12/7/20

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση του Βασίλη Ζωγράφου με τίτλο “Remains” που πραγματοποιήθηκε στη γκαλερί Ελευθερία Τσέλιου στην Αθήνα.

Βασίλης Ζωγράφος, Άτιτλο, 2020, λάδι σε χαρτί, 240 x 150 εκ.

Με τον Σέρτζο Λεόνε

ΤΟΥ ENNIO MORRICONE

Στο τέλος του 1963, μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού. «Καλημέρα, το όνομά μου είναι Σέρτζο Λεόνε...» Είπε ότι ήταν σκηνοθέτης, και χωρίς να μακρηγορήσει, πρόσθεσε ότι θα έρθει να με δει σύντομα για να συζητήσει ένα σχέδιό του με περισσότερες λεπτομέρειες. Εκείνη την εποχή ζούσα στο Μοντεβέρντε Βέκιο Το επώνυμο Λεόνε δεν ήταν καινούργιο για μένα, αλλά μόλις τον είδα στο κατώφλι του σπιτιού μου, κάτι στη μνήμη μου ενεργοποιήθηκε αμέσως. Παρατήρησα αμέσως μια κίνηση του κάτω χείλους του που μου θύμισε κάτι: ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε με ένα παιδί με το οποίο έκανα παρέα στην Τρίτη Δημοτικού. Τον ρώτησα, «Είσαι ο Λεόνε από το Δημοτικό;» Και μου απάντησε «είσαι ο Μορικόνε που πηγαίναμε βόλτα στην Λεωφόρο Τραστέβερε;»
Δύσκολο να το πιστέψει κανείς. Βρήκα την παλιά σχολική φωτογραφία: ήμασταν και οι δύο εκεί. Ήταν απίστευτο που βρισκόμασταν μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια. Ήρθε να μου μιλήσει για το Για μια χούφτα δολάρια. Εκείνη την εποχή είχε ακόμα τον τίτλο εργασίας, Ο υπέροχος Ξένος. Ήξερα λίγα ή τίποτα για τα γουέστερν, αλλά ένα χρόνο πριν είχα γράψει τη μουσική της Μονομαχίας στο Τέξας (1963), μιας ιταλο-ισπανικής συμπαραγωγής σε σκηνοθεσία Ρικάρντο Μπλάσκο και Μάριο Καγιάνο, και δούλευα στην ταινία Τα πιστόλια δεν συζητάνε (1964). Περάσαμε όλο το απόγευμα και το βράδυ μαζί. Βγήκαμε για δείπνο στο Tραστέβερε, στον Φιλίππο, ή αλλιώς Καραγωγέα, όπως ήταν το ψευδώνυμο του φίλου και συμμαθητή μας που είχε κληρονομήσει την ταβέρνα του πατέρα του, του Τσέκο. Ο Σέρτζο μου έκανε το τραπέζι. Μετά μου είπε ότι ήθελε να μου δείξει μια ταινία. Πήγαμε σε ένα μικρό κινηματογράφο, στο Μοντεβέρντε Βέκιο, που εκείνο το βράδυ επαναπρόβαλλε το Γιοζίμπο του Κουρουσάβα (1961). Η ταινία δεν μου άρεσε καθόλου. Ο Σέρτζο, από την άλλη πλευρά, ήταν ενθουσιασμένος: φάνηκε να έχει βρει σε αυτή την πλοκή, αυτό που χρειαζόταν. Σε μια σεκάνς, ο πρωταθλητής της σπάθας πολεμούσε με έναν οπλισμένο με περίστροφο. Ήταν παράλογο, αλλά ήταν αυτός ο παραλογισμός που ενδιέφερε τον Σέρτζο, ο οποίος επανέλαβε αυτή τη μονομαχία αντιπαραθέτοντας το τουφέκι του Βολοντέ στο περίστροφο του Ίστγουντ, σε μια μάχη μέχρι θανάτου. «Όταν ένας άντρας με περίστροφο συναντά έναν άνδρα με τουφέκι, ο άνθρωπος με το περίστροφο είναι ένας νεκρός!». Και ο Ίστγουντ λέει, «Για να δούμε». Ο Σέρτζο πήρε τη δομή του Κουρουσάβα και πρόσθεσε ειρωνεία, οξύτητα και ένα ύφος λαϊκού μυθιστορήματος, μεταφέροντας αυτές τις έννοιες στο γουέστερν. Αμέσως συνειδητοποίησα ότι αυτός ο κωμικοτραγικός και επιθετικός τόνος θα έπρεπε να ενισχυθεί και να φτάσει στα άκρα, διά της μουσικής.

Ένιο Μορικόνε

ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΓΑΛΙΑΤΣΟΥ

Η μουσική του, αναδεύοντας πέντε αιώνων μουσική εμπειρία, στάθηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια στις κορυφώσεις της Δυτικής μουσικής δημιουργίας. Απέδειξε πως ένας λόγιος συνθέτης μπορεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και να προσφέρει παράλληλα λύσεις σε εποχές που η Δυτική μουσική δοκιμάστηκε σκληρά από αδιέξοδα και οριακές στιγμές αμηχανίας. Αυτός ο συνθέτης κλασικής παιδείας με τον απόλυτα δομημένο μουσικό λόγο, ο έντεχνος, προσμείχθηκε συχνά με το λαϊκό στοιχείο, διανθίζοντας το έργο του -απ’ άκρη σ’ άκρη- με μοτίβα που διέθεταν τον αυθορμητισμό και τη δύναμη ενός λαϊκού συνθέτη.
Αντιλήφθηκε τη μουσική ως μία και μοναδική χειρονομία και, με όχημα τις κινηματογραφικές ταινίες, γεφύρωσε τις διαφορετικές ιστορικές στιγμές της και ανέμειξε τις διαφορετικές κοινωνικές καταβολές της. Έθεσε έτσι τον εαυτό του στην πρωτοπορία ενός αιτήματος μουσικής συνύπαρξης, ειδών, τάσεων, ιδιωμάτων, προσδιορίζοντας εκ νέου τους όρους ενός ανοιχτού παιχνιδιού, αναγκαίου όσο και η απελευθερωτική εμπειρία της μουσικής απόλαυσης.
Ένας συνθέτης ο οποίος, γράφοντας ακατάπαυστα μουσική, δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί τι θα ήθελε να κάνει, είναι ακριβώς κάποιος που ονειρεύτηκε τη μουσική του, σ’ ένα παράξενο όνειρο που κράτησε γύρω στα πενήντα χρόνια και όταν ξύπνησε είδε τον εαυτό του να ονειρεύεται τη ζωή του, σ’ ένα διακεκομμένο όνειρο πραγματωμένων μουσικών.
Είναι ένας από τους πολλούς λόγους για να τον αγαπάει κανείς.
Κυρίες και κύριοι, όχι λιγότερο από Ένιο Μορικόνε!
(Από τον πρόλογο σε συνέντευξη του Ένιο Μορικόνε, στο μουσικό περιοδικό Octava το 2005)

Ο Μανώλης Γαλιάτσος είναι συνθέτης

Ανθρωπολογία των θρησκειών

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Βασίλης Ζωγράφος, Άτιτλο, 2020, λάδι σε χαρτί, 150 x 205 εκ. 



ΤΟΥ BRIAN MORRIS

Από το βιβλίο του Εισαγωγή στην ανθρωπολογία των θρησκειών, μτφρ. Θεόδωρου Παραδέλλη, εκδόσεις Ηριδανός, σελ. 624

«Όλη η ανθρωπότητα, Έλληνες και μη Έλληνες, πιστεύουν στην ύπαρξη των θεών». Αυτό είπε ο Πλάτωνας πριν πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια. Λίγοι θα αρνούνταν την οικουμενικότητα μιας κάποιας μορφής θρησκείας ανά τον κόσμο. Δεν έχουμε εισέτι βρει μια κοινωνία που να μην εκφράζει με τον ένα ή άλλο τρόπο κάποιες αντιλήψεις για το ιερό ή για κάποια πνευματικά όντα. Οι απολογητές της θρησκείας, υποστηρίζοντας μια θρησκευτική ή θεϊστική άποψη του κόσμου, τείνουν φυσικά να τονίζουν την οικουμενικότητα της θρησκείας, αλλά καλό θα ήταν να θυμηθούμε ότι η σκεπτικιστική στάση έναντι των θρησκευτικών πεποιθήσεων συναντάται σε όλους τους πολιτισμούς και ότι η φυσιοκρατική (νατουραλιστική) αντίληψη του κόσμου έχει και αυτή μια μακρά ιστορία.
Η Mary Douglas, η οποία στο Purity and Danger απεικονίζει την «πρωτόγονη κοσμοθεώρηση» ως ουσιαστικά θρησκευτική και συμβολική, αργότερα αμφισβήτησε αυτή την «πρωτόγονη ευσέβεια», υποστηρίζοντας ότι υπάρχουν πολλοί πρωτόγονοι πολιτισμοί που έχουν μια κοσμική μεροληψία. Αναφέρει τη μελέτη του Barth για τους νομάδες Basseri της Περσίας (1964), οι οποίοι, αν και μουσουλμάνοι, αντιλαμβάνονται τη θρησκεία με τον ίδιο τρόπο που την αντιλαμβάνονται και τα μέλη ενός τυπικού προαστίου του Λονδίνου και συμβουλεύει τους ανθρωπολόγους να «εγκαταλείψουν το μύθο του ευσεβούς πρωτόγονου» (1975: 81). Προτιμώ αυτή την άποψη από την προσέγγιση που θεωρεί ότι οι προεγγράμματοι λαοί διακατέχονται ολοκληρωτικά από θρησκευτικές, ουσιαστικά, εννοιολογικές κατηγορίες. Δεν έχουμε παρά να στραφούμε στην ελληνική σκέψη, που πολλοί θεωρούν πως είναι η πηγή της Δυτικής διανόησης, για να δούμε τη συνύπαρξη πολλών διακριτών μεταξύ τους αντιλήψεων για τη φύση, την κοινωνία και τον κόσμο.

Γιώργος Βιτσώρης – Πωλ Ελυάρ


ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΜΗΤΑΦΙΔΗ

Αναφέρεται συχνά πως οι «κομμουνιστικές πεποιθήσεις» του Πωλ Ελυάρ τον έφεραν στο Γράμμο το 1949 και επίσης τον έκαναν «να γράφει ποιήματα υπέρ των ανταρτών, με σκοπό να αναπτερώσει το ηθικό τους». Η σχέση του όμως με το αντιστασιακό κίνημα στην Ελλάδα φαίνεται πως είναι προγενέστερη και πιο ουσιαστική, και αυτό οφείλεται, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο,  σε έναν έλληνα τροτσκιστή!  Αυτή η αποκάλυψη γίνεται για πρώτη φορά στο βιβλίο «Ο ‘Αγνωστος’ Βιτσώρης» του Νίκου Θεοδοσίου (βλ. Σπύρος Κακουριώτης, «Αναγνώσεις», 4/8/2019).
Στη Γαλλία, ως μια από τις σημαντικότερες αντιστασιακές πράξεις θεωρείται η κυκλοφορία το 1943, μέσα στην παρανομία, μιας συλλογής ποιημάτων με τίτλο L'Honneur des poètes (Η Τιμή των Ποιητών). Η έκδοση περιλάμβανε ποιήματα των σημαντικότερων γάλλων ποιητών και προετοιμάστηκε από τους Paul Éluard, Pierre Seghers και Jean Lescure. Οι ποιητές υπέγραφαν με ψευδώνυμα αλλά όλοι γνώριζαν ποιοι ήσαν. Στην ουσία δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη συλλογή. Ήταν περισσότερο μια πολιτική τοποθέτηση, κάτι σαν μανιφέστο των Γάλλων διανοουμένων που αναπτέρωσε το ηθικό του κόσμου και έδωσε νέα ορμή στην αντίσταση.
Στον ανώνυμο πρόλογο του μικρού βιβλίου αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Αν υπάρχουν μερικοί μυθιστοριογράφοι συνεργάτες [των Γερμανών], δεν μπορείτε να βρείτε ούτε έναν ποιητή, και μπορούμε να πούμε, χωρίς υπερβολή, πως η γαλλική ποίηση στο σύνολό της μπήκε στην αντίσταση».  Ο αντίκτυπος από την κυκλοφορία αυτού του μικρού βιβλίου ήταν πολύ μεγάλος.  Ο γνωστός γάλλος συγγραφέας Pierre Seghers στο βιβλίο του για τη Γαλλική αντίσταση και τους Ποιητές (La Résistance et ses poètes France, 1940-1945) αναφέρει  πως «παρά το αρχικό και περιορισμένο τιράζ της Τιμής των Ποιητών (που θα επανεκδοθεί σύντομα πολλές φορές) ο αντίκτυπος ήταν τεράστιος». 

Στιγμιότυπα του ζην

Βασίλης Ζωγράφος, Άτιτλο, 2020, κεραμικά



ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ, Στιγμιότυπα, μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 155  

Ο ιταλός συγγραφέας του Δούναβη, βιβλίο στο οποίο ανατέμνεται ποικιλοτρόπως η ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης και της κουλτούρας της, εξετάζει στα έργα του τη διάρθρωση των υποκειμενικοτήτων στον ιστορικό χώρο, τη ρευστότητα της εθνικής ταυτότητας, και την κατάρρευση των ουτοπιών σε πολλά πεδία. Με συνεχόμενες αναφορές στην τέχνη, την ιστορία, τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία αρθρώνεται η πολυφωνικότητα των ανθρώπινων και συλλογικών διαδρομών στην εκάστοτε πολιτική έκφανση της ιστορικής/λογοτεχνικής αφήγησης.
Χρόνος, χώρος και προσωπικές αναγνώσεις του κόσμου σε διαρκή διαχρονικά σπαράγματα, συντελούν στην ιστορική συγκρότηση της πραγματικότητας μέσα από διαδικασίες οικειοποίησης διαφορετικών στιγμιότυπων. Η ιστορικότητα της στιγμής προϋποθέτει για την ανάδειξή της τη σύζευξη του προσωπικού με το συλλογικό. «Τόποι σημαίνει κυρίως πρόσωπα, λιγότερο ή περισσότερο οικεία ή σχεδόν άγνωστα, αλλά πάντως μάρτυρες, μολονότι μεροληπτικοί, της δικής μας ύπαρξης» (σ. 145).
Στα μικροκείμενα του βιβλίου «συμπλέουν» ένα νεκρό περιστέρι που κανιβαλίζεται από άλλα περιστέρια, σχόλια για την προσποίηση που λαμβάνει χώρα στα συνέδρια, αναφορές στην εγγύτητα των ανθρώπων που κάνουν μπάνιο στην αγαπημένη τους θαλασσινή ακτή, ένα νεκρό πτώμα δίπλα στους αμέριμνους λουόμενους. Υπάρχουν ακόμα αιχμηρά σχόλια για το βιβλίο με τις υγιεινές συνταγές στην εποχή του Στάλιν, το οποίο λειτουργεί ως εμπαιγμός στους υποσιτισμένους σοβιετικούς καθώς και η τραγική διάσταση του «επιμορφωτικού» ταξιδιού στα Γκούλαγκ των εκατόν είκοσι επιλεγμένων συγγραφέων από τον Γκόρκι.