5/4/20

Εποχές της ανάγκης

Κατερίνα Ζαφειροπούλου, άποψη της έκθεσης How- Is- How-To στη γκαλερί ΔΛ



ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

JOSEPH ROTH, Τα χρόνια των ξενοδοχείων: περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους, Εισαγωγή-Ανθολόγηση κειμένων: Michael Hofmann, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδόσεις Άγρα, σελ. 368

«Απλός δασονόμος στους κυνηγότοπους της πραγματικότητας[1]»

Οι πλάνητες ως στάση ζωής στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική κριτική είναι θέμα δημοφιλές. Με τη συνεισφορά του Σινιόσογλου και του Μπαμπασάκη, παραμένουν επίκαιροι, με εκτενείς αναφορές στον Μποντλέρ και τον Μπένγιαμιν.
Ο Joseph Roth ήταν ένας από αυτούς τους πλάνητες. Η περιπλάνησή του στην Ευρώπη από το 1919 και μέχρι το 1939 –πέθανε στα σαράντα τέσσερά του χρόνια– και η καταγραφή τόπων, χωρών, ανθρώπων και συμβάντων στα πυκνά κείμενά του, δημοσιογραφικά και μη, συνθέτουν μια λεπτομερή πολιτική ιστοριογραφία, που συμπτύσσει τη φιλοσοφία του πλάνητα με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία.
Δεν είναι όμως αυτός ο κυρίαρχος λόγος για τον οποίο το βιβλίο και ο συγγραφέας του διατηρούν την αναγνωστική τους επικαιρότητα. Σε κάθε σελίδα του Ροτ, o Brodsky έβλεπε ότι «υπάρχει ένα ποίημα» (σ. 14). Η ποιητική οπτική του αποτυπώνει την ατμόσφαιρα της εποχής ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους με την ίδια διεισδυτική λεπτομέρεια με την οποία παρουσιάζει: έναν εν εξελίξει νέο γραφειοκράτη, δημόσιο υπάλληλο, τον ελεγκτή του τρένου, να «καταβροχθίζει πεινασμένος τα σοκολατάκια που βρήκε ξεχασμένα σ’ ένα βαγόνι», έναν πορτιέρη «σαν σερβίτσιο που μιλάει» (σ.36), τους Ουκρανούς χωρικούς που «φεύγουν κυνηγημένοι από την πείνα, τη χολέρα και την αργοκίνητη φιλανθρωπία» (σ.41), και τον εαυτό του να φτάνει και να αναχωρεί από το ξενοδοχείο «Πατρίδα».
Η οικειοποίηση της τότε εποχής στις αφηγήσεις του Ροτ οδηγεί σε παραλληλισμούς με τη σύγχρονη εποχή και τις κοινωνικές αναταράξεις οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά. Με τον εθνικοσοσιαλισμό να απλώνεται ξανά σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα κείμενά του, χωρίς φανατισμό και εύκολο διδακτισμό, δίνουν το πολιτικό στίγμα, περιγράφοντας μέσα από την καθημερινότητα την υλικότητα του φασισμού που αντιτάσσεται στο φυσικό τοπίο. «Ο αέρας που κάνει τη σημαία με τη σβάστικα να φουσκώνει και ν’ ανεμίζει δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτήν. Το κύμα, που καθρεφτίζει τα χρώματά της, δεν φταίει που βεβηλώνεται έτσι εξαιτίας της. Ανόητοι είναι οι άνθρωποι, που ατενίζοντας αυτές τις αιωνιότητες δεν ταράζονται και δεν ριγούν» (σ.51).

Τα κείμενα του βιβλίου έχουν ομαδοποιηθεί σε εννιά ενότητες από τον μεταφραστή του Michael Hofman, ο οποίος είναι τόσο δεμένος με τον συγγραφέα και το έργο του, ώστε, όπως γράφει στην εισαγωγή, δεν είναι καθόλου σίγουρος ότι μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτόν (σ.15). Οι ενότητες δείχνουν την περιπλάνηση του συγγραφέα (Γερμανία, Αυστρία και αλλού, Ε.Σ.Σ.Δ, Αλβανία), καθώς δίνει τις δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις του, ενώ αναδεικνύουν παράλληλα την οξύτατη παρατηρητική δεξιότητα και αγάπη του Ροτ για τους καθημερινούς ανθρώπους (Προσωπογραφίες). Καταγράφοντας ο συγγραφέας με οξυδέρκεια τόπους, ανθρώπους και φυσικό τοπίο, πολιτικοποιεί με συναίσθημα ό,τι φαίνεται ασήμαντο, άσχημο ή τετριμμένο. Αριστοτεχνικά είναι τα καυστικά του σχόλια για τους Ρώσους εμιγκρέδες, στα οποία θίγονται με πικρία όχι μόνο οι κυρίαρχες κατασκευές για αυτούς από τους Δυτικούς, αλλά και το πώς οι ίδιοι έκαναν χρήση των στερεότυπων κατασκευών ως προς «τη ρώσικη ψυχή», προκειμένου να επιβιώσουν. Στις σελίδες αυτές ο Ροτ κάνει χρήση της θεωρίας του κοινωνικού κονστρουξιονισμού πριν ακόμα διατυπωθεί η θεωρία, αναλύοντας τις σύνθετες αλληλεπιδράσεις που φέρνει η κατάταξη των ανθρώπων σε «εμάς» και τους «ξένους».
Επανειλημμένα και σε αυτό το σημείο, όπως και σε όλο το βιβλίο, επανέρχεται το ζήτημα της μετανάστευσης, της προσφυγιάς, του φασισμού της καθημερινότητας. «Και όσο συνεχίζονταν το κύμα του διωγμού και της φυγής, τόσο έμοιαζαν οι Ρώσοι μας με την εικόνα που είχαμε φτιάξει μέσα στο μυαλό μας γι’ αυτούς. Μας έκαναν το χατίρι, προσαρμόζονταν στα κλισέ μας… Η ανώνυμη ζωή των Ρώσων εμιγκρέδων έγινε παραγωγή δημόσια. Πολύ περισσότερο όταν άρχισαν και οι ίδιοι να διαλέγουν τον δρόμο του θεάματος» (σ.156).
Τελικά, ο Hofmann επισημαίνει ότι ο κόσμος του Ροτ ήταν ο κόσμος ο παλιός, η Αυστροουγγαρία πριν από την έλευση των ναζί. Αυτόν τον κόσμο κατέγραψε και πένθησε ο συγγραφέας, κάνοντάς μας συμμέτοχους στη δική του συναισθηματικά καταγραμμένη ιστορικότητά. Ο ίδιος εξάλλου, σιχαινόταν το φολκλόρ. «Δεν υπάρχει τίποτα πιο στείρο και βαρετό από τα λεγόμενα λαϊκά ήθη και έθιμα, που βρίσκονται ήδη στο νεκροταφείο της Εθνολογίας, που στα βιβλία και τα σεμινάρια τ’ ανατέμνουν εδώ και τριάντα χρόνια- κι’ όμως, επιμένουν να τα βγάζουν βόλτα, σαν να ‘τανε ακόμα ζωντανά» (σ.203). Ο συγγραφέας βιώνει στα ταξίδια και τις συναναστροφές του ότι η κάθε εποχή έχει τους «χαμένους» της. Και γνωρίζει επίσης την «κοινή ανθρώπινη μοίρα»: «Και αλύπητοι μα λυπημένοι πήραμε αγκαζέ το Χρόνο και τους παρατήσαμε τους χαμένους, τους αφήσαμε και προχωρήσαμε». Ωστόσο, με την έμπειρη μεταφραστική ιδιότητα της Μαρίας Αγγελίδου το έργο του Ροτ αναμετράται με τον χρόνο κινητοποιώντας τη ζώσα μνήμη, και επαναφέρει «νικητές» και «ηττημένους» σε τοπία που γίνονται οικεία.

Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος, ΜΑ, Ph.D

[1] σ. 269

Δεν υπάρχουν σχόλια: