19/6/10

Η εξιχνίαση της μέθης του λόγου

ΤΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΗ, Η δοκιμασία της ανάγνωσης, δοκίμια, εκδόσεις Άγρα, σελ.227

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

«Ο τίτλος αυτού του βιβλίου δεν αφορά τα περιεχόμενά του αλλά την εργασία που προϋποθέτει η συγγραφή του. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια έμμεση απάντηση σ’ εκείνη την τάξη των αναγνωστών που θεωρούν ότι η έρευνα και η επιστημονική ενασχόληση με τα λογοτεχνικά κείμενα δεν αποτελεί σοβαρή δουλειά αλλά ένα ευχάριστο ιδιωτικό ‘παιχνίδι’». Με τις δυο αυτές φράσεις ξεκινά τον πρόλογο της νέας συλλογής δοκιμίων της η διδάκτωρ της Αγγλικής λογοτεχνίας και ομότιμος καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Τζίνα Πολίτη.
Για να θέσει, λίγες σελίδες μετά, το ακόλουθο ερώτημα: «Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι ο καθένας και η καθεμία από μας που μοιραζόμαστε τις ίδιες αναγνωστικές εμπειρίες, διατηρούμε εντός μας μια νοερή αίθουσα όπου εκτίθενται τα πορτραίτα της Μαντάμ Μποβαρύ, του Ιβάν Καραμαζώφ, της Πριγκιπέσσας Ιζαμπώ και πλήθους άλλων που εμείς έχουμε φιλοτεχνήσει;». Και να εκθέσει έτσι, από την αρχή, την οδυνηρή και σχιζοειδή διάσταση και υπόσταση του κριτικού αναγνώστη-ερευνητή.
Εισχωρεί, όπως και σε προηγούμενα έργα της, στο ύφος του εκάστοτε αφηγητή-δημιουργού. Ενσωματώνοντας το στην αφήγησή της. Παρασύροντάς μας στη σαγήνη της. Και αποκαλύπτοντας έτσι την εξουσία που μπορεί να ασκήσει.
Εξέρχεται και απεμπλέκεται, ταυτόχρονα, από αυτήν, αποκαλύπτοντας τα νήματα που συνθέτουν τη γραμμική πλοκή τής παραδοσιακής μυθοπλασίας και τις απατηλές, καθώς και τις ιδεοληπτικές χροιές που ζωντανεύουν τους χαρακτήρες της. Μέσα από μια εξονυχιστική και πολυπρισματική θεώρησή της, κατά την οποία ακολουθεί ανορθόδοξους δρόμους, παραβιάζοντας τα όρια των ειδών της γραφής. Οι μελέτες που καταγράφονται στο παρόν βιβλίο γειώνουν το φανταστικό της τέχνης του λόγου μέσα στο πραγματικό της ιστορίας και της πολιτικής.
Η Τζίνα Πολίτη μας οδηγεί, λαμβάνοντας ως ενδεικτικό σημείο εκκίνησης την τραγωδία του Οιδίποδα του Σοφοκλή, από την «Ποιητική» και τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη, όπου παρουσιάζεται ως ένας «πεπλεγμένος μύθος» που καταδεικνύει την ευθύνη του ανθρώπου ακόμα και απέναντι στις «ακούσιες» πράξεις του, στη θεωρία του Φρόυντ για τις ασύνειδες επιθυμίες τής πατροκτονίας και της αιμομιξίας. Και, από τις αμφιβολίες που εκφράζει ο Οιδίποδας, στον «υποθετικό» του λόγο, απέναντι στους καθιερωμένους χρησμούς του μάντη Τειρεσία, στον τραγικό διχασμό του νεωτερικού υποκειμένου της αστικής τάξης απέναντι στα δρώμενα που το αφορούν.
Καταθέτει το φαντασιακό «Γράμμα της Αντιγόνης» στην αδελφή της Ισμήνη, ως ένα «μανα-φέστο» απελευθέρωσης της γυναίκας από τα δεσμά της πατριαρχίας. Συνδέει το μετεμφυλιακό, ιδεολογικά σφραγισμένο, μυθιστόρημα 10 του Καραγάτση με τα «Παιδιά του Πειραιά» του Ζυλ Ντασσέν και με τα τραγούδια του Τσιτσάνη στις Τζιτζιφιές, μέσα στο πλαίσιο της παραγωγής και προώθησης μιας «κουλτούρας» «που έρχεται να ξορκίσει το τραύμα της Ιστορίας και να συμφιλιώσει τις ταξικές αντιθέσεις που ανελέητα αναπαράγει στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο η καπιταλιστική οικονομία».
Ερμηνεύει Το ξύπνημα του Φίνεγκαν του Τζαίημς Τζόυς ως μια «απομυθοποιητική παρωδία», με βάση τους ορισμούς των φιλοσόφων για τον «ελεύθερο άνθρωπο», τον ικανό να αστειεύεται και με βάση την «αρχή της ηδονής» του Φρόυντ, με τη βοήθεια της οποίας αποφεύγει, σύμφωνα πάντα με τον Φρόυντ, τον ψυχαναγκασμό του πόνου.
Η Τζίνα Πολίτη επιτυγχάνει στη συλλογή των δοκιμίων της να μας δείξει αυτό που κρύβεται ανάμεσα στις πυκνογραμμένες πτυχές της παραδοσιακής ή της μη συμβατικής-μεταμοντέρνας λογοτεχνίας. Πλάθοντας με ξένα δάνεια και ίδιες σκέψεις και με διαφορετικούς τρόπους αφήγησης ένα πολύσημο και γοητευτικό, μέσα στην πολυμορφία του, σώμα κειμένου, που μιλά με πολλές φωνές σε πολλούς διαφορετικούς χρόνους, για το παρελθόν και το παρόν. Που ενεργοποιεί τον αναγνώστη και τον προτρέπει να μεταβεί από την αβασάνιστη και ψυχαναγκαστική και καθοδηγούμενη κατανάλωση των έργων της γραφής στη βασανιστική και απελευθερωτική εμπειρία της απόλαυσης των αυθεντικών έργων της τέχνης του λόγου και στην αναγνώριση των κακέκτυπών της. Χωρίς να επιδιώκει μήτε το θάνατο του συγγραφέα μήτε την απάλειψη του αναγνώστη.
Είναι, κατά κάποιον τρόπο, θα ισχυριζόμουν, παραφράζοντας τις προτάσεις της συγγραφέως με τις οποίες ξεκίνησα το κριτικό αυτό σημείωμα, μια έμμεση απάντηση σ’ εκείνη την τάξη των αναγνωστών αλλά και των συγγραφέων που θεωρούν ότι η άμεση ή η έμμεση ενασχόληση με τη λογοτεχνία δεν αποτελεί σοβαρή δουλειά, αλλά απλά και μόνο ένα ευχάριστο ιδιωτικό παιγνίδι, που συμβαίνει για να μας αποκόψει από τον κόσμο και να μας αποκοιμίσει.
Διαδηλώνοντας, εν τέλει, καθώς έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς στα «Έξι μαθήματα για τον λόγο», ότι ο λόγος, συμπίπτοντας με το ίδιο το γίγνεσθαι μέσα στο παρόν της συνείδησης, υποβάλλεται στους συνεχείς αντικατοπτρισμούς αυτού του γίγνεσθαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: