29/1/11

Η γενοκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων


ΤΗΣ ΟΝΤΕΤ ΒΑΡΩΝ-ΒΑΣΑΡ

               Ο δήμιος σκοτώνει πάντα δύο φορές,
                   τη δεύτερη με τη λήθη.
                                      Ελί Βιζέλ


Μνημείο Ολοκαυτώματος Ελλήνων Εβραίων στην Αθήνα (2010)  

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, ένα τμήμα του Κόκκινου Στρατού κατά την προέλασή του στην Πολωνία βρέθηκε μπροστά στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, δίχως να το αναζητά ή να έχει στόχο την απελευθέρωσή του, καθώς η απελευθέρωση των στρατοπέδων δεν ήταν στους άμεσους στόχους των Συμμάχων. Οι Γερμανοί είχαν εκκενώσει το στρατόπεδο πριν λίγες ημέρες, σέρνοντας μαζί τους 58.000 κρατούμενους που μπορούσαν ακόμη να πάρουν τα πόδια τους στις «πορείες θανάτου». Στο στρατόπεδο είχαν παραμείνει 7.000 κρατούμενοι σε άθλια κατάσταση, που περιφέρονταν σαν φαντάσματα αναζητώντας λίγη ανύπαρκτη τροφή. 
Ένας απ’ αυτούς και ο Πρίμο Λέβι, ο κατ’ εξοχήν μάρτυρας του Άουσβιτς, ο οποίος γράφει:
«24 Ιανουαρίου [1945]: Ελευθερία. Το κατεστραμμένο συρματόπλεγμα ήταν η εικόνα της. Εάν το σκεφτούμε καλά, σημαίνει όχι πια Γερμανοί, όχι πια επιλογή, όχι δουλειά, όχι ξύλο, όχι προσκλητήριο, και ίσως αργότερα η επιστροφή[1]  […]
«25 Ιανουαρίου: […] Το βράδυ, γύρω από τη σόμπα, ο Σαρλ, ο Αρτύρ κι εγώ αισθανόμασταν ότι είμαστε ξανά άνθρωποι.»
«27 Ιανουαρίου: Η αυγή. Στο πάτωμα η ντροπή, τα σπασμένα ισχνά μέλη, το πράγμα Σομόγκυ. […]
Οι Ρώσοι μπήκαν στο στρατόπεδο ενώ ο Σαρλ κι εγώ μεταφέραμε τον Σομόγκυ λίγο μακριά. Ήταν πολύ ελαφρύς. Αναποδογυρίσαμε το φορείο στο γκρίζο χιόνι. Ο Σαρλ έβγαλε τον μπερέ. Εγώ λυπήθηκα που δεν είχα μπερέ[2]
Με την στοιχειώδη αυτή κηδεία του Ούγγρου συντρόφου κλείνει η μαρτυρία του Πρίμο Λέβι για το Άουσβιτς. Ο Σομόγκυ μπόρεσε να «ταφεί» από δύο συντρόφους του. Είχε σημάνει η απελευθέρωση. Οι εκατοντάδες  χιλιάδες όμως που βρήκαν τον θάνατο όσο το στρατόπεδο ήταν εν λειτουργία βρήκαν ένα τάφο «μονάχα στους αιθέρες», όπως θα γράψει αργότερα ο άλλος αυτόχειρ, ο Πάουλ Τσέλαν.
Αν η ημέρα απελευθέρωσης ειδικά αυτού του στρατοπέδου αναγνωρίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως «Διεθνής Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος και πρόληψης των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητος» είναι γιατί στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς-Μπιρκενάου θανατώθηκαν 960.000 Εβραίοι, ο μεγαλύτερος δηλαδή αριθμός που αντιστοιχεί σε ένα μόνο στρατόπεδο και το ένα πέμπτο περίπου του συνόλου των Ευρωπαίων Εβραίων που αφανίστηκαν στην οργανωμένη από το Γ’ Ράιχ γενοκτονία (5.660.000 Εβραίοι). Το ίδιο στρατόπεδο είδε την εξόντωση για φυλετικούς λόγους και 21.000 Τσιγγάνων, και τον θάνατο 75.000 Πολωνών αντιστασιακών καθολικού θρησκεύματος, 15.000 Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και 15.000 αιχμαλώτων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από τους 960.000 Εβραίους, οι 60.000 περίπου ήσαν Έλληνες Εβραίοι, ανεβάζοντας το ποσοστό εξοντώσεως στο 82% του προπολεμικού πληθυσμού. Το μεγάλο μερίδιο είχε  η Θεσσαλονίκη, 48.000 θύματα, που είδε τη μεγάλη της κοινότητα, με την μακραίωνη ιστορία και λάμψη, να ξεριζώνεται ολοσχερώς. Και άλλες όμως κοινότητες, όπως όλες οι βορειοελλαδίτικες, αλλά και η Ρόδος και η Κέρκυρα, εξοντώθηκαν επίσης σε ποσοστά άνω του 90%.  Η Ελλάδα έχει λοιπόν κάθε λόγο να τιμά αυτή την επέτειο.     

Το νόημα της επετείου
Καθιερωμένη μεν, αλλά πόσο γνωστή ή αξιοποιημένη αυτή η επέτειος, είναι ένα ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Επέτειος καθιερώθηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Παιδείας το 2002 και υιοθετήθηκε το 2005 από τον ΟΗΕ, όσο για το Άουσβιτς είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς αναγνωρισμένο από την Ουνέσκο. Η κατεύθυνση της επετείου είχε χαρακτήρα σαφώς παιδαγωγικό και ανοιχτό προς την κοινωνία. Το τραύμα δεν είναι μόνο εβραϊκό, η ενοχή δεν αφορά μόνο τους Γερμανούς, η υπόθεση έλαβε χώρα στην καρδιά της Ευρώπης, τα επεισόδιά της εκτυλίχθηκαν σε κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη, είναι λοιπόν μια σελίδα ευρωπαϊκής ιστορίας και αφορά τον κάθε Ευρωπαίο πολίτη, σημερινό και κυρίως αυριανό.  
Μ’ αυτήν την έννοια, ο αναστοχασμός γύρω από το «Ολοκαύτωμα» (όπως είναι ο επικρατέστερος όρος από τη στιγμή που οι κοινωνίες το συνειδητοποίησαν και το αποδέχτηκαν  ως πολιτισμικό τραύμα, δηλαδή από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και μετά) πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της συνείδησής μας ως Ευρωπαίων πολιτών, όχι μόνο ως μια εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων και μια καταστροφή πολιτισμού αλλά ως μια ακραία εμπειρία ακύρωσης της ανθρώπινης υπόστασης. Αυτή που δεν θανάτωσε απλώς, αλλά στέρησε κυριολεκτικά από την ανθρώπινη ιδιότητά τους εκατομμύρια ανθρώπους για λόγους καταγωγής και μόνον.    
Ο Ούγγρος νομπελίστας Ίμρε Κέρτες, επιζών και αυτός, γράφει σχετικά: «Και στο ερώτημα αν το Ολοκαύτωμα είναι ένα ζωτικό ζήτημα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, για την ευρωπαϊκή συνείδηση, πρέπει να απαντήσουμε θετικά, γιατί κάθε πολιτισμός οφείλει να στοχάζεται ό,τι έλαβε χώρα μες στο δικό του πλαίσιο – αλλιώς θα γίνει κι αυτός ένας τυχαίος πολιτισμός, ένα ανάπηρο πρωτόζωο, που θα εξοκείλει, ανίκανο, προς το χάος.» [3]
H 27η Ιανουαρίου δεν τιμά μόνον τα θύματα του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος αλλά είναι εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού και του κάθε αποκλεισμού. Με την έννοια αυτή είναι και πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς νέες μορφές ρατσισμού και αντισημιτισμού αναδύονται στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.     

Η Ημέρα Μνήμης στην Ελλάδα
Σχετικά γρήγορα καθιερώθηκε ο εορτασμός αυτής της Ημέρας Μνήμης και στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 2004 έγινε η πρώτη τελετή με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου. Από τότε κάθε χρόνο γίνονται κάποιες εκδηλώσεις σε συνδιοργάνωση της Νομαρχίας Αττικής παλαιότερα και τώρα της Περιφέρειας Αττικής με επίσημους εβραϊκούς φορείς. Αυτές περιλαμβάνουν και κατάθεση στεφάνων, που φέτος για πρώτη φορά έγιναν στο νέο μνημείο Ολοκαυτώματος της Αθήνας. Το θεωρώ αναμφισβήτητα ένα σημαντικό βήμα, που δηλώνει από την πλευρά της Πολιτείας αποδοχή αυτής της μνήμης και εγγραφή της στην εθνική συλλογική μνήμη.
Το ερώτημά μου αφορά το κατά πόσον η Ημέρα αυτή, που όχι τυχαία θεσπίστηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Παιδείας, ενεργοποιείται στην κατεύθυνση της εκπαίδευσης ή κι ενός ευρύτερου ανοίγματος προς την κοινωνία. Η ημέρα αυτή δεν είναι Ημέρα Εβραϊκού Πένθους (όπως η 11η Απριλίου, επέτειος της εξέγερσης του γκέτο της Βαρσοβίας), αλλά ημέρα στοχασμού και συνειδητοποίησης της ευρύτερης κοινωνίας. Και κάτι ακόμη: η Ημέρα δεν αναφέρεται μόνο στους «Έλληνες Εβραίους Μάρτυρες και Ήρωες του Ολοκαυτώματος», αλλά σε όλους τους Εβραίους της Ευρώπης που εξοντώθηκαν, είναι μία διεθνής Ημέρα Μνήμης. Αναρωτιέμαι αν χάνεται μια ευκαιρία σύνδεσης με την γενικότερη ευρωπαϊκή ιστορία αλλά και με το ευρύτερο νόημα της ημέρας όταν η μνήμη περιχαρακώνεται στα θύματα μιας χώρας.
Το «Ολοκαύτωμα» είναι αναμφισβήτητα μια κοινή κληρονομιά των Ευρωπαίων Εβραίων, άρα και ολόκληρης της Ευρώπης. Προχωρώντας όμως πιο πέρα, μπορεί να θεωρηθεί και ως μια οικουμενική κληρονομιά. Αυτό που δοκιμάστηκε στο Άουσβιτς ήταν ο άνθρωπος, η ανθρώπινη υπόσταση και ιδιότητα.  Ο Ίμρε Κέρτες γράφει σχετικά, αναφερόμενος στην μεταπολεμική κομμουνιστική Ουγγαρία, όπου η μνήμη αυτή δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να αναγνωριστεί, όπως και σε άλλες κομμουνιστικές χώρες, και ο ίδιος αδυνατούσε να εκδώσει τη μαρτυρία του: «Πρώτα πρώτα η εξουσία προσπάθησε να πνίξει το ζήτημα του Ολοκαυτώματος, έπειτα να το αναγάγει σ’ ένα στενό “εβραϊκό ζήτημα”, το οποίο το έθνος το θωρεί με μια απόμακρη συμπόνια, έπειτα αναγκάστηκε να παραδεχτεί τον απαράγραπτο χαρακτήρα της τραγωδίας – και τότε επιχείρησε να το εντάξει στην παγκόσμια στρατηγική του. Και σ’ αυτό είχε δίκιο, ακόμη και αν ήταν σε μία αρνητική κατεύθυνση. Γιατί, ας το υπογραμμίσουμε, το Ολοκαύτωμα είναι μια οικουμενική εμπειρία». [4]  Και τέλος:  «Το Ολοκαύτωμα είναι μια αξία, γιατί μέσα από απροσμέτρητη οδύνη, μας οδήγησε σε μια απροσμέτρητη γνώση: και έτσι περικλείει  ένα απροσμέτρητο ηθικό περιεχόμενο[5]         
Πιστεύω λοιπόν πως στην κατεύθυνση της οικουμενικής εμπειρίας, η οποία όχι μόνο δεν αποστερεί την αρχική μνήμη αλλά την εμπλουτίζει, υπάρχουν πολλά ακόμη να γίνουν ώστε να αξιοποιηθεί το νόημα της επετείου. Εξάλλου η Shoah (με την εβραϊκή της ονομασία) ή το Άουσβιτς (με τη συμβολική έννοια) δεν ήταν μόνο ένα έγκλημα κατά των Εβραίων, αλλά ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Άρα και η μνήμη της είναι ένα καθήκον ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Η Οντέτ Βαρών-Βασάρ είναι ιστορικός και διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο 

[1] .  Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, εκδ. ΄Αγρα 1997, σ. 203.
[2] . Ο. π., σ. 206, 207-208.
[3] .  Imre Kertész, L’Holocauste comme culture, Actes Sud 2009, σ. 90.
[4] . Ο. π.,  σ. 58.
[5] .  Ο. π.,  σ. 92.

Δεν υπάρχουν σχόλια: