7/3/21

 Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την επετειακή έκθεση για τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο «1821 Πριν και Μετά» που πραγματοποιείται στο Μουσείο Μπενάκη (Οδός Πειραιώς 138, Αθήνα). Μέχρι τον Νοέμβριο 2021 (σε αναστολή λειτουργίας).

Johannes Rabe (1821 ή 1827-1894), Η πλατεία Κοτζιά, Αθήνα, 1847, λάδι σε μουσαμά, 32,5 × 42,5 εκ., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος

Ο Ρήγας χωρίς μεταφυσική

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΗΡΟΔΟΤΟΥ

Δημήτρης Ψαρράς, Πώς συλλογάται ο Ρήγας; Επιστροφή στις πηγές, Πόλις, Αθήνα 2020, σελ. 224.

Καθώς διανύουμε το έτος εορτασμού των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση, η έκδοση Πώς συλλογάται ο Ρήγας; του Δημήτρη Ψαρρά αποτελεί μια αφετηρία όχι μόνο για να προσεγγίσουμε τη μορφή του Ρήγα Βελεστινλή αλλά και για να ξανασκεφτούμε τους τρόπους συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας, άλλοτε και τώρα.
Σημαντικό εμπόδιο για την κατανόηση του παρελθόντος είναι η καταφυγή στην ερμηνεία του «déjà vu», του ήδη ιδωμένου: εξετάζοντας ένα ζήτημα του παρελθόντος τείνουμε εύκολα να το θεωρήσουμε ήδη γνωστό, να το αναλύσουμε με ήδη οικείους και προδιαγεγραμμένους όρους, αποφεύγοντας έτσι να αναμετρηθούμε με ομιχλώδη και, άρα, ανοίκεια ερωτήματα. Ο Ρήγας χάνεται στους θρύλους των προεπαναστατικών χρόνων. Η πρόσληψη του έργου του συχνά επιβεβαιώνει τελετουργικά την αυτοαναφορική λειτουργία του έθνους κράτους ως προς το ελληνικό και ορθόδοξο κέντρο του. Η εορταστική αυτή χειρονομία της επανάληψης λειαίνει τις διαφορές, κρύβει τα χαμένα ενδεχόμενα, σφυρηλατεί τις ράγες μιας ενιαίας ιστορικής αφήγησης. Δεν αναδεικνύει, όμως, το παραμικρό για τη δημόσια σφαίρα της εποχής του Ρήγα και για τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος στοχάστηκε και έδρασε -μαζί με άλλους και εναντίον άλλων, ασφαλώς.
Η ιστοριογραφία επιχείρησε πολλές φορές να εντάξει το πρόσωπο και το έργο του Ρήγα στην τροχιά που ακολούθησε το ελληνικό κράτος, με σημείο αιχμής τη σύντηξη ελληνικής και ορθόδοξης παράδοσης. Έτσι, παρακάμφθηκαν οι επαναστατικές διαδρομές, ιδέες και πρακτικές, που οδηγούσαν σε διαφορετικά ενδεχόμενα. Η Βαλκανική Ομοσπονδία του Ρήγα, στην οποία περιλαμβάνονταν όλοι οι βαλκανικοί λαοί, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, ως ουτοπικό προεπαναστατικό όραμα δεν βρήκε αντίκρισμα στην πορεία που τελικά έλαβαν τα πράγματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστοριογραφική σύγκρουση Γιάνη Κορδάτου και Κωνσταντίνου Άμαντου γύρω από το ερώτημα αν ο Ρήγας ίδρυσε ή όχι μυστική Εταιρεία στη Βιέννη. Και τούτο γιατί η ύπαρξη μιας τέτοιας Εταιρείας ως σχήματος που a priori δεν περιορίζεται στην ορθόδοξη παράδοση δεν γινόταν να ευθυγραμμιστεί με τις κραταιές τότε ιστοριογραφικές θεωρίες σχετικά με την καταγωγή του έθνους κράτους.

Επτάνησα, 1797-1799

Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Η αποβίβαση του Καραϊσκάκη στο Φάληρο, 1895, λάδι σε καμβά, 150 x 273 εκ., Συλλογή Τράπεζας της Ελλάδος

Η ριζοσπαστική στιγμή της ελληνικής χειραφέτησης 

Μια συζήτηση ανάμεσα στους ιστορικούς Αντώνη Λιάκο και Δημήτρη Αρβανιτάκη για το βιβλίο του δεύτερου, Η αγωγή του πολίτη. Η γαλλική παρουσία στο Ιόνιο (1797-1799) και το έθνος των Ελλήνων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 782 

Αν αναζητούμε τι καινούργιο ειπώθηκε για την Επανάσταση, στα 200 χρόνια της, αυτό είναι το βιβλίο του Δημήτρη Αρβανιτάκη. Συλλαμβάνει μια μοναδική στιγμή στην ιστορία μας, που θα έπρεπε να μας έχει απασχολήσει προ πολλού. Τη συμμετοχή των Ιονίων νήσων στην ηφαιστειακή έκρηξη που προκάλεσε η Γαλλική επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι. Ένα κομμάτι του ελληνισμού (που ακόμη δεν το λες έτσι) συμμετέχει σ’ αυτό το πανηγύρι της κοινωνικής ανατροπής. Μαθαίνει νέους τρόπους -ένας τσαγκάρης στο Δημαρχείο (δηλαδή την επαναστατική αρχή) της Κέρκυρας, ο ραβίνος δίπλα στον πρωτοπαπά και στον καθολικό επίσκοπο, οι αριστοκράτες μαζί με το πόπολο. Μαθαίνει νέες λέξεις, όρους, έννοιες, ένα καινούργιο αλφαβητάρι με το οποίο συγκροτεί μια νέα συνείδηση, η οποία αναζητά τρόπο έκφρασης: είμαστε πολιτική οικογένεια, έθνος, και τι έθνος, ιόνιο, βενετικό, ιταλικό ή ελληνικό; Μαθαίνει να διαβάζει το παρελθόν -η αρχαιότητα δεν συλλαμβάνεται γενεαλογικά, δηλαδή οι πρόγονοί μας οι Αρχαίοι, αλλά «οι αρχαίοι δάσκαλοι των εθνών», δηλαδή των ελεύθερων θεσμών, των αρετών του πολίτη. Με την έννοια αυτή και οι Φραντσέζοι, Έλληνες είναι. Ο πατριωτισμός δεν είναι απλώς η αγάπη του γενέθλιου τόπου, αλλά της ελεύθερης και δημοκρατικής πατρίδας, των ελεύθερων θεσμών.
Εδώ έχουμε μια ανατομία αυτής της αρχικής στιγμής της μεγάλης αλλαγής που παρήγαγε όχι μόνο το ελληνικό κράτος αλλά και το ελληνικό έθνος (μετέτρεψε έναν λαό σε πολιτικό έθνος, κατά τον Κοραή) και η οποία συνοψίστηκε στον «χρονότοπο» 1821. Της πιο ριζοσπαστικής στιγμής της, και στο πλαίσιο αυτό κατανοεί κανείς ότι η Ελληνική Νομαρχία και ο «Θούριος» του Ρήγα δεν ήταν μεμονωμένες αναλαμπές.
Ποιες ήταν οι νοοτροπικές προϋποθέσεις της ρήξης, η διανοητική και κοινωνική ενέργεια που χρειαζόταν η αποστασία από μια αυτοκρατορία, από μια τάξη αιώνων, και η μετάβαση σε μια καινούργια σφαίρα διακυβέρνησης αλλά και κοινωνικής ύπαρξης; Η επανάσταση ως στιγμή της συγκρότησης νέων θεσμών και συνειδήσεων, κατασκευής του πολίτη. Το βιβλίο είναι μια ανατομία αυτού του ρήγματος.

Α.Λ.

Η φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ»

Αύγουστος 2020. Ψαρά. Άδειο οικόπεδο αντίκρυ στη Ράχη. Λιθόκτιστη μάντρα με κάτι λιόδεντρα μέσα. Χωρίς αρχοντικό σαν των Υδραίων (αλλοίμονο!). Λιτή προτομή με δυο κανόνια εκατέρωθεν. «Οικία ένθα εγεννήθη… τω 1793». Ήρωας, ναύαρχος, πρωθυπουργός.

Πώς να μαντέψω το σκοτάδι τους;
Πού να ξέρω τι γαϊτανάκι κουβαλάνε, τι σόι πείνα ξέμεινε;
Κι όμως εκεί, στο πλήρωμα! Στο πλήρωμα θα φανώ
εκεί θα με ζυγίσει ο χρόνος.
Ποιος ο λοστρόμος, ποιος ο ναύτης, ποιος θα μαϊνάρει.

Ιανουάριος 1862. Ο Κανάρης ορίζεται πρωθυπουργός από τον Όθωνα, και ζητά κυβέρνηση χωρίς ανακτοβούλιο. Οι συνοδοιπόροι του ζητάνε ανταλλάγματα για να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση που θα προτείνει στον βασιλιά. Όλες οι κόντρες για τη στελέχωση, όλες οι ήττες από δειλή στελέχωση. Στο καφενείον «Η ωραία Ελλάς» ξεσπάνε διαμάχες.

Άντε τώρα να σχηματίσω το γκουβέρνο.
Ο Τζουμπές θέλει υπουργό το γαμπρό του
ο Ζαΐμης έναν από την κλίκα του.
Αλλά ποιος θα ναυπηγήσει τ’ όνειρο;
Ποιος μπορεί τη ρότα μας ν’ αλλάξει,
σε καινούργιο λιμάνι την πολιτεία να φέρει
τ’ αμπάρια της να γεμίσει καρπούς και στάχυα;
Ε λοιπόν, όχι! Με Σούτσο Καλλιφρονά Πετσάλη προχωρώ.
Αλλά και τους δικούς μου, με την πρώτη στραβοτιμονιά τους καθαρίζω.
Η δεύτερη ευκαιρία είναι μόνο για ναύτες, όχι για το τιμόνι.
Εδώ κρατάμε χάρτες του αύριο, τα πρόσωπα παιδιών και προγόνων.
Το λοιπόν, Κωνσταντή, έχε τα μάτια σου ανοιχτά πρωί και βράδυ.

Στ’ άγρια μανουσάκια

Με τον ασπροχιονιά θα έρθω πάλι 
να δω τον κάμπο, τα ρουμάνια μου
μα και τα χαμηλά του κόσμου ένστικτα
που με ξεκλήρισαν πριν την ώρα μου
αλλά με την Ασήμω αυτή τη φορά μαζί μου,
με τη σπάθα μου μαζί θα έρθω
συντρόφισσα εδώ πάνω στους ουρανούς μου
ναι, Πρόκριτοι και μινίστροι, ελεεινοί
που να χαλάσει ο ντουνιάς
είπα κι εγώ τότε
όπως το θέλησε κι ο Ρήγας
να ξεσκλαβωθεί το Γένος
και με χάλασαν οι άθλιοι, οι άκαπνοι
στ’ άγρια μανουσάκια όμως ορκίστηκα
να πιώ στην υγειά σας κόκκινο κρασί
να δω ξανά μιαν άσπρη μέρα, φίλοι μου
γιατί Οδυσσέα με λένε κι εμένα
που κράτησα εκείνο το χάνι με βόλια
με Θεό αρματολό και κλέφτη δίπλα μου.

Γιώργος Βέης

Οι Τσέχοι και το 1821

Ο αντίκτυπος της Ελληνικής Επανάστασης τον τσεχικό Τύπο

Ν. Γρηγοριάδης (αποδίδεται), H Eπανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, λιθογραφία, 56 × 63 εκ., Μουσείο Μπενάκη

Του Κώστα Τζίβου*

Όταν ξέσπασε η εξέγερση του 1821, στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων κυριαρχούσε το απολυταρχικό καθεστώς του καγκελαρίου Μέτερνιχ. Οι φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης είχαν σημαντικό αντίκτυπο στους Πολωνούς και Ούγγρους, οι οποίοι, διαθέτοντας ισχυρές ελίτ και συνείδηση της πρότερης κρατικής τους υπόστασης, διεκδικούσαν από τις αρχές του 19ου αιώνα την εθνική τους αναγέννηση. Διαφορετική ήταν η περίπτωση των εθνικών κινημάτων στην Τσεχία και στη Σλοβακία. Οι μεν Σλοβάκοι δεν μπορούσαν να επικαλεστούν ύπαρξη πρότερου κράτους, οι δε Τσέχοι διέθεταν αδύναμες ελίτ, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είχαν ταυτιστεί με την αυστριακή αριστοκρατία.
Το εθνικό κίνημα στην Τσεχία εμφανίστηκε με αρκετή καθυστέρηση, προβάλλοντας ως κύριο αίτημα την αναγέννηση της τσεχικής γλώσσας, η οποία μέχρι τότε θεωρούνταν ένα ιδίωμα ακαλλιέργητων χωρικών. Ο αγώνας για την αναγνώριση της τσεχικής γλώσσας, μαζί με την αχνή ανάμνηση του τσεχικού βασιλείου την περίοδο του 14ου και 16ου αιώνα, διαδραμάτισαν τον σημαντικότερο ρόλο στο κίνημα για την εθνική αφύπνιση των Τσέχων. Το 1821 το κίνημα των Τσέχων «αφυπνιστών» βρισκόταν στα γεννοφάσκια του. Σε πρωταγωνιστές αυτού του κινήματος, κι ενόσω η πλειονότητα του αγροτικού πληθυσμού της Τσεχίας και της Σλοβακίας βρισκόταν σε λήθαργο, αναδείχτηκαν ορισμένοι εκπρόσωποι της αδύναμης μικρομεσαίας τάξης που ζούσε σε αστικό περιβάλλον. Από το περιβάλλον «των πλουσιότερων φτωχών και των φτωχότερων πλουσίων» αναδείχτηκαν εκείνοι που έθεσαν σε κίνηση την ιδέα της τσεχικής παλιγγενεσίας. Επρόκειτο, κυρίως, για δασκάλους, κατώτερους υπαλλήλους και ιερείς της Καθολικής Εκκλησίας.
Ανασχετικό ρόλο στην ανάπτυξη δυναμικού εθνικού κινήματος στην Τσεχία και στη Σλοβακία έπαιξε η γειτνίαση με το ισχυρό ρωσικό στοιχείο, που στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε πανσλαβιστικό κίνημα. Την εποχή που τα όρια μεταξύ «πατριωτισμού του μπαρόκ» και του «πατριωτισμού του διαφωτισμού», για να χρησιμοποιήσουμε τους χαρακτηρισμούς του Τσέχου ιστορικού Γιαν Κρζεν, ήταν ακόμα δυσδιάκριτα, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα βιβλία και οι πρώτες εφημερίδες στην τσεχική γλώσσα.