1/7/18

Το ποιητικώς οράν

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

 Έργο του Νίκου Παπαδημητρίου


ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, Το πριν και το μετά την παύλα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, σελ. 62

Διαπιστώνω κατ’ αρχήν ότι η μέριμνα για την αισθητική ολοκλήρωση  είναι διάχυτη. Συγκρατώ επίσης ότι, ως ζωγράφος,  η Ηρώ Νικοπούλου διαθέτει επιπροσθέτως τη δόκιμη ευχέρεια να προικίζει την ποιητική της αποτύπωση με μια διακριτή προοπτική εννοιολογικού βάθους. Διακρίνω αμέσως για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής χαρακτηριστικά: «Το πάτημά Σου ακούω / πάνω στην κρούστα του νερού / μα δεν στέργω να κοιτάξω / με διατρέχεις άλλωστε μέσα από ρίγος ρόδου / Πίσω απ΄ το βλέμμα το αθώο του πάνθηρα / ή το βυθώδες του αμνού / το βουερό της μέλισσας το στρατηγείο / την αδιανόητη σεισάχθεια που ορίζει/ Και στης θάλασσας Σε βρίσκω / ακόμη την κρυμμένη μελωδία / στις ίδιες τις λέξεις που σπάζουν / αν με νόημα δίχως».
Η γραμματική του τοπίου ισχυρίζομαι ότι παραμένει λειτουργική, όντως ευεπίφορη από την αρχή έως το τέλος του έργου. Υποστηρίζει με ενάργεια την όλη δημιουργική πρόσληψη του κειμένου. Η δε περιρρέουσα ατμόσφαιρα διερμηνεύεται αρκούντως, προκειμένου να αναδειχθεί σταδιακά η άλλη αξία, η άλλη ουσία των ορατών. Η συνείδηση έχει μάθει βεβαίως να διατηρεί το πλεονέκτημα της περαιτέρω διεύρυνσής της. Η ύπερθεν αλήθεια καταγράφεται πρισματικά, με ομολογουμένως έγκυρη δεξιοτεχνία. Δεν πλεονάζει ούτε δολιχοδρομεί κάτι. Το ποιητικό υποκείμενο αντλεί από τη λεπτομέρεια του βίου το σημαίνον μέτρο των πραγμάτων. Δεν περιορίζεται εκεί όπου το  αυτονόητο εγκαθιδρύει τάξη, αλλά αναζητεί τη γονιμοποιό, τη ζείδωρη  διαφορά. Ό, τι δηλαδή ξέρει να αξιοποιεί το υποψιασμένο ποιητικώς οράν.

Οι εικόνες αναδεικνύουν, όποτε χρειαστεί, μια καθόλα πειστική, εμφανώς αναβαθμισμένη πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να ασκηθεί κανενός είδους βία στο γλωσσικό πεδίο. Οι στίχοι στη συλλογή αυτή, πέμπτη κατά σειρά της εν λόγω, είναι επαρκώς τροχισμένοι. Η ανάπτυξη του πρωταρχικού σχεδίου τελείται με συνέπεια δομών και ανάλογο υφολογικό τακτ. Η ζωή, ως αναίτιο μάλλον φαινόμενο κωμικοτραγικής υφής, ανατέμνεται στοχαστικά. Σε συνδυασμό με την παραγωγική άσκηση της φαντασίας, η πραγματιστική απόδοση των καταστατικών παθών συμβάλλει αποφασιστικά στην εξισορροπημένη διάρθρωση του τελικού αισθητικού αποτελέσματος. Επισημαίνω ότι η απουσία των προσφιλών προσώπων απαλύνεται με την αύρα μιας πρόσφορης ελεγείας, όπως αυτή φέρ’ ειπείν της σελίδας 22 επ., την αφιερωμένη στην κοίμηση της Αυγής Κασιγόνη-Νικοπούλου, στις 9 Σεπτεμβρίου του 2009. Παραθέτω τα εξής ενδεικτικά: «Στο τέλος μένει η φωνή / αν είσαι τυχερός μένει και η εικόνα / μα αν εντέλει κάποιος σώσει / κάτι από σένα / θα είναι από τους ονειρευτές / των εγκοιμήσεων εκείνων / που σαν παλαιοί πιστοί / μπρος στο κερί αναμένοντας / κάθε φορά ανασαίνουν / και ένα αμήν πιο πέρα  / Κι ας τους περιγελούσες».
Η επιβίωση των απόντων επαφίεται συνεπώς σε μια συστηματική συνθήκη παλίντροπης σκέψης. Η ανάμνηση δεν κουράζει, δεν συνθλίβει το εγώ. Η ανάμνηση συνιστά επικρότηση και επικράτηση ύπαρξης. Ακόμη και το αγέννητο παιδί διεκδικεί τον βωμό του. Ίσος μεταξύ ίσων ο μη υπάρξας εγγράφεται στο δημοτολόγιο των ποιημάτων. Η συναφής ομολογία πίστης συγκαταλέγεται στις αρτιότερες στιγμές της συλλογής. Επιλέγω τα εξής: «Τι κι αν εντέλει / δεν γεννήθηκες / εγώ σ΄ αγάπησα / Στα κύτταρά μου σε κουβάλησα / μαζί μου σε μεγάλωσα / και κάθε τόσο / σου ’δινα φωνή για να μιλάς / Παιδί μου εσύ αγέννητο / κι εγώ δικό σου γεννημένο / σκορπισμένο μες στο φως».
Ο άλλος ζει επειδή γράφω γι’ αυτόν, επειδή τον φέρω εντός μου, φαίνεται να φρονεί εμμέσως πλην σαφώς η ποιήτρια. Αναφέρομαι δηλαδή σε μια μορφή ανασυγκρότησης του παλαιού, του κρίσιμου εκείνου συναισθήματος, μέσα από μια προφανώς εξειδικευμένη διαδικασία, την οποία γνωρίζει πώς να προνοεί και πώς να συντηρεί εν συνεχεία η δυναμική contemplatio του ανιχνευτικού ποιητικού νου.

Ο Γιώργος Βέης είναι ποιητής

Δεν υπάρχουν σχόλια: