτικού συνόλου ηθικών υποχρεώσεων της δικής μας πολιτικής κοινότητας προς τους πρόσφυγες με τις δεσμεύσεις και τις υποχρεώσεις που έχουμε απέναντι στους συμπολίτες μας και στη δημοκρατική πολιτεία: «Τελικά, οφείλουμε κάτι στους άλλους και γιατί;» (σελ.29). Αυτό το δύσκολο πρόβλημα, που αγγίζει την εξιδανίκευση του εθνικού εγωισμού, μέσω των σχέσεων αλληλεγγύης με τους συμπολίτες μας, θέτει ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου. Η αξίωση προστασίας της ζωής δεν αναγνωρίζεται σε κάποιον, επειδή απορρέει από τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει το εθνικό κράτος, ή οποιοδήποτε άλλο κράτος που μετέχει του πολιτισμού των δικαιωμάτων, αλλά απορρέει απλά και μόνο από το γεγονός ότι  είναι άνθρωπος. Όταν τα κείμενα του συνταγματικού μας πολιτισμού διακηρύσσουν ότι «έκαστος δικαιούται…», αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαίωμα στη ζωή και την αξιοπρέπεια το έχει καθένας υπό την προϋπόθεση ότι είναι εντός της δικαιοδοσίας του εθνικού κράτους, αλλά ότι καθένας έχει αυτά τα δικαιώματα ως άνθρωπος, έτσι ξεκάθαρα. Η αξία του ανθρώπου, ως θεμελιώδης αρχή του συνταγματικού πολιτισμού, δεν υπόκειται σε γεωγραφικούς περιορισμούς ούτε καθορίζεται από την ιθαγένεια. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο αυτούς παράγοντες έγκειται στη νομική δυνατότητα των πολιτικών κοινοτήτων να ανταποκριθούν στην καθολική αξίωση προστασίας που εγείρουν οι άνθρωποι, ως πρόσωπα ηθικής αξίας , απέναντί τους. Παρόλο που ο πολιτισμός των δικαιωμάτων είναι ευρωπαϊκός, τα δικαιώματα του ανθρώπου εγείρουν καθολική αξίωση στο πεδίο μιας κοσμοπολιτικής κανονιστικής τάξης. Ως μέλη μιας πολιτικής κοινότητας, εδραιωμένης στις αξίες αυτού του πολιτισμού, αναγνωρίζουμε ως φορέα δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως δικαιούχο δηλαδή, κάθε άνθρωπο, οπουδήποτε στη γη, ακόμη και αν η χώρα του – ή πολύ περισσότερο και αυτός ο ίδιος – απαξιώνουν πλήρως το περιεχόμενο και την καθολικότητα αυτών των δικαιωμάτων, επειδή δεν αυτοκατανοούνται μέσα από τη νοηματοδοτική αρχή της αξίας του ανθρώπου. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι ηθικοπολιτική μας σχέση, ως πολιτών, με τους πρόσφυγες. Πώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα ο συγγραφέας;  Ξεκινά από τη θέση ότι όλοι είμαστε φορείς ενός θεμελιώδους δικαιώματος «ως προς το να συνεργαζόμαστε και να συνυπάρχουμε με τους άλλους σε μια ενιαία ελεύθερη και κυρίαρχη πολιτική κοινότητα και μια άξια λόγου κοινή ζωή με την έννοια ότι προστατεύει τα δικαιώματά μας και προάγει την ελευθερία μας» (σελ.56). Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, δηλαδή, υποστηρίζει ότι τα καθήκοντά μας απέναντι στους πρόσφυγες θεμελιώνονται στους ίδιους λόγους στους οποίους θεμελιώνονται και τα καθήκοντά μας προς την πολιτική μας κοινότητα και τα άλλα μέλη της. Πρόκειται για μία τολμηρή θέση, την οποία ο συγγραφέας  δικαιολογεί αναγνωρίζοντας ένα ίσο δικαίωμα συμμετοχής στο πολιτικό πεδίο άσκησης της ελευθερίας και σε κάθε άλλον άνθρωπο. Από αυτή την αναγνώριση μπορεί να συναχθεί η υποχρέωσή μας να μην ανεχόμαστε καμία πράξη περιστολής, περιορισμού ή προσβολής αυτού του δικαιώματος. Εάν προεκτείνουμε τον συλλογισμό του συγγραφέα, τότε έχουμε και υποχρέωση προάσπισης αυτού του δικαιώματος,  εάν η δική τους πολιτική κοινότητα και θεσμική τάξη δεν μπορεί – ή και αρνείται – να διασφαλίσει. Τέτοια καθήκοντα  απορρέουν από αρχές δικαιοσύνης. Εφόσον είναι έτσι, έχουμε υποχρέωση ως προς την τήρησή τους, άρα θα αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία έχουν οι πρόσφυγες ως έλλογα ανθρώπινα όντα, τα οποία είναι φορείς θεμελιώδους δικαιώματος ως προς τη συμμετοχή σε πολιτική κοινότητα, με θεσμική συγκρότηση που διασφαλίζει ότι θα ζουν σε συνθήκες ελευθερίας και ισότητας. Συνεπώς, η ηθική κοινοπολιτεία, στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας, αναλύοντας την καντιανή θεωρία, καθιδρύεται στη βάση της καθολικότητας τέτοιων δικαιωμάτων. Έτσι, προκύπτουν το ίδιο καθολικές υποχρεώσεις ως συνέπεια της εννοιολογικής προτεραιότητας των δικαιωμάτων. Για τον συγγραφέα, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρχουν και πολιτικές δομές που θα εγγυώνται αυτά τα δικαιώματα, άρα και τα καθήκοντα έναντι των προσφύγων. Έχουμε, δηλαδή, πολιτικά καθήκοντα απέναντί τους. Εδώ, όμως, ανακύπτει και το δυσαπάντητο ερώτημα: Σαφώς και έχουμε υποχρέωση να μην απελαύνουμε τους πρόσφυγες στις χώρες καταγωγής τους. Έχουμε και υποχρέωση να αναπληρώνουμε την ευθύνη των ξένων χωρών ως προς την εξασφάλιση πεδίου αλληλεγγύης και πολιτικής προστασίας; Εάν ναι, μέχρι ποιου σημείου και με ποιο κόστος; Το ερώτημα είναι κρίσιμο. Η προβληματική του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου αναδεικνύει την πολιτική διάσταση των καθηκόντων μας απέναντι στους πρόσφυγες, καθώς και την ανάγκη ύπαρξης πολιτικών δομών ελευθερίας και αλληλεγγύης. Αυτά τα αναδεικνύει ως δεοντοκρατικά καθήκοντα και όχι μόνο ως γενναιόφρονα προσωπική στάση ή ως μεγαλοψυχία. Κυρίως τα αναδεικνύει ως υποχρεώσεις που απορρέουν από την πολιτική αρετή μας και συνιστούν κριτήρια για την αποτίμηση της δημοκρατικής πολιτείας. Αυτό είναι ακόμη κρισιμότερο, γιατί η στάση μας απέναντι στους πρόσφυγες είναι κριτήριο για μας τους ίδιους και για την αυτοκατανόησή μας.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Richard Misrach, Το Τείχος της Νορμανδίας κοντά στο Οκοτίλο, 2015, από τη σειρά Border Cantos

1 σχόλιο:

Μανώλης Μεσσήνης είπε...

Το ζήτημα της διαφορετικότητας, πιστεύω, πως δεν μπορεί να διευθετηθεί πέρα από εκεί όπου η κοινωνία δομεί τους πολίτες της: στον χώρο του σχολείου.

Το πώς αντιμετωπίζουμε τη διαφορετικότητα έχει να κάνει με την αυτοεκτίμησή μας αλλά, και με τον βαθμό κατανόησης στις αξίες όλων των μελών της κοινωνίας των ανθρώπων. Και οι κοινωνίες αλλάζουν από τη βάση προς την κορυφή, στέλνοντας μηνύματα σε μια δυναμική αμφίδρομη σχέση. Και τούτο επιτυγχάνεται με την ποιότητα της παιδείας, η οποία εξασφαλίζει την ποιότητα και το μέλλον ολόκληρης της κοινωνίας σε κάθε γωνιά του πλανήτη.