2/8/20

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση του Άγγελου Αντωνόπουλου με τίτλο «Όλα τα παιχνίδια έχουν δικαίωμα να σπάνε» που πραγματοποιείται στην γκαλερί ENIA (Μεσολογγίου 55, Πειραιάς). Επιμέλεια Άρτεμις Ποταμιάνου.

Άγγελος Αντωνόπουλος, Ζευγάρι- αντικείμενα από το παρελθόν, 2020, πορσελάνη, λάτεξ και μέταλλο 

Η πολιτιστική διάσταση της εξάρτησης

ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΡΙΖΑ

ΖΗΝΟΒΙΑ ΛΙΑΛΙΟΥΤΗ, Ο «άλλος» Ψυχρός Πόλεμος. Η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία στην Ελλάδα 1953-1973, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 349

Το βιβλίο της Τζένης Λιαλιούτη αφορά μια όψη του Ψυχρού Πολέμου που έρχεται πια στο επίκεντρο της έρευνας. Οι πολιτιστικές διαστάσεις διαμαχών με πολιτικό και στρατηγικό χαρακτήρα αποτελούν βασικό τους στοιχείο, το οποίο επισκιάζεται συχνά από την πολιτική και τη διπλωματία, οι οποίες διατηρούν κάποια ερευνητική προτεραιότητα λόγω μιας ακαδημαϊκής παράδοσης που εξακολουθεί να τις ευνοεί, παρά τη διεύρυνση της οπτικής της ιστοριογραφίας, και λόγω των αρχειακών διαθεσιμοτήτων. Ο Ψυχρός Πόλεμος, παρά το γεγονός ότι αφορούσε και κλασικά γεωπολιτικά θέματα, ήταν μια από τις πιο ιδεολογικοποιημένες διαμάχες της ιστορίας και κρίθηκε σε μεγάλο βαθμό στο πεδίο των αξιών και των ιδεών. Συνεπώς, η πολιτιστική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία παρακολουθεί η συγγραφέας για μια εικοσαετία, από το 1953 έως το 1973, είναι μέρος αυτής της ιστορίας. Το βιβλίο βασίστηκε σε ευρύτατη έρευνα στα αμερικανικά αρχεία και στις διαθέσιμες αρχειακές συλλογές των Βενέζη, Θεοτοκά, Μυριβίλη και Τσάτσου. Συνδύασε όλα αυτά με εποπτεία της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Αφετηριακά, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η πολιτιστική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών αφορά την εικόνα της Ελλάδας στα μάτια των διαμορφωτών της αμερικανικής πολιτικής. Ταυτόχρονα όμως μπορούμε να προσεγγίσουμε την ελληνική κοινωνία μέσω των εργαλείων που μας καθιστά προσιτά η διαμόρφωση και η εφαρμογή αυτής της πολιτιστικής πολιτικής. Όταν οι Αμερικανοί αναμίχθηκαν στις ελληνικές υποθέσεις το 1947, έβλεπαν την Ελλάδα περισσότερο ως μέρος της Εγγύς Ανατολής και λιγότερο της Ευρώπης. Η αλλαγή στην αντίληψη αυτή ήταν αργή. Η Ελλάδα ως τομέας γραφειοκρατικής ευθύνης μεταφέρθηκε στο Ευρωπαϊκό τμήμα του State Department το 1974, λίγο μετά το τέλος της περιόδου που καλύπτει το βιβλίο της Τζένης Λιαλιούτη.

Παρά θίν’ αλός

Γενική άποψη της έκθεση του Άγγελου Αντωνόπουλου "Όλα τα παιχνίδια έχουν δικαίωμα να σπάνε» στη γκαλερί ENIA


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

ΆΡΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Τόπος, σελ. 376
    
Τρεις και ένας άνδρες, αειθαλείς ευσταλείς γέροντες και παντός καιρού κολυμβητές, συναντώνται τρεις τουλάχιστον φορές την εβδομάδα σ’ ένα απάνεμο και ήρεμο λιμανάκι της Βάρκιζας. Στις αναζωογονητικές βουτιές στα γαλανά νερά του Σαρωνικού και στους τακτικούς τους συμποσιασμούς σχολιάζουν με πειράγματα και αστεϊσμούς παίδων, με ελαφρότητα και παιγνιώδη διάθεση μειρακίων, την επικαιρότητα, τις αναγκαστικές δουλείες και τα μικροπροβλήματα της καθημερινότητας, αποφεύγοντας πεισματικά να αγγίξουν τις σοβαρές και καίριες πτυχές του βίου και την εκτροχιασμένη κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας. Να μιλήσουν για την προ των πυλών βαθειά ανθρωπιστική κρίση που απειλεί να εκθεμελιώσει εκ βάθρων, την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, τους δημοκρατικούς θεσμούς και τα οικονομικά και κοινωνικά κεκτημένα.
Εκεί δίπλα στην θάλασσα, μια κρύα μέρα του Δεκεμβρίου, θα διασταυρωθούν οι δρόμοι τους με ένα παράξενο ζευγάρι, που θα ξεβράσει θαλασσοδαρμένο η κακοκαιρία. Τον Έλληνα πρώην λοστρόμο και πρώην μαχητή των Ζαπατίστας Νώντα και την μεξικανή νοσοκόμα γυναίκα του Ινέθ, στρατευμένη αγωνίστρια στην υπόθεση της ανεξαρτησίας της πατρίδας της, τον σκύλο και το μικρό τους ιστιοπλοϊκό. Η τυχαία συνάντηση θα αποβεί μοιραία και καθοριστική για τους τρείς και έναν άνδρες. Τους τρεις συνονόματους Θωμάδες και τον Ξενοφώντα, τον Φώντα τον δάσκαλο, που χωρίς δεύτερη σκέψη συνέβαλε στην διάσωση και τον ασφαλή ελλιμενισμό του σκάφους, βοηθώντας με σθένος και αυτοθυσία τους ναυαγούς.

Μπούχενβαλντ


Στις «Αναγνώσεις» Κυριακής 19 Ιουλίου 2020, παρουσιάστηκε το χρονικό του Σαλονικιού Εβραίου, Μωσέ Αελιών: Δύο Χρόνια στο Άουσβιτς. Έχουν γραφτεί πολλά τέτοια βιβλία και έχω διαβάσει αρκετά. Αυτό όμως το τελευταίο με ώθησε να γράψω για ό,τι είδα στο Μπούχενβαλντ. Σπούδασα Πολ. Μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης από το 1965. Τη γλώσσα την έμαθα στη Λειψία στο Ινστιτούτο Πατρίς Λουμούμπα. Το Ινστιτούτο μας οργάνωσε μια επίσκεψη στη Βαϊμάρη και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ που ήταν πολύ κοντά στην πόλη. Όταν φτάσαμε στο στρατόπεδο είχε ήδη έλθει πολύς κόσμος και από άλλες χώρες για το προσκύνημα. Δεν ήμουν ανίδεη για το Ολοκαύτωμα. Όμως άλλο να έχεις διαβάσει και άλλο να βλέπεις με τα μάτια σου ανθρώπινα αντικείμενα, στο μουσείο και τις εγκαταστάσεις που αποτελούν το κρεματόριο.
Μπήκαμε σε μια αίθουσα μεγάλη και βλέπω σωρούς από παπούτσια, από γυαλιά και από μαλλιά. Αυτή ήταν η πρώτη σκληρή εντύπωση και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Περπατήσαμε παρακάτω και συνάντησα μια μικρή γυάλινη προθήκη. Κοίταζα με προσοχή διάφορα αντικείμενα και ξαφνικά βλέπω ένα γυάλινο δοχείο που σε κάποιο ειδικό συντηρητικό υγρό υπήρχε μια ανθρώπινη καρδιά με την τρύπα από τη σφαίρα. Πριν προλάβω να αντιδράσω, βλέπω ένα αμπαζούρ και ο συνοδός μας μού είπε ότι είναι φτιαγμένο από ανθρώπινο δέρμα, το είχε φτιάξει η γυναίκα του στρατοπεδάρχη!

Τυραννία εννοιών και ιδεών

Άγγελος Αντωνόπουλος, Η λευκή αίθουσα- Το μεγάλο πλατό (εγκατάσταση με κίνηση), 2018- 2020



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ, Λοξά τοπία, εκδόσεις Ποιείν, σελ. 82

Ο Βύρων Λεοντάρης, στον οποίο η Κωστούλα Μάκη αφιερώνει ένα ποίημα που συνδιαλέγεται με το εμβληματικό εκείνου «Ο νεκρός της οθόνης», πάλευε επί δεκαετίες να καθυποτάξει τον διανοούμενο μέσα του, δηλαδή μέσα στον λόγο του, ώστε να ανασάνει και να μιλήσει ο ποιητής, πράγμα που το κατάφερε οριστικά με την εμβληματική συλλογή του Εν γη αλμυρά (1996).
Δεν υποστηρίζω ότι τα ποιήματα γράφονται «με έμπνευση», «με την καρδιά», «με αίσθημα», και άλλες τέτοιες νερόβραστες νεορομαντικές απολήξεις, που κυριαρχούν στο σύγχρονο ποιητικό μας γίγνεσθαι, δίνοντάς μας ιμπρεσσιονιστικές αποτυπώσεις εκείνου που ο καθένας νομίζει πως είναι ποίηση.
Βεβαίως και τα ποιήματα γράφονται με λέξεις, αλλά το ποιητικό βάρος τους προκύπτει από το βάρος που φέρουν οι λέξεις. Αλλά εδώ είναι το κρίσιμο: δεν αρκεί οι λέξεις να έχουν βάρος εννοιολογικό, δεν αρκεί οι σκέψεις που αποτυπώνουν να έχουν βαρύτητα ιδεών∙ χρειάζεται οι λέξεις, όπως λειτουργούν μέσα στο ποίημα, να έχουν βάρος και βαρύτητα, κι ας είναι λέξεις απλές, ακόμα και τετριμμένες∙ αν ενεργοποιούν έννοιες και ιδέες, προσδίνουν στον ποιητικό λόγο βάρος και βαρύτητα, φτιάχνουν εκείνη τη δίνη που ελκύει και μετασχηματίζει τα πράγματα, που αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, ό,τι δηλαδή κάνει η τέχνη.
Η Κωστούλα Μάκη, με συγκρότηση και σοβαρό δοκιμιακό-κριτικό λόγο, όπως τεκμαίρεται και από ανάλογα κείμενά της, με σπουδές Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, και διδακτορική διατριβή την Ανάλυση λόγου, καθώς και ακτιβιστική δράση (Γιατροί χωρίς σύνορα), συμμετέχουσα ενεργά στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι, υπόκειται σε όλες αυτές τις δεσμεύσεις.

Στοχαστική ποίηση

ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Ωσάν ποιήματα, η συνέχεια, εκδόσεις Γράφημα, σελ. 85

Το ανά χείρας βιβλίο είναι η τρίτη ποιητική έκδοση του Π. Σωτηρίου που αποτελεί τη λογοτεχνική περσόνα του Παναγιώτη Σ. Πίστα (1939), φιλόλογου, ποιητή και δοκιμιογράφου που θήτευσε επί δεκαετίες ως δάσκαλος στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Ενός από τα ιστορικά πρόσωπα της πνευματικής Θεσσαλονίκης με πολυσχιδή δράση, το έργο του οποίου εκτείνεται από τις κριτικές του θεάτρου και του κινηματογράφου για τον Μπέργκμαν και τον Τζέημς Μποντ μέχρι την εξαιρετική μελέτη για τον Ρήγα Βελεστινλή και το Σχολείον των ντελικάτων εραστών. Έχουν προηγηθεί η συλλογική έκδοση Ιδίοις αναλώμασιν ( 1985) και το Ωσάν ποιήματα (1989) από τις εκδόσεις Χειρόγραφα. Αν και πρωτοεμφανίστηκε το 1982 με δημοσιεύσεις στα περιοδικά Διαγώνιος και Σημειώσεις ανήκει στους οψιμογενείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Ο διφυής τίτλος παραπέμπει νομίζω και στις ποιητικές του καταβολές. Ο κύριος, καθ’ ομολογία του Σωτηρίου στο ομώνυμο ποίημα της πρώτης συλλογής, ακουμπά στον Καρυωτάκη. Μια μικρή προσωπική φωνή ωσάν ελεγεία και σάτιρες, «ωσάν ποιήματα ελάσσονος στιχουργού ενώ η περιπέτεια των νεωτερισμών τελειώνει». Η «συνέχεια», που ανεβαίνει ως υπότιτλος στο όνομα της παρούσας συλλογής, δεν είναι το μόνο στίγμα του Μανόλη Αναγνωστάκη. Ο απόηχός του με συγκεκριμένα σήματα όπως είναι το πλήθος, οι παλιοί σύντροφοι, οι παλιές υποσχέσεις διαμορφώνουν ένα γενικότερο κλίμα. Οι στίχοι προσπαθούν να εκλογικεύσουν την ήττα, τους συμβιβασμούς και τις άτακτες υποχωρήσεις που μετατρέπονται σε πανικό, εκφράζοντας ταυτόχρονα την έγνοια για τους ταπεινούς που πήγαιναν «στις πρωινές παραστάσεις με ελαττωμένες τιμές και στο γήπεδο έκοβαν εισιτήριο ορθίων». Όμως, αυτή η αριστερή μελαγχολία των νικημένων, και της χαμένης γενιάς, που μένουν πιστοί στους ποιητές και τις ευτυχισμένες χρονιές που δεν είχαν δίκαιη συνέχεια, κατά τον Enzo Traverso εντάσσεται στην ιστορία και τη μνήμη, συντηρεί τη «δύναμη μιας κρυφής παράδοσης», ώστε ύστερα από χρόνια δίσεκτα «δίκαιοι να δικαιωθούν» κι «αγκαλιές να ξανανοίξουν με θέρμη». Παρά τις ήττες και την παράδοση των ιερών υπάρχει η εμμονή και η ελπίδα της συνέχειας. «Είναι/ αυτός που κρατεί και έχει/ τα υπολείμματα των οραμάτων/ τη δυσπιστία των διαψευσμένων/ Και συνεχίζει να ζει/ με μισό κορμί/ με μισή ελπίδα».

Ταϊλάνδη: τώρα

ΔΙΗΓΗΜΑ

Άγγελος Αντωνόπουλος, Πρόσωπα, 2018- 2019, ακρυλικά και ανάγλυφα αντικείμενα, 122 x 220 x 8 εκ. 


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ
 «Για πληροφορίες ρωτήστε τον ταξιδιώτη και όχι τον ντόπιο»

Μαγνήτης: δεν μπορώ παρά να βγω άλλη μια φορά, αργά το απόγευμα, στη Λεωφόρο Σιλόμ. Μαγνήτης. Συνήθεια. Ένα είδος παιδείας. Στο πρώτο καφενείο που βρίσκω με παράθυρα να κοιτούν στον δρόμο μπαίνω να πιώ κάτι. Από το πρωί στα μουσεία και στα υπαίθρια, ξεχειλισμένα παζάρια. Να πάρω μιαν ανάσα τώρα, να δω τι έχει στο πρόγραμμα η αυριανή μέρα. Να ξεφυλλίσω κάποια στιγμιότυπα της περιπλάνησης. Στιγμή ανασύνταξης.
Βρίσκω με την πρώτη ματιά ένα άδειο τραπεζάκι δίπλα στη θολή τζαμαρία. Ο εσπρέσο φτάνει αμέσως. Ανοίγω το παρελθόν των ταξιδιών, τον φάκελο δηλαδή που περιέχει τα πιο στερεά αποσπάσματα ενός εξακολουθητικά φυγόκεντρου βίου. Ό,τι επιβεβαιώνει τις δυσκολίες, τις αναπόφευκτες αποζημιώσεις των περιφορών μου γύρω από τον άξονα της μεγάλης ταξιδιωτικής επιθυμίας και βεβαίως τα βιώματα από τον ερωτικό λειμώνα της Ταϊλάνδης. Τον λειμώνα που δίνει πολύ συχνά την εντύπωση ότι ξέρει να απορροφά ή να υιοθετεί στην καλύτερη περίπτωση την όποια «νεωτερικότητα» του δικού μας βίου για να την κάνει κάποια στιγμή θεραπαινίδα του.
Τα σχετικά πρόσφατα, αλλά και τα άλλα, τα κάπως πιο απόμακρα αναγνωστικά αποκτήματα, που παραπέμπουν στη φιλοσοφία των ανά την υφήλιο περιδιαβάσεών μου, συγκεντρώνονται κι αυτά εδώ, δίπλα στις αυθεντικές, τις ανθεκτικές μνήμες. Ίσως όλες αυτές οι σημειώσεις να επιζήσουν στο μέλλον, προσεκτικά τακτοποιημένες σε ένα τετράδιο αναπαραστάσεων. Μάλλον περισσότερο συμπυκνωμένες από ό, τι θα έπρεπε ή περισσότερο κρυπτικές από ό, τι θα ήθελα ενδεχομένως. Το υλικό μού θυμίζει πάντως σταθερά τις παραμέτρους από μια παλαιότερη περιήγησή μου στην μογγολική ενδοχώρα. Ας πούμε ότι είναι κι αυτές αναφορές σε ένα απεριόριστο πεδίο εκπλήξεων. Αντιγράφω από το ημερολόγιο εκείνης της εποχής: «Θεμέλια συμπεριφοράς: η συμφιλίωση με το παρόν, με τον αδιαφιλονίκητο χρόνο των νύξεων, η μη αυτοεξάντληση στο εγώ, η θέα του απρόσιτου, η ανυπόκριτη συνομιλία μας με το αταίριαστο, η απομνημόνευση του φευγαλέου.»