14/8/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση Το Λάβαρο του Πανεπιστημίου Αθηνών: Σύγχρονες εικαστικές προσεγγίσεις που πραγματοποιείται στο Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Θόλου 5, Πλάκα, Αθήνα). Επιμ. Ειρήνη Σαββανή. Μέχρι 31/12

Δημήτρης Ζουρούδης, Μετά- παραγωγή, Αναφορά στο Λάβαρο, 2017, λάδι, ακρυλικό, ύφασμα, 100 x 90 εκ. 

Θεοδικία

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Μορφές «θεοδικίας» (μολονότι ο όρος εισάγεται το 1710 από τον Leibniz) υπήρξαν πολλές στον ανθρώπινο κόσμο, όπως καταγράφονται από την εποχή που διασώζονται γραπτές και προφορικές μαρτυρίες. Και τούτο όταν κάθε φορά το ασύμπτωτο «καλού» και «κακού» δεν συνάδει προς τη δικαιοσύνη που κατοχυρώνει η θεότητα. Τέτοιες αφορμές, ενδεικτικά και αλφαβητικά, ήταν: ανισότητα, αρρώστια, βία, γηρατειά, διασπορά, εθνοκάθαρση, εξουσία, θάνατος, μελαγχολία, ρατσισμός, σκλαβιά, φτώχεια. Τόσο που όσοι τις αντιμετωπίζουν να δέχονται τα επιτίμια: «της φιλοσοφίας και της διαλεκτικής ευρετής ο διάβολος».
Ανά  τον πλανήτη  και ειδικότερα σε ό,τι ονομάζεται «δυτικός κόσμος» μπορούν να προσφέρουν κάποια «διέξοδο» από τη σημερινή «κρίση» οι υπάρχουσες μορφές του θρησκεύεσθαι στο πεδίο των συγκεκριμένων υποκειμένων και με οποιαδήποτε οργανωτική-θεσμική μορφή; Τα επιμέρους στοιχεία αυτού του ερωτήματος προφανώς και απαιτούν διεξοδική ανάλυση. Αυτός όμως στον οποίο αποδίδεται η φράση: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» είχε συναφώς υποδείξει ότι ο «άνθρωπος δημιουργεί τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο». Έτσι δεν αρκείται στο να μετατρέψει τα θεολογικά θέματα σε εγκόσμια, αλλά προσθέτει ότι ο «άνθρωπος δεν είναι κάποιο αφηρημένο πλάσμα που κατοικεί έξω από τον κόσμο». Γιατί ο άνθρωπος «είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το κράτος, η κοινότητα». Από εδώ αναζητά την κοινωνική καταγωγή της θρησκείας που συγκροτεί την «αντιστραμμένη συνείδηση του κόσμου» και εκφράζει την «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και την ψυχή των άψυχων καταστάσεων». Αν τούτο συνεπάγεται την αξίωση να μετασχηματισθεί η «κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής», ποια θα ήταν τα ενδεικτικά ευρήματα από την πρόσφατη εγχώρια ιστορία;

Στο γύρισμα του αιώνα

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ

Αντώνιος (Παναγόπουλος), ESPACE DE MEMOIRE- ΛΑΒΑΡΟ, 2016, ακρυλικό σε μουσαμά, μεταλλικό χρώμα, σίδερο, 35 x 57 x 14 εκ. 


ΚΑΡΟΛΙΝΑ ΜΕΡΜΗΓΚΑ, Ο Έλληνας γιατρός, μυθιστόρημα, εκδόσεις Μελάνι, 2016

Το βιβλίο είναι ένα κατορθωμένο κείμενο. Μια κοπιώδης εργασία, όσον αφορά στο πλήθος του ιστορικού υλικού που είχε να διαχειριστεί η συγγραφέας και στην επιβεβαίωση των πραγματολογικών στοιχείων, στην τεκμηρίωση και τον υπομνηματισμό τους. Η φέρουσα δοκός του οικοδομήματος που αρχιτεκτόνησε η Καρολίνα Μέρμηγκα είναι ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας, ο οποίος υπήρξε πατέρας του πατέρα της, παππούς της τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει.
Γεννήθηκε στον Κάμπο της Οιτύλου το 1874. Ολοκλήρωσε τη βασική του εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας όπου και αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1895. Μετά από υποτροφία που κέρδισε σε διαγωνισμό μετέβη στην Γερμανία. Εκεί εξειδικεύτηκε στην χειρουργική και τη στρατιωτική υγειονομική. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1903 και έγινε χειρουργός στο Α΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο και διορίστηκε υφηγητής της Χειρουργικής το 1905. Παραιτήθηκε από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία και διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Χειρουργικής Κλινικής του Εθνικού Πανεπιστημίου το 1915 και τακτικός καθηγητής της Εγχειριτικής και Τοπογραφικής Ανατομικής το 1922. Το 1935 έγινε καθηγητής της Χειρουργικής Κλινικής.
Ασχολήθηκε με την πολιτική και έγινε βουλευτής Λακωνίας το 1911, γερουσιαστής εκ μέρους του Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας και των ανωτάτων σχολών το 1932. Εκλέχτηκε μέλος της Γερμανικής Ακαδημίας του Μονάχου το 1936 και πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών (1923 - 1935). Διετέλεσε διορισμένος από τους Γερμανούς δήμαρχος Αθηναίων από τον Ιούνιο έως την 1η Αυγούστου 1941. Παραιτήθηκε όταν αντιλήφθηκε πως ήταν ανέφικτη η σωστή δράση του ως δήμαρχος.
Συνέγραψε αρκετές επιστημονικές εργασίες σχετικά με την χειρουργική.
Μετέφρασε, για πρώτη φορά ολόκληρο, το έργο «Φάουστ» του Γκαίτε.
Απεβίωσε στην Αθήνα το 1941

Η πολιτισμική οικονομία του Καβάφη

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΟΪΛΟΣ, Κ. Π. Καβάφης. Η οικονομία του ερωτισμού, Μετάφραση: Αθανάσιος Κ. Κατσικερός, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα 2016

Κύριλλος Σαρρής, Όρος τεμένους Αθηνάς,
2015, ακρυλικό σε ξύλο, 41 x 27,5 εκ. 
Η μνήμη, η ειρωνεία, η σχέση με την ιστορία, οι οπωσδήποτε ιδιότυπες προσεγγίσεις και επαναπροσεγγίσεις του παρελθόντος, η άλλοτε συγκαλυμμένη και άλλοτε απροκάλυπτη αισθησιακότητα είναι ζητήματα που κατ’ επανάληψιν απασχόλησαν και εξακολουθούν να προσελκύουν και να απασχολούν τους μελετητές της καβαφικής ποίησης. Υπάρχουν ωστόσο και άλλες πτυχές της, που, ενώ δεν παραμένουν άγνωστες ή εντελώς ανεξερεύνητες, προσφέρονται σχεδόν δελεαστικά για περαιτέρω αναγνωστικές και αναγνωριστικές προσεγγίσεις, όπως εν προκειμένω  οι τρεις πτυχές που, κατά τον Παναγιώτη Ροϊλό, αποτελούν ενδείξεις της «πολυεπίπεδης επαναστατικότητας» που χαρακτηρίζει το έργο του Αλεξανδρινού, όπως: α) η διασάλευση των παραδοσιακά θεσπισμένων ορίων ανάμεσα στον ποιητικό και στον πεζό λόγο· ο ριζικός επαναπροσδιορισμός τους κατά τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με παγιωμένες λυρικές μορφές και με «αντίστοιχους μηχανισμούς ρηματικής ιεράρχησης»· β) η βαθμιαία σταθεροποίηση μιας ποιητικής που εξυπηρετεί και προάγει μια εντελώς διαφορετική, καινοφανή εννοιολογική σύλληψη του έρωτα, με κυρίαρχο στοιχείο την ασυνέχεια, το φευγαλέο, την παράβαση και, κυρίως, την αισθητική υπέρβαση και γ) η επικράτηση της ποιητικής αισθητικοποίησης συχνά εις βάρος της ηθικής τελειοποίησης, με συνέπεια τη διάβρωση των κυρίαρχων συνεκτικών ιστών ανάμεσα στην οικονομία της αγοράς, την καλλιτεχνική παραγωγή και τον έρωτα.

Ο γέρων Ιουστίνος

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Έχει τη χάρη του να εντρυφάς που και που και σε λησμονημένους σήμερα συγγραφείς. Διαβάζω αυτό τον καιρό την Θεοδώρα του Κλέωνος Ραγκαβή, που με παρακίνησε να την αγοράσω μια πολυτελής έκδοση του 1884 από την εν Λειψία “Ανατολική Τυπογραφία  Γ. Δρουγουλίνου” Ομολογώ πως αυτό το μακροσκελές “δραματικόν ποίημα”, όπως το αποκαλεί ο ίδιος ο Ραγκαβής,  με διασκεδάζει αρκετά, και με διασκεδάζει παρά την θέληση του συγγραφέα του. Είναι στη μοίρα των λογογράφων της καθαρεύουσας να προκαλούν σήμερα θυμηδία εκεί που επιδίωξαν κάποτε να συγκινήσουν. Στην αρχή του δράματος συναντώ την εξής φράση:
    ενόσω βασιλεύει εις Βυζάντιον
    ο Ιουστίνος, ηγεμών θεοσεβής
Δεν χρειάστηκε περισσότερο για να ξυπνήσει  μέσα μου ο αναγνώστης του Καβάφη και να μου θυμίσει τους ακροτελεύτιους στίχους του “Ειγε ετελεύτα”:
    Ήταν η εποχή καθ' ήν βασίλευεν,
     εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,
     κι η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής,
     αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

Μία εναλλακτική προσέγγιση για την πολιτικο-ιστορική πορεία του ΠΑΣΟΚ

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Πρώτη φορά Αριστερά: Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του, εκδόσεις Andy's Publishers, σελ. 558

Το ΠΑΣΟΚ είναι το περισσότερο και το καλύτερα μελετημένο κόμμα στην ελληνική βιβλιογραφία της πολιτικής επιστήμης. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει την κεντρική σημασία του «φαινομένου ΠΑΣΟΚ» για τη μεταπολιτευτική πολιτική στις διάφορες εκφάνσεις της. Πολλές θεματικές στην συζήτηση των κοινωνικών επιστημών (λαϊκισμός, πελατειακά δίκτυα, εκδημοκρατισμός, εξευρωπαϊσμός, κρίση) έχουν σαν αφετηρία τη μελέτη και την αποτίμηση της κυβερνητικής και αντιπολιτευτικής πασοκικής εμπειρίας, η οποία αναδεικνύεται σε κλειδί κατανόησης της πορείας και των αντιφάσεων της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Για αρκετούς από τους μελετητές και τις μελετήτριες των πολιτικών κομμάτων η μη φορμαλιστική μελέτη του παρελθόντος της κομματικής πολιτικής συνιστά σε πολύ μεγάλο βαθμό και μια άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας – από μια συγκεκριμένη σκοπιά – που περικλείει ταυτόχρονα και μια υπαρξιακή αγωνία για το παρόν. Ιδίως δε σε ό,τι αφορά την περίπτωση του ΠΑΣΟΚ τα πολλαπλά ερευνητικά ερωτήματα που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια σχετικά με την πολιτικο-ιστορική του εξέλιξη, αποκαλύπτουν ένα μωσαϊκό απόψεων οι οποίες αναφέρονται εν τέλει στο περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού προβλήματος σήμερα. Τι είδους κόμμα ήταν το ΠΑΣΟΚ και πως επηρέασε τις λοιπές δυνάμεις του ελληνικού κομματικού συστήματος; Σε ποιο βαθμό το κυβερνητικό μοντέλο που εισηγήθηκε το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε το αρχέτυπο για τη κυβερνητική διαχείριση στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία; Ήταν το ΠΑΣΟΚ ένα πολιτικά και ιδεολογικά ενιαίο κόμμα και αν όχι γιατί επικράτησαν έναντι των υπολοίπων τα ιδεολογικά ρεύματα που τελικά κυριάρχησαν;

Η τρυφηλή ζωή του θανάτου

ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ ΚΟΡΝΕΤΗ

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Δάσκαλοι και μαθητές. Αφιέρωμα στον Νικόλαο Γύζη, 2016, ακρυλικό, κάρβουνο σε πανί, 130 x 64 εκ. και ακρυλικό, κάρβουνο σε πανί 130 x 110 εκ. 


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΑΛΣΑΜΙΔΗΣ, Υπογλώσσια, εκδόσεις Γαβριηλίδη, σελ. 77

Μας παρέσυρε ένα κύμα κι από τότε ολοένα πνιγόμαστε κι ο θάνατος είναι μια αιωνιότητα που δεν παύει να δίνει συνεχώς το παρόν. Το ποίημα χωνεύεται μέσα στο ποίημα, όπως το βραδινό τρένο στο σκοτάδι. Η ζωή κατακερματίζεται μοιάζοντας αποσπασματική, ο τρόμος της ύπαρξης και η ύπαρξη του τρόμου κινούν μια αταξία, αλλά και μια οργάνωση του κόσμου και των πραγμάτων. Η ποίηση του Ευάγγελου Κ. Βαλσαμίδη επιτελεί τον σκοπό της: Λειτουργεί σαν μια υπέρβαση πραγματικότητας. Μια ποίηση πλήρους νοήματος κι όχι απλά ένα παιχνίδι με τις λέξεις. 
Ο κάθε θάνατος του ποιήματος εξακριβώνει την ποίηση του θανάτου, όπως και το αντίθετο. «Υπογλώσσια» δισκία τα νέα ποιήματα του Ευάγγελου Βαλσαμίδη, υπόσχονται ακαριαία επαναφορά από την πραγματικότητα στην άλλη ζωή, έχοντας να πουν κάτι περισσότερο από την πραγματική ζωή. O ποιητικός του στοχασμός μοιάζει να προχωρά λίγο παρακάτω την ερώτηση της Anna Maniani στην θρυλική ταινία «Volcano»: «Ποιος ξέρει που τελειώνει το θέατρο και που αρχίζει η ζωή;». Ο ποιητής διερωτάται αντίστροφα: «Ποιος ξέρει που τελειώνει η ζωή και που αρχίζει το θέατρο;» ερώτημα που γεννά το υποερώτημα: Αλήθεια που τελειώνει η ποίηση και που αρχίζει η ζωή; Μήπως εκεί που τελειώνει η ζωή αρχίζει η ποίηση; Σαν ένα όνειρο ζωής χωρίς λεπτομέρειες; Λίγοι χαρακτηριστικοί στίχοι από το ποίημα με τίτλο «Helas»
Ένιωθε τα όνειρα να τον πλήττουν,
να τελματώνουν τον βυθό του.
Εκείνος ξύπνησε για να τρομάξει το όνειρο.
Αυτό σκιαμαχούσε το ξυπνητό σκοτάδι του,
ανάδευε κάτι σαν εκδίκηση
δείχνοντας πως και τα όνειρα εξεγείρονται
και κάποτε συντρίβουν.

Ελπιδοφόρα νέα εμφάνιση

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ, Σλάλομ, εκδόσεις Πανοπτικόν, σελ. 133

Πρώτη πεζογραφική εμφάνιση για τον Νικόλα Καλόγηρο, ο οποίος μας παρουσιάζει μια θεότρελη, σουρεάλ, σπονδυλωτή ιστορία, με εκτενείς παρεκβάσεις που καταλήγουν σε μεταμοντέρνες τοιχογραφίες. Παρελαύνουν κυβερνοπάνκ τύποι, μια –περίπου- ληστεία, η δικαστική εξουσία, οι παρυφές της τρομοκρατίας, ένα μουρλό ελληνικό νησάκι στην άκρη του χάρτη. Ύφος σατιρικό, σχεδόν βέβηλο.
Ο Νικόλας Καλόγηρος διαθέτει εμφανές αφηγηματικό ταλέντο, όπως και μαστοριά στο χτίσιμο των χαρακτήρων, αρετές σπάνιες για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Είναι γραφιάς διαβασμένος, κάτι που ειδικά στην εποχή μας δεν είναι διόλου αυτονόητο. Θα έλεγα πως σε ορισμένα σημεία υπερβάλλει ενίοτε στον γλωσσοκεντρισμό και άλλοτε στους αφηγηματικούς πλατειασμούς, απομακρύνοντας σε αυτό-υπονομευτικό βαθμό τον αναγνώστη από τη βασική ιστορία –ή, εν τέλει, τις βασικές ιστορίες– κι έτσι οι χαρακτήρες μένουν κι αυτοί σ’ ένα βαθμό μετέωροι. Σε γενικές γραμμές όμως το αφήγημα είναι φρεσκότατο και απολαυστικό. Το μέλλον, θαρρώ, είναι μπροστά του.

ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗΣ

Όσο υπάρχουν φίλοι

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΧΟΝΔΡΟΥ

Ελένη Λύρα, Το φόρεμα της Αθηνάς,
2017, βαμβακερή γάζα, φυσικός σπάγκος,
χρυσή κλωστή, μεταβλητές διαστάσεις
Να ’ναι καλά ο μαστρο-Στέργιος ο υδραυλικός, που μου’δωσε τις προάλλες τρία μεροκάματα. Καλός άνθρωπος, δε μπορώ να πώ, έστω και μια φορά στο τόσο, με σκέφτεται στη φάση που είμαι, όχι, παράπονο απ’ αυτόν δε μπορώ να έχω. Οι άλλοι όμως, οι τόσοι φίλοι και κολλητοί, πού είναι τώρα που τους έχω ανάγκη; Μπουχός έγιναν όλοι τους κι ούτε που ρωτάνε άν ζώ ή αν πέθανα. Και τί να τους πείς δηλαδή, να τους παρακαλέσεις; Δεν ξέρουν το χάλι μου; Το ξέρουν και το παραξέρουν αλλά κάνουν το κορόϊδο κι αποφεύγουν κάθε επαφή, ούτε καν ρωτάνε λες και θα τους λερώσω, εγώ, που κάποτε έβαζα πλάτη για πάρτη τους, τώρα, βλέπεις, δεν τους βολεύει και γίνανε λούηδες. Ας είναι, χαλάλι τους...
Να ’ναι καλά ο άνθρωπος, ήρθε ένα βράδυ και με βρήκε στο γιατάκι μου στην πρώτη εσοχή της στοάς του υπουργείου, ούτε δέκα μέτρα απ’ τη λεωφόρο. «Το πρωί θά περάσω να σε πάρω για δουλειά. Βάζω κάτι καλοριφέρ και θέλω δυό χέρια παραπάνω. Να’σαι έτοιμος, εκεί κατά τις εφτάμισυ». Και μ’ άφησε μια σακκούλα του σούπερμάρκετ με μισή φρατζόλα ψωμί, ένα τέταρτο κασέρι, δέκα φέτες μορταδέλα και δυο μπουκάλια μπύρες.
Δηλαδή, να ’ναι καλά λέω, γιατί στα τρία μεροκάματα τσοντάρισε κι από πάνω, σύνολο εκατόν είκοσι ευρουλάκια, που, και τα μισά να μου’δινε ή το πολύ ογδόντα, δε θα του’λεγα και τίποτα. Και δεν είναι η πρώτη φορά που μου φέρνεται εντάξει. Το’χει κάνει αρκετές φορές μέχρι τώρα,, στα πέντε χρόνια που έπεσα στην «απόξω». Κι αυτό το εκτιμάω γιατι δείχνει πως δεν είναι αχάριστος, πως αναγνωρίζει ότι χωρίς τη δική μου στήριξη δε θα’χε στεριώσει στην πιάτσα. Λέω για τότε, που είχα το μαγαζί «ο Φίλος του Υδραυλικού» και τον είχα σε ανοιχτή πίστωση, όπως κι άλλους δηλαδή, αλλ’ αυτός δε μ’ έρριξε ποτέ, μπορεί ν’ αργούσε αλλά με ξεπλήρωνε και με το παραπάνω. Οι άλλοι, όχι όλοι βέβαια αλλ’ οι πιο πολλοί, με φέσωσαν, ακόμα έχω να παίρνω, έμ, πώς να μη φαλήρω δηλαδή... Τέλος πάντων, μην αρχίσουμε πάλι την κλάψα.

Τάνια

ΔΙΗΓΗΜΑ

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ
                                                              Στην Ελένη της Ντίνας

Απέναντί μας ήρθαν καινούργιοι νοικιαστές, μια κυρία μ’ ένα κοριτσάκι, να, σαν εσένα, είπε η παπούγιαγια στην εγγονή της  μια μέρα που πήγε να τους δει. Κοριτσάκι; έκανε εκείνη, πώς είναι, πώς τη λένε; Νομίζω πως τη λένε Τάνια, είπε, απ’ τη Ρωσία είναι, Ρώσοι. Τι θα πει ροσία, τι είναι ρόσοι, ρώτησε. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο παρά μονάχα ότι  είναι από μια χώρα μακρινή και ήρθαν απέναντί μας να μείνουν, ό,τι μάθω από δω και πέρα γι αυτούς θα στο πω. Θέλεις να την φωνάξεις να παίξετε; Ντρέπομαι,  είπε.
Πήγαινε στην παπούγιαγια κάπου κάπου μόνη της, η μάνα της τής έβαζε στο τσεπάκι  όνομα και  διεύθυνση σπιτιού, μη μπερδέψει τα σοκάκια  και χαθεί.
 Εκεί έπληττε πολλές φορές, δεν είχε καμιά φιλενάδα, τα καλοκαίρια καθόταν σε σκαμνάκια έξω απ’ το σπίτι , τι να σεργιανίσουν πια, τα κάρα με τα άλογα μόνο πατιρντί κάνανε πάνω στους κυβόλιθους και κάπου κάπου να, κάτι κουράδες σκέτη σιχασιά, να σου γυρίζουν τ’ άντερα. Αλλά και τον χειμώνα, καθισμένες στο μιντέρι, όταν έξω φυσούσε δαιμονικά και το κρύο έμπαινε ακόμα κι απ’ τις χαραμάδες της πόρτας, τι εικόνα να είχε από τον έξω κόσμο, απ’ το θολό παράθυρο της βροχής, τίποτα δεν την παρηγορούσε. Μια φορά που πήγε να μείνει κάμποσο μαζί τους, τη δεύτερη κιόλας μέρα εξαφανίστηκε απ’ το σπίτι, την έψαχναν στον κήπο, στην αυλή, στην ξυλαποθήκη, σ’ όλες τις πιθανές κρυψώνες, τίποτα, κι άξαφνα άκουσαν κάτι σαν κλάμα να έρχεται απ’ την κουζίνα, την βρήκαν χωμένη κάτω απ’ το τραπέζι με το μακρύ δαμασκηνί τραπεζομάντιλο, καθισμένη σταυροπόδι, να κλαίει ασταμάτητα, βγες από κει μικρέ Βούδα  της είπε η παπούγιαγια, θέλω να πάω στην μαμά μου απάντησε, εντάξει, θα σε στείλω αύριο σαν ξημερώσει.

Ένας νέος κολομβιανός συγγραφέας

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΑΥΔΙΚΟΥ

Άγγελος Σκούρτης, Η Έρση.. ΑΘΗΝΑ, 2016, φωτογραφίες 50 x 33 εκ., ρολόι 


ΕΚΤΟΡ ΑΜΠΑΔ ΦΑΣΙΟΛΙΝΣΕ, Η λήθη που θα γίνουμε, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκης 2017, σελ.358

Το μυθιστόρημα του Φασιολίνσε προκαλεί, από την πρώτη ματιά, την περιέργεια στον αναγνώστη να το πάρει στα χέρια του. Προτάσσεται στο εξώφυλλο η αξιολογική κρίση του Μάριο Βάργκας Γιόσα, που ενθαρρύνει την εμπιστοσύνη στο μυθιστόρημα του κολομβιανού συγγραφέα, ο οποίος πρωτοσυστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. «Η πιο συγκλονιστική αναγνωστική μου εμπειρία τα τελευταία χρόνια». Κάτι θα ξέρει ο περουβιανός, η άποψή του έχει τη δύναμη να πείσει.
 Ανοίγοντας το βιβλίο έρχεται η έξαψη της περιέργειας με το παράθεμα του Γιεχούντα Αμιχάι «και για χάρη της μνήμης φορώ το πρόσωπο του πατέρα μου πάνω στο δικό μου». Πρόκειται γι έναν σπουδαίο ισραηλινό ποιητή, γενναίο που είχε την δύναμη να ασκήσει κριτική στην πολιτική της πατρίδας του.
Δεν είναι τυχαία λοιπόν η επιλογή αυτή. Λειτουργεί ως μότο αλλά και είναι δηλωτική, εν σπέρματι, των προθέσεων του κολομβιανού μυθιστοριογράφου. Το βιβλίο οργανώνεται σε σαράντα δύο κεφάλαια, τα οποία αρθρώνονται σε δεκατρείς ενότητες: ένα παιδί χέρι χέρι με τον πατέρα του, ένας γιατρός κόντρα στον πόνο και τον φανατισμό, θρησκευτικοί πόλεμοι και επιστημονικό αντίδοτο, ταξίδια στην Ανατολή, ευτυχισμένα χρόνια, ο θάνατος της Μάρτα, δυο κηδείες, χρόνια αγώνα, αυτοκινητικά ατυχήματα, δικαίωμα και ανθρώπινο, πώς έρχεται ο θάνατος, η εξορία των φίλων, η λήθη.

Ο ζωγράφος του μήνα

Ο ζωγράφος του Αυγούστου είναι ο Βασίλης Καβουρίδης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται σήμερα στη Μύκονο. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλώρινας (2009- 2013), στο 3ο Εργαστήριο ζωγραφικής, με δάσκαλο τον Χάρη Κοντοσφύρη.
Παρουσίασε το έργο του ατομικά στην «Όριο - Σημείο -Γεγονός», στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου (2013) και στην «+χώρώ», στο παλιό εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο της Φλώρινας(2014). Συμμετείχε σε ποικίλες ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπως η «Rem Brand Name- Η γνησιότητα του καλλιτέχνη», στην Τεχνοχώρος Gallery, στην Αθήνα και στην γκαλερί Λόλας Νικολάου, στη Θεσσαλονίκη καθώς και η «Last phrase projekt», στο OPEN C.A.S.E, στην Αθήνα (2013), η «Μετρολόγος Projekt», στην Owl Art Space, στην Αθήνα (2014), η «Γέφυρα», στο ξενοδοχείο Sofitel του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών και η «Evocations in time»,στη Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου (2015), η «Capricious Distractions», στη Hyatt Regency, στο Μαϊάμι (2016), η «ΕΠΙΤΟΠΟΥ», στα Λιβάδια της Άνδρου (2017).