22/9/19

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την εικαστική εγκατάσταση του Antony Gormley με τίτλο SIGHT που πραγματοποιείται στον αρχαιολογικό χώρο και το Μουσείο της Δήλου σε σύμπραξη του Οργανισμού ΝΕΟΝ και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κυκλάδων. Επιμέλεια Ελίνα Κουντούρη & Iwona Blazwick. Φωτογραφίες Oak Taylor Smith. Μέχρι 31/10

Antony Gormley, Another Time V, 2007, άποψη της εγκατάστασης SIGHT στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου

Ο αυταρχισμός του αυθαίρετου

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΟΥΖΕΛΗ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ, Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας. 20+1 ιστορίες κιτρινισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 288

Το βιβλίο μας θυμίζει «απλώς» 21 και κάτι «ιστορίες κιτρινισμού». Αυτό όμως το κάνει με έναν τρόπο που τους δίνει συνοχή. Πρόκειται για ιστορίες που γνωρίζουμε, που πολλές όμως τις ξεχάσαμε και επειδή απωθήσαμε το περιεχόμενο δυσφορίας, αλλά και επειδή η μνήμη μας δεν τις οργάνωσε μάλλον σε κάτι συνεκτικό, σε κάτι σαν κι αυτό που στην ουσία παρουσιάζει το βιβλίο.
Γιατί αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο: ιχνηλατεί μια τάση, μια δυναμική που κατονομάζει ως «κιτρινισμό». Αν και η έκφραση έχει άλλη προέλευση (την οποία ο συγγραφέας μας αφηγείται στο βιβλίο), θυμίζει κάπως ασθένεια, κάπως «κίτρινο πυρετό», κάπως έναν εκφυλισμό της δημοσιογραφίας. Με μια δάνεια μεταφορά ο Παντελάκης μας παρουσιάζει άλλωστε τη δυναμική που διαγράφει ως «μόλυνση» ― «μολυσμένη ενημέρωση» λέει.
Αλλά κι ο τίτλος μας προτρέπει σε ανάλογους συνειρμούς. «Η χαμένη τιμή της Katharina Blum» του Heinrich Böll, έργο γνωστό κι από τη βραβευμένη ταινία των Schlöndorff και von Trotta, αφηγείται μια ιστορία σαν κι αυτές του βιβλίου. Ας θυμηθούμε όμως ότι η «χαμένη τιμή» σε καμιά στιγμή δεν είναι εκείνη της δημοσιογραφίας, αλλά εκείνη του θύματός της. Η Καταρίνα είναι αθώα και όχι βέβαια η γνωστή γερμανική (ακροδεξιά) φυλλάδα που εκτελεί συμβόλαια κυνηγιού μαγισσών.
Αυτό που μας δείχνει με τα 21 και κάτι παραδείγματά του το βιβλίο είναι ποια πορεία διαγράφει η τάση του μιντιακού κιτρινισμού. Τι είναι αυτό που δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα ολίσθημα, σε μια παροδική ασθένεια, η θεραπεία από την οποία θα οδηγήσει στην προηγούμενη αθωότητα.

Βιοπολιτική της σάρκας

Antony Gormley, Shore, 2012, άποψη της εγκατάστασης SIGHT στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου



ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

MICHAEL FOUCAULT, Ιστορία της σεξουαλικότητας, 4. Οι ομολογίες της σάρκας, Μετάφραση: Θανάσης Λάγιος, εκδόσεις Πλέθρον, σελ. 546

«Αυτή η διάλεκτος προκαλεί ανησυχία με τη δισημία της: κάθε ισχυρισμός μπορεί κάλλιστα να σημαίνει το αντίθετό του… Οι ομιλούντες αυτή τη γλώσσα καταφεύγουν σε κάθε είδους πληροφορίες· είναι ειδικοί στον ακριβέστατο υπολογισμό, την κατασκοπία και τις εκλεπτυσμένες ανακρίσεις. Παρ’ όλα αυτά, όσο πιο αθώο δείχνει ό,τι έρχεται στο φως, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η υποψία τους· και στην αλχημεία της αμφιβολίας κάθε πρόταση μεταμορφώνεται σε πειστήριο προδοσίας, έτσι ώστε να ζουν μέρα-νύχτα στην καχυποψία».[1]

Με κάθε ανάγνωση βιβλίου και ανάλογα με το πώς τοποθετούμαστε ποικιλοτρόπως στο «εδώ και τώρα», παρατάσσεται πληθώρα πολλών «φωνών». Οι φωνές αυτές προσανατολίζουν σε νέες διαλογικές αντιπαραθέσεις για τα κοινωνικά φαινόμενα. Η σύμπραξη συγγραφέων-κειμένων προκύπτει κάποιες φορές «αυθόρμητα» με εκκίνηση τις θέσεις των αναγνωστών και άλλες με βάση τις ιστορικές διαδρομές των αναδυόμενων θεματικών. Στην περίπτωση των «ομολογιών της σάρκας» συνομιλούν ο Ceronetti[2], o Buchmann[3], ο Billig[4], αλλά και η Speer[5]. Η διλημματικότητα του λόγου και της σκέψης, το φύλο, η επιθυμία ως λαγνεία και αμαρτία, η θρησκεία ως διαμορφώτρια τεχνικών διαχείρισης του βίου και του σώματος, η λεπτομερής ιστορική παρακολούθηση των αλλαγών που συντελέστηκαν στους μηχανισμούς ελέγχου των σχέσεων και της σεξουαλικότητας είναι μερικά μόνο από τα θέματα που ανακινούνται.  

Ποιος είναι έλληνας πολίτης;

Δυο αιώνες ιθαγένεια

Antony Gormley, Cast III, 2009, άποψη της εγκατάστασης SIGHT στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου



ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Προδημοσίευση από τη δεύτερη, εμπλουτισμένη έκδοση του ομότιτλου έργου του Δημήτρη Χριστόπουλου, από το Βιβλιόραμα, σελ. 336

Εάν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε με συντομία τα κεκτημένα αλλά και τα αδιέξοδα τόσο της φιλελεύθερης πολιτειακής (civic) όσο και της εθνοτικής (ethnic) παράδοσης της ιδιότητας του πολίτη, μάλλον δεν θα μπορέσουμε να βρούμε πιο λαμπρή διατύπωση από αυτή ενός διάσημου γάλλου φιλοσόφου, που προφανώς δεν εγγράφεται σε κανένα από τα δύο παραπάνω θεωρητικά ρεύματα ούτε είναι της μόδας στις μέρες μας. Ο λόγος για τον Λ. Αλτουσέρ, ο οποίος, ήδη από το 1959, στο πρώτο του δοκίμιο πολιτικής φιλοσοφίας, γράφει: «Ο πολίτης είναι το κράτος μέσα στον ιδιώτη». Κράτος, πολίτης, ιδιώτης. Η διατύπωση τα εμπεριέχει όλα: επιβολή, υποβολή, συμμετοχή, αποκλεισμό. Αυτό που επιχειρήσαμε στο βιβλίο είναι να δούμε πώς εφαρμόζεται η προηγούμενη αλτουσεριανή ρήση στην ελληνική περίπτωση: Πώς «ο πολίτης είναι το [ελληνικό] κράτος μέσα στον ιδιώτη»; Το κράτος θέλει συμμετοχή, αλλά αναπαράγει τον αποκλεισμό: το πολιτικό σώμα δεν μπορεί παρά να συγκροτείται, πέραν των ιδρυτικών του μύθων, πάνω σε μερικές θεμελιώδεις αρχές συνύπαρξης οι οποίες, όταν δεν καταφέρνουν να νομιμοποιηθούν διά της πειθούς, επιβάλλονται. Όλα αυτά είναι πολύ οικεία για την ελληνική –όπως για κάθε– ιδιότητα του πολίτη και αντανακλώνται σε δύο επίπεδα: στη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική.
Παρά τη γενικώς αποδεκτή θεωρία συγκεκριμένων «εθνοτικών» και «πολιτειακών» εθνικών εμπειριών ιθαγένειας, το επιχείρημα το οποίο προσπαθήσαμε να τεκμηριώσουμε, όσον αφορά στην ελληνική εμπειρία της ιδιότητας του πολίτη, είναι ότι δεν υπάρχει παράδοση ιθαγένειας που να είναι «εθνοτική» ή «πολιτική». Οι δύο αυτές ιδιότητες είναι πολιτειακά αχώριστες, με διαφορετικές, ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο, αναλογία εθνισμού και πολιτοφροσύνης. Η αναλογία αυτή αλλάζει, καθώς η εύρυθμη λειτουργία το ευ ζην, μεταφορικώς της (ελληνικής) raison d’état αξιώνει διαφορετικές στρατηγικές ανά συγκυρία, τόσο στο όνομα μακροϊστορικών πολιτικών προβολών της συνέχειας του έθνους όσο και, κυρίως, στο όνομα μεσοπρόθεσμων διοικητικών στόχων και συγκυριακών ελιγμών.

Η κεντρικότητα μιας λέξης


Ξέρω ότι το «γαμήσι» είναι μια χυδαία λέξη, που δεν μου αρέσει και που προσπαθώ να την αποφεύγω όταν μιλώ, κι ακόμη περισσότερο όταν γράφω. Αλλά ποια άλλη λέξη θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω για να εκφράσω το ίδιο πράγμα; Εκείνη που χρησιμοποιεί ο Δάντης και ο Αριόστο είναι μάλλον ωμή, ένας επιστημονικός όρος θα ήταν εκτός θέματος, και η λέξη «συνουσία» είναι πολύ καθωσπρέπει. Έτσι εξ ανάγκης επιλέγω –και την βάζω σε εισαγωγικά-  τη λέξη που όλοι, και όλα τα παιδιά όπως εσύ, τη χρησιμοποιούν καθημερινά χωρίς πρόβλημα. Είναι, εξάλλου, η χρήση που την έκανε φυσιολογική.
Όταν μιλώ για την κεντρικότητα της λέξης γαμήσι, συγκεκριμένα στη σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία, μιλώ ακριβώς για τη συγκεκριμένη σημασία του ρήματος γαμώ, όχι για ερωτισμό ή σεξ, ούτε για αισθησιακό έρωτα. Και μιλώ για τον ρόλο που έχει η γυναίκα στο φαντασιακό των συγγραφέων, ένα ρόλο όπου εκείνη δεν υπάρχει ποτέ για τον εαυτό της, αλλά πάντα σε σχέση μ’ εκείνον, σ’ αυτό που σκέφτεται αισθάνεται ή υποφέρει εκείνος. Δεν θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να πούμε ότι είναι σπουδαίο το «γαμήσι» στον Μίλλερ ή στον Μπουκόφσκι όπου είναι μόνο το σημείο του μοναδικού μυστικισμού του συγγραφέα. Όταν λέω κεντρικότητα θέλω να υπογραμμίσω την σημαντική αξία που προσλαμβάνει σε ένα μυθιστόρημα το γαμήσι σε σχέση με την αφηγηματική πλοκή, και θέλω να υπαινιχθώ την  μεταμόρφωσή του σε κάτι το εμβληματικό που τις περισσότερες φορές μου φαίνεται ειλικρινά υπερβολικό. Ίσως το μόνο σπουδαίο γαμήσι της αγγλικής λογοτεχνίας είναι στο Ο εραστής της Λαίδη Τσάτερλι του Λόρενς, και ίσως να οφείλεται στα συχνά ταξίδια του Λόρενς και της Λαίδης Κόνι στην Ιταλία, και στο γεγονός ότι ο δασοφύλακας του μυθιστορήματος στην πραγματικότητα ήταν ο ιταλός καραμπινιέρος που αργότερα παντρεύεται τη Λαίδη.

Η άβολη αισιοδοξία

Ένα συνοπτικό οδοιπορικό στα περιοδικά σύγχρονης τέχνης της μεταπολίτευσης.
Μέρος 3ο

Antony Gormley, Shift II, 2000, άποψη της εγκατάστασης SIGHT στον αρχαιολογικό χώρο της Δήλου


ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΡΑΜΠΟΥΛΗ

Από την αυτονομία στο life style, II

Ο Αντώνης Μπουλούντζας μετά τα Εικαστικά, 1982-1986, εξέδωσε ένα δεύτερο περιοδικό με μεγάλη επιρροή, το Arti. Το Arti κυκλοφόρησε 31 τεύχη από το 1991 έως το 1996. Η μετάβαση από τη μία δεκαετία στην άλλη στο πεδίο της σύγχρονης τέχνης, αποτυπώνεται σχεδόν παραδειγματικά στη μετάβαση από τα Εικαστικά στο Arti. Το Arti ήταν λιγότερο μαχητικό στις κριτικές του, με καλύτερο σχεδιασμό, περισσότερη διεθνή θεματολογία, ήταν δίγλωσσο. Εάν στα Εικαστικά διαφαινόταν η διεκδίκηση της εγχώριας αυτονομίας της σύγχρονης τέχνης, στο Arti, και συμβολικά στο διαγλωσσικό λογοπαίγνιο του τίτλου, διαφαινόταν η αγωνία της διεθνούς απεύθυνσης και καταξίωσης· του ανοίγματος στις διεθνείς αγορές.
Η δεκαετία του ’90 εξάλλου ήταν η δεκαετία της μεγάλης και ανέφελης ευημερίας, της πολιτικής συναίνεσης, των ισχυρών περιοδικών και του διαφημιστικού παροξυσμού (και της επανεμφάνισης του εθνικισμού, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Ήταν ακόμη η δεκαετία όπου η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών μετακόμισε στην οδό Πειραιώς, σε ένα από τα πρώτα παραδείγματα επανάχρησης αδρανοποιημένων βιομηχανικών χώρων ως τόπων πολιτισμού εξαιτίας της αλλαγής της οικονομίας. Το 1996, στους χώρους της ΑΣΚΤ έγινε η έκθεση που μαζί με τις Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου της Άννας Καφέτση, άλλαξε ριζικά το εικαστικό τοπίο στην Ελλάδα: το Everything Thats Interesting Is New, σε επιμέλεια Jeffrey Deitch, με έργα από τη συλλογή του Δάκη Ιωάννου. Έναν χρόνο νωρίτερα ο Ιωάννου, συνιδιοκτήτης του κατασκευαστικού γίγαντα J&P, επιχειρηματίας, συλλέκτης, ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες της τέχνης παγκοσμίως, είχε συνιδρύσει την ΙΜΑΚΟ μαζί με τον Πέτρο Κωστόπουλο, σημαίνοντα εκδότη των περιοδικών lifestyle της εποχής αλλά και επιμελητή το 1984 του Καλλιδρόμιου, μιας από τις πρώτες εκθέσεις σύγχρονης τέχνης σε δημόσιο χώρο στην Αθήνα, διοργάνωση της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς. Το lifestyle κατηγορείται συχνά για την ελαφρότητα και την κανονιστική του βία. Μπορούμε όμως να το δούμε και σαν την άλλη όψη του αιτήματος του underground: σαν μια θεσμοποίηση της διαφοράς και της απόκλισης. Έναν γενναιόδωρο μηχανισμό παραγωγής αντιελίτ.