10/11/19

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση του Σωτήρη Πανουσάκη με τίτλο flip DREAMS που πραγματοποιήθηκε στην CAN Christina Androulidaki Gallery  (Αναγνωστοπούλου 42, Κολωνάκι, Αθήνα).

Σωτήρης Πανουσάκης, Keeping the distance, 2019, λάδι σε καμβά, 60 x 80 εκ.

Κυπριακό: με κριτική και ενσυναίσθηση


ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΚΑΡΥΔΑΚΗ

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Ο Ντενκτάς στον Νότο. Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά, εκδόσεις Ψηφίδες, σελ. 288

«Η Κύπρος κείται μακράν» είπε το ’74 ο Καραμανλής. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για την παραγωγή μελετών που να προσεγγίζουν την τραυματική ιστορία της Κύπρου χωρίς να εξωτικοποιούν το νησί και τους κατοίκους του φορώντας του ανεφάρμοστα ερμηνευτικά σχήματα ή να αναπαράγουν μύθους περί καλού εναντίον κακού, ξανατραυματίζοντας εν τέλει τα υποκείμενα. Το βιβλίο του Γρηγόρη Ιωάννου Ο Ντενκτάς στον Νότο, που παρουσιάζει τη σταδιακή κανονικοποίηση της διχοτόμησης στον λόγο των Ελληνοκύπριων και την απομυθοποίηση του ηγεμονικού αφηγήματος για το Κυπριακό, ότι για τη μη επίλυση φέρουν αποκλειστική ευθύνη οι Τουρκοκύπριοι, αποτελεί μια αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα και, ελπίζω, την αρχή μιας νέας βιβλιογραφικής παραγωγής -οι εκδόσεις Ψηφίδες και η κυπρολογική σειρά «Ρότσος» μπορούν να αποτελέσουν εγγυητές (για να χρησιμοποιήσω έναν προσφιλή στο Κυπριακό όρο) αυτής της νέας σοδειάς.
Από τις κύριες αρετές του βιβλίου είναι η αίσθηση της ιστορικότητας που το διατρέχει. Παρότι ο συγγραφέας αφορμάται από τις κοινωνικές επιστήμες, δεν χάνει την επαφή του με τον ιστορικό χρόνο, αναδεικνύοντας ότι το Κυπριακό και τα νοήματα που φέρει για τα υποκείμενα δεν υπάρχουν σε ιστορικό κενό αλλά δημιουργούνται, διαμορφώνονται και επηρεάζονται από τις κοινωνικές, οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες που το περιβάλλουν. Τόσο οι ενδοκοινοτικές και οι διακοινοτικές σχέσεις όσο και το πλέγμα των διεθνών συγκυριών, όπως π.χ. η αποαποικιοποίηση και ο Ψυχρός πόλεμος, σκιαγραφούνται με τέτοιο αριστοτεχνικό τρόπο ώστε να μην παρουσιαστεί ξανά το Κυπριακό αποκλειστικά ως ένα «μείζον εθνικό ζήτημα» των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Αυθεντική μαρτυρία

Σωτήρης Πανουσάκης, flip DREAMS, 2018, λάδι σε καμβά, 60 x 90 εκ. 


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ

ΕΛΕΑΝΝΑ ΒΛΑΣΤΟΥ, Στο Λονδίνο, εκδόσεις Πόλις, σελ. 214

Συγκρατώ τον εξής χρηστικό αφορισμό, όπως μας τον θυμίζει η συγγραφέας, αποδίδοντας έτσι εύστοχα την ουσία της όλης θεματολογικής της προαίρεσης: «Ο Φορντ Μάντοξ Φορντ έγραψε ότι το Λονδίνο ποτέ δεν σε αποζητά, ποτέ δεν του λείπει κανένας. Δεν αγαπάει κανέναν, ανέχεται τους πάντες. Μου αρκεί. Απλώς υπάρχω για να συντηρώ την κινητικότητά μου». Γνωρίζουμε βεβαίως από το παρελθόν των κειμένων ότι η πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου  της Αγγλίας, της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας συγκέντρωνε συχνά πυκνά το συγγραφικό ενδιαφέρον. Μεταξύ των πολλών αντιπροσωπευτικών δειγμάτων διακρίνω από τις Αθλιότητες του Λονδίνου του Πονσόν ντι Τερράιγ τα παρακάτω ενδεικτικά: «Στη νοτιοδυτική γωνία της πλατείας Γουελκλόουζ υπάρχει ένας δρόμος πλατύς τρία μέτρα· στα μισά του δρόμου υψώνεται ένα θέατρο όπου οι καλύτερες θέσεις στοιχίζουν δώδεκα σολδία, και μπαίνεις στην πλατεία πληρώνοντας μια πένα. Ο πρωταγωνιστής είναι νέγρος. Όση ώρα κρατά το θέαμα, ο κόσμος πίνει και καπνίζει. Οι πόρνες που κάθονται στα θεωρεία είναι ξεκάλτσωτες· το κοινό της πλατείας αποτελείται από κλέφτες».
Ίσως αυτή ακριβώς η από πολλές απόψεις ευάλωτη πτυχή της δυτικοευρωπαϊκής μητρόπολης να ώθησε την Έλενα Βλαστού να εξομολογηθεί, μεταξύ άλλων, με τη γνωστή σε μας άδολη, χαρακτηριστική παρρησία της από τις προηγούμενες εμφανίσεις της στο χώρο: «Στο μυαλό μου άρχισε να σχηματίζεται η ιδέα ότι η χώρα που με φιλοξενεί απειλείται και με χρειάζεται, κι εγώ το μόνο που έχω να κάνω για να ανταποδώσω είναι να συλλέγω πληροφορίες για την ασφάλειά της, και ότι αυτή η δουλειά είναι για μένα και θα είμαι αν όχι η καλύτερη, οπωσδήποτε εξαιρετική». Η ίδια δεν διστάζει να δηλώσει, προκειμένου προφανώς να προβάλει ορισμένες πλευρές της εξ αντικειμένου πραγματικότητας, ότι «σταθερότητα, σύνεση, ακεραιότητα, αποδοτικότητα. Έλλειψη φαντασίας, υποκρισία. Αυτές οι ιδιότητες χαρακτηρίζουν τη μεσαία τάξη κάθε χώρας, αλλά στην Αγγλία είναι εθνικά χαρακτηριστικά. Έτσι έγραφε ο Ε. Μ. Φόρστερ το 1920. Εάν ζούσε στο Λονδίνο ενενήντα οχτώ χρόνια αργότερα, θα υπήρχε και η ανεκτικότητα στη λίστα».

τα μέλλοντα

– συχνά σύννεφα ξύλινα σταύρωση επιτονίζουν:

κι αλήθεια για πού το ’βαλες πλάνητ’ ανοικονόμητε;
στο μεσοδιάστημα θαρρείς διαρκώς περιπλανιέσαι
μ’ αν ξεπηδούνε πλάι νυκτός τριβόλια οι ελπίδες
θα (από τρώγλης;) προσδοκάς πιο νέες σου εφεδρείες
σε ωθήσεων τη συνέργεια; σαν τρύπες στο νερό;

κι ενώ κατεβατά καιρών πέπρωται να γκριζάρουν

κρυφό σαράκι ανηλεές στα μέλλοντα ηλιοστρέφεις

Κώστας Θ. Ριζάκης

Δεύτερη ζωή

Σωτήρης Πανουσάκης, ahead, 2019, λάδι σε καμβά, 60 x 80 εκ.



ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΥΔΙΚΟΣ, Οδός Οφθαλμιατρείου, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 213

Ο ήρωας στο παρόν μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου, ο Χρήστος Σούλτις ή αλλιώς Κρυστ, μετανάστης δεύτερης γενιάς στο Ατλάντικ Σίτυ της Αμερικής, με καταγωγή από το Συρράκο της Ηπείρου, διασταυρώνεται με πολλαπλούς, ευρηματικούς, γόνιμους και αναστοχαστικούς τρόπους με τον συμπατριώτη του Κώστα Κρυστάλλη. Ο συγγραφέας και ποιητής έρχεται ξανά στο προσκήνιο 150 χρόνια μετά τον θάνατό του, για να αφηγηθεί όσα έζησε, αλλά κυρίως όσα δεν πρόλαβε να ζήσει, όταν 26 ετών, σχεδόν παιδί, έφυγε άδοξα και πρόωρα από τη ζωή. Άρρωστος και καταπονημένος, με λίγους φίλους και συνομιλητές, με φλογερή ιδιοσυγκρασία, ασθενική κράση και κλονισμένη υγεία από την εργασία στο τυπογραφείο της οδού Οφθαλμιατρείου, θα καταφύγει φυματικός στην Κέρκυρα και μετά στην Άρτα. Εκεί θα αφήσει την τελευταία του πνοή και θα ταφεί ως Οθωμανός πολίτης, αφού η ιδιαίτερη πατρίδα του δεν είχε ενσωματωθεί ακόμα στο ελληνικό κράτος. Χωρίς να αξιωθεί μια βοήθεια από την πολιτεία ώστε να απαλλαγεί από την αγωνία του βιοπορισμού, μια μικρή υποτροφία ώστε να πραγματοποιήσει τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο που τόσο επιθυμούσε. Χωρίς κυρίως την πίστωση χρόνου που θα ωρίμαζε το λογοτεχνικό του έργο, θα διεύρυνε τους ποιητικούς του ορίζοντες και θα τον οδηγούσε στην πλήρη καταξίωση και στην ευρεία αποδοχή από τους φιλολογικούς κύκλους της εποχής.  

Σχόλια στην Ιστορία

ΤΟΥ ΠΑΝΟΥ ΤΡΙΓΑΖΗ

ΗΛΙΑΣ ΘΕΡΜΟΣ, Ο Περικλής και ο Μέγας Αλέξανδρος, σελ. 232, και Η Ευρώπη μεταξύ μεσαίωνα και ρήξης, σελ. 228, εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Mε τον καθηγητή Ηλία Θερμό έχουμε περπατήσει κοινούς δρόμους εδώ και  τριάντα περίπου χρόνια. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα ειρήνης, όπως και εγώ. Συνυπήρξαμε και στο ΚΚΕ, μέχρι το 1991, αλλά ούτε μετά την τότε διάσπαση χώρισαν οι δρόμοι μας.
Ο εκ Λευκάδας διακεκριμένος πανεπιστημιακός, στην διάρκεια της χούντας βρέθηκε στις ΗΠΑ, όπου σπούδασε, αλλά και έλαβε μέρος ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα από υπεύθυνες θέσεις. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, υπηρέτησε σε εδώ πανεπιστήμια, συμμετέχοντας και στο κίνημα της Αριστεράς.
Το πρώτο από τα βιβλία του, με τίτλο Ο Περικλής και ο Μέγας Αλέξανδρος, έχει ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον, κατά την γνώμη μου, κυρίως διότι αναφέρεται στον μακεδόνα στρατηλάτη ως κοσμοπολίτη, ιδιότητα που είναι ξένη προς τους σύγχρονους «μακεδονομάχους». Αφού ολοκλήρωσε την εκστρατεία του, ο Μεγαλέξανδρος, συγκάλεσε το 324 π.Χ. αντιπροσωπευτική πολυφυλετική συνέλευση των υπηκόων του στην Ώπη, με την συμμετοχή και μακεδόνων, εκφωνώντας ένα είδος πολιτικής διαθήκης, με μηνύματα ισότητας και μη διάκρισης.
Το δεύτερο βιβλίο του Ηλία Θερμού με τίτλο Η Ευρώπη μεταξύ μεσαίωνα και ρήξης, έχει πολύ καλά διαπιστωτικά στοιχεία, αλλά ακόμα και ο τίτλος του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της σημερινής ΕΕ, που αποτελεί –κακά τα ψέματα– την πλέον δημοκρατική περιοχή του πλανήτη, άρα, είναι μακριά από τον  Μεσαίωνα.

Στο περβάζι της Ιστορίας

Σωτήρης Πανουσάκης, Ribbons, 2019, λάδι σε καμβά, 60 x 100 εκ.


ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ, Αυτός, ο κάτω ουρανός, εκδόσεις Ίκαρος, σελ. 104

Στην αρχή είναι η αναφορά στα φτερά. Έπεται κατόπιν η αναφορά στη Βαλχάλα, την αίθουσα του Άλλου Κόσμου, όπου σύμφωνα με τη σκανδιναβική μυθολογία καταλήγουν οι ανδρείοι στρατιώτες που πέφτουν στη μάχη. Είναι λογικό: χρειαζόμαστε φτερά για να φτάσουμε στους ουράνιους κόσμους, όμως στη συγκεκριμένη συλλογή ο ουρανός δεν βρίσκεται πάνω, αλλά κάτω, σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή της συνηθισμένης τάξης των πραγμάτων. Τα φτερά, τα πουλιά, το κελάηδισμα ωστόσο επανέρχονται ολοένα στους στίχους, αφού ο ουρανός τούς ανήκει όπου κι αν βρίσκεται.
Ο Αντιόχου ξεκινά με τα συγκεκριμένα στοιχεία για να ορίσει ένα πλαίσιο. Είναι όμως ένα πλαίσιο φαντασίας, μαγικό – μια δυστοπία όπου λαμβάνουν χώρα τα δεινά και οι έρωτες που εξιστορούνται στο βιβλίο, τα οποία λειαίνει ο πανδαμάτωρ χρόνος που έχει μοναδική κατάληξη τον θάνατο.
Τρεις παρτιτούρες χωρίζουν τη συλλογή σε ισάριθμα μέρη. Πρόκειται κατά σειρά για τον «Χρυσό του Ρήνου» (Das Rheingold), δηλαδή το πρώτο μέρος από Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουγκ του Βάγκνερ, τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ (Ständchen) όπως τη μετέγραψε ο  Λιστ και το έργο «Στη σελήνη» (An den Mond) πάλι του Σούμπερτ που είναι βασισμένο σε ποίημα του Γκαίτε. Στις παρτιτούρες ο ποιητής έχει ενθέσει σύμβολα, συντεταγμένες και ημερομηνίες – οι τελευταίες γραμμένες στα λατινικά. Δύο από αυτές έλκουν προφανώς από την προσωπική ιστορία του: Θεσσαλονίκη 3.9.2018 και Αθήνα 11.11.2018, ενώ οι τρίτες (που στο βιβλίο εμφανίζονται πρώτες) παραπέμπουν στον τόπο και τον χρόνο της Μάχης των Εθνών (Λειψία, 16.10.1813). Προκρίνοντας τη Μάχη έναντι των προσωπικών του στιγμών, ο ποιητής δίνει τον τόνο, που δεν είναι άλλος από τον πόλεμο – και μάλιστα εκείνον που έκρινε την τύχη του Ναπολέοντα. Το γεγονός μετατρέπει αυτοστιγμεί το βιβλίο σε αφήγηση ήττας.

Βραχέα λυρικά

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΟΥΖΗ

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ, Θέναρ, εκδόσεις Βακχικόν, σελ. 49

Οι φίλοι μας που δε θα κάνουνε παιδιά το σπίτι μας που είναι παλιό τα τζάμια που στον πρώτο αέρα κρώζουνε ψάχνεις δουλειά με μια στάλα πικρίας να σε τριβελίζει. ελπίζεις κάτι να σου πει πως δε χαθήκαν τόσα χρόνια σε μια Αθήνα που βογκάει και ξοδεύει ταυτόχρονα σε μια Αθήνα δανεισμένη ευτυχώς τα καλοκαίρια βρίσκω πιο φτηνά τις ντομάτες

Η λέξη «θέναρ» σημαίνει στα αρχαία ελληνικά την παλάμη. Η τρίτη ποιητική συλλογή της Αγγελικής Δημουλή χωρίζεται σε δύο τμήματα: τις «Παραλλαγές σε μια ηλιαχτίδα» και τις «Παραλλαγές σε μια φεγγαρόπετρα». Η προκείμενη ανάλυση επικεντρώνεται στο πρώτο.
Εδώ, δέκα ολιγόστιχα και βραχύστιχα ποιήματα τοποθετημένα στα αριστερά αντιπαρατίθενται στα πεζόμορφα ποιήματα των δεξιών σελίδων. Ένα ενδέκατο εκτείνεται σε ολόκληρο τον κάθετο άξονα και δεν βρίσκεται σε αντιθετική συζυγία με κανένα πεζόμορφο ποίημα. Συμπληρώνει τα προηγούμενα δέκα αναπτύσσοντας και ολοκληρώνοντας τη θεματική τους για το παιδί που γεννήθηκε και όσο μεγαλώνει αίρει τη θλιβερή προοπτική του κόσμου. Τα έντεκα πεζόμορφα ποιήματα σαρώνουν την κάθε σελίδα χωρίς –με ελάχιστες εξαιρέσεις– να σημαδεύονται από οποιαδήποτε στίξη, επιλογή η οποία επιταχύνει την κίνηση της γραφής. Από την άλλη, η σαρωτική γραφή τους, αν και, όπως ξεκινά και συνεχίζει αδιάπτωτη, δίνει την εντύπωση πως θα καλύψει τη σελίδα, διακόπτεται μετά τις πρώτες γραμμές. Ισχύουν έτσι δύο αντίπαλες ροπές: Η πρώτη πριμοδοτεί ένα αδιάλλακτο προχώρημα του λόγου, ενώ η δεύτερη προκαλεί το απότομό του σταμάτημα. Ως αποτέλεσμα προκύπτει μία συσσώρευση από ενωμένες κύριες, δευτερεύουσες και μετοχικές προτάσεις, η οποία λήγει απροσδόκητα αφήνοντας τη μεγαλύτερη έκταση της σελίδας άδεια. Έτσι η μορφή συνιστά ένα σχόλιο –εμπνευσμένο ίσως από τη Συγκεκριμένη Ποίηση– για την ισοδυναμία της σύγχρονης συσσώρευσης του λόγου με το κενό και με τη σιωπή.

Περιττές συζητήσεις

Σωτήρης Πανουσάκης, HELLO_WELCOME, 2018, λάδι σε καμβά, 60 x 90 εκ.



ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία

Στον «Αισώπου βίο» υπάρχει ένα επεισόδιο όπου ο έξυπνος δούλος, ακολουθώντας την παράδοση των σοφιστών, διασκεδάζει με το να δείχνει ότι η γλώσσα είναι το καλύτερο πράγμα του κόσμου, πηγή σοφίας, ομορφιάς, καλών πράξεων, ύστερα να αποδείξει ότι είναι το χειρότερο πράγμα του κόσμου, πηγή ψεύδους, κακίας και συκοφαντιών∙ σήμερα μπορούμε να διασκεδάσουμε με το να αποδείξουμε ότι η γλώσσα είναι τα πάντα και δεν είναι τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Ο λόγος, πριν από τις απορίες της γενικής γλωσσολογίας και τις δυσκολίες στις οποίες εμπλέκονται οι συζητήσεις πάνω στη φύση και την πεμπτουσία της γλώσσας, είναι ότι η χρήση της γλώσσας (που μιλάμε ή γράφουμε ή ακόμη μόνο σκεπτόμαστε) ενώνεται στενά με μεγάλο μέρος των εξειδικευμένων ανθρώπινων δραστηριοτήτων και εκδηλώσεων. Είναι λάθος να περιλαμβάνουμε στη γλώσσα τις φωνητικές εκφράσεις (δεν είναι ακόμη λέξεις) ευχαρίστησης και πόνου που αναδίδουν και οι άνθρωποι και τα ζώα: αν δεν επιθυμούμε να καταστήσουμε τον όρο ακόμη πιο γενικό από αυτό που δεν είναι, είναι σημαντικό ν’ αρχίσουμε να μιλάμε για γλώσσα μόνον από τότε που επιχειρούμε μια διάκριση ανάμεσα σε αρθρωμένο σημείο και έννοια∙ αλλά, η δραστηριότητα της γλώσσας ανοίγεται σαν μια τεράστια βεντάλια, που αρχίζει από μια στοιχειώδη ψυχοφυσιολογική κατάσταση ως την πιο αφηρημένη σκέψη, που τείνει να απελευθερωθεί από τη γλώσσα ως σημείο. Σ’ αυτή την βεντάλια εκείνο που αλλάζει, από την ενστικτώδη ώθηση ως την πιο ραφινάτη λογική, είναι πολύ περισσότερο και πολύ πιο σημαντικό από αυτό που παραμένει σταθερό∙ και αυτό που είναι μεταβλητό, αλλάζει λόγω πολλών παραγόντων, από τις κλιματικές συνθήκες ως την κοινωνική οργάνωση: μπροστά σ’ αυτές τις προφανείς σκέψεις σε τι χρησιμεύει ν’ αναζητάμε φόρμουλες όπως τη γλώσσα-έμπνευση ή τη γλώσσα-επικοινωνία; Δεν χρησιμεύει να μιλάμε για τη φύση της γλώσσας ανεξάρτητα από την ψυχολογική και κοινωνική της λειτουργία. Κι όχι μόνο δεν χρησιμεύει, αλλά δημιουργεί βλαβερές ψευδαισθήσεις το να υπερεκτιμούμε την επιρροή του γλωσσικού παράγοντα: δεν μπορούμε ν’ αρνηθούνε ότι η χρήση της γλώσσας μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη ορισμένων ψυχικών και πνευματικών ιδιοτήτων, ούτε ότι οι γλωσσικές συνθήκες μπορούν να επιταχύνουν ή να επιβραδύνουν ορισμένες πολιτικές ή κοινωνικές διαδικασίες∙ αλλά αυτή η επιρροή είναι ελάχιστη μπροστά στην πληθώρα των λειτουργιών και των μεταλλάξεων που καθορίζονται στη γλώσσα από την ανάπτυξη της σκέψης και την κοινωνική οργάνωση: η παρουσία της γλώσσας είναι ευρεία, αλλά τόσο ευρεία όσο και τόσο λίγο καθοριστική.