28/11/2009

Η γραφή των 18

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, Ο ορκωτός λογιστής, διηγήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 122

Δεύτερη συλλογή διηγημάτων του δεκαοκτάχρονου (γένν. 1991) Χρήστου Τριανταφύλλου, ο οποίος έκανε την πρώτη του εμφάνιση από τις σελίδες μας προ τετραετίας, σε ένα παιδικό αφιέρωμα της Σταυρούλας Τσούπρου. Ήδη η πρώτη του συλλογή (Το κρέας, 2007) ξάφνιασε ευχάριστα τη λογοτεχνική συντεχνία, συζητήθηκε και προσέχθηκε. Τώρα, ο νεαρός πεζογράφος δοκιμάζεται στα βαθιά, δηλαδή αναμετράται με τις απαιτήσεις πιο ολοκληρωμένων αφηγήσεων σε μικρή φόρμα, όπου τα ίχνη της ηλικίας δεν θα προσδίδουν πια κανένα άλλοθι για τυχόν αδυναμίες, αλλά όμως θα δείχνουν το πρόσωπο, τη ματιά και την ευαισθησία τής -απολύτως ορισμένης μέσα στη διαδοχή των γενεών και στο ρου της ιστορίας- νεότητάς του. Αυτό είναι το παιχνίδι στο οποίο επέλεξε να εμπλακεί, δηλαδή ό,τι πιο επικίνδυνο, αφού, εκτός των άλλων, έχει να αναμετρηθεί με τα προφανή.
Αμέσως μετά την περσινή εξέγερση του Δεκέμβρη, έκαναν την εμφάνισή τους διηγήματα, αλλά και μυθιστορήματα, που είχαν την ευγενή φιλοδοξία να εκφράσουν τη «γενιά των 700 ευρώ». Μια προσπάθεια που μέχρι στιγμής δεν είχε καμία τύχη, ούτε καν εκδοτική-εμπορική, πόσο μάλλον λογοτεχνική, όπου, τα ρεύματα και οι θεματολογίες όχι μόνο δεν ακολουθούν την «εποχή», δηλαδή το λόγο που την οργανώνει σε αφήγηση, αλλά συχνά βρίσκονται σε ευθεία αντιπαράθεση μαζί του. Κι αυτό είναι ένα από τα στοιχήματα που τις πιο πολλές φορές το κερδίζει ο Τριανταφύλλου, μένοντας μακριά από αυτή την προφάνεια, αν και διαχειρίζεται στοιχεία που συνθέτουν την καθημερινότητα των σημερινών νέων και φοιτητών, ή μάλλον του κοσμοειδώλου τους (κράτος, αστυνομία, ρατσισμός, οικολογία, αφόρητα μικροαστικό περιβάλλον κλπ), ακόμα και το ίδιο το γεγονός της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, όπου όμως φαίνονται τα όρια αυτής της «ερωτοτροπίας». Ταυτόχρονα, η ριζοσπαστική διάθεση σε μερικά διηγήματα εκβάλλει με τους πιο γόνιμους τρόπους, άλλοτε στην πλοκή και την αφηγηματική δομή και άλλοτε στην κριτική του περιρρέοντος μικροαστισμού.
Ένα άλλο φαινόμενο των καιρών είναι η επανάκαμψη της επιστημονικής φαντασίας και του μυθιστορήματος μελλοντολογίας, με πολύ μεγαλύτερες αξιώσεις αυτή τη φορά, εκφράζοντας συμπιεσμένες και παντοειδείς, διαρκείς πάντως ανάγκες του ανθρώπου, εκβάλλοντας στην όχθη της ουτοπίας ή στην αντίπερα της δυστοπίας, γεγονός που άλλωστε οδήγησε τον Φρέντρικ Τζαίημσον σε διεξοδική ανάλυση του φαινομένου. Και εδώ ο Τριανταφύλλου δοκιμάζεται, έστω και για λίγο, περνώντας μέσα από φόρμες που είναι στερεότυπες σε αυτό το είδος, για να τις υπονομεύσει όμως με διεξόδους ρεαλιστικές.
Μία τρίτη αφετηρία, για έναν σημερινό δεκαοκτάχρονο, είναι και η ποίηση, η ποίηση όπως διδάσκεται στο σχολείο και περιρρέει ως ποιητικό αισθητήριο, η ποίηση της εικόνας-στιγμής και της παραθετικότητας εικόνων-στιγμών, που δεν αντέχει τίποτα περισσότερο, να πει και να φέρει. Αυτόν τον κίνδυνο δεν τον αποφεύγει, δημιουργώντας έτσι μια αχίλλειο πτέρνα όλου του βιβλίου. Εδώ, η επιγραμματικότητα και η συμπύκνωση του λόγου, τόσο έντονο χαρακτηριστικό στα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου, προδίδονται από την αδυναμία του εν λόγω ύφους να λειτουργήσει ως καμβάς, που θα συγκρατεί τη σκληράδα της γραφής και θα εμπεδώνει την κριτική-αποδομητική διάθεση.
Τέλος, μια τέταρτη όψη, ένας ακόμα τρόπος ανάγνωσης των διηγημάτων αυτών, είναι με αφετηρία το ρεύμα των «νεο-άγριων» γερμανών εξπρεσσιονιστών, και φυσικά δεν αναφέρομαι σε επιδράσεις, μιμήσεις και μεταφορές στην ημεδαπή, αλλά στην κοινή ανάγκη για δραστική εικονοποιία, σκληρό φωτισμό πάνω σε πράγματα, καταστάσεις και έννοιες, βίαιη διάθεση παραμόρφωσης των σχημάτων της πραγματικότητας. Αυτό πιστεύω ότι, ανάμεσα στα άλλα, χαρακτηρίζει το βιβλίο, κάνοντάς το να ξεχωρίζει, όχι ως έργο μιας «φρέσκιας ματιάς» αλλά ως δείγμα και αποτέλεσμα μιας γραφής υποσχόμενης, πάνω απ’ όλα όμως αυθεντικής και οργανικής έκφρασης των νέων ανθρώπων, ένα τεκμήριο της διαδικασίας μέσα από την οποία ψαύουν το βηματισμό τους, δημιουργούν τις δικές τους αισθητικές σταθερές, ώστε να μετατρέψουν την αγωνία τους και την οργή τους σε λόγο της τέχνης. Γι’ αυτό και εδώ θα επιμείνω.
Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτή τη γραφή είναι η αμεσότητα της γλώσσας, με γρήγορο ρυθμό και σφιχτά αρθρωμένη δομή και σύνταξη, χωρίς πλατειασμούς, παρεκβάσεις και λυρικές εξάρσεις, ενώ τα θέματα των διηγημάτων καλύπτουν μια εξαιρετικά μεγάλη γκάμα, αφού τα μικρότερα και καθημερινά συνυπάρχουν με τα μείζονα, όμως όλα εγγράφονται, αξιοποιούνται και εν τέλει αξιολογούνται σε έναν ορίζοντα ρεαλιστικό, με μέτρο τη ζωή των πραγματικών ανθρώπων. Το σημαντικότερο όμως είναι η παρουσία, η θέση και η συμμετοχή του συγγραφέα: τα περισσότερα διηγήματα είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο, αλλά δεν δημιουργούν καμιά απόσταση ασφαλείας από τα δρώμενα και αφηγούμενα: ο συγγραφέας είναι διαρκώς και άμεσα παρών, δίνοντας αυτός τον τόνο της αφήγησης, «ελέγχοντας» κάθε στιγμή τον ήρωα του διηγήματος, σχεδόν χωρίς να τον αφήνει να ανασάνει μέσα στα συμφραζόμενά του, χωρίς να τον αφήνει να εγείρει αξιώσεις λογοτεχνικού «χαρακτήρα». Στην ουσία, ο ίδιος ο συγγραφέας πρωταγωνιστεί, αλλά χωρίς κι αυτός να μας δείχνει το πρόσωπό του. Αυτή η αντίστιξη, ανάμεσα στην τριτοπρόσωπη ή και στην προσχηματική πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τη μια, και στη διαρκώς αναγνωρίσιμη φωνή του, δεν οφείλεται σε αδεξιότητα ούτε είναι προϊόν της απειρίας. Έχω την αίσθηση, ότι πρόκειται για κάτι βαθύτερο, για ό,τι χαρακτηρίζει τη γραφή του δεκαοκτάχρονου Τριανταφύλλου: από τη μια έχουμε μια αποστασιοποίηση από την ίδια τη λογοτεχνία, και από την άλλη μια σχεδόν εργαλειακή χρήση της. Όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργα, αφού θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάτι τέτοιο κάνουν τόσοι και τόσοι που τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν στην πεζογραφία κουβαλώντας απλώς μια ορισμένη μόρφωση και κυρίως την κοινωνική τους κατηγορία, πρόκειται για το εντελώς αντίθετο: εκεί έχουμε να κάνουμε με τους μεσοαστούς που ανυποψίαστοι αποζητούν κοινωνική αίγλη, προσθέτοντας και ολίγη λογοτεχνία στις κοινωνικές αξιώσεις τους, ενώ στην περίπτωση του νεαρού πεζογράφου έχουμε μια ριζοσπαστική απομυθοποίηση της ίδιας της τέχνης με την οποία εμπλέκεται και ταυτόχρονα μια ταύτιση μαζί της, με το συγγραφέα σχεδόν να την ενσωματώνει και να τη γειώνει, να την προσαρτά στη δική του πραγματικότητα. Και αν εδώ η λογοτεχνία δεν είναι πια ένας τρόπος ο συγγραφέας να δει διαφορετικά τον κόσμο μέσα από τη γλώσσα της, η λογοτεχνία μπορεί να (ξανα)δει την πραγματικότητα μέσα από το συγγραφέα της.
Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει ο συρρικνωμένος «ορίζοντας προσδοκιών» του συγγραφέα, όσον αφορά την ίδια την τέχνη του, να οδηγήσει σε ένα ισχυρό ύφος, πολύ ισχυρότερο από το αναμενόμενο και αναγνωρίσιμο ως λογοτεχνικό ύφος στην τρέχουσα λογοτεχνία. Γιατί και η «από τα κάτω» εικόνα της κοινωνίας και της πραγματικότητας (αλλά και της λογοτεχνίας...) ενέχει, ακριβώς όπως κάθε εικόνα, αυστηρές απαιτήσεις και επιλογές, όπου, σε τελευταία ανάλυση, το ύφος, εν προκειμένω το ύφος της νεότητας και της ριζοσπαστικής κριτικής, δεν είναι παρά μόνο ένα ύφος, αυτό της συγκεκριμένης εικόνας. Και το ύφος πάντα απαιτεί συνεκτικότητα, διαύγαση και αυστηρή πειθαρχία, ώστε να προκύψει και να προβάλει το αισθητικό πρόταγμα, ώστε το έργο να «μιλήσει» τη γλώσσα του (ή τη σιωπή του). Αλλιώς, όλο το εγχείρημα κινδυνεύει να απορροφηθεί από το ίδιο το υλικό του. Σε όλες τις εκδοχές τής «από τα κάτω» τέχνης, εκεί που φαίνεται πως «όλα χωράνε», στην πραγματικότητα ελάχιστα, απειροελάχιστα κάθε φορά, αντέχουν να επωμισθούν το βάρος του ρόλου τους.
Κάτι τέτοιο συνέβη και στη μεταπολεμική ποίηση, όπου το αυτόχρημα ποιητικό, και συνάμα βαρύ, τραγικό φορτίο της δεκαετίας του 1940, εγγράφηκε σε έναν τόνο απλό, βιωματικό, εξομολογητικό και συνομιλητικό, χωρίς όμως τελικά να δημιουργήσει, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, ένα ιδιαίτερο ύφος. Και εκεί, η άμεση σχέση με το «θέμα», δεν επέτρεψε την αποστασιοποίηση από το υλικό, αλλά και την αισθητική που η εποχή προέβαλλε ως πρόσωπό της. Αν μία από τις εξαιρέσεις είναι ο Τάκης Σινόπουλος, με τον Νεκρόδειπνό του, αυτό οφείλεται στο ότι άρθρωσε την ποιητική του έξω από τα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, ως διαδικασία ποιητική μεν αλλά με σοβαρά θεωρητικά αιτούμενα, διερευνώντας εξαντλητικά κάποιες από τις εκφάνσεις του μοντερνισμού, και μετά ενέγραψε τη δεκαετία του 1940 πάνω σε μια ποιητική που άντεχε τις διακυμάνσεις και το τραγικό φορτίο της.
Για όλα αυτά, θα άξιζε, νομίζω, να επανέλθουμε στις σελίδες μας, τις επόμενες Κυριακές – το βιβλίο του Χρήστου Τριανταφύλλου δίνει το έναυσμα και συνάμα αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής των νέων σήμερα. Κλείνω, με ένα απόσπασμα:
«Να λοιπόν που οι υπέργηροι αγανακτισμένοι πολίτες στη λαϊκή γίνονται μείζονες πολιτικοί αναλυτές, με σλόγκαν βέβαια το αθάνατο ‘όλοι τα παίρνουνε’. Αποχή, λοιπόν, η λύση λένε, και όχι απόχη που χρειάζεται κανονικά. Γεμάτες οι παραλίες από νέους που η αποχή γι’ αυτούς είναι ‘πολιτική επιλογή’. Και φωνάζουν όλοι οι βδελυροί μικροαστοί: ‘πες τα Λάκη’, χειροκροτώντας παράλληλα, γιατί μόνο αυτό μπορούν να κάνουν. Και κάνει η κάμερα ένα κοντινό στο κοινό, και ξαναχειροκροτούν αυτοί...»


Διαβάστε το όλο!

Για παιδιά και νέους

Jacqueline Fortey, Μεγάλοι Επιστήμονες,
Ερευνητές, από 12 ετών

Το ανά χείρας βιβλίο συμπεριλαμβάνεται στην εξαιρετική Σειρά «Καλειδοσκόπιο της Γνώσης» των γνωστών για την εγγυημένη ποιότητά τους εκδόσεων της Dorling Kindersley. Αρκεί να παραθέσει κανείς τα ονόματα των επιστημόνων, από διαφορετικούς τομείς του επιστητού, σε καθέναν από τους οποίους αφιερώνεται από ένα πυκνό σε πληροφορίες δισέλιδο (ή σπανιότερα μονοσέλιδο), πλούσια και λειτουργικά εικονογραφημένο, για να πεισθεί ο αναγνώστης σχετικά με την πληρότητα και τη χρησιμότητά του ως εγχειριδίου: Αριστοτέλης, Αρχιμήδης, Τσανγκ Χενγκ, Αλχάζεν, Ρότζερ Μπέικον, Γαλιλαίος Γαλιλέι, Γούιλιαμ Χάρβι, Ρόμπερτ Χουκ, Ισαάκ Νεύτων, Αντουάν Λοράν Λαβουαζιέ, Βενιαμίν Φραγκλίνος, Τζόζεφ Μπανκς, Ζορζ Κουβιέ, Κάρολος Δαρβίνος, Τσαρλς Μπάμπιτζ, Μάικλ Φάραντέϊ, Τόμας Έντισον, Λουί Παστέρ, Ντμίτρι Μεντελέγιεφ, Μαρί Κιουρί, Έρνεστ Ράδερφορντ, Άλμπερτ Άινσταϊν, Άλφρεντ Βέγκενερ, Έντουιν Χαμπλ, Φράνσις Κρικ και Τζέιμς Γουάτσον, Άλαν Τιούρινγκ, Τζέιμς Λάβλοκ, Ντόροθι Χότζκιν, Ρίτσαρντ Φάινμαν, Στίβεν Χόκινγκ. Κάποιους από τους παραπάνω σίγουρα τους ακούτε για πρώτη φορά. Ευκαιρία, λοιπόν, να μάθουμε όλοι περισσότερα για εκείνους που διαμόρφωσαν την πορεία του κόσμου μας. Ευρετήριο, Γλωσσάρι, Χρονολόγιο εφευρέσεων και ανακαλύψεων και περαιτέρω στοιχεία για τα βραβεία Νόμπελ συμπληρώνουν την πολύ καλή έκδοση.

Σταυρούλα Γ. Τσούπρου


Διαβάστε το όλο!

Για παιδιά και νέους (2)

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Η μικρή γοργόνα πώς να ζήσει στο Σκουπιδονήσι;
Δραστηριότητες: Βασιλική Νίκα, Εικονογράφηση: Φραντσέσκα Κοζάντι,
Πατάκης, από 6 ετών


Το τέταρτο βιβλίο της Σειράς ΟΙΚΟλογήματα, αφιερωμένο «Στα «πράσινα» σχολεία, δηλαδή σε όσα σχολεία εκπονούν προγράμματα διαχείρισης απορριμμάτων και ανακύκλωσης», επιβεβαιώνει πως ο ανήσυχος συγγραφέας του έχει πάρει στα σοβαρά το ζήτημα της προστασίας τού περιβάλλοντος και δεν ακολουθεί απλώς τον συρμό. Εδώ διαλέγει μία απλή ιστορία για να περάσει μία σειρά από μηνύματα που αφορούν στην υπερκατανάλωση και τον αντίστοιχο τρόπο ζωής, ενώ δεν παραλείπει να χρησιμοποιήσει και μικρά παραθέματα από την Μικρή Γοργόνα τού Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, υπαινισσόμενος, έτσι, την απελπιστικά ανώμαλη προσγείωση από τον παραμυθένιο κόσμο στην δυσοίωνη πραγματικότητα τού σήμερα. Το κείμενο διανθίζεται και πάλι με ποιηματάκια/ τραγούδια, που ενθαρρύνουν την συνειδητοποίηση από την πλευρά των παιδιών καθώς και την συμμετοχή τους τόσο σε όσα λέγονται στο κυρίως κείμενο όσο και σε όσα προτείνονται από τις πολλαπλές δραστηριότητες και πληροφορίες που το συνοδεύουν, προσεκτικά μελετημένες, όπως πάντα.

Σταυρούλα Γ. Τσούπρου


Διαβάστε το όλο!

Για παιδιά και νέους (3)

Βησσαρία Ζορμπά–Ραμμοπούλου, Το Κρυμμένο Εργοστάσιο Παιχνιδιών,
Εξώφυλλο: Βασίλης Παπατσαρούχας, Σειρά: Νεανικές Διαδρομές,
Ελληνικά Γράμματα, από 8 ετών

2009 [καταλληλότατο για δώρο στις Γιορτές που έρχονται]

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρατίθενται στο Επίμετρο του ανά χείρας βιβλίου (Πηγές: Unicef, ΑΠΕ, Reuters), 290 εκατομμύρια παιδιά στον κόσμο είναι θύματα καταναγκαστικής εργασίας. Στην Κίνα, πιο συγκεκριμένα, χιλιάδες παιδιά πωλούνται και αγοράζονται για να δουλέψουν σε εργοστάσια, υψικαμίνους, ορυχεία· άλλα, απλώς εξαφανίζονται από τα σπίτια τους. Το σύνολο των ωρών παιδικής εργασίας είναι τουλάχιστον 300 τον μήνα, ενώ η αμοιβή είναι μισό δολάριο την ώρα. Η αγορά παιδικής εργασίας ανθεί στην επαρχία Σετσουάν, χάρη στις τοπικές ενώσεις των αρχιεργατών, καθένας από τους οποίους ελέγχει από 50 έως 100 παιδιά.
Ένας τέτοιος αρχιεργάτης είναι και ο Κι-Μπουν της ιστορίας, που διευθύνει τα πενήντα παιδιά, τον Χουάνγκ-Σιάο και τους συντρόφους του, που εργάζονται στο «Κρυμμένο Εργοστάσιο», ενώ, στην παράλληλη ιστορία, ο δάσκαλος Μι-Γουάνγκ πασχίζει να προσφέρει έστω λίγη χαρά στους λίγους εναπομείναντες μαθητές του, καθώς οι υπόλοιποι βοηθούν τις οικογένειές τους στις αγροτικές δουλειές. Τα δύο παράλληλα νήματα της ιστορίας συνυφαίνονται στο τέλος με τρόπο θαυμαστό, εξαιρετικά συγκινητικό αλλά καθόλου γλυκερό.
Η επανειλημμένως βραβευθείσα συγγραφέας Βησσαρία Ζορμπά–Ραμμοπούλου, με παιδαγωγικές, φιλολογικές και αρχαιολογικές σπουδές, και πολύ καλές επιδόσεις τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση και στο θέατρο, δημιούργησε εδώ μία αληθινά διαφορετική ιστορία, απολύτως κατάλληλη, και, μάλιστα, ενδεικνυόμενη, για τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Σε κάποια μέρη τής Ανατολής, παιδιά κατασκευάζουν, κάτω από απαράδεκτες συνθήκες, τα παιχνίδια που απολαμβάνουν (και ίσως λίγο αργότερα πετάνε ή ξεχνάνε) τα παιδιά της Δύσης. Ας διαβάσουμε μια ιστορία που αφορά και τα μεν και τα δε.

Σταυρούλα Γ. Τσούπρου


Διαβάστε το όλο!

Οι «αφανείς» μειονοτικές πραγματικότητες

Με αφορμή την παρουσίαση των βιβλίων του Τ. Κωστόπουλου: Το ‘Μακεδονικό’ της Θράκης: Κρατικοί σχεδιασμοί για τους Πομάκους (1956-2008) και του Thede Kahl Για την ταυτότητα των Βλάχων: εθνοπολιτισμικές προσεγγίσεις μια βαλκανικής πραγματικότητας, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Σειρά Μελετών του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ*

Ένας από τους σημαντικούς ιστορικούς και φιλοσόφους των καιρών μας γράφει: «Η συναισθηματική φόρτιση όλων όσα σχετίζονται με το παρελθόν είναι τεράστια και εκείνοι που την αισθάνονται δυσπιστούν μπροστά στις προσπάθειες διαύγασης, στις εκκλήσεις για μια ανάλυση που θα –έστω και μάταια- προσπαθεί να προηγείται της οιασδήποτε κρίσης»(1). Νομίζω ότι από αυτό κατεξοχήν υποφέρουμε στην Ελλάδα με τα μειονοτικά. Και γι’ αυτό και μόνο, τα ζητήματα αυτά πρέπει σταδιακά να περάσουν από το χώρο του ανομολόγητου σε αυτό της ιστορικής έρευνας και πολιτικής-παροντικής διαβούλευσης. Και σε πείσμα πολλών, αυτό τελικά συμβαίνει.
Πρακτικά, αυτή η μετάβαση, σε μια πρώτη φάση, σημαίνει ανασύσταση των όσων συνέβησαν και των όσων συμβαίνουν. Τα δύο υπό παρουσίαση βιβλία, τα οποία σημειωτέον κλείνουν πλέον ένα πρώτο κύκλο ιδιαίτερα επιτυχημένης εμπορικής παρουσίας, αυτή τη δουλειά κάνουν. Στο ‘Μακεδονικό’ της Θράκης αναδεικνύεται με αφοπλιστικό τρόπο το πώς ένα κράτος προσπαθεί να φτιάξει ένα μειονοτικό έθνος προκειμένου να αμβλύνει την ισχύ του έτερου -εν προκειμένου του τουρκικού- μειονοτικού έθνους. Στις Ταυτότητες των Βλάχων ανασυγκροτείται με μη ουσιοκρατικούς όρους μια ιδιαίτερη -τόσο ιδιαίτερη που δεν είναι καν μειονοτική– ταυτότητα. Τα περισσότερα που έχουν γραφτεί και ακουστεί ως σήμερα για την καταγωγή και ύπαρξη της ταυτότητας αυτής δύσκολα αντέχουν να αναμετρηθούν με αυτό που ονομάζεται επιστημονική έρευνα. Η ανασύσταση λοιπόν που επιχειρούν και εν πολλοίς καταφέρνουν οι συγγραφείς είναι το θεμέλιο της όποιας έλλογης κατασκευής και προαπαιτούμενο οιασδήποτε συνέχειας.
Πρόκειται όμως για μια μάλλον δύσκολη αποστολή με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι συγγραφείς: να ξεχωρίσουν την ιστορία από τη διπλωματική ή άλλη προπαγάνδα, τη στιγμή που πολλοί ιστορικοί, συνειδητά ή ασύνειδα, αντί για ιστορία αναπαράγουν ιδεολογία και παραμύθια. Αλλά τελικά αυτό που κάνουν οι συγγραφείς συμβαίνει και στην απλή καθημερινότητα. Διαρκώς αναζητούμε να διακρίνουμε αξιόπιστα πρόσωπα, μαρτυρίες, θεωρίες. Οι παραχαράξεις και εθνικά επιλεκτικές αναγνώσεις απέχουν από το να ξαναζωντανέψουν το παρελθόν. Μάλλον συμβάλλουν στην εδραίωση προειλημμένων συμπερασμάτων για αυτό, όπως κατεξοχήν συμβαίνει με τα ζητήματα αυτά στην Ελλάδα. Τα εν λόγω βιβλία έρχονται να αποδομήσουν τα συμπεράσματα αυτά και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τους συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία.
Είναι γεγονός ότι το φαινόμενο των μειονοτήτων στην Ελλάδα έχει κηρυχτεί σε μια ιδιότυπη πολιτειακή αφάνεια. Ένα μείζον τμήμα του επίμαχου πολιτικού γίγνεσθαι μένει στο άβατο της δημόσιας διαβούλευσης και διευθετείται με αποφάσεις που (είτε καθαυτές, είτε τα κίνητρά τους) δεν δύνανται να δημοσιοποιηθούν. Ωστόσο, είναι αυτές ακριβώς οι αποφάσεις που, σε τελευταία ανάλυση, συγκροτούν τον σκληρό πυρήνα των σχέσεων ηγεμονίας στις κοινωνίες μας: οι λεγόμενες μη-αποφάσεις. Με απλά λόγια, εάν η απόφαση αφορά το πολιτικό ζήτημα, η ή μη απόφαση αφορά το τι δεν πρέπει να είναι πολιτικό ζήτημα, ακριβώς επειδή παραμένει μείζον διακύβευμα αξιών και συμφερόντων, στη διαχείριση του οποίου η βία έχει διαδραματίσει εξέχοντα ρόλο.
Με τα μειονοτικά λοιπόν στην Ελλάδα, κατά κανόνα, σημασία δεν έχει τόσο το τι λέει κανείς, αλλά απλώς το ότι (δεν) το λέει. Σύμφωνα με τον επίσημο –διπλωματικό ή άλλο– λόγο, για τα ζητήματα αυτά δεν υπάρχει περιθώριο επιλογής ανάμεσα σε εναλλακτικούς τρόπους πρόσληψης, στο πλαίσιο μιας συναινετικής–πλουραλιστικής θεώρησης. Είναι μη-ζητήματα. Το πάση θυσία επιθυμητό για αυτά είναι να μην περιληφθούν στην πολιτική ατζέντα(2). Έτσι όμως δημιουργείται μια κρυφή ατζέντα των μειονοτήτων, το περιεχόμενο της οποίας δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποιον μηχανισμό κοινωνικοπολιτικού ελέγχου ή λογοδοσίας από συντεταγμένες πολιτικές δυνάμεις ή θεσμούς, ούτε βέβαια μπορεί να μελετηθεί με όρους επιστημονικής έρευνας, για λόγους που σχετίζονται με τον φερόμενο ως «εθνικά ευαίσθητο» χαρακτήρα των μειονοτικών (μη) ζητημάτων στη χώρα. Αυτή την κρυφή ατζέντα αποκαλύπτουν με δεξιοτεχνία ο Τ. Κωστόπουλος και ο Τ. Kahl.
Οι ενίοτε λυσσαλέες αντιδράσεις, όταν «ανακινούνται» τέτοια ζητήματα από ερευνητές ή από απλούς ανθρώπους, είναι το αποτέλεσμα αυτής της κρυφής ατζέντας. Με απλά λόγια, οι διαφωνίες στα σημεία της πολιτικής θεματολογίας είναι, κατά κανόνα, ανεκτές και αναμενόμενες. Η διαφωνία όμως στον καθορισμό θεματολογίας (agenda setting), με την ανάδειξη σημείων που δεν έχουν θέση στην επίσημη εκδοχή της, παρά μόνο στην αθέατη όψη της, ούτε αναμενόμενη είναι, ούτε ανεκτή.
Η Σειρά Μελετών του ΚΕΜΟ ξεκίνησε στις εκδόσεις Κριτική το 1998, ένα μόλις χρόνο από το πρώτο βιβλίο που επιμεληθήκαμε με τον Κ. Τσιτσελίκη, Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, το οποίο μέχρι και σήμερα και για έντεκα συναπτά έτη έχει μοιραστεί σε δέκα πανεπιστημιακά τμήματα στην επικράτεια. Έκτοτε, στη Σειρά Μελετών κυκλοφόρησαν δέκα βιβλία στις εκδόσεις Κριτική(3), έξι εκ των οποίων μοιράζονται σε περισσότερα πανεπιστημιακά τμήματα στην Ελλάδα. Σε συνέχεια των δύο υπό παρουσίαση βιβλίων, στις εκδόσεις Βιβλιόραμα, σύντομα θα κυκλοφορήσει συλλογικός τόμος με επιμέλεια των Μ. Παύλου, Α. Σκουλαρίκη, με τίτλο Μειονότητες και μετανάστευση: λόγος και πολιτικές ενώ στις εκδόσεις Καλιδοσκόπιο μόλις κυκλοφόρησε ήδη βιβλίο για τους Ρωμιούς της Πόλης (Συνάντηση στην πόλη: το παρόν και το μέλλον) σε συνεργασία με το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων.
Θεματικές όπως: πολιτική και νομική θεωρία και μειονότητες, θρησκευτική ελευθερία, γλώσσες και εθνική ιδεολογία, ανταλλαγές πληθυσμών, μεταναστευτικές σπουδές, μελέτη συγκεκριμένων μειονοτήτων, όπως της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας είναι αυτές που έχουν, κατά κανόνα απασχολήσει τη σειρά, είτε με μονογραφίες είτε με συλλογικούς τόμους. Η συμβολή της Σειράς Μελετών του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, ενταγμένη στην ευρύτερη δράση του Κέντρου, έγκειται, κατά την άποψή μου, στη σφυρηλάτηση ενός νέου γνωστικού αντικειμένου στην Ελλάδα με κριτικό, αναστοχαστικό και κυρίως τεκμηριωμένο τρόπο.

* Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας Παντείιου Πανεπιστημίου και υπεύθυνος, μαζί με τον Κωνσταντίνο Τσιτσελίκη, της Σειράς Μελετών του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων. Ομιλία στην παρουσίαση των βιβλίων στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2009 (Αίθουσα ΕΣΗΕΑ).

(1) Τοντόροφ Τ. (2003), Μνήμη του κακού, πειρασμός του καλού. Στοχασμοί για τον αιώνα που πέρασε, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ. 181.
(2) Για τα «μη ζητήματα» και τις «μη αποφάσεις» πρβλ. στην ελληνική βιβλιογραφία σε Καϊτατζή-Γουίτλοκ, «Εισαγωγή» σε: Lukes S., Εξουσία – Μια ριζοσπαστική θεώρηση, Αθήνα: Εκδ. Σαββάλας 2007.
(3) Πρβλ. για τους τίτλους σε www.kemo.gr


Διαβάστε το όλο!

Μια αθέατη πτυχή του Κυπριακού

DIANA MARDIDES, Κύπρος 1957-1963, Πρόλογος: Robert Holland, μτφρ. Ελένη Ιερείδου-Μόλλισον, εκδόσεις Μεσόγειος, σελ. 560

ΤΗΣ ΡΕΝΑΣ ΔΟΥΡΟΥ

Το βιβλίο της Diana Markides έρχεται σε μια κρίσιμη χρονιά για την πορεία του Κυπριακού, αλλά και για την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Και έρχεται να φωτίσει μια πτυχή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, οι οποίες διαμόρφωσαν, πενήντα χρόνια πριν, τη δομή της ανεξαρτησίας της νήσου. Πρόκειται για το ζήτημα των χωριστών Δήμων που προβλεπόταν με το άρθρο 20 του Συντάγματος (και τις Περί Δήμων Διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 173, 174,175, 177, 178), το οποίο δήλωνε, με κάποιους όρους, ότι έπρεπε να δημιουργηθούν χωριστά Δημαρχεία από τους Τούρκους κατοίκους των πέντε κυριότερων πόλεων της Κύπρου. Ο θεμελιακός χαρακτήρας του συγκεκριμένου άρθρου στο κυπριακό Σύνταγμα αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τροποποιηθεί χωρίς την έγκριση των Εγγυητριών Δυνάμεων.
Στο προφανές ερώτημα, ποια η αναγκαιότητα της μελέτης ενός τόσο μερικού θέματος και η επιλογή του μέσα από μια σειρά άλλων θεμάτων, μιας σημαντικής περιόδου για τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, όπως είναι η περίοδος της απο-αποικιοποίησης, η συγγραφέας επιχειρεί την απάντηση με τη βοήθεια βρετανικού κι αμερικανικού αρχειακού υλικού, η οποία συνοψίζεται στο ό,τι: «η ιστορική μαρτυρία καταδεικνύει ότι ούτε στη σύλληψη, ούτε στην εξέλιξή του δεν ήταν απλώς ζήτημα για το “ποιος θα πετούσε τα σκουπίδια ποιου” [...]το θέμα αυτό αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα για την εξέταση των πολιτικών εξελίξεων από το τέλος της αποικιοκρατικής διοίκησης μέχρι και την συνταγματική κρίση του 1963»(1).
Η αφετηριακή υπόθεση της έρευνας της συγγραφέως ορίζει το ζήτημα των χωριστών Δήμων ως μικρογραφία του ευρύτερου κυπριακού προβλήματος και ισχυρίζεται ότι αντανακλά με τον τρόπο που εξελίσσεται η τακτική και η καχυποψία των ευρύτερων συγκρουόμενων αντιλήψεων στην περιοχή. Ήδη από τον πρόλογο, με την υπογραφή του Άγγλου ιστορικού Robert Holland, αλλά και στην εισαγωγή, τονίζεται ότι η αποτυχία να επιλυθεί το ζήτημα των Δήμων εμπεριείχε τους «σπόρους κατάρρευσης του συστήματος διακυβέρνησης που προβλεπόταν από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου»(2). Και βεβαίως δεν θα παραλείψει να φωτίσει όλους εκείνους τους λόγους για τους οποίους δεν αποδόθηκε μεγαλύτερη σημασία στο ζήτημα των Δήμων, σχεδόν στο σύνολο της ακαδημαϊκής έρευνας, αλλά πρωτίστως από τους πρωταγωνιστές, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και των διαπραγματεύσεων.
Κεντρικό σημείο στη μελέτη της συγγραφέως κατέχουν οι συνέπειες της αποτυχίας του χειρισμού του θέματος των Δήμων και η επίδραση που είχε το γεγονός αυτό στις πιθανότητες επιβίωσης του κράτους μέσα στο πλαίσιο των Συμφωνιών της Ζυρίχης-Λονδίνου, ιδίως κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ανεξαρτησίας(3). Με την υποστήριξη των παραπομπών σε επίσημα κείμενα-ορόσημα των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια που ορίζει η μελέτη -1957 έως 1963-, αλλά και δημοσιογραφικών πηγών, το ζήτημα των Δήμων αναδύεται ως παράγοντας-κλειδί(4) και στις διεθνείς διαπραγματεύσεις που αφορούσαν την Κύπρο, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με την αποτελεσματική διοίκηση των πόλεων για το καλό των πολιτών των δυο κοινοτήτων(5). Το θέμα των Δήμων ήταν «μια μάχη ενάντια στην επιβολή του status των Τουρκοκυπρίων ως μειοψηφίας»(6).
Αποδεικνύεται πως η δημιουργία και διατήρηση χωριστών δημοτικών διοικήσεων αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την κατάκτηση του status της κοινότητας, αντί αυτού της μειοψηφίας από τους Τουρκοκυπρίους. Στον πυρήνα του προβλήματος υπήρχε η εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη για την καινούργια Δημοκρατία που εγκαινιάστηκε με τις Συμφωνίες. Οι Ελληνοκύπριοι οραματίζονταν ουσιαστικά ένα ενιαίο κράτος, όπου η πλειοψηφία θα ασκούσε τη διοίκηση, με αποτέλεσμα τα προνόμια της μειονότητας να παρουσιάζονται ως εμπόδιο. Από την άλλη, οι Τουρκοκύπριοι και η Άγκυρα επιθυμούσαν τη δημιουργία μιας ομοσπονδίας, με χωριστούς θεσμούς σε κάθε τομέα. Ταυτόχρονα, μάχονταν για την προώθηση της αρχής ότι οι Τουρκοκύπριοι πολίτες θα έπρεπε να είναι υπόλογοι μονάχα σε Τούρκους αξιωματούχους, γεγονός που τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας δεν ήταν εφικτό, αφού στο ενιαίο κράτος ο τουρκοκυπριακός πληθυσμός του 18% ήταν διάσπαρτος σε όλο το νησί(7).
Μέσω του ζητήματος των Δήμων αναδεικνύεται ότι οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου ουσιαστικά δεν διευθέτησαν τις διαφορές, αλλά επιχείρησαν να τις σταθεροποιήσουν, χωρίς να κατορθώσουν να επιφέρουν δραστικές αλλαγές στους παράγοντες που προκάλεσαν την ελληνοτουρκική ένταση στα χρόνια μεταξύ 1957 έως 1963. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαφορές αναζωπυρώθηκαν μόλις οι Ελληνοκύπριοι χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν με την αποδοχή της Δημοκρατίας από τη διεθνή κοινότητα και την ίδια στιγμή τους περιορισμούς που προέκυψαν από την τουρκική ερμηνεία του Συντάγματος και των δικαιωμάτων των Εγγυητριών Δυνάμεων. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, «η ολοκληρωτική ανεξαρτησία σήμαινε για τους Τούρκους, όπως παλαιότερα για τους Βρετανούς, μια ολισθηρή κλίση προς την Ένωση. Για τους Ελληνοκυπρίους όμως, η πλήρη ανεξαρτησία, ή ένα κράτος με ελληνικό χαρακτήρα στην ανατολική Μεσόγειο, ήταν η μόνη εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως συμβιβασμός για την υποχώρηση από την επιδίωξη της Ένωσης. Οι τουρκικές απειλές για διχοτόμηση, σε περίπτωση μονομερούς τροποποίησης του Συντάγματος, ενίσχυαν την απόφαση των Ελληνοκυπρίων να αναζητήσουν ένα εναλλακτικό πλαίσιο για ανεξαρτησία»(8). Άλλως, η πορεία των Δημαρχείων έπαυε να αποτελεί το χώρο διευθέτησης της καθημερινότητας των πολιτών και μετατρεπόταν σε βασικό μοχλό της ελληνοκυπριακής κοινότητας, από όπου προωθούνταν τα ιδανικά της ένωσης, ενώ για τους τουρκοκυπρίους σε πρόσχημα για το γεωγραφικό προσδιορισμό, με στόχο τον πολιτικό έλεγχο της κοινότητας και του νησιού.
Ωστόσο, η πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική πτυχή του Κυπριακού που επιχειρεί με την συγκεκριμένη μελέτη να αναδείξει η Diana Markides -αυτή του ζητήματος των χωριστών Δήμων- δεν δικαιολογεί το μέγεθος του συγκεκριμένου βιβλίου. Αναπόφευκτο είναι, λοιπόν, να οδηγείται σε αλληλοεπικαλύψεις και ακόμη και επαναλήψεις, ιδίως όσον αφορά τον ισχυρισμό/συμπέρασμα, για το πόσο σημαντικό ρόλο κατείχε στην περίοδο της από-αποικιοποίησης αλλά και αργότερα το άρθρο 20 του Συντάγματος και οι αποπειρώμενες προσπάθειες υλοποίησής του. Κατά την άποψή μας, μέρος της ευθύνης για τις επαναλήψεις φέρει και η μετάφραση, η οποία δεν κατορθώνει, επίσης, να αποφύγει τη μεταφορά στα ελληνικά μιας καθαρά αγγλικής σύνταξης και ιδιωματισμών, που αδικούν το κείμενο. Πιστή στην αγγλοσαξονική μεθοδολογία, που θέλει τον αυστηρό ορισμό του προς εξέταση θέματος, η συγγραφέας, παρόλο που ορίζει κάθε φορά στην αρχή των κεφαλαίων τι πρόκειται να ακολουθήσει, δεν αποφεύγει μια σειρά από ολισθήματα, πέραν από αυτό της επανάληψης ίδιων διαπιστώσεων. Εν τέλει ίσως αυτό να δικαιολογεί το μέγεθος της μελέτης, που δεν επικεντρώνεται αυστηρά στο ζήτημα των χωριστών Δήμων αλλά, με αυτό ως εργαλείο, διατρέχει τις κρίσιμες πολιτικο-οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας του νησιού έως το 1974.
Εάν αντιμετωπίσουμε τη συγκεκριμένη μελέτη με αυτό τον τρόπο, τότε χρειάζεται να αναφερθούμε και στις επαναλαμβανόμενες εκτιμήσεις που παίρνουν το ρίσκο του ψυχολογικού αναγωγισμού. Απαλείφοντας τα εθνικά και ταξικά συμφέροντα και τις πολιτικές και ιδεολογικές αιτιάσεις, η ανάλυση θέλει ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους να ζουν αγαστά, αλλά εξωτερικοί παράγοντες να διασαλεύουν αυτή την αρμονική συμβίωση(9). Ακόμη πιο προβληματική παρουσιάζεται η προσφυγή στην καχυποψία για την ανάλυση μιας σειράς πολιτικών ενεργειών, παρ’ ότι ορθά αποδίδεται η ευθύνη, για τα διάφορα πολιτικά αδιέξοδα, στον ενωτικό φανατισμό ή/και το τουρκικό διαχωριστικό κίνημα(10).
Η «καχυποψία», η «αδυναμία» εμφιλοχωρεί ως εξήγηση και όσον αφορά μια σειρά παρεμβάσεων των Βρετανών(11). Όπως επίσης η έλλειψη συνεννόησης, που προκύπτει από την ύπαρξη Υπουργείου Εξωτερικών και Υπουργείου Κοινοπολιτειακών Σχέσεων, ευθύνεται για την αναποτελεσματικότητα του βρετανικού παράγοντα [sic]. Η γεωστρατηγική ανάλυση, ωστόσο, δεν απουσιάζει, ώστε να αφήσει έκθετη τη μελέτη. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας σε ολόκληρο το νησί, που πήρε καινούργια σημασία το 1957 «με την απόφαση να χρησιμοποιηθεί η Κύπρος ως πυρηνική βάση, κάτι που ήδη βρισκόταν υπό μελέτη. Η μετά το Σουέζ πεποίθηση ότι τα πυρηνικά όπλα ήταν ο απόλυτος αποτρεπτικός παράγοντας του πολέμου κι επίσης το σύμβολο το οποίο χρειαζόταν η Βρετανία για να διατηρήσει τα διαπιστευτήρια μιας παγκόσμιας δύναμης, δημιούργησε νέα κίνητρα για την παραμονή των Βρετανών στην Κύπρο»(12).
Επίσης, παρόλο που η συγγραφέας εύστοχα διαπιστώνει ότι η ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών, με κύρια προτεραιότητα την αντίδραση προς την «κομμουνιστική απειλή»(13), καθυστερούσε και περιέπλεκε την πρόοδο στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά και δημιουργούσε ενδοκοινοτικές τριβές, δεν κατορθώνει να έχει στο οπλοστάσιο των πηγών της συνεντεύξεις και μαρτυρίες από στελέχη του ΑΚΕΛ, όπως έχει επιτύχει με τον Τ. Παπαδόπουλο και την Σ. Σουλιώτη. Άλλωστε, ο ρόλος του ΑΚΕΛ, πολύ προτού εκτυλιχθεί η αντικομουνιστική διαδικασία τον Δεκέμβριο του 1961, είναι ιδιαίτερα σημαντικός καθ’ όλη την περίοδο που διερευνάται στη συγκεκριμένη μελέτη, όπως για παράδειγμα -και όχι μόνο- στις εκλογές που έλαβαν χώρα στις 13 Δεκεμβρίου 1959.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σημαντική μελέτη, γιατί ακριβώς δεν περιορίζεται μονάχα στα χρονικά όρια που θέτει ο τίτλος του, αλλά ιχνηλατεί μια περίοδο πολύ μεγαλύτερη, με εκτενή περιγραφή ιστορικών γεγονότων, ώστε να αξίζει να διαβαστεί κι από τον μη ειδικό στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο και τη Βρετανία. Η λεπτομερής καταγραφή από τις προτάσεις Radcliffe και Acheson, έως τα περιστατικά με το παράνομα αρματωμένο πλοιάριο Deniz και τον υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γεωρκάτζη να τοποθετεί μικρόφωνα έξω από το στρατόπεδο του ελληνικού αποσπάσματος, από τα οποία ακούγονταν κατηγορίες ανανδρίας και προδοσίας έναντι των Ελλήνων στρατιωτών(14), καθιστούν την ανάγνωση της μελέτης ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και κατατοπιστική για όσα συνέβησαν, αλλά κυρίως ρίχνει ένα διαφορετικό φως στη συγχρονία των τεκταινομένων στο Κυπριακό ζήτημα.

Η Ρένα Δούρου είναι υπεύθυνη Διεθνών σχέσεων του ΣΥΝ

(1) Βλ. Εισαγωγή, στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 40.
(2) Βλ. στο ίδιο, σελ.41.
(3) Βλ. Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 216.
(4) Βλ. Πολύ ενδιαφέρουσα η διάσταση απόψεων Κ. Καραμανλή με Μακάριο όσον αφορά την αξιολόγηση του ζητήματος των Δήμων «Όταν ο Μακάριος και ο Μητροπολίτης Κιτίου ξεκαθάρισαν ότι δεν ήταν εναντίον των χωριστών Δήμων…ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ τόνισαν ότι αυτό ήταν θέμα-κλειδί και δεν έπρεπε να το αποδεχτούν, ο Μακάριος επέμενε ότι οι Έλληνες έπρεπε να ενεργήσουν σύμφωνα με τις επιθυμίες των Κυπρίων»,στο ίδιο, σελ.126-127.
(5) Βλ. στο ίδιο, σελ. 128. κ.ε.
(6) Βλ. στο ίδιο, σελ. 451. κ.ε..
(7) Βλ. στο ίδιο, «η διατήρηση του ελέγχου επί του status του νησιού χωρίς να προκληθεί ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν το σημαντικότερο στοιχείο της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο. Αυτό εξαρτιόταν από τη διατήρηση μιας ξεχωριστής τουρκικής πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής συνοχής της τουρκικής κοινότητας. Η μόνη πρόνοια των Συμφωνιών της Ζυρίχης, το Φεβρουάριο του 1959, που προσέφερε την πιθανότητα διατήρησης τέτοιου ελέγχου, όταν το νησί έπαψε να είναι βρετανική αποικία, ήταν το άρθρο 173 του Συντάγματος, που προνοούσε τους τουρκικούς δήμους στις πέντε κυριότερες πόλεις»., σελ. 489-490. κ.ε..
(8) Βλ. στο ίδιο, σελ. 41. κ.ε..
(9) Βλ. Πρόλογος, «…για την φυσική τους τάση να ζουν αγαστά και με ομόνοια και να δημιουργούν, μέσα από αυτή την τάση, μια ενιαία κοινότητα…και το πώς αυτή η φυσική ροπή των δυο κοινοτήτων μπορεί να ανατραπεί από παρεξηγήσεις, φόβο και λανθασμένες αναλύσεις» στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 12.
(10) Βλ. «Ο αλυτρωτισμός, που ενυπήρχε στον ελληνικό αλλά και τον τουρκικό εθνικισμό και η εκμετάλλευσή του από ευρύτερα συμφέροντα…», στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 504.
(11) Βλ. Εισαγωγή, «…την αδυναμία της Βρετανίας σε σχέση με την Τουρκία…» κι «…η μετριοπαθής και καλοπροαίρετη, αλλά όλο και περισσότερο επιφυλακτική διοίκηση ανεχόταν την κατάσταση…», στο Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 28, 29.
(12) Βλ. Κύπρος 1957-1963, εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα, 2009, σελ. 68.
(13) Βλ. στο ίδιο, σελ. 250 και 465. κ.ε.
(14) Βλ. στο ίδιο, σελ. 473. κ.ε.


Διαβάστε το όλο!

Εικόνες του Λαυρίου και της ιστορίας των εικόνων του

ΤΗΣ ΖΙΖΗΣ ΣΑΛΙΜΠΑ

Το χρώμα του Χρόνου. Λαύριο, Εικόνες βιομηχανικής μνήμης. φωτογραφίες: Γιάννης Ιακωβίδης, επιστημονική έρευνα – κείμενα: Γιώργος Ν. Δερμάτης, επιμέλεια: Άρης Μαραγκόπουλος, Εκδόσεις Τόπος 2009

Από τα αρχαία μεταλλεία που αποτελούσαν την πηγή του αργύρου και το χθόνιο θησαυρό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, μέχρι τα κτίρια και το μηχανικό εξοπλισμό που σφράγισαν την εκκίνηση της σύγχρονης βιομηχανίας, η Λαυρεωτική γη γίνεται ο αδιάσπαστος κρίκος ανάμεσα στον αρχαιοελληνικό και νεοελληνικό πολιτισμό. Η παρούσα βασίζεται στο οξυδερκές φωτογραφικό βλέμμα του Γιάννη Ιακωβίδη, που αναδεικνύει τον διττό χαρακτήρα της φωτογραφίας: ως καλλιτεχνικό έργο και ως ιστορικό τεκμήριο. Ο Γιάννης Ιακωβίδης, με μια σύγχρονη αισθητική ιδεολογία εισβάλλει στη μνήμη, στο κοινό πεδίο ιστορίας και φωτογραφίας, προκειμένου να διαχειριστεί το χρόνο. Το ψηλάφισμα του χρόνου, στα φθαρμένα χρώματα των τοίχων, στις μηχανές που έχουν εκπνεύσει, στα ανθρώπινα ίχνη των στοών, στις εγκαταλελειμμένες σκάλες που χάσκουν, εμπεριέχουν το βίωμα και το νόημα, το τραγικό βάθος και πάθος της ιστορίας του τόπου: το σώμα του χρόνου. Οι απόντες ήχοι των μηχανών και των ανθρώπων αναπληρώνονται από την εικονική αναπαράσταση του χώρου. Η ιστορική μνήμη που παράγουν τα χρώματα μέσα στο μακρύ δρομολόγιο του χρόνου εμπεριέχει την κοινωνική μνήμη των μνημείων και των ανθρώπων που βίωσαν γεγονότα και καταστάσεις.
Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης, μέσα από τα ακινητοποιημένα χρώματα και σχήματα του Λαυρίου, ανακαλύπτει τη δυναμική του χρόνου που προκαλεί την ακατανίκητη επιθυμία για την αιχμαλωσία της στιγμής, για την παραγωγή του τελικού προϊόντος, που δεν είναι άλλο από τη φωτογραφία. Στην έκδοση αυτή, πολλές φορές πάνε μαζί στην ίδια ή στην αντικριστή σελίδα οι παλαιές φωτογραφίες–τεκμήρια με τις νέες εικαστικές εικόνες, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη νομιμοποίηση της αναπαράστασης, στη μετάδοση της στιγμιαίας πραγματικότητας, στο απείκασμα του χρόνου. Στη μια σελίδα ο θραυστήρας σήμερα, υπό το βλέμμα του καλλιτέχνη-δημιουργού φωτογράφου, ενώ στην άλλη σελίδα οι νεαρές εργάτριες με τα καλεμκεριά και τις ποδιές στέκουν σκυθρωπές μπροστά στο πλυντήριο, υπό το βλέμμα ενός φωτογράφου του παρελθόντος. Στη μια σελίδα ο χώρος της καμίνου σήμερα, με το πορφυρό υποστήλιο που δίνει μια νέα εικαστική προοπτική στη βιομηχανική φωτογραφία, στην άλλη σελίδα οι καμινευτές κατά τη χύτευση, ενάμισυ σχεδόν αιώνα πριν, κοιτούν όλο απορία προς το φακό κάποιου άλλου φωτογράφου.
Ο ανθρώπινος μόχθος, που απεικονίζεται μέσα από τα καθημερινά γεγονότα της εργασίας και της σχόλης, το κοινό βίωμα του «ζειν και ανήκειν» σε μια πόλη μεταλλωρύχων και μεταλλουργών, Ελλήνων και ξένων μεταναστών, παραπέμπουν στη σωματοποιημένη ιστορία. Τα κτίρια, τα εργαστήρια, ο βιομηχανικός εξοπλισμός, αποτελούν το προνομιακό πεδίο της βιομηχανικής αρχαιολογίας. Η βιομηχανική κουλτούρα της Λαυρεωτικής γης αποτελεί το προνομιακό πεδίο μιας διεπιστημονικής και εικαστικής συνάμα προσέγγισης. Και για τους αναγνώστες που είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την ανάγνωση του κειμένου, η έκδοση αυτή προσφέρει μια μοναδική απόλαυση. Τα κείμενα του ιστορικού Γιώργου Ν. Δερμάτη, προϊόντα μακροχρόνιας επιστημονικής έρευνας, συνδυάζουν τη λογοτεχνική έκφραση με τη λιτότητα του επιστημονικού-τεχνικού λόγου. Ο Γιώργος Δερμάτης στηρίζεται σε μια ευρεία τεκμηρίωση και μεταχειρίζεται με επιδεξιότητα την οικονομική και κοινωνική ανάλυση για να καταδείξει την ιστορική συνέχεια της τεχνολογίας του πολιτισμού και των κοινωνικών μορφωμάτων. Τα κείμενα βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία και ισορροπία με τις εικόνες. Η ευαισθησία της εικαστικής δημιουργίας ταυτίζεται απολύτως με την ακρίβεια της ιστορικής τεκμηρίωσης.
Τα περιεχόμενα και τα μέρη της έκδοσης αυτής ακολουθούν την τροχιά του χρόνου. Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζεται η συνεισφορά του αρχαίου Λαυρίου στον οικονομικό και κοινωνικό πολιτισμό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Οι τεχνολογικές καινοτομίες των Αθηναίων, τα νομίσματα, οι αθηναϊκές τριήρεις, τα μνημεία βασίζονται στις φλέβες του αργυρούχου μολύβδου. Οι δούλοι του Λαυρίου υποβαστάζουν το μεγαλείο των πολιτών της Αθήνας. Στο δεύτερο μέρος, το Λαύριο αναδεικνύεται ως ένα σύμβολο της νεωτερικής ταυτότητας της Ελλάδας. Στους χώρους του επικρατεί η βιομηχανική παραγωγή, η τεχνική καινοτομία, ο καταμερισμός των έργων, που ακολουθούν τα βήματα της βιομηχανικής Ευρώπης. Ο κόσμος της εργασίας, βαθειά εξαρτημένος από τις δύο εταιρείες του Λαυρίου, την ελληνική και τη γαλλική, στις πλαγιές του λόφου Κυπριανός, ακολουθεί νομοτελειακά τους ρυθμούς ανάπτυξης της μεταλλουργικής δραστηριότητας. Το τρίτο μέρος του βιβλίου έχει τον τίτλο το «χρώμα του χρόνου». Οι εικόνες φέρουν το χρώμα του χρόνου που κυλά και αφήνει τα ίχνη του στα άψυχα αντικείμενα, στις πέτρες και τα κτίρια. Τα ίχνη της φθοράς στους τοίχους, τις μηχανές και τις εγκαταστάσεις, καταγράφονται με εικαστικό πάθος. Εικόνες που αναπλάθουν ένα παραγωγικό και τεχνικό σύστημα που επί δύο αιώνες προσδιόρισε τη ζωή των ανθρώπων.
Το λεύκωμα αυτό αποτελεί μια απόδειξη ότι η ιστορική και κοινωνική μνήμη διατηρείται, μεταμορφώνεται, αναπλάθεται, με στόχο το μέλλον. Το Τεχνολογικό-Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου, ένα έργο εν προόδω του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, που βρίσκεται στους χώρους των μεταλλείων, αναπτύσσει δυναμικές τεχνολογίες και λειτουργίες τέχνης και συνεχίζει να τροφοδοτεί τη σχέση της αισθητικής με την τεχνολογία.
Τέλος, να σημειώσουμε τη συμβολή της εταιρείας Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ) ως χορηγού σε αυτή την έκδοση.

Η Ζιζή Σαλίμπα είναι οικονομολόγος-ιστορικός


Διαβάστε το όλο!

Αμφισβητώντας τη «συγκρουσιακή συναίνεση»

ΛΟΓΟΣ ΕΝ ΠΡΟΟΔΩ. ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ

ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΙΟΥΠΚΙΟΛΗ

Το πολιτικό σχέδιο της Chantal Mouffe για μια «αγωνιστική δημοκρατία» διατυπώνει ορισμένες ειδικότερες εισηγήσεις για την αναδιάρθρωση των φιλελεύθερων δημοκρατιών, στο εσωτερικό τους και τη διεθνή σφαίρα.
Στα ενδότερα των φιλελεύθερων κοινωνιών, ιδανική έκφραση της δημοκρατικής αγωνιστικότητας είναι η ενεργοποίηση μίας «συγκρουσιακής συναίνεσης» γύρω από τις καταστατικές αρχές της δημοκρατικής πολιτείας, την ισότητα και την ελευθερία. Το «ανταγωνιστικό» στοιχείο της κοινωνικής ζωής τιθασεύεται με τη σφυρηλάτηση θεσμών και πρακτικών που προαλείφουν τη μετουσίωση του πολιτικού ανταγωνισμού σε «αγωνισμό». Οι αντίπαλοι συναινούν στο πνεύμα της ελευθερίας και της ισότητας. Η διαμάχη τους εξελίσσεται γύρω από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους προσλαμβάνουν και επιδιώκουν να θέσουν σε εφαρμογή αυτές τις συνταγματικές αξίες. Η αγωνιστική αντιπαράθεση στο πλαίσιο ενός συμφωνημένου πολιτικού ορίζοντα συντελεί αφενός στη διαφύλαξη της πολιτικής ένωσης και αφετέρου στην πολιτική διαχείριση βαθιών αντιθέσεων. Η αγωνιστική δημοκρατία είναι μία πολιτική αρένα όπου αναμετρώνται αντίπαλα ηγεμονικά προγράμματα για την ανασύσταση της δημοκρατικής κοινωνίας. Αντικείμενό της είναι η ίδια η διάταξη των σχέσεων εξουσίας που διαρθρώνουν τους κοινωνικούς σχηματισμούς.
Στον διεθνή στίβο, ο αγωνισμός της Mouffe αποζητεί κυρίως τη διασπορά της παγκόσμιας εξουσίας και την πρόληψη βίαιων συρράξεων μέσα από το άνοιγμα νόμιμων διαύλων για το παιχνίδι των διαφορών. Η εδραίωση ενός «πολυπολικού κόσμου» που θα φιλοξενεί ένα πλήθος περιφερειακών εστιών απόφασης και πολιτισμικής κοινότητας είναι δυνατό να εξασφαλίσει μία σχετική ισορροπία δυνάμεων. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αποτραπεί η πλανητική δυναστεία μίας παγκόσμιας δύναμης και ενδέχεται να αποσοβηθούν οι πιο καταστροφικοί κίνδυνοι του σύγχρονου πολέμου. Η ανάδειξη μίας πληθώρας διεθνών πόλων ισχύος προσφέρει τις κατάλληλες υποδοχές για την εγκατάσταση ενός πλουραλιστικού συστήματος διεθνούς δικαίου και διευθέτησης των διαφορών. Ένα τέτοιο σύστημα θα κατοχυρώνει την ισότιμη αυτονομία ποικίλων εθνικών και διεθνών κοινοτήτων που εκπροσωπούν ετερόκλιτα σχήματα πολιτισμού, οικονομίας και πολιτικής.
Για να δούμε αν ο αγωνισμός της Mouffe μπορεί να ευδοκιμήσει στην ενδοχώρα μιας δημοκρατικής πολιτείας, θα πρέπει να σταθούμε σε μία αξονική του αμφιρρέπεια, η οποία ενδέχεται να αποβεί ολέθρια. Από τη μία, οι «αντίπαλοι» του δημοκρατικού αγώνα εμφορούνται από μια κοινή προσήλωση στην ελευθερία και την ισότητα, ενώ διαφωνούν για το νόημα και την εφαρμογή τους, που θα πρέπει να συνιστούν ακριβώς τα κύρια διακυβεύματα της δημοκρατικής αντιπαράθεσης. Συνεχίζοντας στην ίδια ριζοσπαστική γραμμή, η Mouffe διευκρινίζει ότι οι αντίπαλοι συγκρατούν τη διαπάλη τους στα όρια ενός δημοκρατικού πλαισίου, αλλά η σύγκρουσή τους αφορά την ίδια τη ρύθμιση του πλαισίου. Μπορεί συνεπώς να αναδιατάξει και να ανανεώσει τα συστατικά του στοιχεία. Από την άλλη, τώρα, η διαμάχη ελέγχεται ρητά από μια δέσμη δημοκρατικών κανόνων που ενστερνίζονται από κοινού οι αντίδικοι και κινείται εντός των συνόρων των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών. Η δημιουργία μιας ριζικά νέας τάξης πραγμάτων αποκηρύσσεται. Η συνακόλουθη περιχαράκωση της πολιτικής αντιδικίας και της αμφισβήτησης γίνεται ακόμη πιο στενή και συγκεκριμένη: η «αγωνιστική δημοκρατία» της Mouffe απεμπολεί την επιθυμία ανατροπής του καπιταλισμού, καταγγέλλει το όνειρο για μία «απόλυτη δημοκρατία» του αυτοοργανωμένου πλήθους χωρίς κρατική κυριαρχία, και ενθρονίζει το κοινοβούλιο στο θεσμικό προεδρείο της πολιτικής ζωής, ως αναντικατάστατο όργανο για την εξημέρωση του ανταγωνισμού.
Το σύμπλοκο των ειδικότερων αυτών όρων με τους οποίους η Mouffe αποσαφηνίζει το περιεχόμενο της συγκρουσιακής συναίνεσης φαίνεται να δικαιώνει την κριτική του Zizek, ότι η αγωνιστική δημοκρατία δεν θέτει σε κίνδυνο το status quo της σημερινής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Προνοεί για τη διεκδίκηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και μετακινήσεων στους συσχετισμούς εξουσίας. Αλλά απομακρύνει από το στρόβιλο της πολιτικής έριδας τις βασικές ορίζουσες της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης των καιρών μας: την καπιταλιστική ηγεμόνευση των οικονομικών σχέσεων, τον αντιπροσωπευτικό συγκεντρωτισμό της δημοκρατίας και την κυριαρχική εξουσία του κράτους.
Το κλείσιμο αυτό του δημοκρατικού αγωνισμού της Mouffe ακυρώνει το αόριστο και ευρύ πνεύμα των αρχικών διακηρύξεων, οι οποίες επαγγέλλονται εν γένει μία αντιπαράταξη διαφορετικών αναγνώσεων της δημοκρατικής ισοελευθερίας. Δεν νομιμοποιείται, επίσης, από τον καταστατικό χάρτη της δημοκρατίας. Συστέλλει την ελεύθερη θέσμιση της κοινωνίας από τη συλλογικότητα των πολιτών, για λόγους που δεν ανατρέχουν στέρεα και τεκμηριωμένα στις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας. Στο στοχασμό της συγγραφέως δεν εκτίθεται λ.χ. καμία διεξοδική επιχειρηματολογία, η οποία να στοιχειοθετεί γιατί θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα μίας ριζικής εναλλακτικής πέρα από την οικονομία της αγοράς και να συνδέει την πρόταση αυτή με την αξιακή παρακαταθήκη της δημοκρατικής ζωής και όχι με το κυρίαρχο Zeitgeist της εποχής. Ανεξάρτητα, άλλωστε, από τα όποια επιχειρήματα θα ήταν δυνατό να προσκομιστούν υπέρ μιας οριστικής προσχώρησης στον καπιταλισμό, η επιλογή αυτή δεν θα έπρεπε να παραμένει αντικείμενο του αγωνιστικού διαξιφισμού, καθώς οι διαπλοκές της αγοραίας οικονομίας με τη δημοκρατία είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενες; Το ίδιο δεν αληθεύει και για τα αντιδημοκρατικά επακόλουθα της συγκεντρωτικής αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης και των κρατικών γραφειοκρατιών;
Κατά συνέπεια, η συρρίκνωση της εστίας της πολιτικής συμφωνίας όπου εδρεύει η «συγκρουσιακή συναίνεση» της αγωνιστικής δημοκρατίας σμικρύνει αντίστοιχα την επικράτεια της δημοκρατικής αυτονομίας, δηλαδή της ελεύθερης διευθέτησης και αναθεώρησης της κοινωνικής συνύπαρξης από τους πολίτες. Περισφίγγει ταυτόχρονα την ελεύθερη κριτική, που θα μπορούσε να συνδράμει τις προσπάθειες εμβάθυνσης της ισότητας, φωταγωγώντας αδικίες, αποκλεισμούς και δεσμούς υποταγής. Τέλος, η υπόκλιση του αγωνιστικού παραδείγματος της Mouffe στα θέσφατα της ηγεμονικού φιλελευθερισμού το καθιστά ευάλωτο στους ίδιους μύδρους που εξαπολύει σήμερα κατά των παρατάξεων της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Μοιάζει δηλαδή να μετέχει και αυτό μιας μεταπολιτικής συναίνεσης, που αποπολιτικοποιεί τους διαρθρωτικούς κανόνες της κοινωνικής οργάνωσης και της πολιτικής δράσης. Ανοσοποιεί έτσι μία θεμελιώδη σύμπνοια, η οποία στομώνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, εκτρέποντάς τους προς ακραίους αντικαθεστωτικούς διαύλους. Παράλληλα, αδρανοποιεί τους πολίτες γιατί δεν αντιπαραθέτει εναλλακτικά οράματα ζωής στα οποία θα μπορούσαν να επενδύσουν με πάθος.

Για έναν άλλο αγωνισμό

Ο δημοκρατικός αγωνισμός θα μπορούσε εύκολα να μεταπλαστεί, ώστε να διαπλατύνει τον πυρήνα της «συγκρουσιακής συναίνεσης». Αρκεί να αποδεσμευόταν από τις εκ προοιμίου οριοθετήσεις της Mouffe και να περιστρεφόταν μόνο γύρω από καταστατικές αξίες –την ισότητα και την ελευθερία- που θα επιδέχονταν ένα αόριστα ανοικτό φάσμα δυνατών συγκεκριμενοποιήσεων. Η εστία της κατ’ αρχήν δημοκρατικής συναίνεσης μπορεί να περιοριστεί σε ένα ελάχιστο περιεχόμενο, που θα εξουσιοδοτεί μία εκτεταμένη διαμάχη συγκεκριμένων αναπτύξεων των αρχών. Ορισμένες εννοήσεις της ισοελευθερίας είναι πιθανόν ότι θα διαφωνούν και πάλι θεμελιωδώς - για παράδειγμα, τοποθετήσεις που δεν συγκατατίθενται σε μία απαραβίαστη, στοιχειώδη δέσμη ατομικών δικαιωμάτων. Αλλά η κατεστημένη δημοκρατική πολιτεία θα μπορούσε να τους εκχωρεί ίσες δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης και πολιτικής δραστηριοποίησης, διατηρώντας μια κριτική εγρήγορση για το ενδεχόμενο ακραίων δράσεων που πλήττουν το μύχιο κέντρο της.
Μια αγωνιστική δημοκρατία οφείλει να πειραματίζεται με τα όρια των αντοχών της, αν ουσιαστικό αντικείμενο της πολιτικής της πίστης είναι η ίση ελευθερία και όχι η μερική σύλληψη αυτής στο θεμελιώδες συμβόλαιο και στις ευρύτερες μεθερμηνείες που διαγκωνίζονται μεταξύ τους γύρω από τον άξονα του συμβολαίου. Οφείλει να δοκιμάζεται στο αμόνι της ριζικής αμφισβήτησης από δυνάμεις οι οποίες είναι ταγμένες στην ισότητα και την ελευθερία, αλλά τις εξειδικεύουν με άκρως διαφορετικό τρόπο και θέτουν υπό αίρεση την ορθοδοξία της συγκρουσιακής συναίνεσης. Ένα πολίτευμα κοινωνικής αυτονομίας πρέπει να είναι δεκτικό σε δραστικές αναδιαρθρώσεις των συστατικών δομών και υλικών του, εφόσον κατισχύσει πλειοψηφικά η πεποίθηση ότι ορισμένες βαθιές μεταλλαγές θεραπεύουν καλύτερα τα απελευθερωτικά και εξισωτικά ιδεώδη. Συνεπώς, η ευαισθησία και η ελαστικότητα του δημοκρατικού αγωνισμού απέναντι σε ριζικές προκλήσεις που επικαλούνται το όνομα της ισοελευθερίας θα πρέπει να είναι αναβαθμισμένη και ποιοτικά διαφορετική από την ανοχή που επιδεικνύει σε όσους ενστερνίζονται εξαρχής εχθρικές αξίες - της ιεραρχίας, του αυταρχισμού, της ανισότητας και της υποταγής. Σε αυτούς οφείλει από το καταστατικό του να παραχωρεί τα ίσα δικαιώματα των πολιτών, αλλά μόνο στο βαθμό που δεν επιβουλεύονται τις ίδιες ελευθερίες των υπολοίπων. Αντίθετα, η ετερογενής ανεκτικότητα και η εντονότερη προσοχή στις πρώτες φωνές επιτρέπει τη εκταμίευση δημιουργικών και κριτικών πόρων για την ανόρθωση της εξισωτικής χειραφέτησης.
Και μετά, ωστόσο, από μία τέτοια ανασκευή τής κατά Mouffe ριζοσπαστικής δημοκρατίας παραμένει ένα κοφτερό αγκάθι. Σύμφωνα με την ίδια, κάθε δημοκρατική κοινωνία εξουσιάζεται από έναν ιδιαίτερο ηγεμονικό σχηματισμό που συνθέτει μία «συλλογική βούληση». Η ειδοποιός διαφορά του αγωνιστικού πλουραλισμού της Mouffe είναι ότι αυτός επικροτεί παράλληλα τον ζωντανό διαγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικές πλατφόρμες που παρουσιάζουν αντιμαχόμενες μεταγραφές των δημοκρατικών κανόνων, της ιδιότητας του πολίτη και του κοινού αγαθού. Κάθε ηγεμονία είναι μερική και υπό αίρεση. Ωστόσο, σε κάθε δεδομένη στιγμή, τόσο ο θεμελιώδης ιστός της δημοκρατικής κοινωνίας όσο και η ειδικότερη ανάπτυξή του κανοναρχούνται από την κρατούσα πολιτική μερίδα. Ο πλουραλισμός εγκλείεται στη σφαίρα της νόμιμης αντιπολίτευσης, από την οποία έχουν εξοβελιστεί ήδη ως έκνομες ορισμένες «μη δημοκρατικές» διαφορές. Η καθημερινή κοινωνική πραγματικότητα ελέγχεται από έναν ηγεμονικό συνασπισμό, μία πολιτική γραμμή και τυπολογία οργάνωσης.
Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε και να επιχειρήσουμε όχι απλώς μία πλουραλιστική αντίστιξη αλλά και μία πληθυντική ύφανση του κοινωνικού; Μία κοινωνική διάρθρωση που στη θέση ενός κυρίαρχου κανονιστικού καλουπιού και ενός συστήματος σχέσεων, στη θέση ενός κοινωνικού κόσμου, θα ξεδιπλώνει μία πληθώρα διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων, ερμηνειών, ιδεωδών και δυναμικών πολιτικής διάδρασης, πολλούς κοινωνικούς χωροχρόνους, ποικίλες «κοινότητες» πολιτισμού, πολιτικότητας, οικονομίας, οι οποίες θα διαπλέκονται, θα διατέμνονται, θα συντονίζονται και θα συγκρούονται σε πολλαπλές τοπικές, περιφερειακές και διηπειρωτικές κλίμακες; Δεν θα ήταν δυνατό να τεχνουργήσουμε ένα πολυποίκιλο, μεταβλητό μωσαϊκό κοινωνικών και πολιτικών τόπων, όπου ετερόδοξα δημοκρατικά προγράμματα εφαρμόζονται ταυτόχρονα και συνδέονται τόσο ανταγωνιστικά όσο και αλληλέγγυα, αντί να μάχονται απλώς για να καταλάβουν τον θρόνο του μοναδικού ηγεμόνα μίας ομόδοξης χώρας; Ένας τέτοιος πολυμερής και πολύμορφος πειραματισμός θα ενσάρκωνε ίσως πειστικότερα την ισότητα και την ελευθερία. Θα επέτρεπε στις διάφορες συλλογικότητες να διαπλάθουν αυτόνομα τις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις και να δίνουν υπόσταση στην ισοελευθερία σύμφωνα με παραστάσεις και αξιολογήσεις που αποδίδουν πιστότερα τις προτιμήσεις τους. Δεν θα τις ανάγκαζε να υποτάσσονται σε μία κοινή ηγεμονική διάταξη, η οποία ενδέχεται να καταστέλλει τις πλειοψηφικές διαθέσεις επιμέρους ομάδων της κοινωνίας.

Προσωρινός τίτλος του βιβλίου: Πολιτική της ελευθερίας. Αγωνιστική δημοκρατία, μετα-αναρχικές ουτοπίες και η εξέγερση του πλήθους

Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής είναι πολιτικός επιστήμονας


Διαβάστε το όλο!

Μια διακριτική ποιητική κατάθεση

ΠΑΝΤΑΖΗΣ Ι. ΦΥΣΣΑΣ, Ιαλάπη Μιράμπιλις και άλλα ποιήματα 1963-2008, εκδόσεις Στοχαστής, σελ. 62

Του Γιώργου Μπαλούρδου

Με τον σύνθετο και εύηχο φωνηεντικά τίτλο Ιαλάπη Μιράμπιλις, πρωτοπαρουσιάζεται στο ποιητικό στερέωμα ο ιατρός -χειρούργος στην ειδικότητα- Πανταζής Ι. Φύσσας από τις εκδόσεις Στοχαστής. «Ιαλάπη” νεότερο βοτανικό γένος των νυκταγινιδών φυτών, επίσης η ρίζα του φυτού ιπομοία», διαβάζουμε στο μεγάλο λεξικό της ελληνικής γλώσσας του Δημητράκου. Και πράγματι, τα σαράντα επτά εν συνόλω ποιήματα του βιβλίου είναι θαυμάσια ποιητικά διαμαντάκια, δραστικά καθαρτήρια στις δύσκολες, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά εποχές που διανύουμε. Σεμνός όσον αφορά την καλλιτεχνική του παρουσία και φειδωλός όπως διακρίνουμε στον ποιητικό του λόγο, ο ποιητής, στο χρονικό διάστημα των σαράντα πέντε ετών της συγγραφικής του δημιουργίας, συνέθεσε, ή σίγουρα μας παρέδωσε αποτυπωμένα μόλις σαράντα επτά ποιητικές συνθέσεις που αποτελούν τη συλλογή. Ένα ποίημα το χρόνο περίπου. Είναι προφανές ότι κίνητρό του δεν είναι η δημόσια προβολή, η επιτηδευμένη αναγόρευση του σε ποιητή. Άλλο κοινωνικό ρόλο επέλεξε να κατακτήσει μέσα στην κοινωνία. Όμως, η άψογη χρήση της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιεί, η συμμετρία των εικονικών αναπαραστάσεων της μνήμης που υιοθετεί, η υπολογισμένη διάχυση του συναισθήματος μέσα στο ποιητικό σώμα, ο ρυθμικός τονισμός της γλώσσας, οι φιλοσοφικοί του αυτοστοχασμοί, έτσι όπως οι καθαρές του ποιητικές προτάσεις αποτυπώνουν, το συνεχές εσωτερικό παιχνίδι των νοηματικών υπαινιγμών, η διακριτική ένθεση σκέψεων και λόγων από άλλους δημιουργούς, ή η χρησιμοποίηση αυτούσιων λέξεων (αγλαόν φάος) που όμως δεν ξενίζουν, ή ακόμα, η πετυχημένη ανάπλαση στίχων, όπως γίνεται με τον Σεφέρη, που δεν αποκλίνουν από τον πρωτογενή στόχο της αναφοράς, η απαλή κατανυκτική ατμόσφαιρα ορισμένων ποιημάτων, οι εύστοχοι τίτλοι των ποιητικών συνθέσεων, μας αποκαλύπτουν μια ρωμαλέα, ευαίσθητη και σημαντική ποιητική φωνή. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 συνθέτει τα περισσότερα (είκοσι επτά) από τα ποιήματα της συλλογής. Ακολουθεί η δεκαετία του 1970 με (εννέα), αυτή του 1980 με (δύο), η δεκαετία του 1990 με (ένα) και τέλος αυτή του 2000 μέχρι το 2008 με τις υπόλοιπες (οκτώ) ποιητικές μονάδες. Η πλειονότητα των ποιημάτων (τριάντα έξι) γράφτηκαν στην Αθήνα, (δύο) στο εξωτερικό, από (ένα) στη Σύρο και τη Βοιωτία και τα υπόλοιπα σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας. Οι δύο κύριοι άξονες που συστρέφεται ο ποιητικός του λόγος, είναι αυτός του χρόνου, και του χώρου. Όχι κατ' ανάγκη ο γενέθλιος. Η φυσική τοποθεσία, με ότι αυτό στον ατομικό βιωματικό ιστορικό χρόνο συνεπάγεται, παίζει σημαντικό ρόλο στο σύνολο των ποιητικών του συνθέσεων. Η εμπνευστική παρουσία του τοπίου -αστικού ή υπαίθριου, σύγχρονου ή αρχαίου- που «η φευγαλέα μνήμη» αποτυπώνει πολλές φορές με «κάποια λόγια μας ανώφελα» προσφέρει τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να ξεδιπλώσει με άνεση και σιγουριά τις αφετηριακές βάσεις της ποίησης του, καθώς και τη γλωσσική ευκρίνεια της ποιητικής του υφής. Το φυσικό τοπίο στο έργο του Φύσσα συνδηλώνει από τη μία τη βιοτική κίνηση και εμπειρία των διαφόρων προσώπων -στον ατομικό ή συλλογικό χρόνο- που συναναστράφηκε στη διάρκεια του βίου του, και τις επιμέρους ενέργειες και εκδηλώσεις τους, έτσι όπως η μελαγχολική και νοσταλγική συνήθως ματιά του εικονογραφεί, και από την άλλη τη δραματοποιημένη ωριμότητα της ποιητικής του σκηνοθετικής ευτοπίας. Ο ποιητής καθώς πλησιάζει, (γεννήθηκε το 1931) «εκεί που ο καλπασμός του χρόνου σταματάει», σε ανυπαρξίας προθάλαμο, ανοίγει μια ουσιαστική σιγαλόφωνη συνομιλία με την ψυχή του, όπως συχνά γράφει. Αναρωτιέται όχι τόσο για τα πριν αλλά για το μετά. Για το πού η εμπειρία της ζωής οδηγεί. Η σκέψη του ρέπει προς την απαισιοδοξία, καθώς η ποιητική του φωνή διαθλάται μέσα σε ένα πλαίσιο ερωτηματικά νοσταλγικό. Υπάρχουν στιγμές που ο υπαρξιακός του μηδενισμός φουσκώνει και πλημμυρίζει την ποιητική σύνθεση. Μια Καβαφική υπολογισμένη ειρωνεία υποσκάπτει το ποιητικό αποτέλεσμα. Χωρίς όμως να καταστρέφει την αισθητική του ισορροπία, τη μορφική του αρτιμέλεια. Άλλες πάλι φορές μια Σεφερική αισθησιακή ηρεμία βασιλεύει στον έρημο χώρο που κινείται ο ποιητής, καθώς γύρω απ' αυτόν η ζωή σφύζει από νεανική ζωντάνια και νέα όνειρα. Ποτέ όμως δεν παρατηρείται ένας εξοντωτικός συγκρουσιακός συναισθηματισμός. Ο μετρικός τόνος συνυπάρχει με τον λεκτικό, συνοδοιπορούν στο βασικό στόχο του ποιητή που είναι η όσον το δυνατόν πληρέστερη διαύγεια του ποιητικού συναισθήματος. Ο λόγος του ακούγεται ήρεμος, τρυφερός, μετρημένος, αλλά και ενίοτε αυτοσαρκαστικός. Το ύφος του σταθερά στωικό. Με λέξεις καθάριες και βατές, μας αυτοπαρουσιάζεται μέσα από τις διάφορες «μορφές που ξεθωριάζουν σε θαμπούς καθρέφτες», τώρα που η ζωή του κυλά ανελέητα χωρίς επιστροφή. Χωρίς αισθησιακούς σπινθηρισμούς. Σαν η εκ βαθέων αυτή εξομολόγηση του να είναι μια ποιητική αντιπροσφορά στην επερχόμενη ακινησία της μνήμης.

Ο Γιώργος Μπαλούρδος είναι συγγραφέας


Διαβάστε το όλο!

Στην οθόνη του ποιήματος

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

BERTIL MALMBERG, Ταξιδεύοντας διαφορετικά – Επιλογή ποιημάτων, Επιμέλεια-Εισαγωγή-Μετάφραση: Βασίλης Παπαγεωργίου, Πρόλογος: Peter Luthersson. Εκδόσεις Οδός Πανός, σελ. 80

«Το πιο ωραίο που μπορώ να επικαλεστώ αναφορικά με τις προθέσεις μου, δίχως να αισθάνομαι άσχημα, είναι η θέλησή μου να εκφράζομαι με ευκρίνεια και ακρίβεια, Όταν το καταφέρνει κανείς αυτό αισθάνεται ανακούφιση και απελευθερώνεται».
Οι δύο αυτές προτάσεις θα μπορούσαν κάλλιστα ν’ ανήκουν σ’ έναν σημαντικό φυσικό ή μαθηματικό• στον Bohr -ας πούμε- αφού ο Einstein είχε συνηθίσει τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς σε παρόμοιους λεκτικούς αιφνιδιασμούς. Πραγματικά, οι λέξεις «ανακούφιση και «απελευθερώνεται» έρχονται να διαταράξουν την αποφασιστικότητα της πρώτης πρότασης. Εκτός αν καταφύγουμε σ’ εκείνο το «αίσθημα της ορθολογικότητας», για το οποίο τόσο καίρια μίλησε ο William James. Η ευκρίνεια και η ακρίβεια αποτελούν αντικείμενα του επιστημονικού και φιλοσοφικού πόθου. Παράγουν ωστόσο ένα αίσθημα ολοκλήρωσης και ανάπαυσης στη νωθρή αληθοφάνειά τους. Έχει και η επιστήμη την ψυχολογική της διάσταση, που εκτείνεται αριστερά ερωτοτροπώντας με τα αιτήματα της ποίησης. Γιατί, όχι σπάνια, η ευκρίνεια και η ακρίβεια προβάλλονται ως σημαντικότατες αρετές του ποιητικού λόγου.
Ως κατεξοχήν αρετές τις προβάλει ο Σουηδός ποιητής Μπέρτιλ Μάλμπεργκ (1889-1958), στον οποίον ανήκουν τα λόγια της αρχής, και τον οποίον μπορούμε να γνωρίσουμε πολύ σύντομα, αλλά ουσιαστικά, στη μικρή επιλογή τού Βασίλη Παπαγεωργίου. Και είναι πολύ αυτό το λίγο, γιατί μέσα σε λιγότερες από 80 σελίδες, ο Σουηδός ποιητής πτυχώνει τον λόγο με θαυμάσιες στοχαστικές κινήσεις.
Ο Bertil Malmberg υπήρξε προσωπικότητα οριακή. Γεννημένος το 1889, εμφανίστηκε στα γράμματα της χωράς του, το 1908, με το βιβλίο Φωτιές, που περιλάμβανε ποιήματα με παραδοσιακή τεχνική και μεταφυσική θεματική. Ο θάνατος και η συνεχής παρουσία του στη ζωή χαρακτήρισαν από την αρχή την ποίησή του, η οποία κατέγραφε συνεχώς τις αθέατες σχέσεις των υλικών και πνευματικών όντων που πλαισιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Μέχρι το 1948, τα ποιήματά του ακολουθούν παραδοσιακές τεχνικές και ο ίδιος ακολουθεί τον δύσβατο δρόμο μιας ζωής μοναχικής, αριστοκρατικής από πνευματική άποψη, στηριγμένης σε εκλεκτικές συγγένειες με τους Γερμανούς ρομαντικούς και τους Γάλλους συμβολιστές, και βυθισμένης στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Η καταγωγή της ιδιοφυίας του δεδομένη: Baudelaire - Hölderlin - ηπειρωτικός υπαρξισμός. Η γλώσσα του οριακή, όπως και η ζωή του, αν και ο λυρισμός του παραμένει παραδοσιακός.
Ξαφνικά, στα 1948, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, η πνευματικότητά του στρέφεται προς τον ελεύθερο στίχο. Η εμπειρία της επαφής με τον θάνατο και, οπωσδήποτε, η εμπειρία των τεχνητών παραδείσων των ναρκωτικών και του αλκοόλ, πρόβαλε εκφραστικά αιτήματα, που δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν από τον ήδη τυποποιημένο στίχο του Fin de siècle. Ο αισθητισμός, ως τελευταίο καταφύγιο του τρομαγμένου από την ανερχόμενη κοινωνική λογική της αγοράς ρομαντισμού, είχε επεξεργαστεί ένα σύστημα αισθητικών προδιαγραφών τόσο απαιτητικό, ώστε οι ποιητές που επέμεναν στον παραδοσιακό στίχο να βυθίζονται σε μια λεπτή ειρωνεία, η οποία τους έλυνε αρκετά τεχνικά προβλήματα, αλλά αφαιρούσε κάθε ζωντάνια από το ποίημα. Παιδί του τέλους του 19ου αιώνα ο Malmberg, χαρακτηριστικά αριστοκρατικός και décadenciste, θα κατορθώσει να αποδεσμευτεί από ένα ολόκληρο έργο (δέκα εξαιρετικά βιβλία) που τον είχε φέρει στην πρώτη γραμμή της σουηδικής ποίησης, και να δημιουργήσει ένα καινούργιο, μοντερνιστικό έργο, το οποίο πυροδότησε μια σχολή εσωτερικής, μυστικής ή μεταφυσικής γραφής: την σημαντική για την εξέλιξη της σουηδικής ποίησης γενιά του 1940. Φυσικά, πριν από το νέο αυτό έργο, είχε δημιουργηθεί ο νέος ποιητής, κληρονομώντας από τον παλιό, ό,τι δυναμικότερο: την εκφραστική τόλμη, τη λεπτή παρατήρηση, την τέλεια οργάνωση του λόγου, το μεταφυσικό βάθος και την υπαρξιστική διαχείριση των επίμονων θεμάτων του θανάτου, του τρόμου, της μόνωσης. Άλλωστε, φαίνεται πως η ρωγμή που έθραυσε το προσωπείο του ποιητή, για να φανερώσει έναν ποιητή, είχε σχέση με την αδυναμία του παραδοσιακού στίχου να προχωρήσει αρκετά βαθιά.
Το αποτέλεσμα δικαίωσε την ισχυρή ποιητική ιδιοσυγκρασία του. Η ποίηση που θα γράψει στο εξής, θα έχει ισχυρά μοντερνιστικά χαρακτηριστικά, τα οποία της επιτρέπουν να φτάνει απρόσκοπτα μέχρι τον σημερινό αναγνώστη, όσο τουλάχιστον φτάνουν οι κινηματογραφικές ταινίες του Ingmar Bergman. Αξίζει να σημειωθεί πως το κλίμα της ποίησης του Malmberg αδικείται όταν χαρακτηρίζεται ονειρικό, όπως συμβαίνει συχνά στις παρουσιάσεις του βιβλίου του για παιδιά Ake och hans värld (Ο Όκε και ο κόσμος του). Ονειρικό είναι μόνο το υλικό του, ακριβώς με την ίδια έννοια που είναι ονειρικό το υλικό της Έβδομης Σφραγίδας του Bergman. Η παρουσίασή του είναι σχεδόν αμιγώς κινηματογραφική, και μάλιστα με επιδέξια κίνηση της κάμερας σε αντικειμενικά πλάνα. Από εδώ και η ακρίβεια, η ευκρίνεια, που επιδίωκε. Άλλωστε ο Malmberg υπήρξε εξαίρετος σεναριογράφος.
Στο ποίημα ΑΚΡΟΑΤΗΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ (σελ. 27) -το οποίο ο Παπαγεωργίου έχει μεταφέρει στα ελληνικά με τρόπο που θα ορκιζόταν κανείς πως δεν είναι μετάφραση- μπορούμε να δούμε καθαρά αυτήν την κινηματογραφική παρουσίαση.

Όταν άκουσε τις ειδήσεις
για το Άουσβιτς
που έφταναν παταγωδώς από τον Άδη –
τότε ρίγησε
ο Ηλιογάβαλος, ο νεαρός Σύριος,
που άκουγε μαζί με τη μητέρα του.

«Περισσότερα!» βόγκηξε
και χτύπησε το πάτωμα με το πόδι:
το ανίσχυρο σκιώδες πόδι...


Δυστυχώς ο χώρος δεν επιτρέπει να δούμε ένα πιθανό découpage αυτού του μικρού σεναρίου -αρκετά καβαφικού, όπως σημειώνει ο μεταφραστής- αλλά μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας, για μια στιγμή, στο τελευταίο πλάνο. Το κύριο πρόσωπο του ποιήματος δεν χτυπά το πόδι στο πάτωμα, αλλά το πάτωμα με το πόδι. Αυτή η λεπτή διάκριση γίνεται με την στροφή της κάμερας στο πάτωμα. Το πόδι μπαίνει στο πλάνο μετά. Στην αρχή, σαν ένα οποιοδήποτε πόδι που προτίθεται να χτυπήσει το έδαφος. Ύστερα το χτυπά και τότε ο φακός μάς αφήνει να δούμε -στο σημείο της κρούσης- ένα ανίσχυρο σκιώδες πόδι. Από αυτήν την κίνηση στην οθόνη του ποιήματος προκύπτει η ηθική διάστασή του, χωρίς καμία λεκτική ηθική συνεισφορά. Με διαύγεια και ακρίβεια. Και μια και το έφερε ο λόγος, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η τεχνική του συγκεκριμένου ποιήματος θα μπορούσε να στρέψει την προσοχή μας σε μιαν αδιερεύνητη πλευρά του καβαφικού έργου: την εικόνα.
Άλλα, πραγματικά συναρπαστικά ποιήματα, όπως Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΤΟΝ ΣΑΤΑΝΑ (σσ. 22-24), ΑΠΟΠΛΗΚΤΟΣ (σσ. 31-33) και Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (σσ. 36-37) είναι μια ελάχιστη ματιά σ’ ένα σπουδαίο έργο, που αξίζει να μας δοθεί απλόχερα. Στο μέτρο των αντοχών του Βασίλη Παπαγεωργίου, δηλαδή, ο οποίος μάχεται χρόνια τώρα για τη δημιουργία μιας στενής σχέσης ανάμεσα στην ελληνική και τη σουηδική λογοτεχνία, μεταφράζοντας και στις δύο γλώσσες.

Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής


Διαβάστε το όλο!

31/10/2009

Η ζωγράφος του μήνα

Η ζωγράφος του Νοεμβρίου είναι η Ελένη Κάπρου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Θεσπιές Θηβών της Βοιωτίας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Φοίτησε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας (1981-1984), ζωγραφική, και στην Scuola International di Graphica “Il Bisonte” της Φλωρεντίας (1985-1986), γραφικές τέχνες.
Συνέχισε τις σπουδές της στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1991-1996), στο Τμήμα της Χαρακτικής, με δασκάλους τον Θανάση Εξαρχόπουλο και τον Γιώργο Μήλιο.
Συμμετείχε σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως η «International Print Biennial», στη Λουμπλιάνα της Σλοβενίας και η «The First International Print Biennial», στο Μάστριχτ της Ολλανδίας (1993), η «Gravures Helleniques Contemporaires» της ΟΥΝΕΣΚΟ, στο Λουξεμβούργο, Παρίσι και Αθήνα, η «Mini Print International des Cadaque’s», στην Taller Galleria Fort της Βαρκελώνης, και η «Νέοι Έλληνες Χαράκτες» του ιδρύματος Α. Τάσσος, σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Λευκωσία, Λάρισα και Βόλοω(1994), η «21st International Biennial of Graphic Art», στη Λουμπλιάνα (1995), η «International Print Exhibition», στο Portland Art Museum του Oregon των ΗΠΑ (1997), η «1η Τριενάλε Ελληνικής Χαρακτικής», στην Πινακοθήκη Πιερρίδη (2001), καθώς και σε εκθέσεις που διοργάνωσε, από το 2004 μέχρι και το 2009 η Ένωση Ελλήνων Χαρακτών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η «Έκθεση Ελλήνων Χαρακτών Print Fest», στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα Μερκούρη» (2009).
Η Ελένη Κάπρου προβάλλει με το έργο της απερίφραστα τη χαρακτική ως αυτόνομη μορφή έκφρασης.
Συναντάμε σ’ αυτό διαφορετικά ύφη από την ιστορία της τέχνης. Γράφει με διαφορετικές μεθόδους πάνω σε διαφορετικές μήτρες. Χρησιμοποιώντας όχι μόνο τα συνήθη υλικά και οξέα αλλά και φύλλα δένδρων, πυκνά υφασμένα ή αραχνοΰφαντα κουρελάκια. Δημιουργώντας εικόνες ανοίκειες.
Κτίρια κυβοειδή που κλίνουν και θα μπορούσαν να έχουν αναδυθεί από ταινίες του Φριτς Λαγκ. Αν οι πλευρές τους δεν είχαν κοσμηθεί με αρχαϊκές φιγούρες, σε στάση ικεσίας ή αναμονής, πουλιά και ήλιους. Αν δεν είχαν, ενίοτε, βαφτεί με χρώματα ζεστά.
Πόλεις που δείχνουν, όπως η «Φλωρεντία» της, την ερήμωση του σύγχρονου κόσμου, κάτω από ένα λευκό σχηματοποιημένο φεγγάρι, πάνω σε ένα εξωπραγματικό γαλάζιο φόντο, μέσα από τους μαύρους όγκους των οικοδομημάτων τους.
Ή αποκαλύπτουν τη σχιζοειδή υπόστασή του, με ένα έργο όπως ο «Βόσπορος». Τον οποίο η καλλιτέχνης αφήνει να κυλήσει ανάμεσα σε δυο γαλαζωπές, ανθρωπόμορφες ηπείρους που, όπως δυο ερωτευμένοι, πλησιάζουν αλλά δεν καταφέρνουν να αγγίξουν η μία την άλλη.
Τοπία που αποκαλεί «Έκρηξη», «Έξοδος» ή «Επαλληλίες» και φανερώνουν, με την υλικότητα αλλά και την επιθετικότητα των γραμμών τους, επιρροές από τα τοπία και τα γλυπτά του νεοεξπρεσσιονιστή Άνσελμ Κίφερ. Δεν φέρουν όμως το φορτίο του αμφιλεγόμενου ιδεοληπτικού συμβολισμού των έργων του.
Μουσικές σελίδες πλασμένες από νότες λικνιζόμενες, που θυμίζουν μικρά, γραμμικά δοσμένα, κορίτσια.
Συνθέσεις από ρυθμικά παλλόμενα, βαμμένα με ζωηρά χρώματα, γεωμετρικά σχήματα, που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως μνεία στις «Χρωματικές συμφωνίες» του σκαπανέα της αφηρημένης τέχνης Βασίλι Καντίνσκι. Και ως μια εκ νέου αναζήτηση της πνοής της αφηρημένης φόρμας.
Μαυρόασπρα «Παράθυρα» που προβάλλουν στο βάθος τους την ποιητική δύναμη ενός μικρού σχηματοποιημένου σπιτιού.
Η Ελένη Κάπρου επιχειρεί, μέσα από τις αντιφάσεις που αναδεικνύει και την ανομοιογένεια των υλικών της, να αποκαλύψει την κρυμμένη, κάτω από μιαν εύπεπτη ομοιομορφία, ζωογόνο δύναμη της διαφορετικότητας.

ΛΗΔΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


Διαβάστε το όλο!