17/6/18


Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση George Condo at Cycladic που πραγματοποιείται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης (Νεοφύτου Δούκα 4 και Βασιλίσσης Σοφίας & Ηροδότου 1, Αθήνα). Επιμέλεια Αταλάντη Μαρτίνου. Μέχρι 14/10

George Condo, Άστεγοι Αρλεκίνοι, λάδι σε καμβά, 60,3 x 50,8 εκ., Skarstedt, Νέα Υόρκη, φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν

Abecedar


Ένα άγνωστο αναγνωστικό του ...ελληνικού κράτους, πριν 93 χρόνια

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Μετά την ιστορικής σημασίας συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, το μόνο επιχείρημα που απέμεινε στον πρόεδρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης να ψελλίσει, για να δικαιολογήσει την εναντίωση του σ’ αυτήν, ήταν το επιχείρημα ότι με τη συμφωνία αναγνωρίζεται στη γείτονα χώρα το διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των πολιτών της, και κυρίως η ύπαρξη μακεδονικής γλώσσας
Ως προς το θέμα ύπαρξης σλαβικής Μακεδονικής γλώσσας και τη φιλολογία που έχει αναζωπυρωθεί τελευταία γύρο απ’ αυτό, φαίνεται να αγνοείται η δήλωση του Υπουργού των Εξωτερικών, ότι η Ελλάδα αποδέχθηκε την διεθνή αναγνώρισή της από τον ΟΗΕ ήδη το …1977 !
Πάντως, στην αναψηλάφηση του θέματος, η ιστορία φαίνεται να πηγαίνει όλο και πιο πίσω από αυτή την ημερομηνία. Ο Σωτήρης Βαλτέν μας θύμισε στην Αυγή της προηγούμενης Κυριακής, ότι ο Ευάγ. Αβέρωφ ως Υπουργός Εξωτερικών σε ομιλία του στη Βουλή στις 17 Σεπτεμβρίου 1959 παραδέχονταν την ύπαρξη κι αναγνώριση «Μακεδονικής γλώσσας» στο ομόσπονδο Κράτος της τότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, επινοώντας, για λόγους εσωτερικής πολιτικής, τον αυθαίρετο διαχωρισμό της από το «τοπικό ιδίωμα (που) ομιλείτε σε ορισμένα χωρία της ελληνικής Μακεδονίας».
Το οποίο όμως ‘ιδίωμα’ ως μειονοτική γλώσσα, είχε επίσης αναγνωρίσει το ελληνικό Κράτος με Κυβέρνηση Αν. Μιχαλακόπουλου από το …1925 !
 Αναγνώριση που ήρθε ως συνέπεια διεθνών συμφωνιών/αποφάσεων της Κοινωνίας των Εθνών (του ΟΗΕ της μεσοπολεμικής περιόδου), αναλαμβάνοντας και την υποχρέωση διδασκαλίας της μέχρι την Δ΄ Δημοτικού και λειτουργίας αντίστοιχων μειονοτικών σχολείων. Στα πλαίσια αυτής της υποχρέωσης συντάχθηκε, μέσα σε λιγότερο από ένα τρίμηνο, την άνοιξη του 1925, και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, σλαβομακεδονικό αλφαβητάριο (Abecedar) για την πρώτη Δημοτικού, με λατινικούς όμως χαρακτήρες, και το οποίο ήταν σύμφωνο με τα φωνητικά ακούσματα δηλ. τη γλώσσα που μιλιόνταν στην περιοχή της Φλώρινας.

Ποίηση και παγκοσμιοποίηση

Άποψη της έκθεσης, φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν



ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ο χρόνος της τέχνης
Η ποίηση, και γενικότερα η τέχνη, έχει τη δικιά της ιστορικότητα, απολύτως διακριτή από αυτή της πολιτικής, της οικονομικής, ακόμα και της πολιτιστικής ιστορίας. Οι διαδρομές τους είναι ασύμπτωτες. Άλλοτε η τέχνη προηγείται, άλλοτε έπεται, και σπανίως συμπίπτει, δηλαδή συμπίπτουν οι εξάρσεις και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, με εκείνα της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας.
Ας φέρω ένα παράδειγμα. Ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας της δημιουργίας των εθνών-κρατών. Δεν απέκτησαν όμως όλα τα έθνη-κράτη εθνική λογοτεχνία. Παρ’ ότι τα σχολικά βιβλία κάθε χώρας περιέχουν και τη «λογοτεχνία της», είναι πολύ λιγότερες οι εθνικές λογοτεχνίες που στέκονται ισότιμα έναντι αλλήλων, στον παγκόσμιο χάρτη. Γιατί, στην τέχνη, το στοιχείο της αισθητικής ποιότητας είναι εκ των ων ουκ άνευ.
Έτσι, έχουμε γλώσσες, μικρές ή μεγάλες, όσον αφορά τον πληθυσμό που τις μιλά, στις οποίες δεν έχει γραφεί ποίηση, που να δικαιούται μια θέση στον παγκόσμιο ποιητικό χάρτη. Έχουμε έθνη-κράτη που δεν διαθέτουν εθνική λογοτεχνία (κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ατελή έθνη-κράτη, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση).
Η καθ’ ημάς εθνική λογοτεχνία ιδρύεται με το έργο του Διονυσίου Σολωμού, που συνοψίζει, και ανασυνθέτει, γλωσσικές και λογοτεχνικές επιτεύξεις και πολιτισμικές διεργασίες, του ευρύτερου ελληνικού χώρου και χρόνου, όμως το κάνει με συνείδηση ότι ιδρύει εθνική λογοτεχνία, ισότιμη στον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό χάρτη της εποχής. Άλλωστε, από το ευρωπαϊκό λογοτεχνικό και φιλοσοφικό γίγνεσθαι αντλεί την παιδεία του και τα εργαλεία του. Και αυτό το κάνει ταυτόχρονα με την επανάσταση του 1821. Αν όμως δεν είχε υπάρξει ο Σολωμός, και ο Κάλβος, αλλά μια σειρά ποιητών σαν τον Γεώργιο Τερτσέτη, θα μιλούσαμε για διακριτή, νεοελληνική εθνική λογοτεχνία, ήδη από το 1821;

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά


ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΦΑΣ, Το τελευταίο τσιγάρο, ή ο μονόλογος του τρυφερού λήσταρχου Ιωάννη Παπαδημητρίου εκ Δρυανίτσης εκτελεσθέντος στις 23 Ιουλίου 1924 στους στρατώνες της Κατερίνης, εκδόσεις Παρέμβαση, Κοζάνη
           
Το ένατο ποιητικό βιβλίο του Αντώνη Κάλφα έχει τη φόρμα του θεατρικού μονολόγου, με παραθεματικές τεχνικές που δημιουργούν κάτι σαν κρύπτες για τη «λαθραία» αλήθεια. Τον μονόλογο τον ακούμε να βγαίνει από το στόμα του νεαρού ληστή Ιωάννη Παπαδημητρίου, πριν την εκτέλεσή του, στα 1924,  καπνίζοντας το τελευταίο του τσιγάρο. Όμως η δική του φωνή περικλείει και όλες τις φωνές των ληστών της ορεσίβιας εξορίας.
Στον ελάχιστο (και γι’ αυτό πολύτιμο) χρόνο τα λόγια του είναι δίκοπα· λόγια εξομολόγησης (αφήγησης της αποφασισμένης απείθειας) και απολογισμού – η παράδοση της ζωής μας στην συναισθηματική άπνοια. Τα τελευταία συνιστούν μια προβολή στο παρόν και στο μέλλον για τους αναγνώστες/ακροατές του μονολόγου, ενώ τα πρώτα  είναι οι μικρές αστραπές που ανοίγουν όψεις στο σκοτεινό παρελθόν της πόλης της Κατερίνης.
Οι δεκατέσσερις ενότητες του μονολόγου συνθέτουν ψηφίδες μνήμης από την όψη της πόλης και από την ιστορία της, όπως αυτές φτάνουν στο μυαλό του εξομολογούμενου, την ώρα της αναμέτρησής του με αυτούς που στήνουν εξουσίες με το φόβο του θανάτου. Το παρελθόν φτάνει σε μας διχασμένο, αντιφατικό και βαθιά αυταρχικό· είναι του ληστή, που πήρε τα βουνά της ελευθερίας  και είναι  του παραδειγματικού και βίαιου θανάτου  της νιότης. Το κέρδος είναι η μνήμη του ληστή που θυμάται· θυμάται την ιστορία της πόλης σε μια σειρά από «ριπές»: η μισή επανάσταση του 1821, το άδειασμα του τόπου με την μετανάστευση και τις εξορίες των αντιφρονούντων, τα χθεσινά νεοκλασικά και τα σημερινά χαμόσπιτα, «ριπές» πολλές μέσα στο κείμενο και ιδιαίτερα εκείνες που δείχνουν πλιατσικολόγους τους επίσημα συμμάχους Ευρωπαίους.

Αόρατα βιβλία και συγγραφείς φαντάσματα

George Condo, Ο Βούλγαρος Τραπεζίτης, 2010, μπρούντζος, 48,3 x 26,7 x 24,1 εκ., φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν



ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Γαλήνεψε την ψυχή σου. Ίσως θα μείνεις για πάντα στην πυκνή παράταξη των φαντασμάτων – έτσι με παρηγορεί ο νεαρός μου φίλος, σχολιάζοντας όσα ψιθύριζα από μέσα μου (κάτι βέβαια πρέπει να είχε φτάσει στ’ αφτιά του), για την απουσία των βιβλίων μου στα βιβλιοπωλεία. (*)
Εγώ από την άλλη, δεν γαληνεύω την ψυχή μου, δεν μπορώ. Και σε διαβεβαιώνω ότι κάθε συγγραφέας θα σου έλεγε το ίδιο. Πώς μπορώ -θα σου έλεγε– να γαληνέψω την ψυχή μου; Αν το έκανα δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω. Για ποιο λόγο θα έπρεπε να χάνω ημέρες και νύχτες να τυραννώ την ψυχή μου, πάνω σε μια σελίδα, σε μια φράση, σε μια γραμμή, σε μια λέξη; Για ν’ ακολουθήσω τη σοφή συμβουλή σου; Όχι, και πάλι όχι, δεν γαληνεύω την ψυχή   μου. Αλλά ας δεχτούμε ότι το κάνω. Και έστω ας ισχύει για μένα. Θα έπρεπε να γαληνέψει την ψυχή του, να υποκύψει στο να μείνει, όπως εγώ, στην πυκνή παράταξη των φαντασμάτων, κι ένας όχι ευκαταφρόνητος αριθμός της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μόνο γιατί κι αυτή είναι εξαφανισμένη, desaparecida, και έχει καταλήξει ανύπαρκτη, μέσα στη μη ορατότητά της;
Σ’ αυτή συγκαταλέγονται πολλά βιβλία που, ειδικά οι πιο νέοι, θα έπρεπε τουλάχιστον να μπορούν να βλέπουν όταν μπαίνουν σ’ ένα βιβλιοπωλείο, για να τους έρθει η ιδέα να τα διαβάσουν και ν’ αναρωτηθούν ποιος είναι αυτός που τα έγραψε, βιβλία από τα οποία θα μπορούσαν να μάθουν κάτι: για παράδειγμα να δημιουργήσουν εκείνο τον κρίκο λογοτεχνικής και γλωσσικής μνήμης που τα συνδέει με εκείνα που προηγήθηκαν, και για να μην αισθανθούν σαν μια κηλίδα πετρελαίου που επιπλέει πάνω στη θάλασσα του παρόντος.

Η εφηβεία και τα άλογα της θάλασσας


ΠΑΙΔΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

Maggie Stiefvater, Οι Αγώνες του Σκορπιού, Μετάφραση: Αγγελική Δαρλάση, εκδόσεις Πατάκη

Τα ευπώλητα βιβλία, των οποίων η εμπορική επιτυχία αντικατοπτρίζεται ταυτόχρονα και σε πολλαπλές μεταφράσεις και σε βραβεία, άλλοτε δικαιούνται και άλλοτε (πιο συχνά) δεν δικαιούνται να υπερηφανεύονται και ως καλλιτεχνικές δημιουργίες· το ανά χείρας βιβλίο τής Μάγκι Στίφβατερ, πάντως, ανήκει στην ευάριθμη κατηγορία.
Έχοντας για πολλά χρόνια ως απωθημένο στόχο/ επιθυμία να γράψει ένα βιβλίο για τα μυθικά άλογα της θάλασσας (τα οποία, όπως η ίδια μάς πληροφορεί στο σχετικό «Σημείωμά» της, πέρα από το όνομα «καπλ ίσκα» το οποίο εκείνη υιοθέτησε, στην παραλλαγή τής γλώσσας Μανξ[i] ονομάζονται «γκλάστιν», στις ιρλανδικές παραλλαγές ονομάζονται «κάπελ γιστζ», «κάμπιλ όστεϊ» και «ώογκισκι» και στις παραλλαγές τής Σκοτίας «ιτς γίστζε» και «κέλπις»), η συγγραφέας, τελικώς, κατόρθωσε να φέρει εις πέρας (και μάλιστα λαμπρό) το σχέδιό της, αφού πρώτα παραμέρισε εκείνα τα στοιχεία τού μύθου που δεν της ταίριαζαν (παρόμοια όπως ο Αντρέα Καμιλλέρι υπάκουσε, σε ένα διήγημά του, στον ήρωά του Σάλβο Μονταλμπάνο και απέρριψε την επιλογή να γράψει μία άγρια αιματοβαμμένη αστυνομική ιστορία)[ii].

Προβολή της ταινίας “In the Last Days of the City”
Ταινιοθήκη της Ελλάδος, 21 Ιουνίου 2018, στις 20:30



Το Εργαστήριο για τα Αστικά Κοινά παρουσιάζει την προβολή της πολυβραβευμένης ταινίας In the Last Days of the City στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στις 21 Ιουνίου 2018, στις 20:30, παρουσία του σκηνοθέτη Tamer El Said. Η προβολή αυτή αποτελεί την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας στην Ελλάδα και την επίσημη έναρξη του νέου δημόσιου προγράμματος του Εργαστηρίου για τα Αστικά Κοινά, και θα προβληθεί με Αγγλικούς και Ελληνικούς υπότιτλους.
Το In the Last Days of the City αφηγείται την ιστορία ενός κινηματογραφιστή από το Κάιρο, τον οποίο υποδύεται ο Khalid Abdalla (United 93, Το Τετράγωνο), καθώς αγωνίζεται να συλλάβει το πνεύμα μιας πόλης που βρίσκεται σε ένταση, ενώ διακινδυνεύει την ίδια του τη ζωή. Γυρισμένη στο Κάιρο, τη Βηρυτό, τη Βαγδάτη και το Βερολίνο κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης στην Αίγυπτο, οι πολυεπίπεδες ιστορίες της ταινίας αποτελούν μια οπτικά πλούσια εξερεύνηση της φιλίας, της μοναξιάς, της απώλειας και της ζωής στις πόλεις, όπως αυτές διαμορφώνονται κάτω από τις σκιά του πολέμου και της αντιπαλότητας.
Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2016, όπου και έλαβε το βραβείο Caligari. Από τότε, η ταινία έχει προβληθεί σε πάνω από εκατόν τριάντα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αποσπώντας περισσότερα από δώδεκα διεθνή βραβεία, στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Πολωνία, την Ιταλία, τη Ρωσία, την Αργεντινή και την Τουρκία. Την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας διαδέχτηκε η θερμή υποδοχή της από διεθνείς και Άραβες κριτικούς. Έχει χαρακτηριστεί ως «η σημαντικότερη ταινία στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, εάν όχι σε ολόκληρο τον αραβικό κινηματογράφο, εδώ και πολλά χρόνια» από τον πρώην αρχισυντάκτη του Cahiers du Cinéma, Jean-Michel Frodon, σε άρθρο του για το Slate (δείτε τι αναφέρει ο διεθνής τύπος για την ταινία στο τέλος του κειμένου).

Μετά την προβολή, θα ακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση με τον σκηνοθέτη Tamer El Said στα Αγγλικά.

Για περισσότερες πληροφορίες για την ταινία, παρακαλώ επισκεφθείτε τον παρακάτω σύνδεσμο: www.tagederstadt.com/en/uber-film

Σίγκμουντ Φρόυντ

Ένας στοχαστής με πάθος

George Condo, Χάρτινα Πρόσωπα, 1997, ακρυλικό, λάδι και χαρτί σε καμβά, 243,84 x 406,4 εκ. 


ΤΗΣ ΒΕΡΑΣ ΠΑΥΛΟΥ

ÉLISABETH ROUDINESCO, Ο Σίγκμουντ Φρόυντ στην εποχή του και τη δική μας, Μετάφραση Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 632 

Η Élisabeth Roudinescο ιστορικός, διευθύντρια ερευνών στο Paris VII και ψυχαναλύτρια, στη βιογραφία του Φρόυντ, που θεωρείται η πιο εξαντλητική, κάνει σε βάθος σύνδεση του έργου του με την ζωή του, φωτίζοντας εκ νέου την ψυχανάλυση. Πεδίο ανάμεσα σε «αρχαιολογία, ιατρική, λογοτεχνία, ανθρωπολογία, ψυχολογία», αδύνατον να οριστεί μεταξύ «ορθολογικής γνώσης, άγριας σκέψης, ιατρικής της ψυχής, τεχνικής της εξομολόγησης και θεραπευτικής πρακτικής». 
Και, το σημαντικότερο, ξεκινά από την αυτοανάλυση του δημιουργού της. Μας ξαναγυρνά η συγγραφέας σε αυτό που είναι το πολυτιμότερο δώρο της ψυχαναλυτικής πράξης, στο χειραφετητικό της πρόταγμα και στην μέθοδό της που τείνει να ξεχνιέται: την ανάλυση του ασυνειδήτου του ίδιου του ψυχαναλυτή. 
Σε ένα δεύτερο επίπεδο η Roudinesco προσεγγίζει τις αντιφατικές πλευρές της, προσωπικότητας και του έργου του με διαλεκτικό τρόπο. Η απόσταση ανάμεσα στην θεωρία και την πράξη θεωρούνται αναπόσπαστο στοιχείο της αμφισημίας που χαρακτηρίζει τη σχέση συνειδητού-ασυνειδήτου. Οι συγκρούσεις με μαθητές και συναδέλφους είναι αναπόφευκτες στον τομέα των ιδεών του 20ού αιώνα. Ακόμη και το γεγονός ότι ο Φρόυντ αναλάμβανε δύσκολες, μη αναλύσιμες περιπτώσεις, κάτι που ήρθε στο φως με το άνοιγμα κάποιων αρχείων πρόσφατα, δείχνει να εντάσσεται στην ιδιαίτερη συνθήκη εκείνου που επινόησε την ψυχανάλυση.

Η αμφισβήτηση του τελάρου


και η θέση του «ερωτότοιχου» στη μεταπολεμική αφαίρεση (Α΄ Μέρος)

ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΒΕΛΩΝΗ

«Entre l'homme et l'amour,
Il y a la femme.
Entre l'homme et la femme,
Il y a un monde.
Entre l'homme et le monde,
Il y a un mur.»

Antoine Tudal, Paris en l'an 2000


Όταν ο Lacan το 1971-2, στην τρίτη από μια σειρά διαλέξεων στο παρεκκλήσιο του νοσοκομείου Sainte Anne, αναφερόταν στον «ερωτότοιχο» εμπνεόμενος από τους στίχους  ενός ποιήματος του Antoine Tudal ίσως να μην γνώριζε ότι η χρήση του λογοπαίγνιου είχε εικαστική αφετηρία. Ο Lacan, αναφερόμενος στην ηχητική και λεκτική ομοιότητα του «έρωτα» (l' amour) και του «τοίχου» (le mur) στη χρήση της γαλλικής γλώσσας, χρησιμοποίησε τις στροφές ενός 22χρονου ποιητή, τον οποίο είχε υιοθετήσει ο Nicolas de Staël στην ηλικία των 6 ετών. Ακολουθώντας τον βίο του Nicolas de Staël, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι ο «τριφασικός τοίχος» που περιγράφει ο υιοθετημένος γιος του, που αντιστοιχεί στην αγάπη, τη γυναίκα και τον κόσμο, αφορά άμεσα το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, με τον πατέρα του να επιμένει στη χρήση μιας απροσπέλαστης τοιχοποιίας στην σχεδιαστική του γραφή.
Συνεπώς, η εμμονή σε έναν τοίχο που στέκεται ως εμπόδιο και αποδιώχνει αντί να ενώνει δεν ανακαλύπτεται στις διαλέξεις του Lacan, στην ψυχαναλυτική φιλολογία του οποίου ο «ερωτότοιχος» βρίσκει τη θέση του στη καταγραφή του αδιέξοδου μιας σχέσης βασισμένης στη διαφορά των δυο φύλων, καθώς ήδη από τη δεκαετία του 1950 η λέξη «τοίχος» εντοπίζεται στη γλώσσα των καλλιτεχνικών εργαστηρίων.

ΘΕΡΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΣΙΟ 2018

Άραγε, είναι ο κόσμος έργο τέχνης;


ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΟΜΑΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

George Condo, Ο Χαμογελαστός Αρλεκίνος, 2005, μπρούντζος, 39,4 x 20,3 x 22,9 εκ., συλλογή König, φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν


FRANK WILCZEK, Ένα όμορφο ερώτημα: Ανακαλύπτοντας το βαθύτερο σχέδιο της Φύσης, Μετάφραση: Σοφία Νικολαΐδου, εκδόσεις Κάτοπτρο, σελ. 566

Ό,τι αποκαλούμε πραγματικό αποτελείται από πράγματα που δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά
ΝΙΛΣ ΜΠΟΡ

Μια άλλη διατύπωση του ερωτήματος του τίτλου θα μπορούσε να είναι: Άραγε, ενσαρκώνει ο κόσμος όμορφες ιδέες;
Δεδομένου πως ο συγγραφέας Frank Wilczek είναι ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους φυσικούς στον κόσμο (βραβείο Νόμπελ 2004) είναι φανερό πως εδώ έχουμε ένα έργο αισθητικής φιλοσοφίας, που αντλεί το υλικό του προβληματισμού του από τον κόσμο της Φυσικής και των Μαθηματικών. Ή, αντίστροφα, ένα πόνημα φυσικής φιλοσοφίας, που αναζητεί την «αρχή» του κόσμου σε αισθητικές προκείμενες. Στην πραγματικότητα έχουμε και τα δύο, μαζί και ταυτοχρόνως, από έναν εξαιρετικά επαρκή και διαυγή συγγραφέα.
Ήδη ένα προσεκτικό φυλλομέτρημα του βιβλίου καταδεικνύει την καταφατική απάντηση του Wilczek στα τεθειμένα ερωτήματα. Και μόνο η επιλογή να ονομάσει το λεξικό επιστημονικών όρων, που ακολουθεί το κυρίως κείμενο, «Όροι της Τέχνης» είναι χαρακτηριστική και απολύτως πρωτότυπη. Πότε άλλοτε ένα εκτεταμένο (110 σελίδες μικρογράμματης γραφής) παράρτημα με αυτόν τον τίτλο αποτελέστηκε από λήμματα, όπως αδρόνιο, δράση από απόσταση, δυναμική ενέργεια, γλοιονικό ρευστό, νετρίνο, υπερσυμμετρία,…;
Ο Wilczek παρουσιάζει τους πιο τεχνικούς επιστημονικούς όρους ως κατάλληλο λεξιλόγιο, για να μιλήσουμε για ζητήματα τέχνης και ομορφιάς. Και είναι, νομίζω, εξαιρετικά πειστικός στο εγχείρημά του.