26/6/17

Τάκης Παπατσώνης (1895-1976)

Ένας αγνοημένος μοντερνιστής

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Επιμέλεια: Αθηνά Βογιατζόγλου

Γεννήθηκε στην Αθήνα και πήγε σχολείο στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Το 1913 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920, και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Το 1927 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Διετέλεσε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1964 και 1966 αντίστοιχα). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920) και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963). Το 1967 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα.
Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του Παπατσώνη πραγματοποιήθηκε το 1934 (Εκλογή Α΄). Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης της Έρημης Χώρας του Τόμας Έλιοτ στο περιοδικό Κύκλος και με τίτλο Ερημότοπος. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα Καθημερινή, όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Το 1944 εξέδωσε τη συλλογή Ursa Minor. Ακολούθησαν η Εκλογή Β΄ (1962), το οδοιπορικό Άσκηση στον Άθω (1963), το ταξιδιωτικό κείμενο Μολδοβαλαχικά του Μύθου, οι μελέτες Friedrich Holderlin, 1970-1843-1970 και Εθνεγερσία: Σολωμός, Κάλβος, και οι συλλογές δοκιμίων Ο Τετραπέρατος κόσμος (δύο τόμοι) και  Όπου ην κήπος. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελλάς, Οι Νέοι, Λόγος, Λύρα, Μούσα, Πειθαρχία, Πρωτοπορία, Ρυθμός, Νέα Γράμματα, Νέα Εστία, Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά Αισθητικής κ.ά.
Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντερνιστική ελληνική ποίηση.


[Τα κείμενα του αφιερώματος είναι αποσπάσματα ομιλιών στο συνέδριο «Τάκης Παπατσώνης: ο ποιητής, ο κριτικός, ο στοχαστής», που πραγματοποιήθηκε στο Παν/μιο Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017 και οργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας της εκεί Φιλοσοφικής Σχολής]

Beata Beatrix

Είδα τη Βεατρίκη μου στο δρόμο, κι’ ευθύς ο δρόμος έγινε δρόμος ονείρου.
Αντιπαρήλθα πλάι της σα διαβάτης, και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη.
Χαθήκαμε κι’ οι δυο στην κίνηση της πόλης, αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας
με την εικόνα του άλλου ζωντανή, και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα.
Στο πλάι μου, Φύλακες Αγγέλοι, αιωρούμενα τα βλέμματα της αγάπης.
Άστρα εξαιρετικά στ’ ολόμαυρο Στερέωμα του γύρω μου κενού, έρημου χώρου.
Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο που καλύπτει την ψυχή του πλησίον.
Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου, πρόσωπο προς πρόσωπο.
Η κοινότατη γένηκε με μιάς ζωή, για μας, θαύμα ονείρου.
Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πριν ανόητη φωτοχυσία.  
Με μεγαλοπρέπειαν ανάτειλε για μας ο φλογερός ο Ήλιος των Μεσονυχτίων,
που συγκρατεί στην αγκαλιά του όλα τα πλήθη των Αστερισμών του Στερεώματος,
και ουδέποτε αναζήτησε τον όλεθρό τους στη γαλανή εξαφάνιση.
Μας εσυγκάλυψαν με μιάς τα πυκνά νυχτερινά σύννεφα.
Επερπατήσαμε νυχτερινά σε δασώδη βουνά, σε συννεφιές μουντές, σαν θεοί·  
χανόνταν οι συνομιλίες μας σε αιώνιες εκτάσεις,
κινούσαμε το ενδιαφέρον όλης της πλάσης, αγαπημένοι καθώς διαβαίναμε.
Σκοπός κανένας ή επιθυμία δε μας οδηγούσε σ’ αυτούς τους περιπάτους.
Ήταν η ξενοιασιά κι’ η αμεριμνησία των σκοτεινών κόσμων.
Η ευτυχία του μυστηρίου, που κρατώντας μας απ’ το χέρι, μας οδηγούσε.  
Δε μας ετάρασσε η συνάντηση των ρυακιών, των πουλιών τα πετάγματα,
ούτε το φύσημα των ανέμων, ούτε ο θόλος της υγρασίας.
Όλα ήταν γοητεία, και δώρα ουράνια, και ανάπαυση πάρα πολλή.
Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, με τους μεταλλικούς τούς ήχους,
που, αυτοί, περνούνε αλάθητα, σα σφαίρες, τα διαστήματα   
και φθάνουν ώς εμάς. Ήρθαν τα ρόδινα σύννεφα της Αυγής.
Ήρθεν ο Ήλιος. Να βγαίνει από τη θάλασσα και να φωτίζει.
Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας.
Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση, περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες.
Μόνος προς την Ανάμνηση ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά,   
να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη τις στιγμές των ονείρων,
τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα, οι τέτοιες απέραντες νύχτες.

To «Beata Beatrix» ως αρχή του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού

ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗ

Το «Beata Beatrix», γραμμένο το 1920 και πρωτοδημοσιευμένο το 1922 στην ανθολογία, Οι νέοι, που επιμελήθηκε ο Τέλλος Άγρας, είναι το γνωστότερο ποίημα του Τάκη Παπατσώνη. Πρόσφατα αρκετοί μελετητές (Αργυρίου, Βαγενάς, Ελευθεράκης και Ρούσσου) ανέδειξαν τη σημασία του ποιήματος, θεωρώντας το προδρομικό για τον ελληνικό ποιητικό μοντερνισμό και ως την πρώτη εκδήλωση της ιδιότυπης μοντέρνας τεχνοτροπίας του δημιουργού του. Οι παραπάνω κρίσεις για το ποίημα βασίστηκαν στον καθαρά ελεύθερο στίχο, στη γλώσσα του που αποκλίνει από τον δημοτικισμό της εποχής του, στην έκφρασή του που διαφοροποιείται από την ισχύουσα το 1920 τεχνοτροπία. Εύστοχα οι μελετητές έκαναν λόγο για «πρώτο φανέρωμα» ή «πρωθύστερο-προδρομικό» ποίημα, επειδή το 1920 δεν υπήρχε ακόμα ούτε ο ελληνικός ούτε ουσιαστικά και ο ευρωπαϊκός ποιητικός μοντερνισμός.
Το «Beata Beatrix» μπορεί να χωριστεί σε τρεις νοηματικές ενότητες. Στους στ. 1-23 ο αφηγητής ανατρέχει στο παρελθόν και αποτιμά τον δεσμό της βαθιάς αγάπης που τον ένωνε με τη Βεατρίκη. Δεν γίνεται λόγος για έρωτα, αλλά για «αγάπη» και «αγαπημένους». Πρόκειται για έναν δεσμό, βιωμένο μέσα στον πραγματικό κόσμο (δρόμος, κίνηση της πόλης, φυσικά τοπία και φαινόμενα), και συνάμα ονειρικό, εκστατικό, μυστηριακό και κυρίως εσωτερικό, μια σχέση ψυχών που διανύουν ευφορικά, χάρη στη συμπόρευση και τη συνύπαρξη, τον εγκόσμιο βίο τους. Ζουν την αγάπη τους, μέσα στον πραγματικό κόσμο, αλλά κυρίως την ζουν στον διεσταλμένο χρόνο της νύχτας, κάτω από τα άστρα του στερεώματος, με κυρίαρχο στον ουρανό τον φλογερό «Ήλιο των Μεσονυχτίων». Στους στ. 24-29, στη δεύτερη ενότητα του ποιήματος, έρχεται, όμως, ο γήινος Χρόνος, που σηματοδοτείται από την άφιξη της Αυγής και του Ήλιου, και σβήνει τη θέα του νυχτερινού ουρανού. Ο χρόνος της Μέρας τερματίζει τη σχέση και επιφέρει την απώλεια της Βεατρίκης. Η απώλεια πιθανόν να συνέβη με τον βιολογικό θάνατό της, αυτός όμως δεν θεματοποιείται. Τέλος στους στ. 30-32, την τρίτη ενότητα που λειτουργεί ως άμεση συνέχεια της δεύτερης, ο αφηγητής, βιώνοντας τραυματικά την απώλεια της Βεατρίκης και όντας πλέον στην κατάσταση των εγκόσμιων ασχολιών, κάνει μια ικεσία προς τη μνήμη να του χαρίζει κάποτε τις στιγμές του ανθεκτικού στον χρόνο ή και διαρκούς ονείρου που ζούσε και τώρα πια το έχασε.

Ο ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Η εξαγγελόμενη

Όλα σου τα παρέχει πριν
της τα διατυπώσεις καν
τόση είναι η πολλή της δαψίλεια
και τεντώνεται μέσα σου
η συνισταμένη
των πιο πολυσύνθετων ευδαιμονιών

ένα μονάχα ακροτελεύτιο
μένει στο χάος του γκρεμού
ερώτημα ΑΝ ΠΟΤΕ ΦΥΓΕΙ
αν ποτέ στον ίλιγγο της η σφεντόνα
στροβιλιστεί τόσο που ν' αποσπάσει
από το αστρικό μας σύστημα
το διαπυρωμένο τούτο αντίβαρο του ήλιου

(Από τη συλλογή Ursa Minor)     

Ο υπερρεαλισμός υπήρξε προσφιλές θέμα του Παπατσώνη ως δοκιμιογράφου και κριτικού σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τις απόψεις του για το πρωτοποριακό αυτό κίνημα πρωτοδιατυπώνει το καλοκαίρι του 1944, σε κείμενό του για τον αγαπημένο του Πωλ Κλωντέλ στη Νέα Εστία, όπου μεταξύ άλλων χαρακτηρίζει τον Γάλλο λογοτέχνη «πρόδρομο» του κινήματος, «μεγάλο και σοφό εκμεταλλευτή της εκπλήξεως που κομίζει το απρόοπτο στην ποιητική φράση».
Το ίδιο καλοκαίρι, ο Παπατσώνης αρχίζει να γράφει ένα πολύ προσωπικότερο κείμενο για τον υπερρεαλισμό, που πήρε την τελική μορφή του αρκετούς μήνες αργότερα και δημοσιεύτηκε στα Νέα Γράμματα τον Ιούλιο του 1945 με τίτλο «Ο υπερρεαλισμός κ' εγώ».

Guide Bleu

Περαστικοί και βιαστικοί όπως η ζωή,
μιάμιση, το πολύ δύο ώρες μείναμε
στο Delft, το μικρόκοσμο της ομορφιάς,
τεχνούργημα άριστο του κόσμου των καναλιών
πλέοντάς το με καραβάκια της Μοίρας
οδηγείσαι στο πεπρωμένο· ειδικά προκειμένου
για το Delft, που όπως και νάταν θάμενε
αξέχαστο, όμως λίγο παρέκει, στην αυστηρή
άλλοτε τη Χάγη, με πυρωμένο σίδερο για πάντα
σφραγίσθηκε η μνήμη μας, καθώς βρεθήκαμε εμπρός,
στη "Θέα του Delft", που αποθανάτισε ένας
Βερμέερ, με το δικό του φως, κι' όπως του έπρεπε
ήρθε και ψυχογράφησε στα όνειρά του αργότερα
ο Μαρσέλ Προυστ.

Περαστικοί και βιαστικοί, όπως η ζωή,
ούτε καν δυό ώρες δεν προφθάσαμε
να το χαρούμε το Delft. Πώς σήμερα,
ένα θλιβερό ηλιοβασίλεμα, ύστερα από χρόνια
μούρθε στο νου η αισιόδοξη παρηγοριά, πάντοτε
με συνόδεψε, καθώς φεύγαμε βιαστικά γι' αλλού,
πώς αναμφίβολα σε τέτιον τόπο εξαίσιο
θα ξαναρχόμαστε αποφασισμένοι για παραμονή
αρκούσα χρονικά για τη σωστή και πλήρη γεύση
που θα τη χάναμε ασυγχώρητα αν δεν τη γευόμαστε.

Τάκη Παπατσώνη, «Guide bleu» (1973): μια χρωμανάγνωση

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ

Το χρώμα συνήθως δεν «διαβάζεται» σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία – τουλάχιστον όχι διαφορετικά από τις συνήθεις του νοηματοδοτήσεις (το κόκκινο ως χρώμα του πάθους για παράδειγμα ή ως σήμα της πολιτικής ένταξης κάποιου). Ορισμένα όμως κείμενα μας καλούν σε μια χρωμανάγνωση, συχνά βάζοντάς μας στο παιχνίδι ήδη από τον τίτλο τους. Τέτοια είναι η περίπτωση του «Guide bleu» του Τ. Παπατσώνη, γραμμένου το 1973, λίγα χρόνια προτού πεθάνει, όπου το μπλε του οδηγού χρωματίζει την αναδρομική αυτή θέαση μιας ολόκληρης ζωής κι ενός έργου, «εις όποιαν ιδέαν κι αν περνά, ό,τι κι αν λέγει», για να θυμηθούμε τον Καβάφη που μνημονεύεται στο τέλος του ποιήματος (και στο έργο του οποίου το χρώμα δεν παίζει μικρότερο ή αμελητέο ρόλο – και πέρα από τα όρια του αισθητισμού). Κι αν ο Καβάφης μας προσφέρει το κλειδί για την ανάγνωση του μπλε με την έξοδο του ποιήματος, σειρά χαρακτηριστικών αναφορών/ταξιδιών του ποιητικού υποκειμένου ήδη από την αρχή του την έχουν προσημάνει με ευκρίνεια: η θέαση του πίνακα του Βερμέερ «Θέα της Ντελφτ» στη Χάγη, ο Προυστ και το περίφημο θάμβος του μπροστά στο «μικρό κομματάκι κίτρινου τοίχου» που διέκρινε πάνω στον εν λόγω πίνακα, ενώ από την παλέτα του δεν θα μπορούσε να λείπει και ο αγαπημένος του Πόε, στίχος του οποίου επίσης μνημονεύεται προς το τέλος του ποιήματος, εξειδικεύοντας την αναφορά στον Καβάφη.

Μολδοβαλαχικά του μύθου

Από τις πολιτισμικές συγκρούσεις στη χριστιανική ομοιογένεια. Ένα ιδιότυπο ρομαντικό όραμα

ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΑΚΡΥΔΗΜΑ

Στις αρχές του 1939 ο Παπατσώνης με την επαγγελματική του ιδιότητα –διορισμένος σε υψηλά ιστάμενη θέση του Υπουργείου Οικονομικών– περιοδεύει στην μεσοπολεμική Ρουμανία, η γεωγραφική σύσταση της οποίας θα αλλοιωνόταν σημαντικά μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και την εισχώρησή της στην Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (χοντρικά τα εδάφη της βόρειας Μπουκοβίνας και Βεσσαραβίας αποτελούν τη σημερινή Δημοκρατία της Μολδαβίας, ενώ η νότια Δοβρουτσά παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία). Για αρκετούς μήνες ταξιδεύει στα πρώην πριγκηπάτα της Βλαχίας και της Μολδαβίας και από τις Τρανσυλβανικές Άλπεις της πρώην Αψβουργικής Μοναρχίας έως το Δέλτα του Δούναβη και τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, έχοντας πάντοτε ως βάση την πρωτεύουσα της χώρας, το Βουκουρέστι, όπου και λάμβαναν χώρα οι διπλωματικές εργασίες στις οποίες συμμετείχε. Δύο μέρες αφότου επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, θα αρχίσει να καταγράφει τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τις οποίες και θα δημοσιεύσει στην εφημερίδα Καθημερινή από τις 12 Ιουνίου 1939 έως τις 5 Φεβρουαρίου 1940.
Η εργασία αυτή παρέμεινε για πολύ καιρό αγνοημένη και ασχολίαστη έως ότου το 1965 ο ποιητής αποφασίζει να συγκεντρώσει τα άρθρα αυτά στον τόμο με τίτλο Μολδοβαλαχικά του μύθου και τον υπότιτλο Ite, missa est (εκδ. Ίκαρος). Η λατινική φράση συνηθίζεται να εκφωνείται στο τέλος της Ρωμαιοκαθολικής Λειτουργίας. Με την επίκλησή της ο Παπατσώνης αφήνει να υπονοηθεί πως το εγχειρίδιό του εξαιτίας του θρησκευτικού-ειρηνιστικού συμβολισμού του μπορεί να λειτουργήσει σαν μια δραματική επισφράγιση των πολεμικών ετών που μεσολάβησαν από το 1939 παγκοσμίως. Ο χριστιανικός λόγος προστίθεται στις κυρίαρχες εθνοτικές αναπαραστάσεις του τίτλου, Βλάχων και Μολδαβών, εισάγοντας τον αναγνώστη στους ποικίλους συμφυρμούς που μπορούν να τελεστούν πάνω στον ευρύ άξονα της διαχρονίας, ξεκινώντας από το παρόν της κατακτημένης εθνικής αυτοσυνειδησίας με σκοπό την βαθμιαία καταβύθιση στο μυθολογικό παρελθόν.

Ο φιλόσοφος Κώστας Παπαϊωάννου

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Επιστρέφω ορισμένες δεκαετίες πίσω και θα μείνω, αυτή τη φορά, μόνον σε έναν εκπρόσωπό της ελληνικής διανόησης που σταδιοδρόμησε στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο Κώστας Στρ. Παπαϊωάννου (Βόλος 1925 – Παρίσι 1981) μετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αφού είχαν ξυπνήσει ήδη τα θεωρητικά του ενδιαφέροντα για την αρχαία ελληνική σκέψη με ερεθίσματα που δέχθηκε από τα συναφή έργα του Κ. Τσάτσου και του Κ. Δεσποτόπουλου. Στους κόλπους των σοσιαλιστών του ΕΑΜ, που μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας συγκροτούν το «Σοσιαλιστικό Κόμμα – Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας» (με Πρόεδρο τον Αλ. Σβώλο και Γραμματέα τον Ηλ. Τσιριμώκο), ο Παπαϊωάννου παρακολουθεί το μετέωρο βήμα του εγχώριου σοσιαλιστικού κινήματος και συμβάλλει στην αποσαφήνιση των θεωρητικών του επιλογών. Με το ψευδώνυμο Αλ. Πήλιος δημοσιεύει στη Σοσιαλιστική Επιθεώρηση («Η κρίση του επαναστατικού σοσιαλισμού», Α΄, 1945/1946, 110 - 119 και «Νευραλγικά προβλήματα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού στην Άπω Ανατολή», Α΄, 180-186) τις εκτιμήσεις του για την κομμουνιστική Αριστερά που μετέχει στο μοίρασμα του κόσμου και διευκρινίζει ότι η «Λαοκρατία» δε συνιστά «populisme», αλλά ανάδειξη της εργατικής τάξης σε ηγετική δύναμη κατά τη διαδικασία της «Κοινωνικής Αλλαγής», με αρχικό σταθμό την «Ενωμένη Σοσιαλιστική Ευρώπη» που θα αποπέμψει από την πρακτική της το «δαίμονα του ρεφορμισμού».

Ο Χρόνος για παιδιά

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Τικ - Τακ. Ρολόγια, ώρα για μάθημα!, Εικονογράφηση: Μυρτώ Δεληβοριά, εκδόσεις Ίκαρος, 2016

Το να αποφασίσει κάποιος να γράψει ένα βιβλίο για μικρά παιδιά στο οποίο να ασχολείται με την έννοια του Χρόνου είναι πολύ πιο τολμηρό απ’ όσο ίσως να φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ενδεικτικό για το πόσο μεγάλη δυσκολία παρουσιάζει, ούτως ή άλλως, η έννοια του Χρόνου καθεαυτήν ως προς την κατανόηση και τον προσδιορισμό της είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας καθολικά παραδεκτός ορισμός, ενώ κανένας επιστημονικός χώρος δεν μπορεί να διεκδικήσει τον εν λόγω ορισμό ως αποκλειστικά δική του αρμοδιότητα. Ούτε για τις επιμέρους “ιδιότητες” του Χρόνου υπήρξε ποτέ, εξάλλου, ομοφωνία: «σοφότατον» τον θεωρούσε ο Θαλής ο Μιλήσιος και «θεό καλοσυνάτο» ο Σοφοκλής, αλλά «φθονερό» ο Οράτιος και «έκτρωμα της ασχημοσύνης» ο Σαίξπηρ· «ιδεατή ύπαρξη» ο Λάιμπνιτς, «ζηλιάρη και δύστροπο» ο Λαμαρτίνος· και, βέβαια, «απόλυτο» ο Νεύτωνας, ενώ ο Αϊνστάιν «σχετικό».
Το σίγουρο είναι ότι ο Χρόνος είναι ένα φύσει πανάκριβο και, παράλληλα, απολύτως δημοκρατικά μοιρασμένο αγαθό, το οποίο, ωστόσο, η ανθρώπινη κοινωνικοοικονομική οργάνωση το έχει αναγάγει, εξαιτίας δικών της λαθών ή/ και σκοπιμοτήτων σε δυνάστη, στον οποίο, πάντως, υποδουλώνονται πλούσιοι και φτωχοί αδιακρίτως, αν και για διαφορετικούς λόγους. Οι Σκανδιναβικές χώρες, πάντως, πρωτοπορώντας (και) σε αυτόν τον τομέα, έχουν εισαγάγει στις βαθμίδες τής εκπαίδευσης την «παιδαγωγική του Χρόνου», δηλαδή, την εκμάθηση της σωστής χρήσης αυτού του αγαθού στο πλαίσιο μιας ποιοτικής καθημερινότητας, προκειμένου η εποχή τού εμφράγματος, την οποία βιώνει η σύγχρονη κοινωνία τής πληροφορίας, να λάβει κάποια στιγμή ένα αίσιο και όχι ένα απαίσιο τέλος. Ευσεβείς πόθοι;

Ο ισπανός ποιητής του μεγάρου Μαξίμου

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΦΙΛΙΠΠΗ



Διαβάτη τα ίχνη σου είναι ο δρόμος
διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
τον ανοίγεις περπατώντας
περπατώντας ανοίγει ο δρόμος
γυρίζοντας το βλέμμα πίσω
αντικρίζεις το μονοπάτι
αδιάβατο θα μείνει
διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος
μόνο τ’ απόνερα της φουσκοθαλασσιάς
Αντόνιο Ματσάδο υ Ρουίθ, 29ο ποίημα (σε ελεύθερη απόδοση, εδώ) από την ενότητα «Παροιμίες και άσματα», της συλλογής Πεδία της Καστίλλης (1912), που θεωρείται το σπουδαιότερο έργο του ισπανού ποιητή (1875-1939), έχει δε μελοποιηθεί από τον σύγχρονο τραγουδοποιό Μανουέλ Σεράτ

«Ο δρόμος ανοίγει περπατώντας»: δυνατός εσαεί στίχος, προτρεπτικός και παραινετικός, που τον μνημόνευσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Τούρκο ομόλογό του, με αφορμή τα του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η ποιητική παραπομπή του πρωθυπουργού δείχνει μια ευαισθησία στις «κεραίες της εποχής μας», που φαίνεται να ευνοεί την «επιγραμματική αληθινή ποίηση» του Α. Ματσάδο και να κολακεύει το πορτρέτο του.
Γεννήθηκε στη Σεβίλλη, ανδρώθηκε στη Μαδρίτη και το Παρίσι, άφησε παρακαταθήκη σπουδαίο έργο, στην ποίηση, στο θέατρο και στο δοκίμιο, για να θεωρείται σήμερα από πολλούς ως ο κυριότερος εκπρόσωπος της «γενιάς των μοντερνιστών του 1898», παρά τη βαρύνουσα αντίρρηση του Μπόρχες εν προκειμένω, που θεωρούσε τον αδελφό του, Μανουέλ Ματσάδο, καλύτερο λογοτέχνη (τα δύο αδέλφια συνεργάζονταν σε κάποια περίοδο).