Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα διηγήματα της Κυριακής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα διηγήματα της Κυριακής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/8/15

Ο κύριος Σνωκ και η γυναίκα του


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

                                                                    τα  ψάρια
  
      Καμιά φορά που χώνομαι κι εγώ μαζί με τον κόσμο στην ψαραγορά της Βλάλη, στο Καπάνι, πιο πολύ για να απολαύσω τη θέα των ποικίλων ψαριών παρά για ν’ αγοράσω, μου έρχεται στο νου ο γείτονάς μου κύριος Σνωκ – ποτέ δεν ρώτησα τι σήμαινε αυτό το μονοσύλλαβο επίθετο με τα πολλά σύμφωνα που πιο πολύ ταιριάζει σε σκύλo παρά σε άνθρωπο.
     Ο κύριος Σνωκ δεν έπαιρνε ποτέ το λεωφορείο προκειμένου να κατέβει στην κεντρική αγορά της πόλης μας. Ξεκινούσε από το σπίτι του πάντα με τα πόδια, μ’ εκείνο το κοντό σουλούπι και το γρήγορο βάδισμά του. Από το ύψος της οδού Μοναστηρίου διένυε όλο το Βαρδάρι, έπιανε την Εγνατία κι από κει κατευθυνόταν στα ψαράδικα της Βλάλη απ’ όπου αγόραζε τα πιο μικρά, τα πιο φτηνά ψάρια και τα πήγαινε στη γυναίκα του για τηγάνισμα. Εκείνη στραβομουτσούνιαζε κάθε φορά που τα ’βλεπε, επειδή καταλάβαινε από τη μυρωδιά τους ότι ήταν «χτεσινά» και συνήθιζε να μουρμουρίζει, «ό,τι δώσεις θα πάρεις, η φτήνια τρώει τον παρά, το φτηνό και ακριβό, φάτε μάτια ψάρια» – το τελευταίο βέβαια δεν ταίριαζε και τόσο – αλλά εκείνος έκανε πως δεν άκουγε.
   Στα ψαράδικα της αγοράς Μοδιάνο δεν πατούσε, και συνήθιζε να λέει, εκεί είναι για τους πλούσιους, όχι για μας.

13/4/13

Φτάνοντας στο Τόκιο

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

«Τα μάτια του έλαμπαν από την ανυπομονησία και την ενεργητικότητα του ανθρώπου που φεύγει ταξίδι».
                                      
Γιούκιο Μισίμα, Δίψα για έρωτα

Αλέξανδρος Βέργης- Χωρίς τίτλο
Η πρώτη επαφή ανέδειξε αμέσως μια ποικιλία συγκροτημένων μηνυμάτων. Ασφαλώς τα συνέδεε ένας μίτος διακριτικής σκοπιμότητας. Έδειχναν κατ΄ αρχήν μάλλον προσβάσιμα. Η ανάδυσή τους στο ευρύτερο περιβάλλον συνέπιπτε με την ανάδυση μου στην ιαπωνική ταυτότητα. Ένα μέρος τους αποτυπώθηκε το 1999, στο τρίτο κεφάλαιο του ημερολογίου των προσανατολισμών μου με τίτλο Ασία, Ασία. Ήταν μια εύλογη κίνηση ονοματοθεσίας. Ολοφάνερο ότι σκόπευε να βάλει από την αρχή κιόλας ορισμένες άμεσες εκτιμήσεις μου στο πρώτο, το παραγεμισμένο  ράφι των αναγκαίων δεικτών πρόσληψης. Διέκρινα, μεταξύ άλλων, τότε τα εξής: «Τα σύννεφα του γιαπωνέζικου Οκτώβρη κατάγονται ασφαλώς κατ΄ ευθείαν γραμμή από την ποίηση του αρχιμάστορα του χάι-κου, του Μπασό: μινιατούρες από αιθάλη κι επιθυμίες, ρευστά όντα, ομιλητικά, που μιμούνται χαρακτήρες. Κοίταξα στο βάθος των υπερβολικών διαδρόμων. Μπορεί οι άνθρωποι να ήταν κάποτε μέλισσες. Για μια στιγμή πίστεψα ότι οι χώροι αυτοί αντιγράφουν το ύφος του αεροδρομίου του Ντίσελντορφ». Εννοείται ότι κύριο μέλημα ενός φιλότιμου αναλυτή να συγκρατεί αμέσως τους κλειδάριθμους των συμπαραδηλώσεων. Τα μυστήρια των λογής επαμφοτερισμών μπορούν να περιμένουν στη σειρά τους για τις όποιες μεταγενέστερες κρίσεις.

30/3/13

Η πόλη του

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

Πάνω στις γραμμές, τις εντυπωμένες βαθιά στην προαιώνια λάσπη, ξανά και ξανά. Ξανά και ξανά περνούσε, πίεζε, βυθιζόταν, σε ένα αδυσώπητο πήγαινε-έλα η πίσω ρόδα του ποδηλάτου, κρατώντας το βάρος της, συν το βάρος τής μπροστινής ρόδας, που υψωνόταν όρθια πάνω από το έδαφος, συν το βάρος του ποδηλάτη, που έκανε επιτόπιες σούζες, επανερχόμενος συνεχώς στις ίδιες γραμμές, στις ίδιες ροδιές, πάνω κάτω, πάνω κάτω.
Αυτές οι ροδιές, αυτή η σκέψη τυραννούσε το μυαλό τού ανθρώπου ώρες τώρα. Το ίδιο ανελέητο νοητικό πλέγμα είχε αγκιστρωθεί στον νου του, είχε σκεπάσει με την ομίχλη του τους περισσότερους δρόμους, κεντρικούς και περιφερειακούς, του εγκεφάλου του. Σε αυτή την πυκνοκατοικημένη πόλη τού νου του, βασίλευε τώρα η συννεφιά· το φως, σκλαβωμένο, είχε εκδιωχθεί σε σημεία απρόσιτα.
Δεν ήταν πάντα έτσι. Κατ’ αρχάς, η πόλη δεν υπήρχε ανέκαθεν εκεί. Λίγες δεκαετίες πριν, στην ίδια θέση υπήρχε ένας αχανής χερσότοπος. Η καλλιέργεια είχε αρχίσει, βέβαια, αρκετά νωρίς, ήδη από την σκοτεινή μήτρα. Τον πρώτο καιρό, είχε την καλή τύχη να καλλιεργεί δέντρα και ανθόκηπους, σκέψεις αισιόδοξες και όνειρα ρόδινα για ένα ευχάριστο, απροσδιόριστο μέλλον. Σιγά σιγά τα πρώτα κτίρια έκαναν την εμφάνισή τους. Ισόγεια σπιτάκια στην αρχή, με περιφραγμένα περιβόλια, γελαστά παράθυρα και κεραμιδένιες σκεπές, που τα έδεναν αρμονικά με την γη. Νοητική ανάπτυξη με μέτρο και σύνεση, συντρόφισσα με την φύση και συνοδοιπόρος με την φαντασία, που είχε στην διάθεσή της τον δικό της απέραντο χώρο, πάνω από τις σκεπές και κάτω από τον ουρανό, χώρος άπειρος και πεπερασμένος ταυτόχρονα. Ο κάθε άνθρωπος έχει την δική του φαντασία, την δική του φανταστική ικανότητα που δεν μοιάζει με κανενός άλλου.

2/2/13

Εγώ κι ο «Λαμπράκης»

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΤΣΟΥ
Δημήτρης Πετσετίδης- Μoto
Ένα σαμάρι με κιτρινόμαυρα λιαστιχένια πλακίδια, υπερυψωμένο πολύ περισσότερο από το κανονικό πάνω στην άσφαλτο. Από κακοτεχνία μάλλον, ή εξαιτίας κάποιας δυσμορφίας του εδάφους.
Ένα «σαμαράκι» για να αποτρέπει την επιτάχυνση των τροχοφόρων, να αναστέλλει την πορεία τους. Κι ένας «Λαμπράκης», ένα παμπάλαιο τρίκυκλο. 
Κι εγώ.
Με το παραθύρι μου να βλέπει στο δρόμο.
Ο οδηγός του δείχνει σχεδόν γέρος. Περνάει επτά παρά τέταρτο ακριβώς κάθε πρωί.
Ακούω την μηχανή από μακριά. Φτάνουν πρώτα οι ξέπνοες απειλές της κι εκεί που το έχω σχεδόν ξεχάσει, εμφανίζεται και το ίδιο το τρίκυκλο. Περνάει η μεγάλη ρόδα του το σαμάρι κι ύστερα αρχίζει η παράσταση. Η μηχανή σβήνει.

19/1/13

Νίνα

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Κινητό 
Χολοσκασμένος ανέβηκα στα κάστρα να ξεχαστώ στο ηλιοβασίλεμα και ξέμεινα στα στενά δρομάκια γύρω από την εκκλησιά των Αγίων Αναργύρων. Εκεί κουκούβιζαν  μερικά σπιτάκια ξεβαμμένα, με μίζερα κηπάρια, ένα σωρό σαβούρα στις αυλές, υπόλοιπο εικόνας από την δεκαετία του πενήντα, όλη η ατμόσφαιρα σαν να διέσχιζες εγκαταλειμμένους τάφους, χορταριασμένους, με τα ονόματα σβησμένα. Σ’ ένα απ’ αυτά τα   σπίτια από ένα παραθυράκι τρεμόπαιζε ένα ετοιμοθάνατο φως, θαρρείς από προπολεμική λάμπα που της τελείωνε το πετρέλαιο. Μέσα από κει βγήκε μια γυναίκα κάποιας ηλικίας, σέρνοντας τα πόδια της.
Την ακολούθησα μηχανικά ως που μπήκε σ’ ένα ταβερνάκι και γω ξωπίσω της. Φαίνεται με είχε αντιληφθεί, γιατί μόλις άνοιξε την πόρτα κοντοστάθηκε, περιμένοντάς με.  Την κοίταξα από κοντά και κείνη αφέθηκε στο κοίταγμά μου. Υπολείμματα ομορφιάς σέρνονταν στο πρόσωπό της, στα βαθουλωμένα μάτια  κάποιο φως σπαρταρούσε, απομεινάρια προηγούμενων βαφών στα μαλλιά  σκίαζαν  κοροϊδευτικά τα κρεμασμένα μάγουλα. Τα χείλη άχρωμα, μ’ ένα ελαφρό τρέμουλο, ψιθύριζαν, μουρμούριζαν πέρα από τη θέλησή της, από μόνα τους. Αφέθηκε σ’ ένα τραπεζάκι, έβγαλε το κινητό της, παμπάλαιο μοντέλο έτοιμο να διαλυθεί, το σκάλιζε με τέτοια προσήλωση, με μανία, λες κι έψαχνε να βρει εκεί γραμμένο το νόημα της ζωής της.

28/12/12

Χιονιάς θαλπωρής

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥΛΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- 2013
Ό,τι καιρό κι αν κάνει, για μας είναι ζωή καλοδεχούμενη, είπε ο σύζυγος του ηλικιωμένου ζευγαριού, χωμένος στο κάθισμα και τυλιγμένος με το πρόχειρο πανωφόρι του. Η φράση ήρθε σαν απάντηση στις προβλέψεις της μετεωρολογικής υπηρεσίας, που μιλούσε για επιδείνωση της κακοκαιρίας στο λεκανοπέδιο.
-Ξεχνάς τον κόσμο της δουλειάς και τις ανάγκες του τέτοιες ώρες, απάντησε η γριά σύζυγος μέσα απ’την κουζίνα, καθώς ετοίμαζε το πρωινό τσάι και τις δόσεις των χαπιών που έπρεπε να πάρουν, ο γέρος για τη στηθάγχη και η κυρία Νίνα, η σύζυγος, για τον ίλιγγο και την παραμορφωτική αρθρίτιδα
-Ο καθένας με την τύχη του, αντέτεινε ο γέρος, άλλωστε ό,τι καιρό κι αν κάνει, κάποιος θα είναι ζημιωμένος πάντα.

8/12/12

Είδος υπό εξαφάνιση

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Υπνοπαιδεία ΙΙ
Ο Λάμπης ακούει το μεγάφωνο της κοινότητας να φωνάζει πάλι τα δικά του. Μόνο για καλό δεν είναι αυτές οι ανακοινώσεις. Διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, νερού, κάτι χαρτιά που ζητάνε από τα νοικοκυριά. Η μάνα του γκρινιάζει μ’ όλα τούτα, όμως αυτουνού δεν του καίγεται καρφί, που λένε. Τσαπίζει τα ξερόχορτα γύρω από τις ροδακινιές, ρίχνει μια ματιά στον Μάρκο που ανέμελος μασουλάει παραπέρα· ύστερα κάθεται να κάνει ένα τσιγάρο. Το χωριό μακριά τού φαίνεται άγνωστο, παράξενο. Δεν έχει να πει τίποτε και με κανέναν, ποτέ δεν είχε, έτσι τον ξέρανε και έτσι τον βλέπουνε ακόμη. Συνήθως δεν σκέφτεται ο Λάμπης όταν κάθεται μοναχός στις εξοχές, με τον γάιδαρό του συντροφιά ― δεν τον νοιάζει. Είναι λίγο θυμωμένος με το πρώην αφεντικό του στο κρεοπωλείο, στην πόλη, που τον απέλυσε, αλλά αυτά συμβαίνουν τελευταία· απολύονται πολλοί και ξαναγυρίζουν στον τόπο τους.

24/11/12

Ένας καλός παίχτης

ΤΗΣ ΖΕΤΑΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Αγιούσα ΙΙ
Ο γείτονάς μου, ο Μπιλ, χτύπησε για πρώτη φορά το κουδούνι μου ένα απόγευμα, την ώρα που μαστόρευα στην αποθήκη μου κάποια καλώδια. Φαντάστηκα πως θα ήταν η Ινώ, η γυναίκα μου, που όταν βγαίνει μονίμως ξεχνάει τα κλειδιά της, γι’ αυτό έσπευσα ν’ ανοίξω, βαστώντας στο χέρι μου το σταυροκατσάβιδο και βλαστημώντας, μέσ’ από τα δόντια μου.
΄Ηταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα. Φαντάστηκα πως ήταν κάποιος πλασιέ και έκανα να του κλείσω την πόρτα, αυτός όμως με παραμέρισε κι αφού έριξε μια ερευνητική ματιά στο πολυκαιρισμένο σαλόνι δήλωσε με αγένεια πως ήταν σίγουρος πως ο γάτος του ο Φρίξος πρέπει να ήταν κρυμμένος κάπου εκεί κοντά.

15/9/12

Ακτή Νεαπόλεως

ΤΡΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Δημήτρης Πατσετίδης- Βιβλιοφάγος
ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ

Ο Αρχίλοχος στη Θάσο
Ο Αρχίλοχος, υπηρέτης του Άρη και των Μουσών, μισθοφόρος, με το σπαθί κέρδιζε το ψωμί και το κρασί του. Και θεωρούσε βέβαια τον εαυτό του ποιητή. Ταξίδεψε, πολέμησε, έπαθε κι έγραψε πολλά. Όντας από ταπεινή γενιά δεν υπολόγιζε θεσμούς κι αξιώματα. Είχε φίλο καρδιακό τον Γλαύκο, που σκοτώθηκε στη Θάσο. Αγάπησε και μίσησε, όπως μόνον αυτός ήξερε, εξουθενωτικά τη Νεοβούλη. Πολεμώντας στη θρακική ακτή τους Σάιους πέταξε την ασπίδα του στις φτέρες, για να γλιτώσει, και τρέχοντας τους έδειχνε τ' αρχίδια του. Έτσι αυτός. Άλλωστε γνώριζε των σπαθιών την παλιοδουλειά.

8/9/12

Εμείς, μάνα, Εσωτερικό

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΚΡΙΒΟΥ
Δημήτρης Πετσετίδης- Κατάδικος
Παραγγείλαμε ντόπιες πιπεριές Φλωρίνης ψητές και μπριζόλες. Ο πατέρας, μοσχαρίσια∙ δεν είχε βάλει στο στόμα του ποτέ στη ζωή κρέας χοιρινό. Ήταν κι αυτός ένας λόγος που με τα αδέρφια μου τον κρυφοκοροϊδεύαμε Εβραίο. Έπεσα με τα μούτρα στο φαΐ. Με κοίταζαν σαστισμένοι, κάπως στενοχωρημένοι. Δεν ήθελε και πολύ να καταλάβουν πώς περνούσα και τι μας τάιζαν στη μονάδα. Κάποια στιγμή ξερόβηξε, άφησε κάτω το μαχαίρι και ρώτησε: “Περνάς καλά εδώ;” Πώς, πώς, πατέρα! Εγερτήριο στις πεντέμισι, όλη μέρα στον ουλαμό να γρασάρω τζιπ και ρέο, το απόγευμα αγγαρείες στα μαγειρεία και αποψίλωση, το βράδυ σκοπιά φουλ τετράωρο γερμανικό – σκέτο όνειρο! Κατάπια την μπουκιά και κάρφωσα τα μάτια πάνω του: “Ε, λίγο πολύ όπως και οι άλλοι... Τα ξέρεις, δεν τα ξέρεις;”. Εννοούσα πως τα είχε ζήσει κι αυτός στη δική του θητεία, είκοσι πέντε χρόνια πριν, στη Ροδόπολη Σερρών, ασυρματιστής.

1/9/12

Ημερολόγιο

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Λόγια κακά
Αν, λέω “αν”, μπορούσα να σβήσω κάποια μέρα του χρόνου από όλα τα επιτραπέζια ημερολόγια γραφείου, αφήνοντας στη θέση της μια λευκή σελίδα χωρίς τις άχρηστες πληροφορίες για την ανατολή και τη δύση του ηλίου, τους τιμώμενους από την εκκλησία αγίους, τις εθνικές ή θρησκευτικές γιορτές και κυρίως χωρίς τον διαγραμμισμένο χώρο για τις χειρόγραφες καταχωρίσεις η κάτω βρύση στάζει, τηλέφωνο στην οδοντίατρο, να πληρώσω τη ΔΕΗ, αν, λέω “αν”, διέθετα μια τέτοια τυπογραφική δυνατότητα, είμαι βέβαιος ότι θα κατέτασσα και τη σημερινή μέρα ανάμεσα στις πιο ισχυρές υποψηφιότητες, έστω κι αν μια τέτοια κατάταξη δεν θα μου έλυνε καθόλου το πρόβλημα της επιλογής. Γιατί αν εξαιρέσω ένα σ/κ το δίμηνο που παίρνω τα βουνά, τις πρώτες μόνο μέρες από τις χριστουγεννιάτικες και πασχαλινές διακοπές, που όσο να 'ναι διαφέρουν από τις προηγούμενες και τις επόμενες, σίγουρα την πρωτομαγιά από μια ψυχαναγκαστική εφηβική και ιδεολογική εμμονή και τον δεκαπενταύγουστο, που με θυμούνται κάτι απίθανοι παλιοί μαθητές μου, σκέφτομαι ότι όλες οι άλλες μέρες ανήκουν, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, που συνήθως συμπυκνώνονται σε έναν και μόνο αλλά δεν θέλω να τον παραδεχτώ, στην ίδια ακριβώς κατηγορία του λευκού της πιο θανατερής ανίας, αθροίζοντας ένα σύνολο από διακόσια ογδόντα με τριακόσια υποψήφια κελιά των Μπάντερ-Μάινχοφ αραδιασμένα στο επιτραπέζιο ημερολόγιο του γραφείου μου, που παρ' όλα αυτά επιμένει ακόμα να αριθμεί σωστά τις μέρες, γυρισμένο στη σελίδα της 31ης Αυγούστου, με τη σημείωση καλή ανατολή, μαλάκα, να μου υπενθυμίζει τις τιμές που οφείλω ξανά από αύριο να αναπέμψω στην αγία βαρεμάρα και στην οσία πλήξη, μεγάλη η χάρη τους. 

11/8/12

Όλου του κόσμου το χρυσάφι

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ


Τα τείχη της Βαβυλώνας ήταν αφύλαχτα· παραδομένα. Οι κρεμαστές γέφυρες κατεβασμένες. Οι εκατό πύλες ορθάνοιχτες. Τις είχε ξεκλειδώσει η φήμη του Αλέξανδρου, η συνεχής φυγή του Δαρείου. Ο Αλέξανδρος, όμως οδηγούσε τους άνδρες του σε τάξη μάχης. Ο ίδιος όπως πάντα στην εμπροσθοφυλακή. Πατούσαν την Βασιλική οδό προς νότο. Βαβυλώνα, Σούσα, Περσέπολη.
Ο σατράπης της Βαβυλώνας, ο Μαζαίος, είχε τρέξει να τον προϋπαντήσει. Του προσέφερε τα κλειδιά της πόλης, τα χρυσά στεφάνια του νικητή και ομήρους τον εαυτό του και τα παιδιά του. Αργά πέρασαν τις πύλες. Το πάχος των τειχών ήταν όσο ογδόντα άνδρες ο ένας δίπλα στον άλλον. Το ύψος τους, ίσο με το ύψος ενενήντα ανδρών. Μες από τα τείχη, απίστευτες εκτάσεις με καλλιέργειες σιτηρών, λαχανικών. Πόλη που άντεχε σε κάθε πολιορκία, άπαρτη.

4/8/12

Οι κρεμαστές πισίνες

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ


«Όταν όμως μιλούσε, δεν έλεγε ποτέ του βλακείες. Ήταν ολοφάνερα ντροπαλός. Όπως αποδείχτηκε, ζούσε στην Ανατολή και βρισκόταν στην πατρίδα με άδεια»
                       Γ. Σόμερσετ Μομ, Το βαμμένο πέπλο

Η πρόχειρη βεντάλια των επιθυμιών. Η βαθιά ριζωμένη έξη των φαντασμαγοριών. Ταλάντωση πάνω από την εκκωφαντική αφθονία της σκηνής. Πάνω από τις δομές του αναγκαίου, του εξόφθαλμα ωφέλιμου, αλλά και του ενδεχομένως περιττού. Επείγουσα κινητοποίηση των αισθητηρίων. Το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής. Εννοώ την ανοιχτή πόρτα στην ενδεχομένως ορθή ερμηνεία του τυχαίου. Ίσως για μερικούς να είναι πράγματι η βασιλική οδός προς το απώτερο, το όντως περιεχόμενο του κόσμου. Ας την ονομάσω, προσωρινά έστω, ιδεώδη πρόσληψη προτύπων. Ασφαλή νομή και κατοχή πεδίου όρασης. Ας τυλιχτώ ακαριαία στην ωριμότητα της πρώτης σημασίας. Εκείνης δηλαδή που με επισκέπτεται χωρίς καμία εκ των προτέρων προειδοποίηση, που επείγεται να με χαράξει, και στη συνέχεια να με κατοικήσει. Να γίνει τώρα εαυτός.

28/7/12

Η συνάντηση

ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗ

Ένιωσα ένα βαρύ χέρι να με ακουμπά με φιλική ζεστασιά στον ώμο, καθώς προχωρούσα ξαναμμένος, όσο μπορούσε να είναι δυνατό κάτι τέτοιο, με τις δυσκολίες των εβδομήντα-και χρόνων που με βάραιναν. Μέσα σ’ αυτό το θυμωμένο πλήθος των αγνώστων, που αφρισμένα ποτάμια κατέβαιναν απ’ τους γύρω δρόμους να γεμίσουν την τεράστια λίμνη της μεγαλύτερης, όπως λέγαμε, πλατείας των Βαλκανίων, δεν μπορούσα να φαντασθώ ότι θα συναντούσα άλλον εκτός από τους στενούς μου φίλους και ομόφρονες των τελευταίων χρόνων.

Γυρίζοντας είδα το Γιάννη, τον οικοδόμο, τον «ημεροκάματο», που λέγαμε, να με κοιτάζει μ’ εκείνο το γαλανό γλαρό βλέμμα, χαρακτηριστικό της μορφής του, παρά τα χρόνια που μεσολάβησαν. Με το ίδιο γλυκό χαμόγελο και την τρυφερή απόχρωση της ματιάς του. Τον θυμήθηκα αμέσως, κι ας είχαμε χρόνια ν’ ανταμώσουμε, από τότε που με απλά αλλά κατανοητά επιχειρήματα, που διατύπωνε ήρεμα και με πειστικότητα, προσπαθούσε να συνδιαλεχθεί μαζί μας. Εκτός κι αν εμείς προσπαθούσαμε να συνδιαλεχθούμε μ’ αυτόν.

7/7/12

Το τηλεσκόπιο

ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΛΥΔΑΚΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Παπαγαλία

Το σπίτι μου βρίσκεται σε ένα ύψωμα πάνω από το λιμάνι. Η βορεινή πλευρά βλέπει προς τη θάλασσα και οι λιγοστοί πια  επισκέπτες μου πάντα αναρωτιούνται γιατί το μοναδικό δωμάτιο με ευχάριστη θέα μένει συνέχεια κλειδωμένο και με το πατζούρι του κλειστό.
Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν πάντα έτσι. Μπροστά στο παράθυρο αυτού του δωματίου στέκει ακόμα ένα τηλεσκόπιο, δώρο στον εαυτό μου σε μια στιγμή αυτάρεσκης γενναιοδωρίας. Τις παλιές καλές μέρες, πριν ασπρίσουν σε μια νύχτα τα μαλλιά μου, καθόμουν με τις ώρες, τις ράθυμες ημέρες της αργίας, μπροστά σ' αυτό το παράθυρο, κι εστίαζα το φακό του στο πέλαγος, στις βάρκες που λικνίζονταν στα κύματα, στα πλοία που έρχονταν να δέσουν στο λιμάνι ή έφευγαν από αυτό, με ταξιδιώτες, άλλους χαρωπούς άλλους θλιμμένους, να χαιρετούνε τους δικούς τους. Μου έδινε μεγάλη ευχαρίστηση να κοιτώ τα πρόσωπά τους και από την έκφραση ή το παρουσιαστικό τους, να προσπαθώ να μαντέψω το σκοπό του ταξιδιού τους.

23/6/12

Η τελετή

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΦΑΚΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Κουκιά φάγαμε, κουκιά μαρτυράμε
Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου η αδελφή μου κι εγώ αλλάξαμε σχολεία και οικογένειες. Χωρίς να το λέμε ο ένας στον άλλο ήξερα ότι τις ημέρες μάς παρηγορούσαν και τους δύο οι παρέες των φίλων, το άρωμα από τις τηγανιτές πατάτες της γιαγιάς στη φωτιά, τα κοάσματα των βατράχων στο ποτάμι, οι μικροσκοπικές σημαίες από τα φύλλα των ελαιόδεντρων που λικνίζονταν ασημένιες και σταχτοπράσινες όταν φυσούσε ο άνεμος στην κοιλάδα και τα γύρω υψώματα. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι μας κατέθλιβαν οι άδειοι δρόμοι του χωριού με το ωχρό φως των λαμπτήρων ή το λεπτό στρώμα της πάχνης που καθόταν πάνω στους αγρούς τα πρωινά, θαμπώνοντας το τοπίο, όμως μόνο η αδελφή μου έβρισκε το θάρρος να το ομολογήσει στη μητέρα, με τα χνώτα της να αχνίζουν λευκά πάνω από τα κεφάλια μας. Τρομαγμένος μην σπάσω κάτι υποχρέωνα τον εαυτό μου να ισορροπεί ανάμεσα σε κρυστάλλινες νιφάδες και σιωπούσα από έναν φόβο που φάνταζε μεγαλύτερος από το σκοτάδι ή την πρωινή υγρασία. Από το κάδρο των οικογενειακών αποφάσεων απουσίαζα μονίμως, ίσως σε κάποια γωνία να φαινόταν τυχαία το πόδι ή η πλάτη μου. Εγώ θα παρέμενα με τους γονείς μας στην Κρήτη, όπου είχαμε μετακομίσει ένα χρόνο νωρίτερα, κι η αδελφή μου θα επέστρεφε στην Αθήνα για να μείνει με τους θείους μου.

26/5/12

Γένησθε ως τα παιδία

(απόσπασμα)


ΤΟΥ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΣΑΡΟΦ
Δημήτρης Πετσετίδης- Αποστομωτικός
Τον Ιούνιο και τις αρχές του Ιουλίου του 1962 τα πέρασα στο σανατόριο του Ψυχιατρείου Κάσενκο. Μαζί μου εκείνη την περίοδο βρισκόταν και ο ιστορικός Αλεξάντρ Φαράμπιν. Η περίπτωσή του ήταν αρκετά βαριά. Εκτός από την κατάθλιψη, οι αιτίες της οποίας ήταν αρκετά σοβαρές, ο Φαράμπιν υπέφερε από μανία καταδίωξης. Πριν μπει στο νοσοκομείο, από φόβο μη τον σκοτώσουν, έτρεχε όλο το φθινόπωρο από το ένα τρένο στο άλλο, από τη μια σιδηροδρομική γραμμή στην άλλη, κι όταν επιτέλους «ξέφυγε» από τους διώκτες του, άραξε στη θεία του, στην πόλη Ούγκλιτς. Από ‘κει τον παρέλαβαν οι γονείς του. Στα πενήντα του, συνέχισε να ζει με τη μάνα και τον πατέρα του. Σύμφωνα με τους γιατρούς, στην καθημερινή του ζωή ο Φαράμπιν ήταν ήσυχος και επιμελής άνθρωπος, κι ένας αληθινός βιβλιοφάγος. Το πραγματικό του σπίτι δεν ήταν το διαμέρισμα, όπου ζούσε με την οικογένειά του, αλλά τα Αρχεία της Οκτωβριανής Επανάστασης, όπου, αν τον άφηναν, θα κοιμόταν κιόλας, με μεγάλη ευχαρίστηση. Επί είκοσι χρόνια περίπου, ο Φαράμπιν εργαζόταν ως επιστημονικός συνεργάτης στο πολύ σπουδαίο στη χώρα μας Ινστιτούτο των Μάρξ-Έγκελς-Λένιν, αλλά μετά άρχισαν τα γεγονότα που στο τέλος τον ανάγκασαν να καλύπτει τα ίχνη του.

5/5/12

Ο φάκελος

Ένα «εκλογικό» διήγημα

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΙΑΝΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Παραβάν


Άνοιξε τα μάτια της. Είχε νυχτώσει πια. Σηκώθηκε και κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Οχτώ και πέντε. Πώς θα κοιμόταν τώρα τη νύχτα; Ένα απειλητικό συναίσθημα την κυρίευσε. Κάθισε στο κρεβάτι και ήπιε λίγο νερό από το ποτήρι που είχε πάντα δίπλα. Ήθελε να ουρήσει. Κινήθηκε αργά με το μπαστούνι της προς την τουαλέτα. Μια σωλήνα νερού άρχισε τσιρίζει, υπενθυμίζοντάς της ασυνείδητα ότι υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι στην πολυκατοικία. Τράβηξε κι αυτή το καζανάκι, απαντώντας στους συγκάτοικούς της με ευγένεια.
 Αποφάσισε να κινηθεί προς την κουζίνα. Το δρόμο τον ήξερε απ’ έξω. Πρώτα θα έπρεπε να κάνει τρία βήματα στηριζόμενη μόνο στο μπαστούνι. Έπειτα θα ακουμπούσε στο κομό του χολ, παίρνοντας μια ανάσα, και τέλος με προσοχή θα έκανε άλλα τέσσερα βήματα, ώσπου στηριζόμενη στην κάσα της πόρτας θα έμπαινε στην κουζίνα και θ’ άναβε το φως.

17/3/12

Η επιστροφή

ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΥΛΙΔΗ
Δημήτρης Πετσετίδης- Ανάγνωση
Θυμάμαι τον Στάθη. Ένας μικρόσωμος, εύθραυστος άνδρας. Ξέμπλεξε στα σαράντα του από φυλακές και εξορίες. Δεκάξι χρόνια.
Δεν ξεπερνούσε το ένα κι εξήντα, με «πρωτάκι» έμοιαζε. Δεν είχε κανέναν, ήρθε σ’ εμάς. Η μάνα μου απ’ τα έντεκά της χρόνια, δούλευε μαζί του στα κλωστήρια του «Λαναρά» κι αργότερα, στα χρόνια της παρανομίας, ήταν ο «σύνδεσμός» του. Τον βολέψαμε στην κουζίνα, κι εγώ με την αδελφή μου μετακομίσαμε στο υπνοδωμάτιο, μαζί με τους γονείς.
Ήταν χειμώνας ακόμα, Μάρτης. Το θυμάμαι εξ αιτίας της παρέλασης που θα ’παιρνε μέρος η αδελφή μου. «Παραστάτη σημαιοφόρου» την είχαν επιλέξει κι ετοιμαζόταν. Είχε συνεφέρει με στουπέτσι τα πάνινα παπούτσια της και τα κρέμασε να στεγνώσουν. Αυτό ήταν το λάθος της! Τα ’δε η μάνα μας κι ενθουσιάστηκε.

10/3/12

Εκτροχιασμός

ΤΗΣ ΚΛΑΙΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ
Δημήτρης Πετσετίδης- Μπεστσελλερίστας
Το τηλέφωνο χτύπησε και ο ήχος του μ’ έφερε πίσω στο γραφείο μου μπροστά στον υπολογιστή. Στην κατάφασή μου απάντησε μια γνωστή φωνή, ένας φίλος από παλιά που συχνά συναντώ σε διάφορες εκδηλώσεις.
«Γεια σου, μήπως σε ενοχλώ, είσαι μόνη σου, μήπως σε διακόπτω;» με ρώτησε ευγενικά και κάπως νευρικά.
Εγώ τον βεβαίωσα πως δεν με διέκοπτε από κάτι ιδιαίτερο, πράγματι ήμουν μόνη στο σπίτι, περίμενα λοιπόν ν’ ακούσω τον λόγο του τηλεφωνήματος.
Όμως αυτός δίσταζε, «δεν ξέρω πώς να σου το πω», άρχισε, «και δεν ξέρω πως θα το πάρεις, φοβάμαι μήπως ενοχληθείς...» τα μάσησε.
Εγώ τον καθησύχασα, δεν είχα ιδέα βέβαια γιατί ακριβώς μιλούσε, είχαμε ιδωθεί την προηγουμένη σε μια εκδήλωση, ίσα-ίσα που χαιρετηθήκαμε στην πόρτα, «χάθηκες», του είχα πει, «στείλε κανένα μήνυμα» και τον ευχαρίστησα που μου είχε γράψει κάποια καλά λόγια για το πρόσφατο βιβλίο μου.