5/11/17

Το κράτος

Ένα προϊόν του ανειρήνευτου ταξικού ανταγωνισμού

John Player, Relief, 2015, λάδι σε ξύλο, 30 x 40 εκ


ΤΟΥ Β. Ι. ΛΕΝΙΝ

[Προδημοσίευση από την νέα έκδοση του βιβλίου του Β. Ι. Λένιν, Κράτος και επανάσταση, που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ερατώ, σε μετάφραση, από τα ρωσικά και τα γερμανικά, του Μιλτιάδη Αργυρόπουλου]
           
Αυτό που συμβαίνει τώρα στη θεωρία του Μαρξ έχει συμβεί επανειλημμένες φορές, στην πορεία της ιστορίας, στις θεωρίες των επαναστατών διανοητών και ηγετών των καταδυναστευομένων τάξεων που αγωνίζονται για την κοινωνική τους απελευθέρωση. Κατά τη διάρκεια της ζωής των μεγάλων επαναστατών, οι κυρίαρχες τάξεις τούς κυνηγούσαν διαρκώς και υποδέχονταν τις θεωρίες τους με αντιδράσεις άγριας οργής, ξέφρενου μίσους και με αδυσώπητους λίβελλους που έβριθαν ψευδών και συκοφαντιών. Ύστερα από τον θάνατό τους έγιναν προσπάθειες να μετατραπούν οι διανοητές αυτοί σε ακίνδυνα εικονίσματα, τρόπον τινά να αγιοποιηθούν, και τα ονόματά τους να τιμώνται, ως έναν βαθμό, λόγω της «παρηγοριάς» που προσέφεραν στις καταδυναστευόμενες τάξεις, με στόχο την εξαπάτηση των τελευταίων, καθώς την ίδια στιγμή τη θεωρία την ευνούχιζαν από το περιεχόμενό της, στόμωναν την επαναστατική της αιχμή και την εκχυδάιζαν. Σήμερα, αυτοί που πρωτοστατούν σε τούτη την «επεξεργασία» του μαρξισμού είναι η αστική τάξη, καθώς και οι οπορτουνιστές στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Ξεχνούν, αποκρύπτουν ή διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της θεωρίας, την επαναστατική της ψυχή. Προβάλλουν σε πρώτο πλάνο και δοξολογούν οτιδήποτε είναι ή μοιάζει αποδεκτό στην αστική τάξη. Όλοι οι σοσιαλσωβινιστές είναι στις μέρες μας μαρξιστές, μη γελάτε! Και, όλο και πιο συχνά, οι γερμανοί αστοί θεωρητικοί, έως χθες σπεσιαλίστες στην κατατρόπωση του μαρξισμού, μιλούν για τον «εθνικό-Γερμανό» Μαρξ, ο οποίος, όπως υποστηρίζουν, εκπαίδευσε τάχα εξαιρετικά τα εργατικά συνδικάτα για τον σκοπό ενός επιθετικού πολέμου!

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ενώπιον μιας τόσο διαδεδομένης όσο ποτέ διαστρέβλωσης του μαρξισμού, η πρωταρχική μας αποστολή είναι να ανασυστήσουμε αυτά που δίδαξε στην πραγματικότητα ο Μαρξ σχετικά με το κράτος. Για τον σκοπό αυτό θα χρειαστούν ασφαλώς μακροσκελείς παραθέσεις από τα ίδια τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς. Φυσικά, οι μακροσκελείς παραθέσεις θα βαρύνουν το ύφος του έργου και δεν θα βοηθήσουν καθόλου στον εκλαϊκευτικό του χαρακτήρα, εντούτοις δεν μπορούμε να τις παραλείψουμε τελείως. Όλα ή, εν πάση περιπτώσει, όλα τα σημαντικά αποσπάσματα από τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς επί του ζητήματος του κράτους θα πρέπει οπωσδήποτε να παρατεθούν όσο πληρέστερα γίνεται, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να σχηματίσει τη δική του εικόνα για το σύνολο των αντιλήψεων των ιδρυτών του επιστημονικού σοσιαλισμού, καθώς και για την εξέλιξή τους, με αποτέλεσμα να δειχθεί ευκρινώς και να αποδειχθεί πειστικά η διαστρέβλωση που αυτές υφίστανται από τον επικρατούντα στις μέρες μας «καουτσκισμό».
Ας ξεκινήσουμε από το δημοφιλέστερο έργο του Ένγκελς, την «Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους», η έκτη έκδοση του οποίου κυκλοφόρησε στη Στουτγάρδη ήδη από το 1894. Θα χρειαστεί να μεταφράσουμε τα αποσπάσματα από το γερμανικό πρωτότυπο, καθώς οι ρωσικές μεταφράσεις, αν και πολυάριθμες, είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είτε ελλιπείς είτε ανεπιτυχείς.
Συνοψίζοντας την ιστορική του ανάλυση, ο Ένγκελς γράφει:
«Συνεπώς, το κράτος δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια δύναμη που επιβάλλεται στην κοινωνία έξωθεν· κατά τον ίδιο τρόπο, δεν είναι καθόλου η ‘πραγματοποίηση της ηθικής ιδέας’, ‘η εικόνα και η πραγματοποίηση της λογικής’, όπως υποστηρίζει ο Χέγκελ. Είναι το προϊόν της κοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο εξελικτικό της στάδιο· είναι η παραδοχή πως η κοινωνία αυτή έχει εμπλακεί σε έναν ανεπίλυτο ανταγωνισμό με τον εαυτό της, έχει κατακερματιστεί σε αγεφύρωτες αντιθέσεις, από τις οποίες δεν έχει τη δύναμη να απαλλαγεί. Και προκειμένου οι αντιθέσεις αυτές, τάξεις με αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα, να μην αναλώσουν τον εαυτό τους και την κοινωνία σε άκαρπο αγώνα, έχει καταστεί αναγκαία μια εξουσία που στέκει φαινομενικά υπεράνω της κοινωνίας και η οποία έχει σκοπό να μετριάζει τις συγκρούσεις, κρατώντας τες εντός των ορίων της ‘τάξης’· η εξουσία ετούτη, που εκπορεύεται από την κοινωνία, τίθεται όμως υπεράνω της και αποξενώνεται από αυτήν όλο και περισσότερο, είναι το κράτος» (σελ. 177/178 της έκτης γερμανικής έκδοσης).
Εδώ εκφράζεται με απόλυτη σαφήνεια η βασική ιδέα του μαρξισμού επί του ζητήματος του ιστορικού ρόλου και της σημασίας του κράτους. Το κράτος είναι απότοκο και εκδήλωση του ανειρήνευτου ταξικού ανταγωνισμού. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και στον βαθμό που οι ταξικές αντιθέσεις είναι αντικειμενικά ασυμβίβαστες. Και, αντίστροφα, η ύπαρξη του κράτους αποδεικνύει ότι οι ταξικοί ανταγωνισμοί είναι ασυμβίβαστοι.
Είναι ακριβώς σε τούτο το σημαντικότατο και θεμελιώδες σημείο που ξεκινά η διαστρέβλωση του μαρξισμού, η οποία ακολουθεί δυο βασικές γραμμές.
Από τη μια πλευρά οι αστοί, και κυρίως οι μικροαστοί ιδεολόγοι, υποχρεωμένοι, υπό το βάρος αδιάσειστων ιστορικών δεδομένων, να παραδεχθούν ότι το κράτος υφίσταται μόνον όπου υπάρχουν ταξικοί ανταγωνισμοί και ταξική πάλη, «διορθώνουν» τον Μαρξ κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να φανεί ότι το κράτος αποτελεί όργανο συμφιλίωσης των τάξεων. Κατά τον Μαρξ, το κράτος ούτε θα είχε προκύψει ούτε θα είχε διατηρηθεί αν η ταξική συμφιλίωση ήταν εφικτή. Σύμφωνα με όσα λένε οι μικροαστοί και φιλισταίοι καθηγητές και επιφυλλιδογράφοι – με αρκετά συχνές και καλοπροαίρετες αναφορές στον Μαρξ! – φαίνεται πως το κράτος πράγματι συμφιλιώνει τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταδυνάστευσης μιας τάξης από μια άλλη· είναι η δημιουργία «κατεστημένου» που νομιμοποιεί και διαιωνίζει την καταδυνάστευση αυτή, με το να αμβλύνει τις ταξικές συγκρούσεις. Κατά τη γνώμη των μικροαστών πολιτικών, ωστόσο, το «κατεστημένο» ταυτίζεται με την ταξική συμφιλίωση και όχι με την καταδυνάστευση μιας τάξης από κάποιαν άλλη· άμβλυνση των συγκρούσεων σημαίνει δε ταξική συμφιλίωση και όχι αφαίρεση των συγκεκριμένων μέσων και μεθόδων πάλης, με τα οποία οι καταδυναστευόμενες τάξεις θα ανέτρεπαν τους δυνάστες τους.
Για παράδειγμα, όταν στην επανάσταση του 1917 ανέκυψε σε όλη του την έκταση το ζήτημα της σημασίας και του ρόλου του κράτους ως πρακτικό ζήτημα που απαιτούσε άμεση δράση – και μάλιστα μαζική –, όλοι οι εσέροι και οι μενσεβίκοι κατέφυγαν αμέσως στη μικροαστική θεωρία της «συμφιλίωσης» των τάξεων από το «κράτος». Αναρίθμητα ψηφίσματα και άρθρα πολιτικών και από τις δυο αυτές παρατάξεις είναι απολύτως διαποτισμένα με αυτήν τη μικροαστική, φιλισταϊκή θεωρία της «συμφιλίωσης». Το ότι το κράτος αποτελεί όργανο κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης τάξης, η οποία δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθεί με τον αντίποδά της (την τάξη που βρίσκεται στην αντιδιαμετρική θέση) είναι κάτι που η μικροαστική δημοκρατία δεν θα μπορέσει ποτέ να κατανοήσει. Η στάση τους απέναντι στο κράτος αποδεικνύει καταφανώς ότι οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι μας δεν είναι διόλου σοσιαλιστές (κάτι που εμείς οι μπολσεβίκοι πάντοτε υποστηρίζαμε), αλλά μικροαστοί δημοκράτες που χρησιμοποιούν οιονεί σοσιαλιστική φρασεολογία.
Από την άλλη πλευρά, η «καουτσκιανή» διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο προσεγμένη. «Θεωρητικά» δεν αρνείται ούτε τον ρόλο του κράτος ως οργάνου ταξικής κυριαρχίας, ούτε τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα των ταξικών ανταγωνισμών. Αυτό όμως που δεν αντιλαμβάνεται ή αποσιωπά είναι το εξής: εάν το κράτος είναι απότοκο της αδιαλλαξίας των ταξικών ανταγωνισμών, εάν είναι μια δύναμη που στέκει υπεράνω της κοινωνίας και «αποξενώνεται όλο και περισσότερο από αυτήν», τότε είναι ξεκάθαρο πως η απελευθέρωση της καταδυναστευόμενης τάξης είναι εφικτή όχι απλώς μέσω μιας βίαιης εξέγερσης, αλλά, επιπρόσθετα, μέσω της ταυτόχρονης εξάλειψης του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας που δημιουργήθηκε από την κυρίαρχη τάξη και που αποτελεί την ενσάρκωση αυτής της «αποξένωσης».

Δεν υπάρχουν σχόλια: