22/11/20

Νεκροπολιτική των μελλοθάνατων

Του Φοίβου Θεολογίτη* 

«Δε βλέπω κανένα λόγο, γιατί όλη αυτή η περιπέτεια μπορεί, πρέπει να δρομολογήσει πολιτικές εξελίξεις» 
Διάγγελμα Κ. Μητσοτάκη για την πανδημία (4/11/2020) 

Η πανδημία παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως ένα μη ανταγωνιστικό, αποϊδεολογικοποιημένο και απολιτικοποιημένο πεδίο άσκησης πολιτικής. Και, πολιτικές αποφάσεις που δεν έχουν πολιτικό έρεισμα, στηρίζονται στην ηθικολογία περί απόλυτου Κακού, γεγονός που καθιστά σταδιακά την εξουσία απλώς έναν διαχειριστή των θανάτων που προκαλούνται από αυτό. Τα παραπάνω στρώνουν το έδαφος για την μετάλλαξη του πολιτικού στοιχείου, την ελαχιστοποίησή του. Αυτό γίνεται με τον περιορισμό του πολιτικού στοιχείου στην ηθική και την οικονομία, ο οποίος είναι χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης σκέψης. Όπως είχε ξεκαθαρίσει από παλιά ο Carl Schmitt: «Με έναν οπωσδήποτε συστηματικό τρόπο, η φιλελεύθερη σκέψη αποφεύγει το κράτος και την πολιτική και κινείται αντ’ αυτού σε μια τυπική, συνεχώς επανερχόμενη πολωτικότητα δύο ετερογενών σφαιρών, συγκεκριμένα ηθικής και οικονομίας, πνεύματος και εμπορίου, μόρφωσης και περιουσίας»[1]
Η φιλελεύθερη απάντηση στην πανδημία επικαλείται την ηθική και την οικονομία, ελλείψει μιας «ειδικώς πολιτικής ιδέας»[2] η οποία δεν μπορεί να διαμορφωθεί, επειδή ο φιλελευθερισμός αρνείται το πολιτικό στοιχείο προς υπεράσπιση του ατομικισμού. Έτσι, μια φιλελεύθερη κυβέρνηση μπορεί να αντλήσει νομιμοποίηση μόνο από μια συναίνεση ηθικού τύπου. Η ηθική συναίνεση προϋποθέτει, στην πανδημία αλλά και γενικότερα, την «αναγνώριση του Κακού»[3]. Η αναγνώριση και η παράσταση του Κακού, μας λέει ο Badiou, στοιχειοθετεί σήμερα την ηθική εν γένει: «η ηθική υποδηλώνει προπάντων την ανικανότητα, χαρακτηριστική του σύγχρονου κόσμου, να ονομάσει και να θελήσει ένα Καλό». Για τον Γάλλο φιλόσοφο, η ηθική υποστηρίζει την υποταγή στην αναγκαιότητα, η οποία θεωρείται πέραν του Καλού και του Κακού: «[Η] κυριαρχία της ηθικής αποτελεί σύμπτωμα για ένα σύμπαν όπου επικρατεί ένας περίεργος συνδυασμός υποταγής στο αναγκαίο και καθαρά αρνητικής, ή και καταστροφικής, θέλησης». Για τον Badiou, η αναγκαιότητα σήμερα είναι η «οικονομία», διαμορφωμένη ως αντικειμενικότητα και ως εξωτερικός καταναγκασμός: «[Η] λογική του Κεφαλαίου— είναι η αφετηρία από την οποία τα κοινοβουλευτικά μας καθεστώτα οργανώνουν μια γνώμη και μια υποκειμενικότητα εκ των προτέρων αναγκασμένες να εγκρίνουν το αναγκαίο»[4]
Το πολιτικό κενό του φιλελευθερισμού τον αναγκάζει να αναγνωρίζει ένα Κακό (πχ. τρομοκρατία, «ισλαμοφασισμός», ή μια πανδημία ενός ιού), προκειμένου να εξασφαλίσει μια ηθική συναίνεση στην οποία βασίζεται η εξουσία του (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ιός είναι «κατασκεύασμα» της εξουσίας). Στη συνέχεια, η ηθική δικαιολογεί την υποταγή στο Αναγκαίο, δηλαδή στην διαρκή εξυπηρέτηση της οικονομίας, η οποία όμως είναι «τόσο αστάθμητη όσο και ο καιρός»[5]. Επομένως, το κεντρικό πρόβλημα του φιλελευθερισμού σε σχέση με την πανδημία είναι ότι αυτή είναι τόσο ασταθής όσο και η οικονομία. Η «σύγκρουση» μεταξύ αυτών των δύο αστάθμητων παραγόντων, της πανδημίας και της οικονομίας, συνιστά το απόλυτο αδιέξοδό του: Σε αντίθεση με την οικονομία, η πανδημία μπορεί να «αυτορρυθμιστεί» (ανεξέλεγκτη και σχεδόν καθολική εξάπλωση), και ακριβώς προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η αυτορρύθμιση απαιτούνται πολιτικές αποφάσεις. Επιπλέον, το πολιτικό κενό φαίνεται όταν, ακόμη και με την επιβολή καθολικού ή μερικού lockdown, η οποιαδήποτε πολιτική εξουσία δεν μπορεί να εγγυηθεί την ζωή στους πολίτες της∙ εκεί ακριβώς αναδεικνύεται ο μηδενισμός της ηθικής τής φιλελεύθερης διακυβέρνησης. Όπως σημειώνει ο Badiou: «Η ηθική είναι μηδενιστική, επειδή η υπολανθάνουσα πεποίθησή της είναι ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να συμβεί αληθινά στον άνθρωπο είναι ο θάνατος»[6]
Με ακραία μέτρα, όπως η αναβολή προγραμματισμένων χειρουργείων, και σε συνδυασμό με την γενικευμένη οικονομική ένδεια[7] που προκαλούν τα lockdowns, αυξάνονται δραματικά οι θάνατοι από άλλες αιτίες, πλην της πανδημίας. Συγχρόνως, η άρνηση από την πλευρά του κράτους να επενδύσει στην βελτίωση του συστήματος υγείας (προσλήψεις, αγορές εξοπλισμού, επίταξη ιδιωτικών κλινικών κ.α), προκαλεί διαρκή έκρηξη του αριθμού των θανάτων λόγω Covid-19 στις ΜΕΘ και τα γηροκομεία. 
Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό που βιώνουμε δεν είναι βιοπολιτική, αλλά ένα είδος νεκροπολιτικής[8], όπου στην «πρώτη γραμμή» βρίσκονται οι άνθρωποι τρίτης ηλικίας, οι ανάπηροι και όσοι ήταν ήδη επιβαρυμένοι λόγω υποκείμενων νοσημάτων. Επί της ουσίας, το μόνο που κάνει το κράτος είναι να διαχειρίζεται τον θάνατο. Και ο θάνατος των άλλων αποτελεί πάντα την απόλυτη και πιο θλιβερή επιβεβαίωση του Κακού, εν προκειμένω του ιού. 
Ο Νόρμπερτ Ελίας, στο κείμενό του «Η μοναξιά των θνησκόντων», κάνει την εξής παρατήρηση: «Όπως είναι γνωστό, οι μονομάχοι χαιρετούσαν κατά την είσοδό τους τον Καίσαρα με τη φράση: «Morituri te salutant» [Οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν]. Μερικοί από τους Καίσαρες πίστευαν μάλλον πράγματι πως ήταν αθάνατοι, όπως οι θεοί. Ίσως θα ήταν σωστότερο οι μονομάχοι να τους φώναζαν: «Morituri moriturum salutant» [Οι μελλοθάνατοι χαιρετούν τον μελλοθάνατο]». Αλλά, συνεχίζει ο Ελίας, σε μια κοινωνία στην οποία θα μπορούσε να το πει κανείς αυτό, δεν θα υπήρχαν ούτε μονομάχοι, ούτε Καίσαρας: «Για να μπορέσει να το πει αυτό κανείς στους κυβερνώντες, —στους κυβερνώντες, οι οποίοι έχουν ακόμη και σήμερα μάλιστα την εξουσία πάνω στη ζωή και τον θάνατο αναρίθμητων ανθρώπων—, για κάτι τέτοιο χρειάζεται μια εκτενέστερη απομυθοποίηση του θανάτου, μια αρκετά καθαρότερη συνείδηση απ’ αυτήν που έχουμε φθάσει μέχρι σήμερα, για το ότι η ανθρωπότητα είναι μια κοινότητα θνητών και ότι οι άνθρωποι στην ανάγκη τους μπορούν να περιμένουν βοήθεια μόνο από τους ανθρώπους»[9]
Όπως σημείωνε ο Jacques Rancière σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Ο Χόμπς είπε το ουσιώδες για αυτήν [την πολιτική εξουσία]: το συμβόλαιο ανάμεσα στα άτομα και τον κυρίαρχο τερματίζεται, όταν εκείνος δεν μπορεί να τους εγγυηθεί πλέον την ζωή»[10]. Εφόσον η νεκροπολιτική της εξουσίας διαχειρίζεται απλώς τον θάνατο των ανθρώπων, εναπόκειται σε εμάς να εγγυηθούμε την ζωή των περιθωριοποιημένων ατόμων, μέσα από την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια. Κι έως έναν βαθμό να εγγυηθούμε και την δική μας ζωή, καθώς, εν τέλει, είμαστε όλοι μελλοθάνατοι. 

*Ο Φοίβος Θεολογίτης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής κοινωνικής ψυχολογίας 

[1] Carl Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, Κριτική, 2009, σ. 137. 
[2] Η Έννοια του Πολιτικού, ο.π. σ. 136. 
[3] Alain Badiou, Ηθική: δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού, Scripta, 1998, 23. 
[4] Ηθική, ο.π. σ. 39. 
[5] Ηθική, ο.π. 
[6] Ηθική, Ο.π., σ. 43, έμφαση του συγγραφέα. 
[7] Δημήτριος Γερούκαλης, Κώστας Γερούκαλης, Χρήστος Δαγρές, «H δικατορία των μη-ειδικών», Αντίφωνο, 11 Νοεμβρίου. 
[8] Achille Mbembe, Necropolitics, Public Culture (2003) 15 (1): 11–40. 
[9] Νόρμπερτ Ελιάς, «Για τη μοναξιά των θνησκόντων» (μτφ. Μηνάς Κοντός), Λεβιάθαν, τεύχος 9, 1991, σ. 24-25, υπογράμμιση δική μας. 
[10] Jacques Ranciere, «Όχι ακόμη μια ανάλυση της πανδημίας», barikat.gr, 24/5/2020.

Pernille Koldbech Fich, Beige_schoulder_right_03_4

Δεν υπάρχουν σχόλια: