19/11/23

«Η πολίτης» και η Επανάσταση

Fernand Léger, Σελίδα από το λεύκωμα «Τσίρκο», 1950, λιθογραφία σε χαρτί Arches, εκτύπωση Mourlot Frères, Παρίσι, έκδοση Tériade, Παρίσι, για το περιοδικό Verve

Της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΖΕΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, Λόγος γυναικών; Δέκα στιγμιότυπα από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, Αντίποδες, Αθήνα 2022, σελ. 248.

Το βιβλίο του Δημήτρη Δημητρόπουλου περιλαμβάνει 10 μικρές ιστορίες γυναικών διαφόρων ηλικιών και πιθανότατα διαφορετικών κοινωνικών καθεστώτων που εκτυλίσσονται στην επαναστατημένη επικράτεια ανάμεσα στα έτη 1824 και 1827. Πρόκειται για ιστορίες που χτίζονται γύρω από έγγραφα αιτήματα τα οποία υποβάλλουν οι γυναίκες κατευθείαν στις κεντρικές υπηρεσίες της Επαναστατικής Διοίκηση, στα (οκτώ) Υπουργεία της επανάστασης: είναι το δικαίωμα που έχει αναγνωριστεί στον «καθ’ έναν» από το 1822 και έχει επικυρωθεί με το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος (Β' Εθνοσυνέλευση στο Άστρος) το 1823. Έτσι, π.χ., η Αρετούλα, σύζυγος Νικολάου Νάκου, ζητά αποζημίωση για το χαμένο σκουλαρίκι της που είχε δανείσει· η Αικατερίνη Αναστάση Ζήκα ζητά να παντρευτεί τον άνδρα που αγαπά· η Δεσπούλα, κόρη Γεωργίου Βασιλάκη, ζητά την τιμωρία του βιαστή της· η Κατερινιώ Λευθέραινα ζητά την απελεύθερωση της κόρης της που έχει πουληθεί ως δούλη· η νεοφώτιστη Φωτεινή ζητά να της δώσουν πίσω τα ρούχα που της πήραν η μητέρα και η αδελφή της, γιατί βαπτίστηκε χριστιανή· η Νικολίνα, χήρα Νικολή Περρούκα και άρρωστη, ζητά να δει τον γιο της που η Επανάσταση τον κρατά μακριά· και η Θανάσαινα Ντεγρίνα ζητά από τη Διοίκηση αποζημίωση για το μουλάρι που της σκότωσαν σε γαμήλιο γλέντι. Γύρω από τις γυναίκες αυτές διαπλέκονται και άλλες ανάλογες γυναικείες ιστορίες διεκδικήσεων, που παρατίθενται στα σχετικά έγγραφα των παραρτημάτων του βιβλίου, σχηματίζοντας έτσι μια μικρή αλλά δυναμική γυναικεία αρχειακή παρουσία στην Επανάσταση.
Χωρίς να διατείνεται ότι γράφει μια ιστορία του φύλου, ο συγγραφέας σίγουρα φέρνει στο φως «θραύσματα» άρθρωσης δημόσιου λόγου, άμεσα ή έμμεσα, από γυναίκες στην επανάσταση, που με ελάχιστες επώνυμες εξαιρέσεις (Μαντώ Μαυρογένους, Ευανθία Καΐρη) είχαν βυθιστεί στην ιστοριογραφική σιωπή. Τα ονομάζει ο ίδιος «θραύσματα», ή «στιγμιότυπα», καθώς για αρκετές απ’ αυτές τις ιστορίες δεν γνωρίζουμε παρά ένα όνομα, συχνά μόνο το βαπτιστικό της γυναίκας ή του κοριτσιού που υποβάλλει το αίτημα, άλλες πάλι ο ιστορικός μπορεί να τις παρακολουθήσει μέσα στο αρχείο έως ένα σημείο ή μέχρι και την τελική επίλυση της υπόθεσης. Συνιστώντας συγχρόνως μια μικροϊστορία της Επανάστασης «από τα κάτω» ή μια «ιστορία των κάτω», όπως πολύ εύστοχα προτείνει ο συγγραφέας, το βιβλίο είναι πολύτιμο για μια ιστορία των πατριαρχικών σχέσεων στον επαναστατικό χώρο, της βίας και του βιασμού, των ομολογιακών ταυτοτήτων και των θρησκευτικών συγκρούσεων σε χρόνους ανατροπών: ο κατάλογος μπορεί να γίνει μακρύς. Θα ήθελα να σταθώ σε μια όψη του βιβλίου του Δ. Δημητρόπουλου, που νομίζω ότι ανανεώνει όχι μόνο τη βιβλιογραφία για το 1821, αλλά και μια ευρωπαϊκή τουλάχιστον ιστορία των επαναστάσεων, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να θέτει νέα ερωτήματα για την ιστορία της διοίκησης και των διοικούμενων.
Μέχρι τώρα η ιστοριογραφία περιέγραφε την Προσωρινή Διοίκηση της Επανάστασης μέσα από δύο οπτικές: πρώτον, ως νομικο-θεσμική έκφραση της πολιτικής επανάστασης που έφερνε ο εθνικός συνταγματικός φιλελευθερισμός των Εθνοσυνελεύσεων και, δεύτερον, ως εισαγωγικό κεφάλαιο μιας ιστορίας του ελληνικού κράτους και των θεσμών του, στην οποία η Διοίκηση της Επανάστασης αντιπροσώπευε μια μεταβατική, πρωτόλεια και όχι πάντα αποτελεσματική περίοδο προετοιμασίας. Ιστοριογραφικές αναγνώσεις που ως ένα βαθμό αναπαρήγαγαν τα κυρίαρχα ιστοριογραφικά μοντέλα διοίκησης του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα: τόσο το ίδιο το πρότυπο της ελληνικής επαναστατικής Διοίκησης, την καλοκουρδισμένη μηχανή του γαλλικού διοικητικού συστήματος που καθιέρωσαν ως μοντέλο στην Ευρώπη ο Ναπολέων και ο ιστορικός βιογράφος του, ο Ιππόλυτος Ταιν, όσο και το αντίπαλο ιστοριογραφικό της δέος, που ήθελε τις ευρωπαϊκές μοναρχίες του 19ου αιώνα να διοικούνται από διεφθαρμένες και ανίκανες διοικητικές ελίτ, όπως ήταν οι «νεκρές ψυχές» της τσαρικής επικράτειας του Νικολάι Γκόγκολ στα μέσα του 19ου αιώνα.
Το βιβλίο του Δ. Δημητρόπουλου αλλάζει για πρώτη φορά με τόσο σαφή τρόπο την οπτική: η Επαναστατική διοίκηση είναι οι άνθρωποι και οι πρακτικές τους. «Ελάχιστοι» άνθρωποι, κάποιοι γνωστοί από τις πολιτικοστρατιωτικές συγκρούσεις της επανάστασης, κυρίως όμως άγνωστοι στην ιστοριογραφία μέχρι σήμερα, που αναλαμβάνουν διοικητικές θέσεις από «πατριωτισμό», όπως ο σύζυγος της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, που ξεσηκώνει την οικογένειά του για να έρθει από την Οδησσό και να υπηρετήσει την επανάσταση ως υπάλληλος στο Υπουργείο Δικαίου· άνδρες που τρέχουν από έδρα σε έδρα για να θέσουν τη νεωτερική παιδεία τους και τη γραφειοκρατική εμπειρία ή απειρία τους στην υπηρεσία των επιτακτικών συσσωρευμένων αναγκών μιας ταραγμένης, βίαιης επικράτειας, που δεν έχει οργανωμένα δικαστήρια. Και τα καταφέρνουν, συχνά σε χρόνο μηδέν, να ανταποκριθούν στα αιτήματα -λίγο πιο γρήγορα, είναι αλήθεια, όταν αυτά προέρχονται από τα ανώτερα στρώματα- παρεμβαίνοντας στους θεσμούς, συστήνοντας ad hoc επιτροπές και συμβούλια, προσαρμόζοντας τον νόμο στην ατομική περίπτωση, τολμώντας κάποτε να έρθουν σε διαφωνία με τις τοπικές αυθεντίες και τους παραδεδομένους, προεπαναστατικούς τρόπους επίλυσης των συγκρούσεων, όπως στην περίπτωση του βιασμού της Δεσπούλας.
Και από την άλλη, η Διοίκηση είναι και οι γυναίκες που συμμετέχουν ενεργά μέσα από τη χρήση του βασικού δικαιώματος το οποίο έχει αναγνωρίσει η Επανάσταση: της έγγραφης απευθείας διεκδίκησης. Σ’ αυτό το κοινό νομικό πλαίσιο του Προσωρινού Πολιτεύματος, οι επιστολές του βιβλίου περιγράφουν ένα πλέγμα καθημερινών, εξατομικευμένων έμφυλων πρακτικών και εμπειριών, μέσα από τις οποίες οι συγκεκριμένες γυναίκες του βιβλίου, σύζυγοι, χήρες, κόρες, αδελφές, συννυφάδες, χριστιανές, εκχριστιανισμένες ή μουσουλμάνες, διαπραγματεύονται τα όρια των αρμοδιοτήτων της Κεντρικής υπηρεσίας, καθώς και το φάσμα και τα όρια των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει η επανάσταση μέσα στους πατριαρχικούς και κοινοτικούς κλοιούς από τους οποίους προέρχονται: από το δικαίωμα στην οικονομική αποζημίωση στο δικαίωμα να επιλέξουν πίστη, και από το δικαίωμα στον γάμο από έρωτα στη λύση του γάμου λόγω βίας.
Η Διοίκηση λοιπόν αναδύεται στο βιβλίο ως καθημερινή γυναικεία εμπειρία· αλλά και ως γλωσσική και αφηγηματική πρακτική. Ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στη γλώσσα της ιστορίας και του αρχείου. Αν υποθέτει ότι το λεξιλόγιο της «αδικίας» και του «δικαιώματος», της «προσφυγής» στη Διοίκηση ή του «ανήκοντος σεβασμού» στις επιστολές, προέρχεται μάλλον από τα νομοτεχνικά εργαλεία των εγγραμμάτων γραφέων ή υπαλλήλων της Διοίκησης και λιγότερο από τον ίδιο τον λόγο των συχνά αγράμματων γυναικών, στο βιβλίο είναι εμφανές ότι γεννιέται ένα νέο σύστημα εννοιών που αρχίζει να διαχέεται και να παράγει αφηγηματικά μοντέλα προφορικού ή γραπτού λόγου. Μπορεί αυτά να συνιστούν γυναικείο λόγο, αναρωτιέται ο ιστορικός; Θα σταθώ στο χαρακτηρισμό «η πολίτης» με τον οποίον υπογράφονται οι περισσότερες επιστολές του βιβλίου, και που παραπέμπει στον γαλλικό όρο citoyenne (= πολίτισσα) στα αντίστοιχα γυναικεία cahiers de doléance = «τετράδια παραπόνων» του γαλλικού 18ου αιώνα.[1] Στη γαλλική ιστοριογραφία ο όρος συνδέθηκε εμβληματικά με τον γυναικείο πολιτικό ριζοσπαστισμό, με το ζήτημα της διαμόρφωσης ή όχι πολιτικής συνείδησης στις γυναίκες, για να αμφισβητηθεί αργότερα αν η εμφάνισή του τον 18ο αιώνα σηματοδοτούσε έστω και την αβέβαιη αρχή μιας αργής διαδικασίας εξίσωσης κοινωνικών και στη συνέχεια πολιτικών δικαιωμάτων ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, η κορύφωση της οποίας θα ερχόταν πολύ αργότερα με την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου από τις γυναίκες. Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος αναδιαπραγματεύεται με την ιστοριογραφία την επαναστατικότητα του όρου «η πολίτης», και κατ’ επέκταση την επαναστατικότητα της ίδιας της Διοίκησης: οι όροι «πολίτης» στο θηλυκό ή «πατριώτισσα» [2] μπορεί μεν να μη σηματοδοτούν απαραίτητα μια νέα συλλογική -πολιτική;- συνειδητοποίηση των γυναικών, αλλά σίγουρα κωδικοποιούν μια νέα καθημερινή σχέση των γυναικών με τις πρακτικές και τα κέντρα «διακυβέρνησης», τόσο τα παραδοσιακά κέντρα της οικογένειας και της κοινότητας όσο και εκείνα του επαναστατικού κράτους. Μια σχέση που εκφράζεται με διάφορες γλωσσικές και σημασιολογικές μετατοπίσεις: από το «ικετεύω» ή το «ταπεινή και πιστή δούλη» που φαίνεται να παραπέμπουν σε έναν οθωμανικό κώδικα υπηκοΐας -για να δανειστούμε το λεξιλόγιο ενός νεοφαναριώτικου οθωμανισμού[3]- στη γλώσσα του «αιτήματος» και της «πολίτισσας» της Επανάστασης, ή -προσθέτω εγώ- στην ενσωμάτωση της μοντέρνας δυτικής «υπηκοότητας» στην οποία ανήκει ο Άγγλος κύριος της νεαρής «οθωμανίδος» που πουλήθηκε σκλάβα. Μια σχέση που φαίνεται να περιλαμβάνει και μια νέα γυναικεία διανοητική εμπειρία, την ενημέρωση και τη γνώση γύρω από τους κρατικούς θεσμούς: πώς φτάνει η Φωτεινή να απευθύνει το αίτημά της σε ένα θεσμικό όργανο που έχει συγκροτηθεί μόλις ένα μήνα πριν;
Μήπως λοιπόν η βαθύτερη τομή που αντιπροσωπεύει η Διοίκηση κατά την Ελληνική Επανάσταση, δεν είναι τόσο, ή δεν είναι μόνο, οι φιλελεύθερες πολιτικές αρχές που εγκαινιάζει, όπως π.χ. η ελευθερία ή η ισότητα -εξάλλου γυναίκες συνεχίζουν να πωλούνται σκλάβες, ενώ η κοινωνική ανισότητα είναι εμφανής στη μεταχείριση των γυναικείων αιτημάτων- αλλά αυτή η καινούργια σχέση «πολίτη» και «κράτους», πολίτη και επικράτειας, η θηλυκή διατύπωση της οποίας την κάνει ίσως να φαίνεται ακόμα πιο «επαναστατική»;
Κλείνοντας, θα ήθελα να θυμίσω ότι ο Philip Ariès καθιέρωσε μια ρηξικέλευθη ιστοριογραφική παράδοση που αντιμετώπισε το ιστορικό τεκμήριο ως «ξένη χώρα», όπου οι ιστορικοί πρέπει να επιτρέπουν στον εαυτό τους να χάνει τον δρόμο του, να σαστίζει και να αμφιβάλλει (dépaysement). Αυτή ακριβώς η αμφιβολία του ιστορικού είναι η επαναστατικότητα του βιβλίου του Δημήτρη Δημητρόπουλου, ενός βιβλίου χωρίς συμπεράσματα, που διαρκώς αναρωτιέται για την Επανάσταση.
 
* Η Ελευθερία Ζέη διδάσκει Νεότερη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

[1] Christine Fauré, «Doléances, déclarations et pétitions: trois formes de la parole publique des femmes sous la Révolution», Annales historiques de la Révolution française, 344 | avril-juin 2006: La prise de parole publique des femmes, σ. 8· Annie Geffroy, «Πολίτης/πολίτισσα (1753-1829)», στο: Αλεξάνδρα Σφοίνη (επιμ.), Ιστορία των εννοιών: διαδρομές της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας. Αθήνα, Μνήμων, 2006, σ. 287-317.
[2] Κωνσταντίνα Ζάννου, Trasnational patriotism in the Mediterranean: Stammering the Nation, Oxfrod University Press 2018, σ. 2.
[3] Το ανέλυσε η Χριστίνα Φίλιου, Η βιογραφία μιας αυτοκρατορίας. Κυβερνώντας Οθωμανούς σε μια εποχή επαναστάσεων, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2022. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: