ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
Οφείλουμε χάριτες στον ιστορικό κινηματογράφου Αντρέα Παγουλάτο, ο οποίος την προηγούμενη Κυριακή, από τις σελίδες μας, παρουσίασε τον μεγάλο, πρωτοπόρο σκηνοθέτη Τζίγκα Βέρτοφ, με αφορμή το 23ο Φεστιβάλ «Κινηματογράφος και πραγματικότητα», που διοργάνωσε την εβδομάδα που πέρασε στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Έτσι, λοιπόν, μια παρέα ευπειθείς αναγνώστες, συναντηθήκαμε, λίγο νωρίτερα, για να πάμε να δούμε το αριστούργημα του Βέρτοφ, τον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή». Έχοντας κάποιο χρόνο μέχρι να αρχίσει η προβολή, αρχίσαμε τη συζήτηση. Μετά τις εξελίξεις στον ΣΥΝ, η κουβέντα πήγε στον διάσημο αμερικανό συγγραφέα Φίλιπ Ροθ, ο οποίος ανατέμνει και υποβάλλει σε κριτική σημαντικές όψεις της αμερικάνικης κοινωνίας και της πρόσφατης ιστορίας της. Μάλιστα, κάποια βιβλία του έχουν γυριστεί ταινίες, και μία από αυτές προβλήθηκε πρόσφατα. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν υπήρξε ομοφωνία, ούτε στην εκτίμηση του καθενός μας επί των εξελίξεων στον ΣΥΝ, ούτε και επί της αξίας του λογοτεχνικού έργου του Ροθ ή των ταινιών πάνω στα βιβλία του.
Η βραδιά εξελισσόταν λοιπόν όπως χιλιάδες άλλες, και έμενε να ολοκληρωθεί όπως κάθε κοινωνική «έξοδος», εν προκειμένω με την παρακολούθηση της ταινίας του Βέρτοφ. Ενός ντοκιμαντέρ, που όμως είχε γυριστεί το μακρινό 1929, στην ακόμη μακρινή για τον δυτικό άνθρωπο Ρωσία, στην ακόμη πιο μακρινή Ρωσία της επανάστασης. Μπαίνοντας στην αίθουσα, συναντήσαμε και άλλους συνεργάτες-αναγνώστες της Αυγής, αλλά είμαι σίγουρος πως όλοι, οι 50-60 θεατές, δεν μπορούσαμε να υποψιαστούμε τι επρόκειτο να παρακολουθήσουμε στο αμφιθέατρο του Γαλλικού Ινστιτούτου. Όταν μάλιστα ο Αντρέας Παγουλάτος, προλογίζοντας την ταινία, μας ενημέρωσε ότι αποφασίστηκε η προβολή να γίνει χωρίς συνοδεία μουσικής, όλοι σφιχτήκαμε. Ετοιμαστήκαμε, λοιπόν, ως καλοί αριστεροί και πολιτισμένοι άνθρωποι, να υπομείνουμε μια δοκιμασία, στο όνομα της τέχνης, και μάλλον θεωρήσαμε υπερβολή, ίσως και διανοουμενίστικο βολονταρισμό, το επιχείρημα του Παγουλάτου για τη βουβή προβολή της ταινίας:
-Η εικόνα της ταινίας έχει τη δικιά της μουσική...
Επί 68 λεπτά της ώρας, υποστήκαμε ένα σοκ. Η εικόνα έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, εξαντλώντας τα όρια του ανθρώπινου ματιού αλλά και του ανθρώπινου εγκεφάλου. Όχι μόνο διέθετε τη δικιά της μουσική, με φρενήρεις ρυθμούς, αλλά και το δικό της χρώμα, αφού οι εκδοχές του άσπρου και του μαύρου ήσαν χιλιάδες και έδειχναν ανεξάντλητες. Διέθετε το δικό της σενάριο, δηλαδή κανένα σενάριο σαν εκείνα που έχουμε συνηθίσει να εκτυλίσσονται σε μια κινηματογραφική ταινία, ακόμα και σε ένα ντοκιμαντέρ. Τυπικά, η κάμερα «συλλάμβανε» καθημερινές εικόνες αστικής ζωής και τις παρέθετε, τη μία μετά την άλλη, απολύτως αποσπασματικά. Ουσιαστικά, όμως, έκανε αυτό που δήλωνε ο τίτλος του άρθρου του Παγουλάτου την προηγούμενη εβδομάδα: «Σκηνοθετούσε την πραγματικότητα».
Δεν αποτύπωνε, δεν αναδείκνυε «με κριτική ματιά» όψεις της αστικής κοινωνίας, όπως κάνουν τα βιβλία του προαναφερθέντος Φίλιπ Ροθ και τόσες άλλες ταινίες, αλλά οδηγούσε την πραγματικότητα στα όριά της, ώστε η ίδια η πραγματικότητα να «αναγκαστεί» να δείξει αυτό που πάντα διαφεύγει από την εικόνα της, από την όψη της, από το πρόσωπό της, όπως εμείς το βλέπουμε και το βιώνουμε. Αυτό που μόνο μέσα στην τέχνη μπορεί να αποκαλυφθεί, ανατρέποντας την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο.
Ήταν μια αποθέωση της τέχνης, με απουσία κάθε ίχνους μεταφυσικότητας. Το μάλλον ιμπρεσιονιστικό πλάνο ενός πολυσύχναστου δρόμου μιας ρώσικης πόλης, μετά από λίγα λεπτά πέρναγε πάλι στην οθόνη, ακριβώς το ίδιο, αυτούσιο, τώρα όμως με την εικόνα να τρέχει με διαφορετική ταχύτητα και να μας δίνει μια άλλη εικόνα, του ίδιου δρόμου, της ίδιας πόλης, των ίδιων ανθρώπων, της ίδιας ζωής, της ίδιας της πραγματικότητας.
Οι βασικότερες αφηγηματικές τεχνικές, που από τότε (1929) μέχρι σήμερα έχουν χρησιμοποιηθεί στις διάφορες μορφές τέχνης, έστω εμβρυακά και ιδιότυπα ήταν εδώ, παρούσες, συνυπήρχαν με απόλυτη φυσικότητα, λειτουργούσαν, μιλούσαν, υπονόμευαν τον μακάριο ακαδημαϊκό λόγο περί αφηγηματικών τεχνικών. Όλα τα μεγάλα θεωρητικά προβλήματα του 20ού αιώνα, ακόμα και πολλά από αυτά που ετέθησαν μέσα από τη συζήτηση περί μοντέρνου και μεταμοντέρνου, ήσαν παρόντα ως διακυβεύματα. Και ο Μπαχτίν, με την πολυφωνικότητά του και τη διαλογικότητά του, ήταν εδώ, και ο Ντεριντά με την αποδόμησή του, και η Μπάτλερ με την επιτέλεσή της.
Βέβαια, απουσίαζε ο Φίλιπ Ροθ, και όλη η τρέχουσα, η εκάστοτε τρέχουσα πολιτιστική παραγωγή. Απουσίαζε όλη εκείνη η πολιτιστική παραγωγή που βασίζεται στο «θέμα» του κάθε έργου, το οποίο «αποδίδεται» με τις ανάλογες τεχνικές, ενίοτε μάλιστα ιδιαίτερα επεξεργασμένες, δίνοντάς μας καλογυρισμένες ταινίες και καλογραμμένα μυθιστορήματα – κατάλληλα για αποενοχοποιημένη κατανάλωση. Γιατί ο «Άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή», αν και είχε χιλιάδες «θέματα» (ακόμα και μια κριτική στον Λένιν...), αν και μας «έλεγε» πολλά και εξαιρετικά πράγματα για όλα αυτά, είναι ένα έργο τέχνης. Και, σαν τέτοιο, το «θέμα» του είναι αδιάφορο: θα μπορούσε να ήταν αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Το ενδιαφέρον της ταινίας, η αξία της, ήταν η μορφή της.
Και η μορφή είναι η μόνη «ψυχή» της τέχνης. Το εκάστοτε «θέμα», όταν υποκαθιστά την αγωνία της μορφής, απλώς ακυρώνει και υποβαθμίζει το έργο τέχνης: σχεδόν πάντα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ευκολία (του καλλιτέχνη αλλά και του αναγνώστη-θεατή). Έστω και αν διαχειρίζεται, ακόμα και ριζοσπαστικά, τα πιο οχληρά για την κοινωνική αδράνεια και ευταξία ζητήματα, όπως είναι π.χ. οι μετανάστες, το αποικιοκρατικό παρελθόν ή άλλες, βαθιές και σκληρές ενοχές της ιστορικής διαδρομής των κοινωνιών μας.
Αλλά ακόμα και όταν το «θέμα» ενός έργου τέχνης φαίνεται να είναι η ίδια η μορφή, δηλαδή η μοναδικότητα της εικόνας που κατάφερε ο καλλιτέχνης-δημιουργός, συνομιλώντας, προνομιακά αυτός, με την Ιστορία, π.χ. μέσα από επιβλητικά πλάνα, που με την αυτάρκειά τους και το «ύψος» τους διεκδικούν την αίγλη της αποκάλυψης της μεγάλης αλήθειας, πάλι το έργο τέχνης ακυρώνεται και υποβαθμίζεται, ως ένας ακόμα από καθέδρας λόγος (εδώ πρέπει να εντάξουμε τη διαφορά, την αντίθεση και την αντιπαράθεση Βέρτοφ-Αϊζενστάιν).
Ο Βέρτοφ μας έδειξε πώς η τέχνη μπορεί να σκηνοθετεί την πραγματικότητα, όχι για να τη «δραματοποιήσει», όχι για να την παραποιήσει ή να την «φωτίσει» απροσδόκητα, όχι για να την «αναγορεύσει», αλλά για να την καταστήσει θεμελιώδες στοιχείο, της μεγαλειώδους διαδικασίας που ονομάζεται, απλώς, τέχνη. Με ταπεινά, φτενά υλικά, με φευγαλέες αποτυπώσεις της καθημερινότητας, με σπαράγματα εικόνων, με σπαράγματα κινηματογραφικών φράσεων, «Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» κατέλυε την τυραννία της «υψηλής αφήγησης». Αλλά, την ίδια στιγμή που διεύρυνε τρομακτικά τη βάση, το περιεχόμενο, την ίδια την υφή της τέχνης, καθιστώντας στοιχείο της κάθε υλικό, κάθε πτυχή, κάθε θραύσμα της ζωής και των πραγμάτων, κάθε στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού, προέκυπτε, μέσα από μια διαδικασία διαύγασης, μια νέα διαχωριστική γραμμή, μεταξύ τέχνης και εν γένει πολιτισμού.
Στη θέση τού από καθέδρας λόγου, που εκφέρεται μέσα από την ασφάλεια της αφήγησης ενός «στόρι» ή της ελεγείας του πλάνου, δηλαδή μέσα από την εξουσιαστική σχέση της τέχνης με τον αναγνώστη-θεατή, αλλά και στη θέση της τρέχουσας, αγοραίας διαβεβαίωσης πως όλα είναι τέχνη (διαβεβαίωση που και οι «προλεταριακοί καλλιτέχνες» του καιρού του την είχαν για σημαία τους...), αυτός ίδρυε μια πρωτοφανή δημοκρατική διαδικασία, όπου τα πάντα συμμετέχουν στη συνθήκη της τέχνης, ώστε ο λόγος της, η μορφή της, να προκύψει ως διαύγαση μέσα από τη δίνη τους.
Σήμερα, λοιπόν, που ο κάποτε πολύ σημαντικός θεωρητικός, αλλά εδώ και πολύ καιρό τελειωμένος Χάρολντ Μπλουμ, συνεχίζει να διαμαρτύρεται και να αγωνιά γιατί δεν δίνεται το βραβείο Νόμπελ στον Φίλιπ Ροθ, ο Αντρέας Παγουλάτος επιμένει να μας παρουσιάζει τον «Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή». Η απόσταση, της μίας στάσης από την άλλη, είναι χαώδης, ανάλογη με αυτή ανάμεσα στον Βέρτοφ και τον Ροθ. Αντρέα, σε ευχαριστούμε.
Διαβάστε το όλο!