8/1/11

Μύθος και ιστορία

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ, Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, εκδόσεις Πατάκη σελ. 567

Έξι χρόνια μετά το μυθιστόρημά της Αθώοι και Φταίχτες, η Μάρω Δούκα επανακάμπτει στη γενέτειρα πόλη, τα Χανιά, και την συλλογική ιστορία της, με το πολυσέλιδο μυθιστόρημα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, τίτλος που «κλείνει το μάτι» στους Αθώους και φταίχτες αφού, κατά την άποψή μου, και τα δύο θεμελιώνονται πάνω στην έννοια της δικαιοσύνης. Άλλωστε, και η ίδια η συγγραφέας σημειώνει ότι «το «μυθιστόρημα Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ, παρά την αυτοτέλεια και την αυθυπαρξία του, θα μπορούσε να είναι το δεύτερο βιβλίο μιας τριλογίας εν εξελίξει, με πρώτο βιβλίο το Αθώοι και φταίχτες». Ανεξάρτητα όμως από το αν το μυθιστόρημα εντάσσεται η όχι σε μια εν εξελίξει τριλογία, αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά στην 35χρονη λογοτεχνική πορεία της Δούκα, την τολμηρή ματιά της, την ακάθιστη και συνεχώς υποψιασμένη συνείδησή της απέναντι στη συλλογική περιπέτεια, όπως αυτή εμπλέκεται οδυνηρά, συνήθως, με την ατομική, και βέβαια το σπάνιο λογοτεχνικό της ήθος, που την οδηγεί πάντα να ποιεί  Λογοτεχνία.
Ήδη από το εμβληματικό, θα τολμούσα να το χαρακτηρίσω, για τη γενιά της δικτατορίας, και πόσο δυστυχώς προφητικό, πρώτο της μυθιστόρημα Αρχαία σκουριά, η νεαρή Δούκα του 1979 τολμά να ταράξει τα νερά που λάμπουν μεν αλλά που στο βυθό τους έχουν αρχίσει ήδη να σχηματίζονται τα πρώτα βουρκόνερα. Είχαν βέβαια προηγηθεί τα διηγήματά της στη συλλογή Η Πηγάδα, που είχαν ήδη δείξει ότι η πρωτοεμφανιζόμενη δεν θα ήταν περαστική από τη λογοτεχνία. Ό,τι ακολούθησε επιβεβαίωσε αυτούς που προέβλεψαν την λογοτεχνική της αξιοσύνη. Την γενέτειρα, την οποία είχε αφήσει για σπουδές στο εν Αθήνησι το 1966, την περιτριγύριζε λογοτεχνικά, αλλά ρόλο πρωταγωνιστικό της έδωσε μόλις 30 χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση. Η ανάγκη της ώριμης ηλικίας του ανθρώπου να κοιτά πίσω του και να ψάχνει από πού τα ξεκινήματα, τα ποτίσματά του, η ρίζα του; Πιθανόν. Για την περίπτωση της Δούκα όμως θεωρώ ότι δεν είναι μόνον αυτό που την οδήγησε να ψάξει, να ξεσκαλίσει, να φωτίσει πλευρές κουκουλωμένες και παρασιωπημένες στα σκοτεινά και σχεδόν απαγορευμένα επίσημα ιστορικά μας κιτάπια, που σχετίζονταν μεν  με τη γενέθλια πόλη, που δίνουν δε το στίγμα μιας συστηματικά καλλιεργημένης νοοτροπίας δεκάδες χρόνια τώρα σ’ αυτόν τον τόπο. Ήταν και το γεγονός ότι έφτασε πια το πλήρωμα του χρόνου να σπάσουν οι κρούστες, να ανοιχτούν τα μουχλιασμένα κιτάπια και να αρχίσει σιγά σιγά να φωτίζεται το σκουρόχρωμο συνήθως περιεχόμενό τους. Έτσι φτάσαμε στο Αθώοι και Φταίχτες και τώρα στο δίκιο είναι ζόρικο πολύ.
Δυο λόγια, πρώτα, για τη μυθιστορηματική συνθήκη: Χανιά, πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Η Βιργινία, εκπρόσωπος της νεότατης γενιάς, με χαμηλωμένα τα ντεσιμπέλ της όσον αφορά τη διάθεσή της για ζωή και για  παρέες που δεν της λένε σχεδόν τίποτε, ανήσυχη όμως και φιλοπερίεργη για όσα απόκρυφα, ηθελημένα η αθέλητα, με ένα οικογενειακό βιογραφικό βεβαρημένο από την αυτοκτονία του πατέρα της, προτιμά να περνά την ώρα της κοντά στον ετοιμοθάνατο παππού της και να του διαβάζει στίχους από τον Ερωτόκριτο. Ώσπου κάποια στιγμή από το βιβλίο πέφτει ένα χαρτί, από το οποίο πληροφορείται ότι τον Απρίλιο του 1945 ένας άγνωστος γι’ αυτήν αντισυνταγματάρχης, ο Παύλος Γύπαρης, απευθύνεται στον επίσης άγνωστό της Σεβασμιότατο Αγαθάγγελο, γράφοντάς του ότι δεν τον άφησε ασυγκίνητο η πρόταση των Γερμανών να μπει στην πόλη και χτυπήσει τους αναρχικούς...
Μα δεν είχαν φύγει οι Γερμανοί από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 αναρωτιέται η Βιργινία. Για ποιους  Γερμανούς μιλάει αυτό το χαρτί και για ποιους αναρχικούς; Το απλό αυτό μυθιστορηματικό τέχνασμα δίνει την αφορμή για να αρχίσουν να ξετυλίγονται σε μια εξαιρετικά πυκνή και καλοδουλεμένη ύφανση οι γραμμές του μύθου και της Ιστορίας, όπως διαβάζουμε αντικριστά με τον τίτλο στο επάνω μέρος κάθε σελίδας. Και όντως ο μύθος και η Ιστορία εναλλάσσονται διαρκώς μέσα στο βιβλίο, το χθες πετάγεται στο σήμερα, το σήμερα δίνει τη θέση του στο χθες. Η επινοημένη νεαρή Βιργινία ζει την  ανούσια καθημερινότητά της μέσα σε μια οικογένεια όπου συναντώνται τρεις γενιές, της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης [παππούς, θεία Ουρανία], του Πολυτεχνείου [μητέρα, θείος Πανάρης] και η σημερινή που εκπροσωπεί η ίδια. Το χθες, η Ιστορία, εισχωρεί ορμητικά στο σήμερα, καθώς η Βιργινία ανακαλύπτει τα κρυμμένα χειρόγραφα του παππού της τα οποία δίκην «Χρονικού» εξιστορούν το τι συνέβη στα Χανιά κατά τη διάρκεια των ετών 1941-1945. Συμπληρωματικά, η Βιργινία ρίχνει ματιές και στο βιβλίο του Σταύρου Βλοντάκη Οχυρά Θέσις Κρήτης, όπως χαρακτήριζαν οι Γερμανοί την Κρήτη. Απώτερο στόχος της να λύσει τις πολλές απορίες που της έχουν δημιουργηθεί για την άγνωστη η παρασιωπημένη  αυτή ιστορική σελίδα των Χανίων, αλλά και για να καταλάβει ποιος στην πραγματικότητα υπήρξε ο αγαπημένος παππούς της, τον οποίο περιφρονητικά η μητέρα της χαρακτηρίζει ως «κομπάρσο της ζωής». Διαβάζοντας η Βιργινία [και ο αναγνώστης βέβαια] το «Χρονικό» του παππού κάνει τα δικά της σχόλια, εκφράζει τις δικές της επιφυλάξεις για το πότε και ποιος έχει δίκιο, εγείρει τα δικά της ερωτηματικά, συνομιλεί με τους πρωταγωνιστές η δευτεραγωνιστές του «Χρονικού», προσπαθεί να φτιάξει δικά της πρόσωπα [Στέφανος] και δικές της ιστορίες και να τις εντάξει στη μεγάλη του παππού της. Τελικά η Βιργινία ανακαλύπτει τους λόγους για τους οποίους οι Γερμανοί έμειναν ως στρατός Κατοχής στα Χανιά μέχρι τον Μάιο του 1945; Ανακαλύπτει ποιος ήταν πραγματικά ο παππούς της; Τις απαντήσεις ας τις βρει ο ίδιος ο αναγνώστης του 2010, και πρέπει να πω ότι είναι συντριπτικές για όσους τα τελευταία χρόνια επιχειρούν με «επιστημονικές» μεθόδους να παρουσιάσουν το μαύρο άσπρο και το άσπρο μαύρο, σε ό,τι αφορά την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο πόλεμο που την ακολούθησε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γκρίζες ζώνες δεν υπάρχουν σε όλες τις πλευρές.
   Εκείνο όμως που έχει την πρώτιστη  σημασία είναι το πώς η Δούκα μεταποιεί λογοτεχνικά την Ιστορία, το πώς δηλαδή συνταιριάζει τον Μύθο με την Ιστορία, όταν μάλιστα πρόκειται για ιστορικά γεγονότα που εκείνη δεν έχει βιώσει. Ως έμπειρη και άξια συγγραφέας που είναι η Δούκα, αποφεύγει επιμελώς και ορθά να υιοθετήσει τη θέση του παντογνώστη αφηγητή και να ακολουθήσει μια, ψευδεπίγραφα, «αληθοφανή» αναπαράσταση της εποχής. Υιοθετεί τη λοξή, γεμάτη ερωτηματικά, αμφισβητήσεις αλλά και άγνοια, ματιά της σημερινής νέας γενιάς-Βιργινία- ενώ για το χθες, την Ιστορία, επινοεί το λογοτεχνικό είδος του «Χρονικού». Το επινοημένο αυτό είδος της επιτρέπει να απλώνει όλες τις ιστορικές πληροφορίες, όλα τα γεγονότα αλλά και την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να φοβάται επικρίσεις ότι η Ιστορία έχει υπερβεί τον λογοτεχνικό Μύθο. Ακουμπώντας στέρεα στο αφηγηματικό αυτό τέχνασμα, κεντάει με μαεστρία  ολόκληρο το μυθιστόρημά της, φωτίζοντας και τα πρόσωπα του σήμερα, που η μυθιστορηματική τους υπόσταση επεκτείνεται σε όλη την διάρκεια της εβδομηντάχρονης Ιστορίας μας – κάπου ξεμυτάει και η Μυρσίνη της Αρχαίας σκουριάς. Αδύνατο βρήκα μόνον τον  Στέφανο, αυτόν που προσπαθεί να φανταστεί η Βιργινία ως «δικό» της ήρωα, καθώς διαβάζει το «Χρονικό» του παππού της. Αναμφισβήτητα όμως το Δίκιο είναι ζόρικο πολύ αποδεικνύει ότι η υψηλής στάθμης λογοτεχνία είναι επίσης ζόρικη πολύ, όταν μάλιστα τολμά να συνομιλήσει με τις πιο ζόρικες σελίδες της Ιστορίας μας.

Η Έλενα Χουζούρη είναι πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας                

Δεν υπάρχουν σχόλια: