17/12/17

Εικονοπλαστική δύναμη

ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ ΡΟΥΣΣΟΥ

Ζήσης Κοτιώνης, Trans Culturism: An Emotional Grammar, εγκατάσταση, διαστάσεις μεταβλητές, φωτ.: Νίκος Αλεξόπουλος


ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ, Ο μεγάλος δρόμος, αφηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 184
                                                                                                                    Αν, όπως λένε, πατρίδα μας
                                                                                                                   είναι τα παιδικά μας χρόνια
                                                                                                           τότε είναι μια πατρίδα
  που συνεχώς απομακρύνεται…
Τίτος Πατρίκιος

Αφηγήματα κατανεμημένα σε 15 ενότητες με τίτλο Ο μεγάλος δρόμος απαρτίζουν το νέο βιβλίο του Χριστόφορου Λιοντάκη. Με τον Μεγάλο δρόμο ο ποιητής που μετακόμισε με τον Μινώταυρό του στην Αθήνα [Ο Μινώταυρος μετακομίζει (1982)] επιστρέφει μέσω της γραφής στη γενέθλια γη αλλά κυρίως στο χώρο της παιδικής ηλικίας επιχειρώντας να σταθεροποιήσει την ολοένα και πιο μακρινή αυτή πατρίδα. Μια τέτοια επιστροφή σε πεζό λόγο την είχαν τρόπον τινά προαναγγείλει κείμενα από το Νυχτερινό Γυμναστήριο (1993) ενώ απαντά και στο ποιητικό έργο του Λιοντάκη.
Τα παραπάνω νομίζω παρέχουν την απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα του «γιατί» αυτού του βιβλίου. Απ’ τη μια υπάρχουν οι προσωπικοί λογαριασμοί με το ατομικό παρελθόν, μια απόπειρα συμφιλίωσης με τη γη των προγόνων. Να περάσει δηλαδή στις τυπωμένες λέξεις η δύσκολη ψηλάφηση της παιδικής ηλικίας με τα τραύματά της και ο άνισος αγώνας δρόμου με τον χρόνο, όπως εξάλλου ο ποιητής υπαινίσσεται στο «Υστερόγραφο», που ανοίγει τη συλλογή αυτών των πεζών. Απ’ την άλλη, ο Λιοντάκης σκόπιμα αποκαλύπτει μέρος του πρωταρχικού υλικού από το χώρο του ατομικού, που αποτέλεσε μια από τις βάσεις του ποιητικού του έργου. «Όπως η φύση να κρύβομαι αγαπώ» έγραφε (Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες) τώρα όμως προχωρεί σε μια μερική ανατροπή του στίχου καθώς φέρνει στο φως τμήμα των τραυμάτων αλλά και της μαγείας της παιδικής ηλικίας που γέννησαν ποίηση. Ο αναγνώστης του Μεγάλου δρόμου που θα ανατρέξει στις συλλογές Ο Μινώταυρος μετακομίζει (1982) ή Ο ροδώνας με τους χωροφύλακες (1988) θα αναγνωρίσει πλέον το βιωματικό υπόστρωμα που τις τροφοδότησε. Τα θραύσματα αυτά αναμνήσεων που αποδόθηκαν με τον αφαιρετικό και συχνά λυρικό τρόπο της ποίησης του Λιοντάκη τώρα αναπτύσσονται σε πλήρεις εικόνες με την ευχέρεια που παρέχει ο πεζός λόγος. 

Έτσι, γι’ αυτούς τους λόγους, ο καλύτερος τρόπος είναι αυτός που ο Λιοντάκης επέλεξε: η λιτή αφήγηση και η απέριττη περιγραφή που όμως, χωρίς να παρεκκλίνουν προς τον ηθογραφικό ρεαλισμό της πεζογραφίας, δεν ακυρώνουν την ποιητική διάσταση των αφηγημάτων. Παράλληλα, ο λυρισμός είναι αυστηρά τιθασευμένος, υπογειωμένος (εξάλλου ο Λιοντάκης δομεί στην ποίησή του πολύ προσεκτικά το λυρικό της στοιχείο), μόλις διοχετευμένος σε απλές εκφορές όπως το εξαίρετα φορτισμένο συγκινησιακά «υγιέ μου, υγιέ μου» της γιαγιάς, που αρκεί για να μεταδώσει όλη τη βιωμένη αγάπη.
Η εμπρόθετα λοιπόν απογυμνωμένη γλώσσα αντί να αποδυναμώνει αντίθετα υπογραμμίζει την ένταση με την οποίαν αποτυπώθηκε το βίωμα, ένταση που εκ των πραγμάτων ισχυροποιείται καθώς διαμεσολαβείται από την ήδη φορτισμένη συγκινησιακά ανάμνηση. Κατά συνέπεια, η φωνή που εκφέρει χαμηλόφωνα τις αναμνήσεις προκαλεί την αναγνωστική συγκίνηση με τρόπο καβαφικό: από την συναρμογή λιτού ρεαλισμού διάστικτου με αυστηρά ελεγχόμενο και ποσοτικά ελάχιστο φορτίο. Επιπλέον, καθώς η αφήγηση δεν διακρίνεται από εξωραϊστικές τάσεις δεν εξιδανικεύει τα σκληρά μεταπολεμικά χρόνια της ανέχειας στην κλειστή κοινωνία του χωριού αλλά τα αποτυπώνει ταυτόχρονα με παράπονο και με νοσταλγία τηρώντας μια εξαιρετική ισορροπία στην απόδοσή τους που αποτρέπει κάθε μελοδραματισμό. Παράλληλα, αθόρυβα, με τρόπο φυσικό, μαζί με τις μνήμες, αναδύονται οι ιστορικές, αρχαιολογικές και θρησκευτικές πληροφορίες, οργανικά δεμένες με τις προσωπικές αναμνήσεις, δίνοντας πραγματολογικό έρεισμα σε ένα προσωπικό κείμενο.
Με αποχρώσεις που αγγίζουν τα όρια του κατανυκτικού παπαδιαμαντικού λόγου διάσπαρτες στη δωρική αφήγηση ο Λιοντάκης πιάνει το νήμα της κλασικής νεοελληνικής πεζογραφικής παράδοσης. Με τον Παπαδιαμάντη εξάλλου ο Λιοντάκης έχει συμπορευτεί στο παρελθόν σε γόνιμες αναγνώσεις και βέβαια στην αγάπη προς τη φύση, έκδηλη και στον Μεγάλο δρόμο, παρούσα και στην ποίησή του. Παπαδιαμαντικές και οι συσσωρεύσεις τοπωνυμίων αντί να κουράζουν γίνονται όχημα για τη φαντασία και λειτουργούν ενισχυτικά στην πλούσια εικονοποιία των αφηγημάτων. Η εικονοπλαστική δύναμη του Λιοντάκη λειτουργεί σε βαθμό που συνδέει τα αφηγήματα με την ποιητική γραφή και με αυτή τη λογική μπορεί κανείς να πιστοποιήσει την παραπληρωματική σχέση του Μεγάλου δρόμου με το ποιητικό έργο του Λιοντάκη.
Νομίζω ότι, για όλα τα παραπάνω, ο πιο εύστοχος και πυκνός χαρακτηρισμός που άκουσα για τον Μεγάλο δρόμο ανήκει στον ποιητή Δημήτρη Περοδασκαλάκη όταν ανταλλάσσαμε τις εντυπώσεις μας από την ανάγνωση: ένα βιβλίο που κινείται ανάμεσα στη μυθοποίηση και απομυθοποίηση.  
Κλείνοντας, επιστρέφω στον τίτλο και διερωτώμαι  ποιος είναι άραγε ο μεγάλος δρόμος. Εκείνος ο κυριολεκτικός, μεγάλος δρόμος του χωριού, που οδηγεί στο Ηράκλειο ή ο άλλος, ο μεταφορικός δρόμος, που φέρνει προς την ποίηση αλλά παράλληλα απομακρύνει από την Αρκαδία των παιδικών χρόνων προς την σκληρή ωριμότητα; 

Δεν υπάρχουν σχόλια: