15/4/18

Η διαδρομή μιας πόλης μέσα από τη διαδρομή της Κινηματογραφικής Λέσχης της


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΠΑΡΤΙΝΟΥ

Νίκος Παπαδόπουλος, Ocean rock garden, 2017- 2018, εγκατάσταση, φυτικό χαρτί, μεταβλητές διαστάσεις


ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΔΑΣ, Στην ηλικία του Αβραάμ, Αχαϊκές Εκδόσεις (Anima Libri), σελ. 103

Το βιβλίο ανήκει στο ίδιο λογοτεχνικό είδος με το προηγούμενο βιβλίο του, Μουσαφεράτ. Ένα είδος χρονικού τεκμηριωμένης λογοτεχνίας. Cultural journalism το είπαν οι αμερικάνοι, κατατάσσοντας στο είδος, ως κορυφαίο δείγμα, το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπόουτε.  Ο πυρήνας βέβαια του χρονικού αυτού δεν είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες του Μουσαφεράτ, όμως με αφορμή και αφηγηματικό πυρήνα την Κινηματογραφική Λέσχη  Πατρών και τη συμπλήρωση σαράντα ετών από την ίδρυσή της, είναι και πάλι η Πάτρα η ζωή της αυτών των χρόνων,  απέναντι στην οποία ο Βασίλης Λαδάς  αθέλητα ή πονηρά μας τοποθετεί και μας προσκαλεί να την αναστοχαστούμε ή ακόμα (γιατί όχι;) μας προκαλεί να αναμετρηθούμε μαζί της. Να ψάξουμε για τα κρυμμένα  πτώματα πίσω από τις φυλλωσιές της ταινίας του Αντονιόνι Μπλόου απ. Μυστικά που υπάρχουν κρυμμένα σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας.
Το βιβλίο ξεκινάει με ένα τράβελινγκ πάνω στη «μεγάλη ταχεία του κινηματογράφου», όπου ο Βασίλης Λαδάς παρουσιάζει τη δική του προσέγγιση γι’ αυτή τη μαζική, βιομηχανική τέχνη –την επαναστατική τέχνη του 20ού αιώνα– και την εξέλιξή της μέχρι σήμερα, καταλήγοντας  στο συμπέρασμα ότι σήμερα δεν γυρίζονται πια τόσο καλές ταινίες όσο μέχρι την εποχή που πάνω-κάτω ιδρύθηκε η Κινηματογραφική Λέσχη. Στη συνέχεια ζουμάρει σιγά-σιγά στο θεσμό των κινηματογραφικών λεσχών που εμφανίστηκαν σε όλη την Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  προσεγγίζει την μεταπολιτευτική Πάτρα και εστιάζει στη  Λέσχη, στην ίδρυση, την ιστορία της, το προφίλ της, την εξέλιξή της, το μυστικό της μακροζωίας της. Το πρώτο μισό του βιβλίου έχει αυτή την “κινηματογραφική” αφήγηση. Να θυμίσω ότι ο Βασίλης Λαδάς  έχει κάνει και σπουδές σκηνοθέτη, κάτι που φαίνεται έντονα στον τρόπο που «βλέπει», για παράδειγμα, την είσοδο και την έξοδο των θεατών πριν και μετά την προβολή της ταινίας στο κεφάλαιο «Ψηφία».

Στη συνέχεια αυτή η δομή εγκαταλείπεται και η αφήγηση απελευθερώνεται, πηγαινοέρχεται από τον Κινηματογράφο ως βιομηχανικό προϊόν κι ως τέχνη στη λέσχη της Πάτρας και στις ταινίες που πρόβαλε, στη ζωή της πόλης  αλλά και στην εξέλιξη γενικότερα της ελληνικής κοινωνίας αυτών των σαράντα ετών. Θυμάται και σχολιάζει. Τις μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις με τις πλαστικές σημαίες, τα μπλε και πράσινα καφενεία, την αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του 1990, την Πάτρα μικρομέγαλη Ολυμπιακή πόλη το 2004, Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2006, το πέρασμα του κινηματογράφου από το σελιλόιντ στην ψηφιακή εικόνα αλλά και κάποιους Δημάρχους της πόλης που αποτιμά τη θητεία τους αρνητικά.
Αναφέρεται και πάλι σε αυτό το βιβλίο στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που αυτά τα σαράντα χρόνια έχουν έλθει στην Πάτρα από πολλές διαφορετικές μεριές της Ασίας, της Αφρικής αλλά και των Βαλκανίων, και φθάνει στην κρίση του 2009 που τη συνδέει με Τα σταφύλια της οργής, την ταινία που γύρισε ο Τζον Φορντ το 1939, λίγο μετά το αμερικάνικο κραχ, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Τζον Στάινμπεκ.
Όλα αυτά παρουσιασμένα μέσα από το προσωπικό ψυχολογικό μοντάζ του συγγραφέα και συχνά με ποιητική ματιά. «Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο». Ο στίχος του Σεφέρη από τον «Ερωτικό λόγο» είναι το μότο του βιβλίου. 
Ο Βασίλης Λαδάς  επανέρχεται και σε αυτό το πεζό του σε κάποιους θεματικούς άξονες που τον έχουν απασχολήσει και σε άλλα βιβλία του: Η μικρομέγαλη πόλη που αναζητά αλλά δεν βρίσκει τη ρότα της, όπως δεν βρίσκει ούτε το μύθο της που θα της χαρίσει τη φυσιογνωμία της και θα ηρεμήσει τη συλλογική ψυχή της. Ίσως  το πιο μυθικό-χαρακτηριστικό αποτύπωμα ζωής αυτών των σαράντα  χρόνων να είναι τα κύματα των μεταναστών που πέρασαν και συνεχίζουν να περνούν από την πόλη, αντικείμενο όλων των τελευταίων πεζών του. Κύματα που εμφανίστηκαν πολύ πριν τα τελευταία σαράντα  χρόνια, καθώς η ιστορία αυτής της γης κι αυτής της θάλασσας καθορίζει το πέρασμά τους.
Είναι ιδιαίτερη η αφήγηση του χρονικού του κλεισίματος των κινηματογραφικών αιθουσών και των μεγάλων βιομηχανιών της πόλης, την ίδια περίπου περίοδο, με ένα τρόπο που στην κινηματογραφική γλώσσα θα το λέγαμε «παράλληλο μοντάζ». Κινηματογράφοι με ονόματα  «σαν  εκκλησιών», που έχουν το δικό τους τελετουργικό για τους σινεφίλ. Στο βιβλίο διασώζονται και τα ονόματα των μεγάλων βιομηχανιών της πόλης που έκλεισαν. Εκκλησίες του τέλους της κλασικής βιομηχανικής ανάπτυξης, η αρχή του τέλους της μεταπολιτευτικής αυταπάτης.
Σε ένα άλλο σημείο η αφήγηση παίρνει άλλη διάσταση: απογειώνεται σε ένα ύμνο στον κινηματογράφο, στην τέχνη γενικότερα και στη βίαιη νίκη τους απέναντι στο ναζισμό και την κτηνωδία του. Με τη βία που πυροδοτεί η γραφή του Κουέντιν Ταραντίνο στην ταινία Άδωξοι Μπάσταρδοι. Το σελιλόιντ με τον νιτρίτη  τινάζει στον αέρα τον Χίτλερ και την κουστωδία του σε ένα κινηματογράφο του Καρτιέ Λατέν, όπου σύχναζαν τα παιδιά του Παραδείσου του Μαρσέλ Καρνέ και οι μποέμ του Ρεναί Κλαίρ. Το έργο τέχνης που εκρήγνυται και καταστρέφει τους εχθρούς του, τους εχθρούς της ζωής, τους υμνητές του θανάτου. Η δύναμη και η αυταπάτη της Τέχνης.

Ο Κώστας Σπαρτινός είναι βουλευτής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: