24/3/18

Ιστορία και δημόσια ιστορία


Ευκαιρίες και κίνδυνοι ενόψει των 200 χρόνων

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

Οι επέτειοι, ιδιαίτερα οι μεγάλες, «στρογγυλές» επέτειοι, σημεία πύκνωσης λόγου, σκέψης και πρακτικών, αποτελούν συνήθως σημαντικό αναβαθμό για την ιστορική έρευνα, αλλά και για τη διάχυση των αποτελεσμάτων της στην κοινωνία, έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπουδαστηρίου ή της πανεπιστημιακής αίθουσας.
Κάποτε, η πύκνωση αυτή των ερευνητικών διαθεσιμοτήτων συνεπιφέρει τη στροφή της επιστημονικής παραγωγής σε νέες κατευθύνσεις, καθώς γεννά καινούργια ερωτήματα και ανιχνεύει τις δυνατότητες χρήσης διαφορετικών εργαλείων.
Καθώς τα ερωτήματα των ιστορικών ξεκινούν πάντα από προβληματισμούς και ερεθίσματα του παρόντος, οι υποθέσεις που διατυπώνονται για την απάντησή τους βρίσκουν διαύλους επικοινωνίας με τον δημόσιο διάλογο –μερικές φορές χωρίς κάτι τέτοιο να εμπεριέχεται στις προθέσεις τους. Με τον τρόπο αυτό, οι υποθέσεις του ιστορικού αποκτούν μια «δεύτερη ζωή», τους όρους παραγωγής της οποίας δεν διαμορφώνει ούτε ελέγχει ο ίδιος.
Η δισεκατονταετηρίδα της Επανάστασης του 1821 αποτελεί, αναμφίβολα, ένα τέτοιο σημείο πύκνωσης. Ήδη, ως ορόσημο, έχει εγγραφεί στον προγραμματισμό ερευνητικών ιδρυμάτων και άλλων θεσμικών φορέων παραγωγής ιστορικού λόγου (ακαδημαϊκού ή δημόσιου). Πρόκειται για μια συσπείρωση και αναδιάταξη δυνάμεων, έως σήμερα intra muros, που έχει αρχίσει να δείχνει τη δυναμική της, η οποία στα αμέσως επόμενα χρόνια αναμένεται να γίνει εμφανής.

Η πορεία της έρευνας γύρω από το 1821, τα ανοιχτά ερωτήματα, τα ερευνητικά κενά, έχουν εκτεθεί, λιγότερο ή περισσότερο αποσπασματικά ή συμπυκνωμένα, (και) μέσα από αυτές τις σελίδες, τις «Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού» –μια πολυετής διαδρομή, που ξεκίνησε με επιστημονική τόλμη και συνέχισε με προσωπικό θάρρος, πριν αδόκητα εγκαταλείψει, η ιστορικός Μάρθα Πύλια.
Το βήμα αυτό ήταν –και είναι– ένας κόμβος σύνδεσης της «ακαδημαϊκής» με τη δημόσια ιστορία, με αξιώσεις υψηλής εκλαΐκευσης. Ένα βήμα διάχυσης των ερωτημάτων της έρευνας με όρους και μέσα που μπορούν να προσεγγίσουν ένα ευρύτερο κοινό, θέτοντας ένα πλαίσιο διαλόγου μέσα από το οποίο παράγεται –σε συνεργασία αλλά και σε σύγκρουση με άλλα πλαίσια– μια διαδικασία διαρκούς (ανα)προσδιορισμού.
Καθώς η επέτειος των 200 ετών της Επανάστασης θα έρχεται και θα επανέρχεται στη δημόσια σφαίρα, το μεγάλο στοίχημα που τίθεται για την επιστημονική κοινότητα –εν πρώτοις, αλλ’ όχι μόνο– είναι ακριβώς οι όροι υπό τους οποίους θα πραγματοποιηθεί ο διάλογος extra muros.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα «φαντάσματα της Ιστορίας» επέστρεψαν στο παρόν και διαμόρφωσαν τον «εθνικό προσδιορισμό» μιας γενιάς με όρους που οδήγησαν σε ήττα κάθε νηφάλια, πολυπρισματική, εντέλει επιστημονική προσέγγιση. Είδαμε πρόσφατα τα ίδια «φαντάσματα» να εποικίζουν το φαντασιακό μιας διόλου ευκαταφρόνητης μερίδας συμπολιτών μας, επιχειρώντας και πάλι να καθηλώσουν τη δυναμική του παρόντος στις απαιτήσεις ενός φασματικού παρελθόντος, κατοικημένου από Μεγαλέξαντρους και αποκαθαρμένους μακεδονομάχους.
Ένας αλλήθωρος εθνικισμός, ενισχυμένος από τα αποτελέσματα μιας δεκαετούς οικονομικο-κοινωνικής υποβάθμισης και κηδεμονίας, ωθεί ένα μέρος της κοινωνίας, μεγαλύτερο απ’ όσο δείχνει η συμμετοχή στα συλλαλητήρια των νέων «μακεδονομάχων», για μία ακόμη φορά στην ταυτοτική αναδίπλωση. Μπορεί μέσα στη δεκαετία της «κρίσης» η κοινωνία να μετασχηματίστηκε, με τρόπο αντιφατικό και, εν πολλοίς αχαρτογράφητο, όμως οι επιβιώσεις του παρελθόντος είναι πολλές, διατηρώντας ακέραιες τις δυνατότητες καθήλωσης της κοινωνίας.
Πράγματι, ένα μέρος της κοινωνίας μας αντλεί στοιχεία για τον εθνικό του προσδιορισμό από τον επιστημονικοφανή λόγο των τηλεπλασιέδων και της fake πομφολυγολογίας των κοινωνικών δικτύων – όποιος πανεπιστημιακός διδάσκει πρωτοετείς φοιτητές μπορεί να βεβαιώσει του λόγου το αληθές.
Απέναντι σε ένα τέτοιο υπόστρωμα, μπορεί η επιστημονική κοινότητα να μείνει αδιάφορη; Θα αφεθεί, άραγε, το πεδίο της δημόσιας ιστορίας στη νομή ενός λόγου που θα δοξάζει το «μεγαλείο της φυλής» και θα αιτιάται τον «νεοοθωμανισμό» αναζητώντας να ερμηνεύσει το σύνθετο γεωπολιτικό πλαίσιο του σήμερα με αναλογίες προς το μακρινό χθες;
Θα ήταν ασύγγνωστη αμέλεια αν το πεδίο της δημόσιας ιστορίας, που αναμφίβολα θα αναθερμανθεί όσο πλησιάζουμε προς την επέτειο των 200 χρόνων, αφεθεί βορά στον εθνικισμό. Ήδη, αρκετές προσπάθειες παρέμβασης προς αυτήν την κατεύθυνση, με όρους επιστημονικών αξιώσεων, πραγματοποιούνται, όπως το «Ψηφιακό Αρχείο 1821» κ.ά.
Είναι ενθαρρυντικό πως ένα μέρος του ευρύτερου κοινού έχει αφομοιώσει τα πορίσματα της μέχρι στιγμής έρευνας, κάτι που εν πολλοίς οφείλεται στις άοκνες και πολύχρονες προσπάθειες μιας παλιότερης γενιάς ιστορικών, κορυφαίοι ανάμεσα στους οποίους υπήρξαν ο Σπύρος Ασδραχάς και ο Βασίλης Κρεμμυδάς, που δεν είναι πια κοντά μας.
Είναι πολλά όσα αναμένονται από τη νεότερη γενιά των συνεχιστών τους. Καταρχήν στο ίδιο το πεδίο της ιστορικής επιστήμης: τα desiderata της έρευνας συγκροτούν έναν αρκετά μακρύ κατάλογο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης αυτών των σελίδων ανατρέχοντας στο κείμενο του Χρήστου Λούκου. Όμως το άνοιγμα προς το δυναμικό –και ασφαλώς συγκρουσιακό– πεδίο της δημόσιας ιστορίας και των πρακτικών της αποτελεί την εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη προκειμένου η δισεκατονταετηρίδα της Επανάστασης να αποτελέσει πραγματικά έναν σημαντικό αναβαθμό σε αυτήν την πολύχρονη διαδρομή εθνικού (ανα)προσδιορισμού...

Δεν υπάρχουν σχόλια: