12/3/11

Ο «Κυνόδοντας» και η λογοκλοπή του στόρυ


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ


«Είδα το καρμπόν του Κυνόδοντα. Μια υποδειγματική αλληγορία made in Mexico του 1973 με τίτλο Το κάστρο της αγνότητας (El Castillo De La Pureza) του 68χρονου Αρτούρο Ριπστάιν. Για του λόγου το αληθές επανακυκλοφορεί από την περασμένη Πέμπτη σε μία μόνο αίθουσα».
(Δημήτρης Δανίκας, Τα Νέα, 5/3)
Όταν τίθεται ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, που εγείρει την κατηγορία της λογοκλοπής, περιμένει κανείς την ανάλογη τεκμηρίωση, ώστε να αναδειχθούν οι καλλιτεχνικές οφειλές του έλληνα φιναλίστ των Όσκαρ, Γιώργου Λάνθιμου, προς τον μεξικάνο ομότεχνό του. Διαβάζοντας όμως το κείμενο του Δανίκα, σκέφτεσαι και όλη τη διαδικασία του θεσμού αυτών των βραβείων, όπου συμμετέχουν εκατοντάδες επαγγελματίες και ειδικοί του κινηματογράφου, και αναρωτιέσαι: καλά, κανείς απ’ αυτούς δεν είδε τη λογοκλοπή; Πάλι το ελληνικό δαιμόνιο ξεγέλασε τα αμερικανάκια;

Μόνο που τα επιχειρήματα του κριτικού κινηματογράφου κ. Δημήτρη Δανίκα αφορούν αποκλειστικά το στόρυ της ταινίας, όπου εντοπίζει «δέκα ομοιότητες», ανάμεσα στον Κυνόδοντα και το Κάστρο της αγνότητας. Να μερικές απ’ αυτές: «Πρώτη: ο πατέρας αυταρχικός, βίαιος, υποκριτής. ∆εύτερη: τα υπόλοιπα τέσσερα µέλη σφραγισµένα εντός της οικογενειακής οικίας. ∆ηλαδή η σύζυγος, ο γιος και δύο θυγατέρες. Τρίτη: κάθε παράβαση των κανόνων τιµωρείται µε αυστηρή ποινή. ∆έκατη: το σεξ είναι το πρώτο ερέθισµα προς ανυπακοή και φυγή από τη δεσποτική εξουσία».
Αρκούν αυτοί οι κοινοί τόποι για να θεμελιωθεί η κατηγορία της λογοκλοπής; Μα είναι εκατοντάδες τα αφηγηματικά έργα (ταινίες, μυθιστορήματα, θεατρικά κλπ) που περιέχουν αυτά τα στερεότυπα. Και, εν τέλει, τι σημαίνει το περιβόητο «στόρυ», για μια ταινία ή για οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο; Ελάχιστα, μηδαμινά πράγματα. Δεν υπάρχουν «καλά» ή όχι καλά θέματα, σημαντικά ή ασήμαντα, «πρωτότυπα» ή όχι, «υψηλά» ή ευτελή. Άλλωστε, «όλα έχουν ειπωθεί».
Η περιοχή της τέχνης αρχίζει από εκεί και πέρα. Στον κινηματογράφο υπάρχει το σενάριο, η φωτογραφία, το μοντάζ, η ερμηνεία των ηθοποιών, και τόσα άλλα στοιχεία που καθιστούν μια ταινία καλλιτεχνικό έργο, υπάρχει το ύφος, η γλώσσα του κάθε είδους τέχνης. Αλλιώς, κάθε μιούζικαλ θα πρέπει να θεωρείται αντιγραφή των ταινιών του Δαλιανίδη, αφού σε αυτό το είδος πάντα πρωταγωνιστεί μια μοιραία ξανθιά σαν τη Λάσκαρη, ένας γοητευτικός ζεν πρεμιέ σαν τον Κούρκουλο, ένας δεύτερος ρόλος σαν τον Βουτσά, υπάρχει χορός και τραγούδι, εκτυλίσσεται ένα ελαφρύ δράμα, κλπ κλπ. Αντίστοιχα, κάθε μυθιστόρημα ή θεατρικό έργο που περιλαμβάνει μια αισθηματική ιστορία θα πρέπει να θεωρείται αντιγραφή του Ρωμαίος και Ιουλιέτα, αλλά, εν ταυτώ, αντιγραφή και των μυθιστορημάτων της Λένας Μαντά...
Ναι, αλλά αν ο αναγνώστης ή ο θεατής διαβάζει ένα μυθιστόρημα ή βλέπει μια ταινία, περιμένοντας να δει έναν «ολόκληρο κόσμο» να φτιάχνεται μέσα στις σελίδες ή στα καρέ; Φτιάχνεται ένας ολόκληρος κόσμος χωρίς στόρυ; Και ο αναγνώστης/θεατής πώς επιλέγει ένα βιβλίο ή μια ταινία; Φυσικά, διαβάζοντας την περίληψη του θέματος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ή την αντίστοιχη περίληψη της ταινίας, δηλαδή την περίληψη του στόρυ. Τον βρίσκει όμως αυτόν τον «κόσμο», στο βιβλίο που αγόρασε ή στην ταινία που είδε; Δεν τον βρίσκει, παρά σπανίως. Απλώς, ζητώντας να βρει έναν ολόκληρο κόσμο διά του στόρυ, «σκοτώνει» ευχάριστα μερικές ώρες του. Στο τέλος δε, συμβιβάζεται με την ιδέα πως ένα βιβλίο ή μια ταινία δεν είναι παρά ένα προϊόν μίας χρήσης, για να σκοτώσεις την ώρα σου. Αν όμως κάποιος αναγνώστης/θεατής επιμένει να βρει έναν «ολόκληρο κόσμο», δηλαδή έναν τρόπο για να δει αλλιώς τον κόσμο και τη ζωή; Τότε, η «περίληψη» του στόρυ μάλλον δεν του αρκεί. Τι μπορεί να κάνει, όμως; Μήπως να διαβάσει τους κριτικούς κινηματογράφου, μπας και του πουν κάτι περισσότερο; Μα, όπως είδαμε, κι εκείνοι για το στόρυ θα του μιλήσουν. Φαύλος κύκλος. Μήπως πλέον η μόνη λύση είναι, για μεν τους θεατές η τηλεόραση, δηλαδή το «διαζύγιο» σχεδόν με όλη την τέχνη, για δε τους καλλιτέχνες η επιστροφή στο δόγμα «η τέχνη για την τέχνη», δηλαδή το διαζύγιο σχεδόν με όλη την κοινωνία;
Προσφάτως, λόγω του δεκατετράχρονου γιου μου, ξαναείδα τον Νονό του Κόπολα, καθώς και τις δύο «συνέχειές» του. Κατά κοινή παραδοχή, κριτικών και ιστορικών του κινηματογράφου, η πρώτη ταινία είναι η πλέον σημαντική, ενώ η ποιότητα φθίνει, πηγαίνοντας προς την τρίτη. Αν όμως παρακολουθήσουμε το στόρυ των τριών ταινιών, θα δούμε ότι στην πρώτη είναι υποτυπώδες, στη δεύτερη πιο σύνθετο και στην τρίτη πλουσιότατο, αφού εμπλέκονται μέχρι το Βατικανό και το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Ο «κόσμος» όμως που αποζητά ο θεατής, ο τρόπος να δει τον κόσμο, φτιάχνεται στην πρώτη ταινία, και φτιάχνεται με στοιχεία αμιγώς καλλιτεχνικά, όπως είναι π.χ. η μνημειώδης ερμηνεία του Μάρλον Μπράντο, πάνω σε ένα στόρυ σχεδόν απλοϊκό, που εν τέλει δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Ας το γενικεύσουμε: λογοκλοπή δεν νοείται επί του στόρυ. Λογοκλοπή στην τέχνη νοείται μόνο στα καλλιτεχνικά στοιχεία, σε εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που μετατρέπουν μια αφήγηση σε έργο τέχνης.
Κι ας το φθάσουμε στις ακρότατες συνέπειές του: η επανάληψη στην τέχνη, η εφαρμογή έτοιμων τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης, συνιστά μια δυσδιάκριτη μεν αλλά κρίσιμη και σαφή, την πλέον ανήθικη μορφή λογοκλοπής. Μερικά παραδείγματα: η επανάπαυση των νεώτερων ποιητών, που εν έτει 2011 γράφουν στη βολική σκιά του Γιώργου Σεφέρη και στη θαλπωρή των επιγόνων του της «γενιάς του ‘70»∙ η ραθυμία των μυθιστοριογράφων, που αναμασούν την πεζογραφία του Κοσμά Πολίτη ή αυτή του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη∙ η ελαφρότητα των ζωγράφων, που μηρυκάζουν τη ζωγραφική του Άντυ Γουόρχολ ή των εξπρεσιονιστών. Όσο σημαντικά ή όχι κι αν είναι αυτά τα καλλιτεχνικά έργα του παρελθόντος, όσο κι αν λειτουργούν ακόμη και σήμερα στον αναγνώστη/θεατή, έχουν εγγραφεί στο ήδη υπάρχον σώμα της τέχνης. Κάθε καινούρια σελίδα, κάθε καινούρια πινελιά, ή εγγράφεται στην περιοχή της αδιάφορης μίμησης, ως αναλώσιμο προϊόν, ή αποτελεί έναν επόμενο, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικό κρίκο στη διαδρομή της τέχνης, ως ένα καινούριο έργο τέχνης.
Λογοκλοπή, λοιπόν, συνιστά η πάλαι ποτέ ένδοξη ηθογραφία, η «υψηλή προστάτιδα» του στόρυ, που εισβάλλει από κάθε γωνιά, όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό, σε όλες τις τέχνες. Λογοκλοπή συμβαίνει όταν η καλλιτεχνική διαδικασία, η αναζήτηση της μορφής, ευτελίζεται σε αναπαραγωγή μιας τεχνικής. Προϊόν λογοκλοπής είναι ένα τωρινό έργο που ποζάρει ως «καινούριο», ενώ αισθητικά είναι παρωχημένο, δηλαδή, κατά την αισθητική αποτίμηση, μπαγιάτικο. Γιατί η μακάρια, και συνήθως αυτάρεσκη επανάληψη ενός ήδη πραγματωμένου καλλιτεχνικού έργου, η νωχελική περιήγηση σε ήδη πεπατημένες οδούς και ατραπούς, συνιστά λογοκλοπή της καλλιτεχνικής φύσης αυτού του έργου, η οποία φύση είναι ταυτόσημη με την καινοτομία, με την εξέλιξη της γλώσσας της κάθε τέχνης.
Η επιστροφή στη δυναστεία του στόρυ, δηλαδή στη νηπιακή ηλικία της τέχνης και της κριτικής της, δεν αφορά μόνο τον Δανίκα. Άλλωστε, και οι περισσότερες βιβλιοκριτικές που διαβάζουμε εξαντλούνται στο στόρυ του βιβλίου ή και στα βιογραφικά τού συγγραφέα. Απόλυτα φυσιολογικό και το αποτέλεσμα: στις λίστες των ευπώλητων φιγουράρουν οι «αυθεντικές» ηθογραφίες, και μάλιστα οι αυθεντικότερες εξ αυτών, δηλαδή οι «βιωματικές» της Λένας Μαντά και των ακολούθων της. Αλλά το πράγμα δεν περιορίζεται εδώ. Η γεωμετρική έκπτωση των πολιτιστικών σελίδων των εφημερίδων συνοδεύεται από την αντίστοιχη έκπτωση των πολιτικών τους σελίδων, ενώ πέραν αυτών δεν υπάρχουν, όπως κάποτε, τα «ειδικά» περιοδικά, λογοτεχνίας, κινηματογράφου, πολιτικής ανάλυσης κλπ.
Όποιος θεωρεί ότι η σημερινή κρίση, που είναι παγκόσμια, αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες, πλανάται οικτρά. Η επιστροφή της φτώχειας συνοδεύεται από την πολιτιστική φτώχεια - ακόμα και στα σήριαλ της τηλεόρασης φαίνεται αυτό. Πριν φτάσουμε στην εσχάτη ένδεια, να τρεφόμαστε από τους σκουπιδοτενεκέδες, ήδη αποκτούμε τα απαραίτητα «αντισώματα», καταναλώνοντας τα πολιτιστικά σκουπίδια.
Η επιστροφή στη δυναστεία του στόρυ, καταργεί τις κατακτήσεις και όλη τη διαδρομή της νεωτερικής τέχνης. Οι φτηνές τηλεσειρές, που δομούνται σχεδόν αποκλειστικά με βάση το στόρυ, υποκαθιστούν τον κινηματογράφο, οι ιστοριούλες τη μυθιστορηματική σύνθεση, το σκίτσο τη ζωγραφική, το τραγουδάκι την ποίηση. Η επιστροφή στη δυναστεία του στόρυ, ακόμα κι όταν αυτό αναφέρεται σε θέματα «πολιτικώς ορθά», ακόμα κι αν οι «ήρωές» του είναι μετανάστες ή γυναίκες ή μειονότητες ή καταπιεσμένοι, συνιστά μια τεράστια συντηρητική στροφή. Γιατί η απελευθερωτική δύναμη της τέχνης δεν συνίσταται στο τι λέει αλλά στο πώς το λέει: ο βομβαρδισμός της πόλης Γκουέρνικα ήταν γνωστός, εν γένει οι σφαγές των Δημοκρατικών από τους φασίστες του Φράνκο ήταν επίσης γνωστές σε όλο τον κόσμο∙ η «Γκουέρνικα» του Πικάσο δεν μας έδωσε επιπλέον πληροφορίες, δεν μας έδωσε μια νέα ανάλυση των γεγονότων, αλλά έναν τρόπο να δούμε τον ισπανικό εμφύλιο, να δούμε αυτά που είχαν συμβεί και ήδη τα γνωρίζαμε∙ στη συνέχεια, μας έδωσε έναν τρόπο να δούμε την όλη φρίκη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, που κι αυτή τη γνωρίζαμε καταλεπτώς∙ εν τέλει, μας έδωσε έναν τρόπο χειραφετηθούμε ως προς την πραγματικότητα, να οριστούμε μέσα σε αυτήν ως υποκείμενα, ως δημοκρατικοί πολίτες. Το «στόρυ» του συγκεκριμένου πίνακα αφορά μόνο τον τίτλο του - θα μπορούσε να φέρει τον τίτλο «Μαδρίτη» ή «Βαρκελώνη», ή, αν είχε φτιαχτεί μερικά χρόνια αργότερα, θα μπορούσε ίσως να φέρει τον τίτλο «Καλάβρυτα» ή «Δίστομο»...
Αυτή τη διαδρομή της νεωτερικής τέχνης ακυρώνει η επιστροφή στη δυναστεία του στόρυ: ακυρώνει τη διαδρομή, την προσπάθεια της ανθρώπινης χειραφέτησης. Και η επιστροφή στην απλουστευτικότητα είναι επιστροφή στο μπαγιάτικο: όχι μόνο δεν αποτελεί υπέρβαση της νεωτερικής τέχνης, όπως πιστεύουν, βαυκαλιζόμενοι, ορισμένοι άμουσοι θεράποντες των «πολιτισμικών σπουδών», αλλά εκφυλίζει και καταστρέφει το ίδιο το αίτημα, το ιστορικό αίτημα υπέρβασης της νεωτερικής τέχνης.

Υ.Γ. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, δεν έχω δει ακόμη τον Κυνόδοντα. Φοβάμαι, όμως, ότι θα τον δω σε ασφυκτικό εναγκαλισμό με την ταινία του μεξικάνου σκηνοθέτη. Ποια από τις δύο να δω πρώτη; Σίγουρα όμως, αφού ήδη γνωρίζω την «πληροφορία» που μας έδωσε ο Δανίκας, και μερικοί ακόμα συνάδελφοί του, και τις δύο ταινίες θα τις δω διαφορετικά, με την «αγωνία του στόρυ» να με κατατρέχει. Γιατί η απόφαση να συνδέσεις ένα έργο τέχνης με ένα άλλο καθορίζει την πρόσληψη και των δύο. Επιπλέον, δε, υπονομεύει και την όποια απόλαυση του «στόρυ»...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Λογοκλοπή ή Μετάφραση διότι κανείς έλληνας δεν είδε την ισπανική εκδοχή. Το ζήτημα μάλλον ανήκει στον διάλογο μεταξύ Γαλλικής και Αμερικάνικης σχολής κινηματογράφου.