20/9/20

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση του Γιώργου Δρίβα με τίτλο «Δομές συναισθημάτων» που πραγματοποιείται από το annexM, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Άννας Καφέτση, στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, από τη δύση του ηλίου μέχρι τα μεσάνυχτα. Επιμέλεια έκθεσης Άννα- Μαρία Καντά. Μέχρι και σήμερα, Κυριακή 20/9

Γιώργος Δρίβας, Aeonium, 2020, πεντακάναλη συγχρονισμένη προβολή, 20’, έγχρωμο με ήχο. Φωτ.: Μαρία Μαυροπούλου

Συρραφές του νησιωτικού σώματος

ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΚΟΤΙΩΝΗ

ΝΕΝΗ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ, Λέρος. Η γραμματική του εγκλεισμού, εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 184


Δεν μπορεί να αντισταθεί εύκολα κανείς στην ιδέα ότι το νέο βιβλίο της Νένης Πανουργιά, έρχεται να συμπλακεί με την γενική συγκυρία των τελευταίων χρόνων στο ανατολικό Αιγαίο. Την συγκυρία όχι μόνο της μαζικής μετανάστευσης και της εκρηκτικής της εκδήλωσης στην μεθόριο, αλλά και της στρατιωτικής ανάφλεξης που επωάζεται στα ίδια μέρη και την ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το βιβλίο της Πανουργιά δίνει ένα ιστορικό και ανθρωπολογικό βάθος σε αυτή την κρίση της μεθορίου, που ξαφνιάζει. Η επικάθηση των διαρκών επιστρωματώσεων της στρατιωτικής ισχύος, της πολιτικής και ψυχικής κυριαρχίας, της υπαγωγής του τοπικού πληθυσμού στις γενικές δομές της αποικιακής και, σήμερα, της παγκοσμιοποιημένης εξουσίας δημιουργεί ένα δυναμικό πεδίο κατανόησης ή απορίας. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε με αυτούς τους όρους την σημερινή κρίση της νοτιοανατολικής Μεσογείου ως κρίση στη σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα, τους μηχανισμούς της εξουσίας και την γεωγραφία; 
Η Νένη Πανουργιά είναι συγγραφέας με γραφή ευφυή, πολυκύμαντη και —πράγμα σπάνιο— με συγγραφικό οίστρο. Θέτει έτσι το γνωστό ερώτημα, για μία ακόμα φορά, της επιστημοσύνης και της λογοτεχνικότητας, που βεβαίως είναι ερώτημα για να τρέφει τον σκεπτικισμό εκείνων που με το χλιαρό γράψιμό τους περιχαρακώνουν την εκφορά της επιστήμης στη μετριότητα της ακαδημαϊκότητας και της επιστημονικής ορθότητας. Η Πανουργιά ακολουθεί μια θερμή αφηγηματική γραμμή, που συνδέει τεκμήρια, μαρτυρίες, καταθέσεις, αποκαθιστώντας μια νευρώδη εξιστόρηση των διαστρωματώσεων των εξουσιαστικών δομών επάνω σε ένα περιορισμένο γεωγραφικά νησιωτικό χώρο, φτωχό, όπως συνέβαινε πάντα στο Νότο της Μεσογείου. Αυτή η αντίστιξη, ανάμεσα στο μέτρο του τόπου από την μια και τις πολιτισμικές επικαθήσεις στρατηγικής κλίμακας από την άλλη, είναι το μόνιμο μότο που δίνει τον δραματικό τόνο στην αφήγηση της Πανουργιά. Είναι “μια στρωματογραφία του πόνου” όπως λέει η ίδια, η ομιλία για την ιστορία, όχι τόσο σε σχέση με ιστορικά υποκείμενα που ενεργούν όσο με τα υποκείμενα —άρρωστα, εξόριστα, φυλακισμένα, αποστερημένα— που υφίστανται την ιστορία και παθαίνουν. Και βέβαια, αυτή είναι η αρχαία γραμματική του δράματος, διατυπωμένη ρητά από τον Σοφοκλή, στα λόγια του Οιδίποδα, στον Κολωνό, όπου δηλώνει ότι τα έργα του τα έχει πάθει (πεπονθότα) παρά τα έχει κάνει (δεδρακότα) [“Επεί τα γ’ έργα μου πεπονθότ’ εστί μάλλον ή δεδρακότα” 266-267]. 

Το Κακό σταμάτησε στο Μπέργκαμο

Γιώργος Δρίβας, Empirical Data 2.0, 2019, δικάναλη συγχρονισμένη προβολή, 30΄, ασπρόμαυρο με ήχο

ΤΗΣ ΜΑΓΙΑΣ ΣΤΑΓΚΑΛΗ

 
JENS PETER JACOBSEN, Πανούκλα στο Μπέργκαμο, Μετάφραση Ήρκος Ρ. Αποστολίδης, εκδόσεις Ροές, σελ. 112 

πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα. 
Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Β΄ βιβλίο

Ένα τραγικά επίκαιρο βιβλίο, εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού, αφού εστιάζει στη μεσαιωνική, φονικότατη πανδημία πανώλης, που χτύπησε το ίδιο σκληρά την περιοχή του Μπέργκαμο. Ο συγγραφέας του, ο δανός Jens Peter Jacobsen (1847- 1885) γεννήθηκε στο Thisted της βόρειας Γιουτλάνδης και πέθανε από φυματίωση στην ίδια πόλη. Αποφασισμένος από τα εννιά του χρόνια να γίνει ποιητής, είναι μια ιδιόμορφη φιγούρα των ευρωπαϊκών γραμμάτων. Το οικογενειακό του περιβάλλον το συνθέτει ο πραγματισμός του μεγαλέμπορου πατέρα και ο ρομαντισμός της μελαγχολικής μητέρας του, στην οποία οφείλει την επαφή του με την ποίηση. Μαζί με την αγάπη του για τη λογοτεχνία, εκδηλώνεται από την παιδική του ηλικία επίσης, και το ενδιαφέρον του για τις φυσικές επιστήμες. 
Μετά το πέρας της βασικής εκπαίδευσης σπουδάζει βοτανολογία στο πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και συμμετέχει σε επιστημονικές αποστολές. Εισηγείται τον δαρβινισμό στη Δανία. Γράφει άρθρα για τον Δαρβίνο και μεταφράζει το έργο του στα δανέζικα. Παράλληλα με τις επιστημονικές του μελέτες αρχίζει να δημοσιεύεται και το λογοτεχνικό του έργο. Το ιστορικό πλαίσιο του 19ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου εμφανίζεται το κίνημα του ευρωπαϊκού Ρεαλισμού, ευνοεί τον συγκερασμό της ποιητικής αντίληψης του κόσμου με το επιστημονικό πνεύμα που διακρίνουν τον συγγραφέα, και το 1872 με το έργο του Mogens, εισάγει στη Δανία τον Νατουραλισμό. Εξασκημένος στην ενδελεχή παρατήρηση της φύσης, προσπαθεί να μεταφέρει στο έργο του με περιγραφές υψηλής λογοτεχνικής αξίας τη σύνθετη πραγματικότητα. Συχνά αναφέρεται ότι ήταν ο αγαπημένος συγγραφέας του Ρίλκε, είχε κινήσει επίσης το ενδιαφέρον του Τόμας Μαν αλλά και του Φρόιντ, με το διεισδυτικό ψυχογράφημα των ηρώων του στο μυθιστόρημα Niels Lyhne (1880), αρχικός τίτλος του οποίου ήταν Ο άθεος.

Χαϊκού συνομιλία

ΠΑΥΛΟΣ ΣΗΜΑΤΗΣ, CARLOS DALL’ ASTRA, Καιρός χαϊκού. Δεκαεφτά συλλαβές. Φτάνει, σιέστα, εκδόσεις Γιαλός, σελ. 206 

Πρόκειται για μια ποιητική/εικαστική συλλογή, στο οποίο χρησιμοποιώντας δύο ελλειπτικά μέσα, την ιαπωνική ποιητική φόρμα χαϊκού (Παύλος Σημάτης) και το αφηρημένο σκίτσο (Carlos Dall’ Astra), οι δημιουργοί αφηγούνται τις δικές τους καλοκαιρινές ιστορίες, συμπυκνώνοντας σε λίγες γραμμές και συλλαβές, προσωπικές ρουτίνες, συλλογικά βιώματα, εφήμερες εικόνες κι ερωτικά σπαράγματα. 
Η σύλληψη της συλλογής αυτής μοιάζει απλή και πράγματι ίσως είναι: η καταγραφή 92 καλοκαιρινών στιγμών των δημιουργών, μία για κάθε μέρα του θέρους ή πιο σωστά αυτό που καταχρηστικά ορίζουμε ως καλοκαίρι -από 1η Ιουνίου έως 31η Αυγούστου- και η απαθανάτισή τους σε ένα ενιαίο, εικαστικό ημερολόγιο. Όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος της συλλογής, η θερινή περίοδος έμοιαζε η πλέον πρόσφορη για την τελείωση αυτής της σύλληψης για τους δημιουργούς της. Το καλοκαίρι είναι μια εποχή έμφορτη εικόνων, αισθήσεων, βιωμάτων και ιδεών, κι άλλο τόσο είναι και μια περίοδος που εμφορείται από αδράνεια, διακοπή και ραστώνη. Οι ιδέες γρήγορα συλλαμβάνονται, εξίσου γρήγορα όμως εξαχνώνονται, τονίζει ο Παύλος Σημάτης, ο συγγραφέας των χαϊκού που συνέλαβε την ιδέα. 

Πρώιμος Μπρεχτ

Γιώργος Δρίβας, Kaizo, 2020, πολυκάναλη συγχρονισμένη προβολή εικόνων, 3’, έγχρωμο χωρίς ήχο
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ 

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ, Τέσσερα μονόπρακτα του 1919 [Ο ζητιάνος (Το ψόφιο σκυλί) - Ξορκίζει έναν Διάβολο αυτός - Lux in Tenebris (Φως στο σκοτάδι) - Το ψάρεμα], εκδόσεις Ηριδανός, σελ. 144 

Ήδη από τον τίτλο της έκδοσης γίνονται διακριτά δύο ειδοποιά χαρακτηριστικά της: κατά το αφετηριακό έτος της μεσοπολεμικής περιόδου και της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», ο Μπρεχτ, ένα από τα πλέον επιδραστικά πρόσωπα του εικοστού αιώνα, συνθέτει μια σειρά από πρωτόλεια μονόπρακτα στα οποία ανιχνεύονται ορισμένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της θεματολογίας και της ποιητικής του, όπως η ανατρεπτική/ειρωνική χρήση του μύθου και η κοινωνική κριτική. 
Τα μονόπρακτα δεν είναι άγνωστα στο ελληνικό κοινό καθώς, κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, όταν πυκνώνουν εντυπωσιακά οι παραστάσεις από την πλούσια εργογραφία του Μπρεχτ, εντοπίζεται και η έκδοση: Πόσο κοστίζει το σίδερο;, Ντάνσεν, Φως στα σκοτάδια, Μικροαστικοί γάμοι, Ο ζητιάνος ή το ψόφιο σκυλί (μτφρ. Μαρία Λουΐζα Κωνσταντινίδη, εκδόσεις Δ. Κοροντζή, 1976). Για πρώτη φορά, όμως, στις τυπογραφικά προσεγμένες και συστηματικές στην έκδοση θεατρικών έργων εκδόσεις «Ηριδανός», συναντάμε εκ μέρους του μεταφραστή, ηθοποιού και σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Κυριακού τη μέριμνα ώστε η μετάφραση να συνοδευτεί εισαγωγικά κείμενα για τα περικείμενα και διακείμενα των μονόπρακτων. Στην ευσύνοπτη «γενική εισαγωγή» (σ. 9-12) και στις συστάσεις των έργων, είτε αφορούν απλά ένα «βαβαυρικό φαρσύλιο» (σ. 31-32) είτε τις «μελοντοστραφείς τάσεις» (σ. 63-64) και τη δημιουργική αξιοποίηση του θέματος/μοτίβου του κερατά και της αισχύνης (σ. 97-99). Καθώς ήδη κυκλοφορούν σε μετάφραση του ίδιου τα Ταμπούρλα μέσα στη νύχτα και Η μετ’ εμποδίων άνοδος του Αρτούρο Ουί, θα ευχόταν κανείς να συνεχίσει προς αυτή την κατεύθυνση μεταγράφοντας και στα ελληνικά την τολμηρή διασκευή από τον Μπρεχτ (Leben Eduards des Zweiten von England, 1924) ενός ακρογωνιαίου λίθου του queer θεάτρου, τον Εδουάρδο Β΄ του Κρίστοφερ Μάρλοου.

Ο δικός μας ασθενής κόσμος

ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚΗΣ ΔΑΛΑΚΟΥΡΑ 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ, Έξοδα νοσηλείας, μυθιστόρημα, εκδόσεις Ενύπνιο, σελ. 176 

Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του Η ιδιωτική μου αντωνυμία (Κίχλη, 2018), ο Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης έδειξε μέσα από μία γραφή ρεαλιστική όσο και ποιητική, ότι χαράζει τον δικό του ιδιαίτερο δρόμο στη σύγχρονη λογοτεχνία μας. Η Ιδιωτική αντωνυμία, έργο με ιδιοφυή διάρθρωση του περιεχομένου και σαφή θέση όσον αφορά την ιδεολογία του ως δημιουργού, δίνει την πλήρη εικόνα ενός προσωπικού μύθου: το πώς και γιατί ο συγγραφέας επιλέγει να βαδίσει μέσα από τα μονοπάτια της δύσβατης σύγχρονης Ιστορίας, τον καθοριστικό ρόλο του βιώματος και της συλλογικής μνήμης, την σχέση του παρελθόντος με το παρόν. 
Το ανά χείρας βιβλίο, Έξοδα νοσηλείας, επιβεβαιώνει τη θέληση του συγγραφέας για την συνέχιση αυτής της πορείας – ανίχνευση του δικού του κόσμου και σύγκριση με τον υπόλοιπο, λιγότερο ή περισσότερο φθαρτό. 
Δίχως να αποτελεί μια αφηγηματική συνέχεια του προηγούμενου, και μακριά από κάθε απόπειρα διδακτισμού, διακρίνεται επίσης για την πρωτοτυπία και τον πείσμονα αγώνα του συγγραφέα να συνδυάσει την τάχα μη συνειδητή σχέση ανάμεσα στο θυμικό και το βίωμα. Παρατηρητής και συγχρόνως πρωταγωνιστής δύο ιστοριών που εκτυλίσσονται και εξελίσσονται μέσα από τρεις μονολόγους, σκάβοντας βαθιά την ψυχή των ηρώων του, δίνει και την εικόνα του κορμιού τους. 
Ως θεατής «μισθωτός νοσηλευτής», ο συγγραφέας επωμίζεται τον δυσβάσταχτο ρόλο του Φροντιστή: καταγράφει τα πάντα και αντιπαραθέτει την απουσία του Λόγου σ’ ένα ζωντανό κατά τα άλλα σώμα, με την παρουσία μιας ψυχής και ενός συναισθήματος που πάλλει μέσα σ’ ένα ουσιαστικά νεκρό, παράλυτο εξαιτίας της ασθένειας, κορμιού. Ποιο από τα δυο είναι το πιο τυχερό, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης που παρακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία υπάρξεων που δεν μπορούμε να αριθμήσουμε· γιατί είναι πολλά τα πρόσωπα που εμφανίζονται, φεύγουν, κρύβονται και ξανάρχονται πάλι σ’ αυτό το βιβλίο. 

Δρόμοι στα σκοτεινά

Γιώργος Δρίβας, Aeonium, 2020, πεντακάναλη συγχρονισμένη προβολή, 20’, έγχρωμο με ήχο
ΤΗΣ ΒΕΡΑΣ ΠΑΥΛΟΥ

MELANIE KLEIN, DONALD W. WINNICOTT, FRIEDA FROMM - REICHMAN, CHRISTOPHER R. LONG, GERALD J. GARGIULO, JAMES R. AVERIL, Η μοναξιά, ως πάθηση και ως ικανότητα, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μετάφραση Ροζαλί Σινοπούλου, σελ. 168

“Κανένα τίμημα δεν είναι αρκετά υψηλό 
για το προνόμιο να ορίζεις τον εαυτό σου” 

Με αυτή τη ρήση του Nietzche εισάγεται το κορυφαίο άρθρο του Άγγλου ψυχαναλυτή Donald Winnicot με τίτλο «Η ικανότητα να μένουμε μόνοι». Άρθρο κομβικό για την εποχή του. Μόνο που για τον Winnicot η ικανότητα αυτή δεν έχει να κάνει με την μοναξιά όπως νοείται στην σύγχρονη νεοφιλελεύθερη εποχή, οπότε και αναιρείται η φράση «η αξία ενός ανθρώπου μετριέται με την ποσότητα της μοναξιάς που μπορεί να αντέξει», και πάλι του Nietzche. Καθώς η φράση αυτή εμπεριέχει κάτι της τάξεως της οδύνης που έχει γίνει έμβλημα της σύγχρονης εποχής. Το άτομο ωθείται να τα καταφέρει μόνο του, ριγμένο σε έναν κόσμο δύσκολο, μέσα στην στέρηση που απολαμβάνει ο Άλλος. Κυρίαρχο «σύμπτωμα» σήμερα. Ατομικότητα, απομόνωση, στέρηση βασικών αγαθών, εργασίας, κατάθλιψη, μαρασμός. 
Η ικανότητα να μένει κανείς μόνος παρουσία του Άλλου, της μητέρας αρχικά, έχει να κάνει με την απαρτίωση του εαυτού. Ανάπτυξη της δημιουργικότητας, απουσία αλλά και ταυτόχρονα παρουσία του Άλλου με την έννοια της εσωτερίκευσης. Ξεκινά με την σταδιακή απομάκρυνση της μητέρας στον ίδιο χώρο, με την προϋπόθεση ότι παραμένει ψυχικά κοντά στο βρέφος. 
Σιωπηλή στιγμή στην ψυχαναλυτική συνεδρία, όπου κάποιος μένει μόνος παρουσία του ψυχαναλυτή, που είναι εκεί με το σώμα του, την ψυχή, το ασυνείδητο, το είναι του. Θέση σε πλήρη αντιδιαστολή με την χρήση της ψηφιακότητας σε κάθε έκφανση της ζωής, και δη στο πλαίσιο συνεδριών. Που έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Διαρκή επιβολή παρουσίας, εισβολή στο χώρο, στο σώμα. Στέρηση της «απουσίας», αδυναμία διεργασίας πένθους. Η οθόνη και το Διαδίκτυο γεννούν ψυχωτικές καταστάσεις, εξαρτήσεις, ανικανότητα να είναι κανείς μόνος, να ονειροπολεί, να σκέπτεται.