14/6/20

Ένα αντι-εγχειρίδιο ψυχοφαρμακολογίας

Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Τα ομοιοπαθητικά, 2015



ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΣΙΣΟΓΛΟΥ

JOANNA MONCRIEFF, Ο μύθος της χημικής ίασης,  μτφρ. Ηλίας Γιαννόπουλος, επιμέλεια Λυκούργος Καρατζαφέρης, εκδόσεις Opozito, σελ. 474

Στις 3 Φλεβάρη 2020, ο ειδικευόμενος ψυχίατρος στη Σκωτία Dr. Evgeny Legedin έκανε μια ανάρτηση στο twitter όπου ισχυρίστηκε ότι τον Δεκέμβρη 2018, παρακολουθώντας ένα σεμινάριο συνεχιζόμενης εκπαίδευσης για τον αυτισμό, όταν ζήτησε ένα αντίτυπο του βιβλίου «ο Μύθος της Χημικής Ίασης» της Joanna Moncrieff από τη βιβλιοθήκη του Royal College of Psychiatrists (το αντίστοιχο της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας για το Η.Β.), έλαβε την εξής απάντηση: «μας έχουν συστήσει να μην αγοράζουμε βιβλία της Moncrieff». Το tweet του ξεσήκωσε μια μικρή αναστάτωση και προκάλεσε πολλά retweet και ακόμη περισσότερα «Μου αρέσει». Η αναζήτηση για τη διασταύρωση αυτού του ισχυρισμού έδειξε ότι ο ηλεκτρονικός κατάλογος της βιβλιοθήκης περιλαμβάνει μόνο ένα τεκμήριο, με εγγραφή στις 10 Φλεβάρη 2020, μια βδομάδα σχεδόν μετά την ανάρτηση του Legedin[1]. Οι απόψεις λοιπόν της ψυχιάτρου Joanna Moncrieff, καθηγήτριας Κριτικής και Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο University College London, μάλλον δεν χαίρουν ιδιαίτερης αποδοχής από τον επίσημο κλάδο της ψυχιατρικής. Η ίδια είναι εξάλλου από τα ιδρυτικά μέλη του Δικτύου Κριτικής Ψυχιατρικής στο Η.Β. καθώς και συνοδοιπόρος πολλών δικτυώσεων (όπως το Παγκόσμιο Δίκτυο των Ανθρώπων που Ακούνε Φωνές ή/και η Βρετανική Ψυχολογική Εταιρεία) και πρωτοβουλιών που ασκούν κριτική στην κυρίαρχη ψυχιατρική και αντιπροτείνουν κριτικά ρεαλιστικές εναλλακτικές για την ανάρρωση από τον ψυχικό πόνο, όπως το σύγχρονο Power Threat Meaning Framework, κα. Το συνολικό έργο της, όπως και το αναφερόμενο βιβλίο της, συνοδεύει το ιστορικό ρεύμα της αντιψυχιατρικής, συναρθρώνοντας την αμφισβήτηση της βιολογικά προσανατολισμένης ψυχιατρικής, όχι μόνο με πολιτικό πρόσημο, αλλά και με επιστημονικά τεκμηριωμένες προτάσεις.

Το βιβλίο αυτό εμφανίζεται επίκαιρα στο ελληνικό βιβλιοτοπίο, παρέχοντας θεωρητικά και (αντι)ψυχοφαρμακολογικά εργαλεία στη δημόσια παρέμβαση και το λόγο οργανώσεων όπως το ελληνικό Δίκτυο «Ακούγοντας Φωνές», τη Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία, το Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα στον χώρο της Ψυχικής Υγείας, από τις ομάδες των οποίων εξάλλου προέρχονται και οι συντελεστές της ελληνικής απόδοσής του. Πιο συγκεκριμένα, τα δυο κύρια ωφελήματα που προσφέρει το βιβλίο για την αμφισβήτηση της κυρίαρχης ψυ-επιστήμης, είναι ένας επικαιροποιημένος  αντι-κατάλογος των ψυχιατρικών φαρμάκων, ως δραστικές ουσίες συνδεδεμένες με συγκεκριμένες διαγνώσεις, παράλληλα με τη συστηματική και τεκμηριωμένη από επιστημονικές μελέτες «αποδόμηση» του συλλογικού μύθου της χημικής ίασης, δηλαδή «του μύθου ότι τα ψυχιατρικά φάρμακα δρουν επιδιορθώνοντας τη βιολογική βάση των ψυχιατρικών συμπτωμάτων ή ασθενειών» (σελ. 387).
Το βιβλίο, θα μπορούσε να καταλογογραφηθεί ως ένα αντι-εγχειρίδιο ψυχοφαρμακολογίας, το οποίο όμως διατρέχεται από μια αντιστροφή της οπτικής, από ένα νοσοκεντρικό μοντέλο σε ένα φαρμακοκεντρικό μοντέλο, για την αντιμετώπιση του ψυχικού πόνου και την προαγωγή της ανάρρωσης με σεβασμό στα δικαιώματα των «ασθενών». Αυτό είναι και το σημαντικότερο πρόταγμα της συγγραφέως, το οποίο αναπτύσσεται στα πρώτα δυο κεφάλαια. Το νοσοκεντρικό μοντέλο, η τρέχουσα καθιερωμένη άποψη για τη δράση των ψυχιατρικών φαρμάκων, «αφορά την ιδέα ότι τα φάρμακα δρουν πάνω στη διεργασία μιας υποκείμενης σωματικής ασθένειας» (σελ.26). «Δρώντας πάνω στους μηχανισμούς της ασθένειας, τα φάρμακα κινούν τον ανθρώπινο οργανισμό από μια ανώμαλη κατάσταση της φυσιολογίας του προς μια πιο ομαλή» ορίζει η συγγραφέας (σελ. 44). Απεναντίας, το φαρμακοκεντρικό μοντέλο ισχυρίζεται ότι τα ψυχιατρικά φάρμακα είναι ψυχοδραστικά, δηλαδή «καθαυτά δημιουργούν αφύσικες σωματικές καταστάσεις» (σελ. 44), οι οποίες πάντα υπόκεινται σε αποκλίσεις ανάλογα με το άτομο. Παρουσιάζει τη φαρμακευτική δράση με ένα αμφίσημο τρόπο, υπογραμμίζοντας ότι τα φάρμακα είναι ξένες χημικές ουσίες που παρεμβαίνουν στη φυσιολογική βιολογική λειτουργία, οπότε το σώμα, φυσιολογικά, προσπαθεί να αντισταθμίσει τις επιδράσεις τους, ενδεχόμενα και με επιβλαβείς συνέπειες (σελ. 51). Μετά την παρουσίαση αυτής της αναγκαίας μετακίνησης, στα επόμενα δυο κεφάλαια η Moncrieff, με πλούσια βιβλιογραφία από την ιστορία της ψυχιατρικής και της φαρμακευτικής, ανιχνεύει την εγκαθίδρυση και κυριαρχία του μύθου της χημικής ίασης· όταν από τις σωματικές θεραπείες η ψυχιατρική πέρασε στη χρήση των νέων φαρμάκων, μέσα από την πολιτικο-οικονομική πίεση των ομάδων συμφερόντων της φαρμακοβιομηχανίας στις δεκαετίες του 1950 και 1960.
Σε αυτό το σημείο, να σημειώσω ότι το μεγάλο μέρος του βιβλίου, ως αντι-εγχειρίδιο ψυχοφαρμακολογίας (κεφάλαια 5-12), είναι δομημένο διαλεκτικά, σε ζεύγη θέσης και αντίθεσης: πρώτα η νοσοκεντρική εισαγωγή για τη χρήση των φαρμάκων στις μεγάλες διαγνωστικές κατηγορίες (ψυχώσεις – αντιψυχωσικά/νευροληπτικά, κατάθλιψη – αντικαταθλιπτικά, διπολική διαταραχή – λίθιο/σταθεροποιητές διάθεσης), η οποία έπεται από μια «πραγματική» τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας και δράσης τους, κατά την φαρμακοκεντρική οπτική. Το μέρος αυτό ακολουθείται από ένα επιπλέον κεφάλαιο (ειδικά για την ελληνική έκδοση), το οποίο εξετάζει κριτικά τη βιβλιογραφία για τη χρήση διεγερτικών στη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα των παιδιών και ενηλίκων. Στα τελευταία τρία κεφάλαια, απέναντι στην επήρεια της ιδεολογίας της χημικής ίασης, η συγγραφέας απαρτιώνει το πολιτικό/ψυχιατρικό πρόταγμα του βιβλίου, εκθέτοντας τις πρακτικές της «δημοκρατικής φαρμακοθεραπείας», στηριζόμενες περαιτέρω από την αναγκαία επικαιροποιηση για την ελληνική έκδοση από τις πρόσφατες ερευνητικές εξελίξεις. Η δημοκρατική φαρμακοθεραπεία ενέχει την «επιμεριζόμενη λήψη αποφάσεων», δηλαδή την ισότιμη συνεργασία ψυχιάτρων-ληπτών ψυχιατρικών υπηρεσιών, κατά την οποία οι ψυχίατροι θα δρουν περισσότερο ως σύμβουλοι φαρμάκων, ενημερώνοντας για τις δυνητικά ωφέλιμες ή/και επιζήμιες επιδράσεις των φαρμάκων, αλλά με καθοριστικό κριτήριο απόφασης την ίδια την εμπειρία των ανθρώπων για αυτές τις επιδράσεις.
Συνολικά, οι συντελεστές της έκδοσης έχουν κάνει μια άρτια δουλειά στη γλωσσική απόδοση, την επιστημονική, αισθητική και φιλολογική επιμέλεια, αλλά και την τυπογραφία, τη βιβλιογραφία και το ευρετήριο. Το βιβλίο όχι μόνο μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο για τους επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, αλλά, όπως δηλώνει ο Pete Sanders στο οπισθόφυλλο, θα άξιζε να γίνει βασικό ανάγνωσμα σε όλα τα εκπαιδευτικά προγράμματα συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας. Γιατί όχι και στις ειδικεύσεις ψυχιατρικής;  

Ο Γιώργος Κεσίσογλου είναι Ph.D. ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής, διδάσκων τμήματος Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

[1] Για την ανάρτησή του, δείτε εδώ: shorturl.at/gmpDF· καθώς και για την ακόλουθη διαμάχη, εδώ: shorturl.at/nyGKZ. Για το τεκμήριο στη βιβλιοθήκη του Royal College of Psychiatrists: shorturl.at/ejlm7  

Δεν υπάρχουν σχόλια: