1/1/16

Ιδιοφυία ή πυροτέχνημα;

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΜΟΥΛΗ

Nick Mauss, How to address you my, 2014, 40,6 x 50,2 εκ.


ΓΚΑΡΘ ΡΙΣΚ ΧΑΛΜΠΕΡΓΚ, Πόλη στις φλόγες, μετάφραση: Γιώργος Κυριαζής, εκδόσεις: Κέδρος, σελ. 1040
                                  
Για πολλούς το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Γιατί; Διότι έτσι απεφάνθη η αγορά. Για του λόγου το αληθές, ο μόλις 37άχρονος Νεοϋορκέζος Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ θεωρείται ήδη «φαινόμενο», καθότι τα δικαιώματα του πρώτου του μυθιστορήματος με τίτλο «Πόλη στις φλόγες», μια saga για τον κακόφημο υπόγειο κόσμο της δεκαετίας του ’70, αγοράστηκε από τον εκδοτικό κολοσσό «Knopf» έναντι 2 εκατομμυρίων δολαρίων. Μακράν το υψηλότερο καπάρο για νεοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Μετά από αυτό, δημιουργούνται μερικά εύλογα ερωτήματα: Ο συγγραφέας γίνεται στατιστικό σύμπτωμα; Πόσο πιέζεται από τους μάνατζερς να «φέρει» πίσω τα λεφτά; Tο μπεστ σέλερ είναι προαπαιτούμενο μέτρο, και εν τέλει πού βρίσκεται το αφηγηματικό υποκείμενο μέσα σε όλα αυτά, αν λάβουμε υπόψη ότι έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να ελέγξει ολοκληρωτικά την όποια επιτυχία;
Θα υπάρξουν πολλοί που θα κατακρίνουν απευθείας το έργο. Θα μιλήσουν για προκάτ προϊόντα κατανάλωσης. Μια ρητορική ξεπερασμένη. Τι δεν είναι προς κατανάλωση; Άλλοι θα υπερασπιστούν λυσσαλέα το έργο ενός πολλά υποσχόμενου αφηγητή, που μαγεύει με την μυθοπλαστική του δεινότητα, και άλλοι θα ζηλέψουν τον όγκο, που κατά την κρίση τους είναι το απαραίτητο εφαλτήριο της συγγραφικής πληρότητας. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, ως συνήθως. Αν και παιδεύεται από το δαιδαλώδες εκδοτικό τοπίο. Για έναν πρώην διηγηματογράφο, που έγραφε σατιρικές βινιέτες για την αμερικανική οικογένεια, το να κλειδωθεί το 2007 σ’ ένα δωμάτιο και να γράψει απνευστί σχεδόν ένα δημιούργημα πολλών δραματουργικών συνιστωσών και ποιητικών απολήξεων (η επιρροή του Ουώλτ Ουίτμαν, φανερώνεται τόπους τόπους), απαιτεί οπωσδήποτε αξιοζήλευτο ψυχικό σθένος.

Ένα παιδί που μεγάλωνε με Τόλκιν και CS Lewis των μητροπολιτάνικων εφηβικών περιπετειών φαντασίας και άκουγε δυνατά πανκ, είναι περίπου δύσκολο να καταλήξει σχετικά γρήγορα σε μια γραφίδα που αγωνιά πάνω σε μια τοιχογραφία της Αμερικής λίγο μετά τη πετρελαϊκή κρίση. Μιας εποχής, απ’ όπου διαθέτει ελάχιστα βιώματα. Στην επικίνδυνη Νέα Υόρκη παραμονή πρωτοχρονιάς του 1976 ένας παραμορφωμένος ντετέκτιβ είναι ο συνδετικός κρίκος μιας αναρχικής κολεκτίβας, ενός περιθωριακού πιτσιρικά, μιας μεγαλοαστικής δυναστείας του χρηματοπιστωτικού τομέα κι ενός αλκοολικού δημοσιογράφου. Όλοι οι παραπάνω συμπεριλαμβάνονται σε ένα φονικό που λαμβάνει χώρα στο Σέντραλ Παρκ. Εμπλέκονται κι άλλοι. Η νοσηρότητα του φόνου αναλύεται εδώ και όχι η φαντασμαγορία του. Η διάρκεια και το ξεχείλωμα της σάρκας.
Ο λόγος που διαλέγεται η δεκαετία του ’70, δεν δικαιολογείται επαρκώς από τους τρόπους της αφήγησης. Δίνεται βάρος σε μια δυστοπία που φλερτάρει με το κοινωνικό σχόλιο. Οικονομική διαφθορά, απιστία, λεηλασία περιουσιών και ανθρώπινων ψυχών. Το ελάχιστο είναι τελικά μια βίαιη εντολή για κάτι που μπορεί να ενσαρκώσει την καταστροφική ουτοπία. Μοιάζει με το σήμερα, αλλά περισσότερο αντιφέγγει το βραχυκύκλωμα μιας πλουραλιστικής κοινότητας όπου με την κρίση σε έξαρση, γεννά παραμορφώσεις. Οι μακρόκοσμοι της Νέας Υόρκης δεν είναι καθόλου εύκολο να συναρμολογηθούν. Οι χαρακτήρες εξελίσσονται σαν να έχουν αυτονομηθεί. Ένα καλειδοσκόπιο εξυφαίνεται και το χάος κάνει την εμφάνιση του.
Η αποσύνθεση αποτελεί καίριο συστατικό της διαλεκτικής του συγγραφέα. Είναι το δομικό υλικό πάνω στο οποίο στοχάζεται. Το τρένο του φόβου, που σίγουρα οφείλει να εκτροχιαστεί. Όπως και συμβαίνει. Ο λόγος του Χάλμπεργκ, πειστικός ως προς την ακαταπόνητη ρυθμολογία του. Ελάχιστες φορές γίνεται ακατάσχετος. Ιδιαίτερα στους μονολόγους. Η οικογένεια, ως έννοια και ως μονάδα, σπαράσσεται από τεθλασμένες επιθετικές συμπεριφορές. Πότε το χρήμα, πότε ο κοινωνικός αποκλεισμός (δίχως να επικοινωνούν αυτά τα δύο στοιχεία μεταξύ τους), είναι παράγοντες όξυνσης του θυμικού. Οι μειονότητες, τα πρεζάκια και οι καριερίστες που εκμεταλλεύονται την εκάστοτε συγκυρία για να ανέλθουν, περνούν από τον πόνο του θανάτου ή από τον μετεωρισμό της αμφισβήτησης. Ο πάτος του βαρελιού δεν έχει τέλος.
Η ευγενής φιλοδοξία του Χάλμπεργκ για τοποθέτηση του έργου δίπλα σε εκείνα των Ντε Λίλλο και Λέθεμ για παράδειγμα, είναι εμφανής. Ένας στόχος που πολλοί θα τον έβαζαν. Εξυφαίνοντας τις προθέσεις, καταλήγουμε σε μια θάλασσα προσώπων, που ζουν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ο συγγραφέας εντυπωσιάζει με την άνεσή του να κινείται σλάλομ, ανάμεσα στους αντιθετικούς χαρακτήρες. Από την άλλη μεριά, το «φαινόμενο» δυσκολεύεται να μαζέψει το υλικό του. Βέβαια στον σύγχρονο κανόνα της μετά-μετά μοντέρνας εποχής, η αφήγηση απεκδύεται τους δραματουργικούς βατήρες και έρχεται να σμιλέψει έναν κόσμο που καταρρέει. Η κρίση απλώνει τα χνάρια της ήδη από την στιγμή που οι δυνάμεις του οικονομικού φιλελευθερισμού, κατάφεραν να πλήξουν τον συλλογικό αξιακό ιστό. Take a walk on the wild side όπως μουρμούραγε ο Λου Ριντ.
Η περίοδος που καλύπτει το βιβλίο ανήκει πράγματι στις κοινωνικές μεγάλες αντιθέσεις και συνθέσεις. Το φουριόζικο κολάζ που επιχειρεί εδώ ο Χάλμπεργκ έρχεται να δοκιμάσει την αντοχή του κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά, να βρει τα όρια, τα ελατήρια του και παράλληλα να στηλιτεύσει τους άξονες της γκετοποίησης, που οδηγούν στο άμορφο έγκλημα και κυρίως τις διακρίσεις. Η ανθρωπότητα φτιάχνει μπουρμπουλήθρες ανάμεσα στα ερείπια. Αν είναι «φαινόμενο», μάλλον όχι. Είναι ένας επαρκής συγγραφέας, που ντεμπουτάρει με ορμή πατώντας στα απωθημένα της δεκαετίας του ’70, που για την Αμερική έχουν πάρει μυθικές διαστάσεις. Εκεί, στο αποκορύφωμα του αμερικάνικου ονείρου.

Ο Νίκος Κουρμουλής είναι κριτικός λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: