16/9/18


Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση Η Υλικότητα του ζωγραφικού συμβάντος που πραγματοποιείται στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων (Βασ. Σοφίας, Πάρκο Ελευθερίας). Επιμέλεια Ντένης Ζαχαρόπουλος. Μέχρι 30/9

Herbert Brandl, Χωρίς τίτλο, 2002, 100 x 120 εκ., λάδι σε καμβά

Ιστοριογραφία του μεταπολεμικού θεάτρου

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το νεοελληνικό θέατρο στα χρόνια της καχεκτικής δημοκρατίας, 1944-1967. Η πολιτική ρεπερτορίου των αθηναϊκών επαγγελματικών θιάσων πρόζας, τόμος Α', 1944-1955, εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα

Η ιστοριογραφία του θεάτρου αποτελεί ένα διακριτό πεδίο, όπου τέμνονται τόσο οι ιστορικές όσο και οι θεατρικές σπουδές, προσφέροντας στον ερευνητή μια προνομιακή οπτική, από την οποία μπορεί να ανιχνεύσει τους τρόπους, αλλά και τους χρόνους, με τους οποίους διαλέγονται το πολιτικοκοινωνικό και το πολιτισμικό.
Στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία, τόσο των ιστορικών όσο και των θεατρικών σπουδών, η ιστοριογραφία του θεάτρου, ιδιαίτερα του μεταπολεμικού, κατέχει, ακόμη και σήμερα περιθωριακή θέση. Ελάχιστοι είναι οι τίτλοι που έρχονται να συμπληρώσουν την Ιστορία του Γιάννη Σιδέρη, που σταματά στα 1944, και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που διαφοροποιούνται σημαντικά από το ιστοριογραφικό του παράδειγμα.
Η μονογραφία του Πλάτωνα Μαυρομούστακου Το θέατρο στην Ελλάδα, 1940-2000 (Καστανιώτης 2005), αποτελεί, όπως επισημαίνει και ο υπότιτλός της, μια επισκόπηση, ιδιαίτερα χρήσιμη αναμφίβολα· η ογκώδης εργασία του Γρηγόρη Ιωαννίδη Ξένοι συγγραφείς στο ελληνικό θέατρο (1945-1967), που κυκλοφόρησε σε δύο τόμους (Από τη μεριά των θιάσων, Ηρόδοτος 2014, και Από τη μεριά της δραματουργίας, Ηρόδοτος 2018), μολονότι αναφέρεται μονάχα στο ξένο ρεπερτόριο της περιόδου μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αποτελεί μια σημαντική απόπειρα ανανέωσης των αναλυτικών εργαλείων της θεατρικής ιστορίας, θέτοντας νέα ερωτήματα και δοκιμάζοντας καινούργια ερμηνευτικά σχήματα.

Ένας γλυκός Σεπτέμβρης

Στραμμένος προς την θάλασσα ο ερημίτης σκεφτόταν τούτο τον Σεπτέμβρη. Κάτι στ’ αλήθεια είχε αρχίσει να αλλάζει σε τούτη την έρημη χώρα. Λες και το πιο βαρύ πέπλο να είχε σηκωθεί από πάνω της και ν’ άρχιζε να δείχνει τις ομορφιές της
Από την άλλη, άκουγε τα φρικώδη που έλεγαν οι "άριστοι' της αντιπολίτευσης για το πόσο μεγάλος ήταν ο Πινοσέτ στην οικονομική του πολιτική. Σαντιάγκο μην κλαις, είπε ο ερημίτης, ο σφαγέας δεν ζει πια.
Αλλά και για τον ίδιο κάτι είχε αλλάξει. Ο Σεπτέμβρης ήταν πιο ωραίος από τον ωραίο Αύγουστο. Σκεφτόταν γιατί συμβαίνει αυτό. Μα είναι απλό, γιατί τα γεννήματα του Αυγούστου μεγάλωναν και η ομορφιά τους τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν ότι κάτι είχε κάνει από μόνος του. Ούτε κατάλαβε πώς έγινε. Αλλά απλώς συνέβησαν τα ωραία πράγματα και συμβαίνουν. Αλαφροϊσκιωτα, χαμένα στους δρόμους και στις πλατείες, μα πάντα ευρισκόμενα. Αυτά τα «μικρά», τα «καθημερινά» που κατά κάποιον τρόπο γίνονται εντός μας μεγάλα και ονειρικά.
Αυτά σκεφτόταν ο ερημίτης, και από την άλλη δεν άφηνε το μυαλό του να σκοτιστεί από τη βία εκείνων που ούρλιαζαν σπάζοντας πέτρες για το όνομα, που ούτε καν ήξεραν τι σημαίνει, και λέρωναν την εικόνα ενός Θερμαϊκού που έγερνε να τον αγκαλιάσει ο ήλιος. Στους δρόμους της Σαλονίκης ο ερημίτης θυμήθηκε τα χρόνια τα παλιά, όταν νιος, φοιτητής, ζητούσε να κατακτήσει τον κόσμο και τις ηδονές. Μα σήμερα, σε τούτη τη βόλτα, αν και μόνος, δεν ήταν μόνος. Ένοιωθε πως περπατούσε δίπλα του η κόρη της θάλασσας, γυμνή, με ένα μενταγιόν, και του ’δειχνε μέρη αγαπημένα, που είχε περπατήσει αλλιώς πριν από χρόνια.

Μια συναρπαστική γραφή-μαρτυρία

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Ντόρα Οικονόμου, The Terror, The Terror II-III, 2018, διαστάσεις μεταβλητές, 2 ελαφόπετρες από το Γιαλί της Νίσυρου, κομμένες και χρωματισμένες σε δυο μέρη


PAKO IGNATIO TAIBO II, ’68 Μεξικό, πρόλογος Elena Poniatowska, μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδόσεις Άγρα, σελ. 171

Τούτο το μικρό σε σελίδες και σχήμα βιβλίο του Τάιμπο ανήκει σε εκείνες τις πηγαία βιωματικές γραφές οι οποίες δεν προσφέρονται σε μια αποστασιοποιημένη βιβλιοκριτική προσέγγιση. Άλλωστε, τελικά δεν υπάρχουν ούτε αποστασιοποιημένες ούτε «ουδέτερες» βιβλιοκριτικές. Συναρπαστικό από την πρώτη μέχρι την τελευταία του σελίδα, περισσότερο σε προκαλεί για φωναχτή ανάγνωση, που διακόπτεται μόνο για να υπογραμμίσεις πάνω στο σώμα του κειμένου φράσεις που σε συγκλονίζουν.
Γραφή-μαρτυρία από έναν μάστορα του γραπτού λόγου –κι ας κόπτεται στο προλογικό του σημείωμα «ότι αυτό το βιβλίο ποτέ δεν θα του βγει καλό»!– με μια άψογη μετάφραση η οποία κατορθώνει να σου δίνει το χρώμα και τις αποχρώσεις ενός τόπου, μιας αχανούς πόλης κι ενός τεράστιου σε πλήθος και διάρκεια φοιτητικού κινήματος 123 ημερών, που ξέσπασε κι αυτό το εμβληματικό ’68, Αύγουστο μήνα, και πνίγηκε στο αίμα των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, στις 2 Οκτωβρίου, με ακαταμέτρητους μέχρι και σήμερα εκατοντάδες νεκρούς – διακόσους πενήντα αναφέρει η Poniatowska …τετρακόσους αναφέρει ο Τάιμπο!
Ενός μοναδικού φοιτητικού κινήματος, όχι τόσο γιατί είναι το μόνο με νεκρούς, που όμως δεν ανέστειλε την πολύμορφη δράση του η οποία συνεχίστηκε για άλλους δυο μήνες, παρά την κατάληψη του Πανεπιστημίου από τον Στρατό, αλλά και γιατί είναι τόσο διάφορο, σε διάρκεια, μεγέθη διαδηλώσεων, ευφάνταστες δράσεις στις εργατικές γειτονιές, από τις ευρωπαϊκές αντίστοιχες εξεγέρσεις Βερολίνου, Παρισιού, Πράγας, μα και τόσο ίδιο, ως προς τις γενεσιουργές αιτίες, τις αμεσοδημοκρατικές μορφές συντονισμού του, τα ίδια σε μεγάλο βαθμό αριστερά ελευθεριακά αναγνώσματα/κεντρίσματα –εμπλουτισμένο και με πλήθος άγνωστων, στους πολλούς από μας, λατινοαμερικάνων συγγραφέων και ποιητών– τα ίδια τραγούδια, τα ίδια αξιακά οράματα, τις ίδιες αισθήσεις των στιγμών: φόβου, πείσματος, βολονταριστικής αισιοδοξίας, βαθιάς ηδονικής αίσθησης συντροφικότητας, βίαια εξισωτικής συμμετοχής γυναικών και αντρών, που παραμένουν ανεξίτηλα καταγεγραμμένες στη μνήμη όσων τα έζησαν, «σημείο αναφοράς, χρήσιμο για την περηφάνια, την ενοχή και τη σύγκριση. Τουλάχιστον για όσους πασχίζουν «να μείνουμε πιστοί στο ρόλο που εμείς οι ίδιοι επινοήσαμε για τον εαυτό μας … [τον οποίο] μιμούμαστε άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε όχι τόσο».

Στο δρόμο

ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑ

Είχα έναν φίλο όμορφο και πλούσιο που είχε ένα ακριβό σπορ cabriole αυτοκίνητο, ήταν καλοκαίρι, είχε ανοίξει την οροφή, οδηγούσε κι εγώ καθόμουν στη θέση του συνοδηγού, ο ήλιος μας έκαιγε, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί υπάρχουν cabrio αυτοκίνητα. Έτσι όπως πηγαίναμε βρεθήκαμε πίσω από ένα σαράβαλο σκουριασμένο Datsun και στην καρότσα του ξαπλωμένες τρεις τσιγγάνες, γερασμένες, άθλιες, ξεδοντιασμένες, χοντρές, κακοντυμένες, βρώμικες.
«Πήγαινε δίπλα τους να τους κάνω πλάκα», είπα.
Έστριψε αριστερά στην λωρίδα και πατούσε γκάζι ελαφριά ώστε είχαμε την ίδια ταχύτητα με το ημιφορτηγό και οι τσιγγάνες έμεναν ακίνητες σε σχέση με εμάς δίπλα μας και μπορούσα να τους μιλάω.
«Ποιος από τους δύο σας αρέσει; Εγώ ή ο άλλος;» τις ρώτησα.
«Χε χε. Ο άλλος», μου απάντησαν με μια φωνή και φάνηκαν τα χρυσά δόντια.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Το μπικίνι

ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ, Η Δημοκρατία στην παραλία. Μικρό δοκίμιο για το μπικίνι, επίμετρο Έφη Φαλίδα, εκδόσεις Πόρτες, σελ. 274

Πρωτότυπη και διαφωτιστική κοινωνιολογική και πολιτική προσέγγιση ενός μπανιερού σε δύο κομμάτια, που σηματοδότησε μια άλλη, πιο ερωτική και πιο σωματική προσέγγιση της ηδονής αλλά και το δικαίωμα των πολιτών σ’ αυτήν (στα δημοκρατικά συστήματα, βεβαίως, γιατί στα άλλα, τα απολυταρχικά και θεοκρατικά η προπατορική ενοχή συνδέεται ακόμα με το «βασικό ένστικτο»).
Το βιβλίο συνδυάζει με απολαυστικό τρόπο την ιδιωτική ηδονή και τη δημόσια σφαίρα. Το χρονικό πλαίσιο αυτής της τόσο διεισδυτικής (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς) έρευνας είναι το διάστημα από το 1958 έως το 1973, όπου παρατηρείται η απότομη εξαστικοποίηση και ευμάρεια της μέχρι πρότινος γεωργοκτηνοτροφικής Ελλάδας, που γνώρισε αίφνης την αστυφιλία, την πολεοδομική αναρχία, την τουριστική αχαλίνωτη κοσμοπλημμύρα και την πανηδονιστική, πολυεθνική, παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα μιας εξεγερμένης, επαναστατημένης σεξουαλικότητας που απαιτούσε τα απαράγραπτα δικαιώματά της, βγαίνοντας από τη θλίψη δύο παγκοσμίων πολέμων, του Ολοκαυτώματος, της Χιροσίμα, του Εμφυλίου και πολλών άλλων υλικών αλλά κυρίως ψυχικών καταστροφών.
Το μπικίνι στα καθ’ ημάς δεν ήταν απλώς θέμα μόδας και αισθητικής, αφού έφερε τα πάνω-κάτω στις κοινωνικές τάξεις, μείωσε ή εκμηδένισε αποστάσεις, γκρέμισε στεγανά, ακύρωσε ανατολίτικες προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες αιώνων, μας ανάγκασε να περάσουμε από τον Μεσαίωνα στη σύγχρονη Νεωτερική (και μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 στη Μετανεωτερική) εποχή χωρίς ενδιάμεση στάση στην Αναγέννηση (που ελάχιστα μας άγγιξε λόγω οθωμανικής αυτοκρατορίας). Ακόμα και η Χούντα των συνταγματαρχών δεν θέλησε να εναντιωθεί σε αυτή την «έκλυση των ηθών», παρά τους σχετικούς νόμους περί τεντυμποϊσμού (Νόμος 4000/1958), θυσιάζοντας το «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» στο βωμό του οικονομικού τουριστικού ανταλλάγματος.

Ποιος σκότωσε την Ευρώπη;

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Νίκος Σεπετζόγλου, Bubble Dam, 2017, 310 x 250 εκ. Λαδομπογιά και χάραξη σε κατεργασμένο ξύλο, σπάγκος και σκοινί (πίσω όψη)

  
ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ, Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, μτφρ.: Μιχάλης Αρβανίτης, Αθήνα: Αντίποδες, 2018.

Éduard Louis, En finir avec Eddy Bellegueule, Paris: Seuil, 2014

Έχω βαρεθεί τη λογοτεχνία. Ιδίως την πεζογραφία. Μάλλον λόγω επαγγέλματος έχω πάθει ανοσία στη δύναμη της μυθοπλασίας, αδυνατώ να παρασυρθώ από τη γοητεία της αφήγησης· έχω φτάσει ακόμα και στο σημείο να πηδάω σελίδες ή να διαβάζω τα βιβλία ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή, εν είδει αυτοσχέδιου μεταμοντέρνου πειράματος (με τη σκέψη αυτή παρηγοριέμαι και τοποθετώ τον εαυτό μου σε ρόλο αναγνώστη της εποχής της μετα-μυθοπλασίας και όχι θιασώτη του «θανάτου της λογοτεχνίας»). Ώσπου επέλεξα φέτος ως ένα από τα «βιβλία των διακοπών» το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ του Εντουάρ Λουί. Το επέλεξα σχεδόν τυχαία, ίσως από φιλολογικό ένστικτο ή με τη διαίσθηση ενός πρώην βιβλιοφάγου, διαβάζοντας σε κάποιο ηλεκτρονικό περιοδικό την περιγραφή του οπισθόφυλλου, η οποία τελειώνει με μια φράση που ακούγεται σαν υπόσχεση: Το βιβλίο «φέρνει στη επιφάνεια όσα η λογοτεχνία επιμένει να απωθεί». Με κάποιους τρόπους και για διάφορους λόγους η υπόσχεση αυτή εκπληρώνεται. Κάτι καινούριο συμβαίνει εδώ. Διάβασα το βιβλίο απνευστί.
Το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ είναι το πρώτο βιβλίο ενός νεαρού είκοσι ενός χρόνων και, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε στα γαλλικά το 2014, έκανε πάταγο. Πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και προκάλεσε έντονες δημόσιες συζητήσεις, προφανώς επειδή αγγίζει μια σειρά από ζητήματα που σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης: την απόρριψη της διαφορετικότητας, τον κοινωνικό και φυλετικό ρατσισμό, τη βία, αλλά και τη φτώχια, τη φτωχοποίηση, την περιθωριοποίηση, την εγκατάλειψη των πολιτών στο έλεος των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων (μάλιστα, σε συνεντεύξεις του, με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου; (2018), ο συγγραφέας επιτίθεται ευθέως στον Μακρόν για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί), το ταξικό και κοινωνικό μίσος, που απειλούν τη δημοκρατία. Όλα αυτά λοιπόν που η λογοτεχνία «επιμένει να απωθεί»; Όλα αυτά που θέλουμε να απωθούμε ως σημερινοί πολίτες της Ευρώπης της μετα-δημοκρατίας, του μετα-φεμινισμού, της μετα-οικονομίας, αυτού του απέραντου «μετά»; Πίσω από το «μετά» κρύβεται το σκοτεινό «πριν», το ανολοκλήρωτο project του Διαφωτισμού, χάσκει το κενό της βαρβαρότητας του παρελθόντος και του παρόντος της βαρβαρότητας που δεν έχει εξαλειφθεί, απλώς φοράει άλλες μάσκες πάνω στις παλιές.

Περί ερμηνείας

Μέρος Β΄

Όταν ο ρομαντικός Lessing απαιτούσε την εξατομίκευση των λογοτεχνικών μορφών και ηρώων, και συγχρόνως την συμπερίληψη, μέσα από την εξατομίκευση, των ψυχικών παρεκκλίσεών τους, αξίωνε ακριβώς την αντίρροπη δύναμη του ερμηνευτικού πάθους των μορφών και των σημείων της γραφής, κατά τρόπον ώστε η αυτοβιογραφία των λέξεων να αντιστέκεται και να "παίρνει εκδίκηση" για την προσαγωγή τους στην ξένη προς αυτές ομοιογένεια και ομοιομορφία της κατανόησης. Συνεπώς συνάγεται ότι η κατανόηση τίθεται πάντα εντός των ορίων μιας υποτιθέμενης καθολικά ισχύουσας συνειδητής και ιστορικής εξήγησης, έστω και αν τελικά η εξήγηση αδυνατεί να εξηγήσει τον εαυτό της με όρους ανεξάρτητους από την περιοριστική ιστορικότητά της. Αντίθετα, το ερμηνευτικό πάθος διόλου δεν αξιώνει κάποια καθολικά ισχύουσα ιστορική ορθότητα, επειδή ακριβώς επιχειρεί την εδραίωσή του υποκειμενικά στον ανιστορικό χώρο των απωθημένων μεταφορών και των ασυνείδητων αναπαραστάσεων, τον οποίο αποκαλύπτει με μια διαδικασία εκδίπλωσης και ανάπλασης μέσα στη σφαίρα της ψυχικότητας της γραφής. Εξισώνοντας μάλιστα τη γραφή με την ψυχή, καθιστά τη γραφή πάσχουσα, οπότε η ίδια η γραφή αποκτά την εσωτερική προσωπική μυθολογία της, η οποία συμπίπτει με την εσωτερική προσωπική μυθολογία του συγγραφέα.
Τα ψυχικά συμβάντα μάς δίδονται μόνο μέσα από αυτή τη σύμπτωση των προσωπικών μυθολογιών. Έτσι, αναδύονται ως γλώσσα, διαπερνώντας τη γλώσσα με κρυμμένες ετυμολογίες και λησμονημένες μεταφορές. Αλλά θα πρέπει να τονισθεί ότι ανάμεσα στις προσωπικές μυθολογίες της γραφής και του συγγραφέα υπάρχει μια διαλεκτική σχέση, και αυτή η διαλεκτική σχέση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην ιστορική σφαίρα εντός της οποίας κατ' ανάγκην συναντώνται η γραφή και το ερμηνευτικό πάθος που διεισδύει μέσα στη γραφή. Δηλαδή, εκεί που κατ' ανάγκην συναντώνται ο ερμηνευτής, το έργο και ο συγγραφέας.

Ιστορική τοιχογραφία

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ Θ. ΚΑΣΒΙΚΗ

Αθηνά Ιωάννου, Η αγαπη αλλιώς-τρίπτυχο, 2016/17, 3 πίνακες από λάδι σε ύφα- σμα/καμβά, 95 x 80, 110 x 87, 103 x 81 εκ. κρεμάμενοι σε σιδερένιες βέργες 100 x 05


ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Λίγες και μία νύχτες, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 573

Η περίφημη ρήση του Hegel, ότι η κουκουβάγια, το πουλί της γνώσης και της σοφίας, πετά το σούρουπο, έρχεται αναγκαία στον νου του αναγνώστη του βιβλίου. Ένας πλούσιος αλλά ανήμπορος και τυφλός γέρος, ο Ευγένιος Ζιρντό, υποκύπτοντας στη βαθιά πανανθρώπινη ανάγκη της αυτογνωσίας (την ανάγκη που γέννησε την τραγωδία του Οιδίποδα), έχει διηγηθεί την προσωπική του ιστορία σε έναν νεαρό φιλόλογο, με στόχο τη λογοτεχνική αποτύπωσή της. Ο νεαρός επίδοξος συγγραφέας αναγιγνώσκει το ολοκληρωμένο πλέον έργο στον πρωταγωνιστή- χρηματοδότη, και στο τέλος κάθε νοηματικής και χρονικής ενότητας διακόπτει την ανάγνωση, αναζητώντας την επικύρωση του πρωταγωνιστή και απαντήσεις σε αδιευκρίνιστες απορίες του.
Μέσω του συγγραφικού αυτού τεχνήματος των αλλεπάλληλων «εγκιβωτισμένων» αφηγήσεων, που εναλλάσσουν τον –υποτιθέμενο– ιστορικό με τον αφηγηματικό χρόνο καθ’ όλη την έκταση του μυθιστορήματος, καθίσταται προφανές ότι πρόκειται για λογοτεχνία που ακολουθεί την λειτουργία της φιλοσοφίας, παρεμβαίνοντας τη στιγμή που η πραγματικότητα έχει εκπληρώσει τη διαδικασία του σχηματισμού της και είναι εντελώς ολοκληρωμένη· ακριβέστερα, τη στιγμή που μια μορφή ζωής έχει ήδη ξεπεραστεί και δεν μπορεί πλέον να αναζωογονηθεί μα μόνο να γνωσθεί. Και αυτό διαπιστώνεται όχι μόνο στην κεντρική αφήγηση, κατά την οποία ο Λευτέρης Ζεύγος επιδιώκει τη συνολική εποπτεία της ύπαρξής του αλλά ήδη και από το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο του έργου, όπου ο έκπτωτος Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ, εισερχόμενος στο λυκόφως της δράσης και του βίου του, προβαίνει στην προσωπική του αποτίμηση εξομολογούμενος στην ενδεκάχρονη Μίρζα. Ο απαρτισμένος κύκλος ζωής και των δύο προσώπων συνιστά προνομιακή θέση για την αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων, εφ’ όσον αίρονται οι περιορισμοί της ενεργού δράσης και της συμμετοχής τους στα τεκταινόμενα του κόσμου.