22/4/18


Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση Εναντίωση: Η τέχνη σε σκοτεινά χρόνια, 1967- 1974 που πραγματοποιείται στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (Βαλαωρίτου 9α, Αθήνα). Επιμέλεια Γιάννης Μπόλης- Δόμνα Γούναρη. Μέχρι 23/6

Ασαντούρ Μπαχαριάν, Φυλακές Κέρκυρας, 1972, λάδι σε καμβά, 81 x 90 εκ., συλλογή Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

Απέναντι στη χούντα της 21ης Απριλίου


Μια σχεδόν ξεχασμένη πράξη πολιτικής ανυπακοής

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

ΣΑΜΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΑ, Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ) και η ιδιαίτερη Συμβολή της στον Αντιδικτατορικό Αγώνα ( 1970 – 1972) , Εκδόσεις Ασίνη και Ίδρυμα Ρόδη Ρούφου-Κανακάρη, σελ. 502

Στα περισσότερα επετειακά αφιερώματα για τις αντιστασιακές κινήσεις εναντίον της δικτατορίας του 1967, σπάνια γίνεται αναφορά στις πολιτιστικές και επώνυμα οργανωμένες αντιστασιακές δράσεις και την σημαντική τους. Σ’ αυτή την κατηγορία ιδιαίτερη αν και μισοξεχασμένη είναι η συμβολή της ΕΜΕΠ, που ήρθε να μας θυμίσει η πρόσφατη εργασία της κ. Σαμίου. Μια εργασία επιστημονικά άψογη, η οποία χρησιμοποιεί όλη την υπάρχουσα, ισχνή για το θέμα βιβλιογραφία –μόνο μια, αδημοσίευτη μάλιστα, διπλωματική εργασία αφορά το συγκεκριμένο θέμα− μέσα από αναφορές σε διάφορα έργα για την δικτατορία και κυρίως αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, προσώπων από τον ηγετικό πυρήνα της ΕΜΕΠ, καθώς και έναν πλούτο προσωπικών μαρτυριών, οι οποίες επεκτείνονται και στις αναρίθμητες μα πάντα καίριες σημειώσεις. Το όλο εγχείρημα πραγματώθηκε μετά από πρόταση του Τ.Ε. Σκλαβενίτη, του Τομέα Νεοελληνικών Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ), με στόχο να τιμηθεί η μνήμη Γιάγκου Πεσμαζόγλου, οραματιστή και συντονιστή ίδρυσης του ΕΙΕ αλλά και της ΕΜΕΠ, της οποίας υπήρξε και ο εκλεγμένος Πρόεδρος, η οικογένεια του οποίου ενίσχυσε οικονομικά την όλη έρευνα, ενώ η έκδοση ενισχύθηκε με χορηγία της οικογένειας του αντιπροέδρου της ΕΜΕΠ Ρόδη Ρούφου-Κανακάρη και αφιερώνεται ευγενικά στη σύζυγο του Γ. Πεσμαζόγλου, Μιράντα.
Πρόκειται για μια εξονυχιστική και συστηματική καταγραφή, η οποία περιλαμβάνει την πορεία επιβολής της δικτατορίας και τις συνέπειές της σ’ όλους τους αρμούς του κοινωνικό-πολιτικού και κυρίως πολιτισμικού γίγνεσθαι, καθώς και τις διεργασίες στο χώρο των πνευματικών δημιουργών, τις σχέσεις της ΕΜΕΠ με παράλληλες πολιτιστικές επώνυμες αντιστασιακές κινήσεις, όπως εκείνη της ΕΚΙΝ, και την συμβολή της στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, καθώς και του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Νέων «Παναρμόνια», μετωπικής κίνησης του ΠΑΚ εσωτερικού, που σε αντίθεση με την αρνητική θέση του Ανδρέα Παπανδρέου για την ΕΜΕΠ, ο πρόεδρός της κι άλλο ένα μέλος της γράφτηκαν μέλη της ΕΜΕΠ, όπως και τρία μέλη της τελευταίας γράφτηκαν μέλη της «Παναρμόνια». Ιδιαίτερα σημαντικές είναι επίσης οι άγνωστες μέχρι σήμερα διεργασίες που οδήγησαν στην περίφημη δήλωση του Γιώργου Σεφέρη στις 28 Μαρτίου 1969 και η συμβολή σε αυτήν μελών της ΕΜΕΠ. Ευρύτερο πολιτικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στις κρυφές επαφές που είχαν μέλη της με στελέχη της Δημοκρατικής Άμυνας, του ΠΑΚ και του Ανανεωτικού κομμουνιστικού χώρου, ανατρέποντας την διάχυτη σε αντιστασιακούς κύκλους του τότε άποψη ότι η ΕΜΕΠ αποτελούσε απλά μια αστική… «αντιπολιτευτική» κίνηση στην δικτατορία. Αντίθετα, όπως τονίζει η συγγραφέας «…η συνεργασία μεταξύ δεξιών κεντρώων, σοσιαλδημοκρατών και δημοκρατών αριστερών μέσα στην ΕΜΕΠ δεν ήταν τυχαία. Όλοι τους δέχτηκαν συνειδητά την πρό(σ)κληση αυτής της ευρείας υπερ-παραταξιακής συνεργασίας με τον καλυμμένο αλλά σαφή πολιτικό στόχο λίγες μόνο δεκαετίες μετά το τέλος του Εμφυλίου».

Ο αγώνας της ζωής


ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΑΤΟΣ, Φύλακας Φυλακτών, εκδόσεις οδός Πανός, σελ. 42

Στη συλλογή «Φύλακας Φυλακτών» ο ποιητής περπατά σε μονοπάτια «γεμάτης» μοναξιάς, που συναντά πλούσιες συλλογικότητες με ιστορικότητα και κοινωνικό βάθος. Στίχος λιτός, συμπυκνωμένος με προσεκτικά επιλεγμένη λέξη. Στο πλαίσιο της δικής του ποιητικής προοπτικής –που δεν είναι ακριβώς μια εύκολη συνθετική στάση– όπου ο ατομικός πόνος και θλίψη ακουμπά και αγκαλιάζει ένα βαθύτερο κοινωνικό πόνο και προβληματισμό, η σφιχτοδεμένη δομή στίχου με πυκνότητα νοημάτων είναι αναγκαία. Κι αυτή την ανάγκη ο ποιητής την καλύπτει με πληρότητα και εξαίρετη καλλιτεχνικότητα.
Άνθρωπος μόνος ψάχνει τον εαυτό του /μα που να ενωθεί για να ελπίσει; / Στο άγριο μέλλον; / Ας τον αποχαιρετήσουμε / και ας τον αφήσουμε στην καταιγίδα του... (Από το ποίημα «Άνθρωποι Μόνοι»). «Με το αίμα θα προχωράει η ζωή / με αίμα γράφεται η ιστορία» / Καληνύχτα Τσε / Άρη Βελουχιώτη / Καληνύχτα Λένιν (Από το ποίημα «Το τελευταίο Σύνθημα»)
Ο Σπύρος Ζαχαράτος ατενίζει τον αγώνα και την ομορφιά της ζωής χωρίς ψευδαισθήσεις και χωρίς έπαρση, χωρίς ακόμη να παραβλέπει την αιχμή της τραγικότητας. Πιστεύει όμως στην αξία τους και θεωρεί σημαντικό να μην παύσουμε ποτέ να τον αποδεχόμαστε και να την αναζητούμε, παρόλες τις παγίδες της πικρίας. Κι ακριβώς αυτό απαιτεί τόλμη. Η αισθητική διάσταση συναντά την επιμένουσα αρετή. Οι ηττημένοι δεν παύουν ποτέ να νικούν με τα άσματα της ποίησης και την ανωτερότητα της αυτοθυσίας! (Κι ας μείνουμε εμείς γυμνοί και διψασμένοι)

Υπάρχει ελληνική διασπορά σήμερα;


ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΖΕΡΒΑ

Βλάσης Κανιάρης, Γαρύφαλλα, 1969,
γύψος σε ξύλινο πλέγμα και φυτεμένα
πλαστικά γαρύφαλλα,
53 x 100 x 5 εκ. 
Στὶς ἀρχὲς τῆς κρίσιμης δεκαετίας τοῦ ’90, καὶ ἐνῶ ἤμουν ἐγκαταστημένος στὶς Βρυξἐλλες, τὸ περιοδικὸ τῆς ἐποχῆς Η ΛΕΞΗ εἶχε τὴν ἰδέα νὰ ἀφιερώσει ἕνα τεῦχος στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία τῆς Διασπορᾶς. Ἔλαβα κι ἐγὼ τὴ σχετικὴ πρόσκληση συνεργασίας μὲ μιὰ ὁρισμένη δυσφορία, διότι ἤδη ἀπὸ τὸ 1970, ἂν καὶ σπούδαζα στο ἐξωτερικό, δημοσίευα συστηματικά στὴν ‘Ελλάδα καὶ δὲν καταλάβαινα γιατί μὲ κατέτασσαν στὴν κατηγορία αὐτὴ.
Ἡ νεοελληνικὴ γλώσσα ἔχει νὰ ἐπιδείξει σπουδαῖα τραγούδια τῆς ξενητιᾶς, πλὴν ὅμως τὰ ἀξιόλογα ἔργα τῆς ἀποκαλούμενης διασπορᾶς εἶναι μάλλον ἐλάχιστα. Θυμᾶμαι μὲ ἰδιαίτερη θέρμη τὰ πεζὰ τοῦ ξενητεμένου Νίκου Καχτίτση. Καὶ θυμᾶμαι τὴν πικρὴ εἰρωνία τοῦ Πάουντ σὲ μιὰ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Τζόυς :  «δὲν γίνεται συγγραφικὴ καρριέρα δι’ ἀλληλογραφίας».
Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦσα στὸ ἐξωτερικό, ὄπως καὶ οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς ἐκείνου τοῦ ἀφιερώματος, δὲν μετέβαλλε διόλου τὴν οὐσία τῶν μελημάτων μου. Ἔγραφα  ἑλληνικὰ καὶ δημοσίευα στὴν Ἑλλάδα, χωρὶς να διατηρῶ τὴν παραμικρὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν τοπικὴ κοινότητα. Ἄλλωστε, οἱ τοπικὲς κοινότητες κατὰ κανόνα προσκαλοῦν στὶς ἐκδηλώσεις τους διανοουμένους τοῦ κέντρου.  Ὁ τόπος κατοικίας ὡς κριτήριο ἐπιλογῆς δὲν φώτιζε σὲ τίποτε τὴν ἔννοια τοῦ ὅρου, διότι τότε οἱ περισσότεροι συγγραφεῖς μας, ὅσοι διέτριψαν σὲ ξένη χώρα, θὰ ἔπρεπε νὰ ὰνήκουν στὴ Λογοτεχνία τῆς Διασπορᾶς. Ὅπερ ἄτοπον. 

Καθρέφτες για πρίγκιπες


ΤΗΣ ΠΟΛΥΣ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

ΙΣΜΗΝΗ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, Στους δρόμους. Ως εις ουδεμίαν πολιτείαν ανήκοντες, εκδόσεις το Ροδακιό, σελ. 302      

«Καθρέφτες για πρίγκιπες» επεκράτησε να λέγεται ένα λογοτεχνικό είδος με την ευρύτατη έννοια, που περιλαμβάνει κείμενα από την «Κύρου Παιδεία» του Ξενοφώντα στην αρχαιότητα, το περίφημο «Εις τον ίδιον υιόν Ρωμανόν» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου των Βυζαντινών και εκτείνεται σε εποχές όπως ο Μεσαίωνας και η Αναγέννηση στην Ευρώπη. Εκεί βεβαίως εντάσσεται και «ο Πρίγκιπας» του Μακιαβέλι αλλά και γραπτά εκτός ευρωπαϊκής παράδοσης, από το Ισλάμ, τις Ινδίες και την Άπω Ανατολή. Η λόγια παράδοση σε οικουμενική κλίμακα δηλαδή, συνθέτει υπό μορφήν ενός βιβλίου, ή ενός εγχειριδίου, την γνώση που απαιτείται για την εκπαίδευση του μελλοντικού ηγεμόνα. Η επιτομή της επικαιρότητας, της στρατηγικής, της σοφίας μιας συγκεκριμένης εποχής αποδίδονται κατά την κρίση του γράφοντος για μελλοντική χρήση του ευγενούς διαδόχου.
Πλήθος βιβλίων έχουν γραφτεί σε όλες τις γλώσσες σε αυτή την κατηγορία. Παρά το ότι φαίνεται υπερβολικό, τηρουμένων των αναλογιών θα μπορούσε κανείς να διακρίνει τις ρίζες μιας τέτοιας πρόθεσης και σε σύγχρονες έως μοντερνιστικές μυθοπλαστικές εκδοχές όπως για παράδειγμα «Το βιβλίο του Μανουέλ» του Χούλιο Κορτάσαρ που στην Αμερικανική του έκδοση άλλωστε είχε μεταφραστεί ως «Εγχειρίδιο του Μανουέλ». Εκεί, μια ομάδα Λατινοαμερικάνων εμιγκρέ στο Παρίσι κατασκευάζουν –γράφουν συλλογικά− ένα βιβλίο για το μικρότερο γιο ενός ζευγαριού της ομάδας. Ένα βιβλίο οδηγός για τον κόσμο, όπου θησαυρίζεται το αποτύπωμα της εποχής με αποκόμματα εφημερίδων λατινοαμερικάνικων και γαλλικών, μέσα από ένα πλήθος σκέψεων, στοχασμών και σχεδίων δράσης για την επανάσταση, για ένα καλύτερο κόσμο.
Η μεταμυθοπλασία

ως αφηγηματικός τρόπος
(και ως κριτική του μεταμοντερνισμού;)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ, Μέρος Δ'

Ιστορία και μυθοπλασία

Γιάννης Γαΐτης, Η κηδεία του Τσε Γκεβάρα ή Μεταμόρφωση, 1968, λάδι σε μουσαμά, 129,5 x 161,5 εκ.  



ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΛΙΑΚΟΥ

Κάποτε ο Πικάσο φιλοτεχνούσε το πορτρέτο μιας κυρίας που τον επισκεπτόταν, για τον λόγο αυτό, συχνά. Κάποια μέρα ο σύζυγος της, που ανησυχούσε, επισκέφτηκε το ατελιέ του ζωγράφου και του ζήτησε να δει το πορτρέτο. Όταν ο ζωγράφος του αποκάλυψε τον κυβιστικό πίνακα, ο σύζυγος ανέκραξε λέγοντας: «Μα Non αυτή δεν είναι η γυναίκα μου!». Και στην απορία του ζωγράφου, «Πώς είναι η κυρία σας;», έβγαλε από το πορτοφόλι του μια μικρή φωτογραφία της. Έσκυψε και την κοίταξε με απορία ο Πικάσο και είπε: «Α, mon chéri, τόσο μικροσκοπική είναι η κυρία σας;»
Ο ζωγράφος αμφισβήτησε μια σύμβαση, τη φωτογραφική αληθοφάνεια. Αυτή η σύμβαση δεν είναι διαφορετική από τη σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη μυθοπλασία. Και όμως, αν κάποιος τις συσχετίσει, αν πει δηλαδή ότι πρόκειται για σύμβαση, ξεσηκώνεται συνήθως μεγάλος κουρνιαχτός. Γιατί;
Διότι όπως έχουμε αποδεχτεί τη σύμβαση, ότι μια τοσοδούλικη ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπως αυτές στην ταυτότητα, παραπέμπει σε ένα κανονικό πρόσωπο, επομένως δεν θέτουμε ερωτήματα σαν αυτό του ζωγράφου, έτσι υπάρχει μια βαθειά, ριζωμένη και διαδεδομένη πεποίθηση, καρφωμένη στις συνειδήσεις, ότι η ιστορία και το παρελθόν ταυτίζονται, επομένως μιλώντας για το ένα, αναφερόμαστε στο άλλο. Πού χωράει λοιπόν η μυθοπλασία;

Για τη μεταμυθοπλασία και «το πραγματικό»


Λίγες σκέψεις

ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ηλίας Δεκουλάκος,
Nature morte, 1971,
enamel, 195 x 130
εκ.
Είναι πλέον κοινός τόπος στη συζήτηση περί της μυθοπλασίας, ότι η μεταμυθοπλασία αποτελεί μια συνειδητή, αναστοχαστική, και συχνά παιγνιώδη μορφή τέχνης, η οποία αναδεικνύει και συνάμα προβληματικοποιεί παραδοσιακές αντιλήψεις, τόσο για τη σχέση της τέχνης με τη γλώσσα και την πραγματικότητα όσο και τη σχέση των δύο τελευταίων.
Βέβαια, η μεταμυθοπλαστική τεχνική της αυτοαναφορικότητας δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο. Αποτελεί καταστατικό χαρακτηριστικό του μοντερνισμού, αλλά επίσης απαντά και πολύ παλαιότερα, για παράδειγμα στα μυθιστορήματα του δεκάτου ογδόου αιώνα που θεματοποιούν τη διαδικασία της γραφής (μνημειώδες παράδειγμα ο Tristam Shandy του Lawrence Sterne) ή ακόμη και στον ρεαλισμό, ο οποίος υποτίθεται αποτελεί καθρέφτη του πραγματικού. Μέσα από την καθοδήγηση του «παντογνώστη αφηγητή», ο οποίος προειδοποιεί, κατηγορεί, στοχάζεται και απευθύνεται στον αναγνώστη, αίρεται ενίοτε η αληθοφάνεια της μυθοπλασίας, αυτό το παράδοξο που προϋποθέτει ο ρεαλισμός ως αισθητικό ρεύμα. Όμως, η μεταμυθοπλασία συνδέεται χρονικά, όσο και εννοιολογικά, με την πολιτισμική συνθήκη που o Fredric Jameson ονόμασε «μεταμοντερνισμό» και τη συνέδεσε με τη λογική και την οικονομία του ύστερου καπιταλισμού.α ﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽υχνπασχολ. Αυτή η σχχέποΟΥ, ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣς Γίνεται, δηλαδή, αντιστοίχιση μιας κυρίαρχης αισθητικής μορφής με ένα ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον, σε συμφωνία με την ορθόδοξη μαρξική προσέγγιση.

Στο εργαστήριο του Αγίου Ιερώνυμου

Καραβάτζιο, Ο Άγιος Ιερώνυμος στο εργαστήριό του (1605-1606, Πινακοθήκη Μποργκέζε, Ρώμη



ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΖΙΡΤΖΙΛΑΚΗ

 Ένα κείμενο μπορεί πάντα να διαβάζει ένα άλλο,
και ούτω καθεξής ως το τέλος των κειμένων.
 […] Θα διαβάσει καλά όποιος διαβάσει τελευταίος
 Gérard Genette[1]


Τι είναι η «μεταμυθοπλασία» και τι ακριβώς περιγράφει αυτό το πολυσυλλεκτικό βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη, Η μεταμυθοπλασία στη νεοελληνική πεζογραφία (εκδόσεις Βιβλιόραμα) στο οποίο η αναγραφή και μόνο των ονομάτων των (συν)συγγραφέων που συμμετέχουν καταλαμβάνει πέντε σελίδες στο «Ευρετήριο»;
Μια πρώτη αποσαφήνιση που οφείλουμε είναι ότι ο παράξενος αυτός όρος αντλεί αλλά δεν ταυτίζεται με την «metafiction», στη συμβατική ή ακαδημαϊκή της έννοια. Εννοώ τον τρόπο με τον οποίο συζητήθηκε ο όρος από την δεκαετία του 1970 έως το 1990, εστιάζοντας αρχικά σε λογοτεχνικά κείμενα του εικοστού αιώνα, με συγκεκριμένες τεχνικές που καλούν επίμονα τον αναγνώστη να συμμετάσχει στην πράξη της αφήγησης, για να συμπεριλάβει στη συνέχεια και παλαιότερα κείμενα που χαρακτηρίζονται από αυτοαναφορικότητα κι ένα είδος «ναρκισσιστικής αφήγησης».[2] Πρόκειται, εξάλλου, για γενικευμένα αιτήματα της τέχνης σ’ αυτή την περίοδο.
Ποιό είναι, λοιπόν, το αντικείμενο αυτού του βιβλίου; Μια πρώτη αίσθηση που σχηματίζει κανείς είναι ότι διαπραγματεύεται μια σειρά μείζονα ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγχρονης κουλτούρας. Επιτρέψτε μου μια αναγκαστικά σχοινοτενή παράθεση των θεματικών και των ειδών που διασταυρώνονται: Το αρχείο, η συλλογή, η παράθεση, το παράθεμα, η διακειμενικότητα, η τεχνική του μοντάζ, η οικειοποίηση, η ταύτιση γραφής και ανάγνωσης,[3] το υπερκείμενο και το παλίμψηστο (τούτη η «δευτέρου βαθμού λογοτεχνία που γράφεται διαβάζοντας», όπως σημειώνει ο Genette), είναι μερικά από αυτά.

«Κρίσιμα» μεταμυθοπλαστικά έκδοχα

Για 6 νέες πεζογραφικές φωνές

ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

Βάσω Κατράκη,
Ζωγραφισμένα βότσαλα
της εξορίας, Γιούρα, 1967,
Αρχείο Βάσως Κατράκη
Το θέμα των λογοτεχνικών γενιών, της οριοθέτησης και της εν συνόλω αποτίμησης της δημιουργικής παραγωγής σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι ένα ακανθώδες πρόβλημα των γραμματολογικών θεωριών, το οποίο απασχολεί συστηματικά τους μελετητές και κριτικούς της λογοτεχνίας εδώ και αιώνες. Διαφωνίες, αμφισβητήσεις, ανακατατάξεις και διορθωτικές παρεμβάσεις γίνονται συνεχώς, ανατοποθετώντας τα όρια και επαν-ορίζοντας τις παραμέτρους. Αποτελεί, επομένως, ένα πολύ μεγάλο πεδίο έρευνας, όπου είναι εξαιρετικά δύσκολο να δοθούν σταθερές επιλύσεις ή απαντήσεις με ένα προσδόκιμο ζωής ρεαλιστικά αποδεκτό. Μπορούν, λοιπόν, μέσα από μια τέτοια οπτική, να διατυπωθούν στέρεες σκέψεις για τα χαρακτηριστικά των νέων πεζογράφων της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του 21ου αι.;
Ωστόσο. Θα επιχειρήσω την καταγραφή κάποιων τυπολογικών χαρακτηριστικών σε μια απόπειρα να συμψηφιστούν, παρόλο που διαπιστώνονται μεγάλα περιθώρια παραλλαγών στις επιμέρους εφαρμογές τους και παρόλο που τα παραδείγματα στα οποία θα αναφερθώ είναι λίγα και άρα ο βαθμός αυθαιρεσίας της επιλογής αρκετά αυξημένος. Ενισχυτικά σημειώνω ότι αφετηρία δεν μπορεί παρά να είναι η παραδοχή πως πρέπει να αποφεύγουμε να είμαστε είτε ερμηνευτικά συμπερασματικοί είτε κριτικά αφοριστικοί για μια σειρά από λογοτεχνικά θεωρήματα που βρίσκονται εν τη γενέσει τους ακόμη. Παρολαυτά.

«Κρίση» και «κρίσιμες φόρμες»

Η κρίση, όπως κάθε «επιταχυντική» ιστορική συνθήκη, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει όλα τα πολιτισμικά γεγονότα, πολλώ δε μάλλον αυτά της λογοτεχνικής έκφρασης είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο, τροφοδοτώντας την ύλη, τη δομή και τις τεχνικές της· ή/και προσφέροντας ένα ευρύτερο σκηνικό ως γενικότερο φόντο, για να ξεδιπλωθούν άλλα αφηγηματικά πεδία, υπαρξιακά, ερωτικά ή/και αλληγορικά. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τις τάσεις των νεότερων συγγραφέων −με κυρίαρχη την τάση αμφισβήτησης των ειδολογικών ή μορφολογικών συμβάσεων του πεζογραφικού λόγου− ιδίως στα βιβλία τους εκείνα που εκδίδονται μετά το 2012.

Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται
την επόμενη Κυριακή: 

Η «επαναμάγευση» των τεκμηρίων ... Σύγχρονη αμερικανική μεταμυθοπλασία ...

Γράφουν: Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης, Γιώργος Καχριμάνης, Δημήτρης Αγγελάτος