22/1/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση Κρίσιμοι Διάλογοι: Αθήνα- Αμβέρσα, που πραγματοποιείται στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο κτίριο του Φιξ (είσοδος από οδό Καλλιρόης). Μέχρι 29/1

Bernd Lohaus, Während- oder- zwischen dem/ DU- als Gegenüber- ICH, 1985, ξύλο και κιμωλία, 3 x (39 x 124 x 40 εκ.)

Ευρώπη: κρίση και τέλος;

Τρία λάθη και μία ελπίδα

ΤΟΥ ΕΤΙΕΝ ΜΠΑΛΙΜΠΑΡ

[Απομαγνητοφώνηση της παρέμβασης του γάλλου φιλοσόφου, Ετιέν Μπαλιμπάρ, κατά την παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Ευρώπη: κρίση και τέλος; (Ταξιδευτής, Αθήνα 2016) στη Στοά του Βιβλίου, στις 13/1/2017. Στην επιμέλεια συνέβαλαν ο Άκης Γαβριηλίδης, ο Μιχάλης Μπαρτσίδης και η Μαρία Σαρρή]

Το βιβλίο αυτό δεν είναι ένα βιβλίο για την Ελλάδα και για την κρίση της. Διότι δεν θα είχα, βέβαια, την φιλοδοξία να εξηγήσω στους Έλληνες ή και στους άλλους Γάλλους και Ευρωπαίους πολίτες τι συμβαίνει στην Ελλάδα και πού οφείλεται αυτή η κρίση. Φιλοδοξία μου ήταν να παράσχω έναν λόγο, μια κουβέντα ταξιδιάρικη, έναν λόγο ενδιαμέσου και διερμηνέα, ο οποίος να βοηθά τους Γάλλους και Ευρωπαίους πολίτες να καταλάβουν γιατί η τύχη της Ελλάδας είναι και δική τους. Επίσης, γιατί σε αυτή την κρίση διακυβεύεται και για αυτούς αυτό που παίχτηκε για σας, καθώς είστε και σεις φυσικά Ευρωπαίοι πολίτες και ό,τι ισχύει για σας θα ισχύει και για αυτούς.
Το βιβλίο αυτό είναι κάτι σαν πολιτικό ημερολόγιο ή ένα χρονικό μιας υπαρξιακής κρίσης της Ευρώπης. Δεν περιέχει κάποιο πρόγραμμα ούτε μια πλήρη εξήγηση όσων συνέβησαν ή θα συμβούν. Θα βρίσκαμε μάλιστα κάποια ελαττώματα τα οποία με τον καιρό καθίστανται ορατά. Προσωπικά ασκούμαι στο να σφάλλω και στο να αναγνωρίζω τα σφάλματά μου· υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση, ξεκινώντας απ' τον Σωκράτη, κατά την οποία το σφάλμα είναι πηγή διδαχής και γνώσης. Γι αυτό σήμερα θα ήθελα να αναφερθώ σε ορισμένα από αυτά. Θα μιλήσω εδώ για τρία σημεία στα οποία έπεσα έξω, έσφαλα, καθώς αναγνωρίζω ότι έτσι όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα δεν επαληθεύτηκαν οι εκτιμήσεις, οι ελπίδες και οι προσδοκίες μου.

Σκέψεις για την Ευρώπη, διαβάζοντας Balibar

James Lee Byars, Τα παπούτσια του διανοούμενου δολοφόνου, 1975, εγκατάσταση, 23 x 33 x 13 εκ.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑΜΟΥ

Ένα από τα κύρια ζητήματα της πολιτικής φιλοσοφίας και σκέψης του Étienne Balibar είναι η από-δημοκρατικοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναμφίβολα, η καπιταλιστική κρίση ανέδειξε μεταξύ άλλων τα βαθύτατα ελλείμματα δημοκρατίας που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα οποία ενίσχυσαν, μεταξύ άλλων, τις πολιτικές του τοξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στα «κράτη-μέλη». Για πολλούς αναλυτές, αυτές οι πολιτικές είτε δημιουργούν ένα συντελεστή μηδενικού αθροίσματος είτε εκκολάπτουν –τουλάχιστον σε επίπεδο ευρωζώνης– μεγάλα και απρόβλεπτα ασύμμετρα σοκ, κατά την έκφραση του Timothy Garton Ash. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στη διάσταση της ευρωζώνης, θα παρατηρούσαμε ότι αποτελεί ένα δομικό λάθος, παράγωγο της πορείας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αρχής γενομένης από το Μάαστριχτ έως στις Λευκές και Πράσινες Βίβλους της δεκαετίας του 1990. Μάλιστα ο Claus Offe χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη την ευρωζώνη μέσω της οποίας επωφελήθηκε στο μέγιστο η Γερμανία, αφού στους κόλπους της εντάχθηκαν κράτη με διαφορετική παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα αλλά και διαφορετικό κόστος εργασίας, ενώ παράλληλα υπήρξε απουσία μιας ενιαίας δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, η καπιταλιστική κρίση ανέδειξε και εξέθρεψε την εδραίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος –μαζί με τις εγγενείς αντιφάσεις του– πάνω σε αυταρχικές πολιτικές πρακτικές, οι οποίες ρέπουν προς την εξουδετέρωση της δημοκρατικής φόρτισης των θεσμών.

Ο Ετιέν Μπαλιμπάρ και ο εσωτερικός αποκλεισμός της Ευρώπης

Douglas Gordon, Self- Portrait (Kissing with Scopolamine), 1994, φωτογραφία


ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΠΑΡΤΣΙΔΗ

Βρισκόμαστε στην αρχή του 2017, εν μέσω συνεχών διεθνών εξελίξεων που τείνουν προς ανατροπή της μέχρι τούδε ισορροπίας. Το ευρωπαϊκό πεδίο φαίνεται πολύ κρίσιμο για την παγκόσμια κατάσταση και την τροπή που θα πάρουν οι μετασχηματισμοί. Για το λόγο αυτό είναι αναγκαία μια πιο διεθνική επαφή και αίσθηση των πραγμάτων για την απόκτηση της οποίας παίζουν σημαντικό ρόλο οι στοχαστές.
Το βιβλίο του Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ευρώπη: κρίση και τέλος; αποτελείται από μια σειρά άρθρων που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης μετά το 2009 μέχρι τον Νοέμβριο του 2015. Το προλογικό στην παρούσα ελληνική έκδοση κείμενό του γράφτηκε μόλις τον Νοέμβριο του 2016. Εκ των πραγμάτων, δεν έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει εκτενώς αναλυτικά ούτε το BREXIT ούτε την εκλογή Trump στις ΗΠΑ, πόσο μάλλον τις αυστριακές εκλογές για πρόεδρο με το ανακουφιστικό αποτέλεσμα και το ιταλικό δημοψήφισμα. Αυτό δηλώνει ότι πρόκειται για ένα βιβλίο ανοιχτό και όχι συστηματικό, ένα βιβλίο που γράφεται μέσα στη συγκυρία με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται, να λαθεύει ο συγγραφέας στις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις του. Βέβαια ο Μπαλιμπάρ, όπως το συνηθίζει, είναι αρκούντως προσεκτικός και λαμβάνει πολιτική θέση με τρόπο αργό, ζυγιάζει τα πράγματα, τις τάσεις, τις δυνάμεις που αντιμάχονται και τους παράγοντες που επηρεάζουν την πολιτική και ιστορική συγκυρία. Γίνεται μάλιστα ακόμη πιο επιφυλακτικός όταν πρόκειται για ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα όπως η κρίση μιας ολοκλήρωσης. Πρόκειται για την κρίση της πιο σύνθετης πολιτικής δομής που έχει υπάρξει μετά τις αυτοκρατορίες και τα κράτη-έθνη. Ουσιαστικά, μια ολοκλήρωση ως διαδικασία συγκρότησης είναι ως τέτοια συνώνυμο της κρίσης. Τα στοιχεία μιας τέτοιας κρίσης, όπως η αβεβαιότητα, η πληθώρα των αντιμαχόμενων και αντιρροπούμενων δυνάμεων και παραγόντων, η τριπλή δομή σε υπο-εθνικό/ διεθνικό/ υπερεθνικό επίπεδο όπου αρθρώνονται οι εξελίξεις, όλα αυτά δημιουργούν μια συνθετότητα εντελώς πρωτότυπη ιστορικά που καθιστά οποιαδήποτε πρόβλεψη εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Περιοδικά

Μανδραγόρας, τχ. 55. Αφιερώματα στην Ειδομένη και στα 100 χρόνια από την απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου. Ανέκδοτες συνεντεύξεις των ποιητών Θανάση Κωσταβάρα και Νίκου Καρούζου.

Εντευκτήριο, τχ. 110. Σελίδες για τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Ποιήματα, διηγήματα και βιβλιοπαρουσιάσεις. Κείμενο του Αχμέτ Γικίκ για το τουρκοκυπριακό μυθιστόρημα.

Παρέμβαση, πνευματική επιθεώρηση της Κοζάνης, τχ. 182. Αφιέρωμα στον Δημήτρη Μαρωνίτη, με κείμενα των Δ. Κόκορη, Θ. Κοροβίνη. Μ. Καραγιάννη, Αντ. Κάλφα, Ν. Βαρμάζη, Β. Π. Καραγιάννη. Διήγημα του Βασίλη Βασιλικού και συνέντευξη του Κώστα Γαβρά.

Μουσείο επιφανών αγνώστων

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Paul De Vree, Hysteria makes history, 1973, σχέδιο και φωτογραφία σε καμβά, 95 x 68 εκ.


ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ, Στις προθήκες, εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 49

Στις Προθήκες του Σωτήρη Σαράκη θα βρούμε είκοσι τέσσερα εκθέματα, είκοσι τέσσερα ποιήματα, μια συναισθηματική αλφαβήτα. Πρόκειται για τις προθήκες των μουσείων, τα οποία έχει επισκεφθεί και στα οποία μας ξεναγεί. Το βλέμμα του προσελκύουν έργα ταπεινής τέχνης -λατρευτικά, χρηστικά, διακοσμητικά- τα οποία, με την επιβίωσή τους στο χρόνο, λειτουργούν ως μάρτυρες μιας ξεχασμένης εποχής. Η «ασήμαντη παρουσία» τους όμως φέρνει στη σκέψη του ποιητή την ανθρώπινη απουσία. Κι εκείνος, κοιτάζει και σχολιάζει στοχαστικά, κριτικά, πικρά, ειρωνικά.
Παρατηρεί τον πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων, για να θυμηθούμε τον Καρυωτάκη. Ανασύροντάς τα από το άγνωστο παρελθόν τους, ανασύρει μνήμες οικείες, οικογενειακά πάθη, ιστορίες άλλων γνωστών και επιφανών ή αφανών, εθνικές περιπέτειες. Στοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, την άφευκτο σπάθη της ιστορίας, την υποταγή του καθημερινού ανθρώπου στην ανάγκη, που ποτέ δεν ρωτήθηκε, αλλά πάντοτε υποχρεώθηκε να συμμετάσχει σε όλα τα μεγάλα που κλήθηκε, σε ό,τι η ιστορία επέβαλλε ή η καθημερινότητα επέφερε, για να λησμονηθεί τελικά στην ανωνυμία του πλήθους που διέγραψε τη μοναδικότητά του. Τον είπαν «λαό» ή «στρατό» και έγινε, απλώς, ένας αριθμός στις χιλιάδες που χάθηκαν.
Στον άγνωστο στρατιώτη η πατρίδα έστησε μνημείο. Στον άγνωστο απλό καθημερινό άνθρωπο όχι. Και αυτόν τον επιφανή άγνωστο -άντρα, γυναίκα, παιδί- έρχεται να θυμηθεί ο Σαράκης· τον φτωχό και ταλαιπωρημένο, στον κόσμο το δικό του που είναι δικός μας - εκεί που μια μάνα, η δική του, η δική μας, η γιαγιά μας, διεκπεραίωνε τις δουλειές της περασμένης πια ζωής της.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν

Ο οδυνηρός συμβιβασμός της μετανεωτερικότητας

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Η κριτική του μετανεωτερικότητας υπήρξε ο δημιουργικός πυρήνας και ο κεντρικός αναφορικός άξονας του κοινωνιολογικού (και όχι μόνο) έργου του Zygmunt Bauman. Ο αναστοχαστικός του έλεγχος της παγκοσμιοποιημένης τάξης πραγμάτων, της κοινωνίας του ελέγχου και της μαζοκοινωνίας, καθώς και των δομών και πλεγμάτων μέσω των οποίων η παγκοσμιοποίηση διαμόρφωσε έναν αδιέξοδο κόσμο και προκάλεσε την ασφυκτική δυσφορία του εμπλεκόμενου στους όρους (οικονομικούς, κοινωνικούς, συναισθηματικούς) της παγκοσμιοποίησης υποκειμένου, αποτελούν τα σημεία αιχμής της κριτικής την οποία ο Bauman άσκησε στη μετανεωτερικότητα και στα κοινωνιοπολιτικά μορφώματά της. Ωστόσο, η κριτική της μετανεωτερικότητας, κατά την αντίληψη του Bauman, προϋποθέτει ως όρο εκ των ων ουκ άνευ την κριτική της νεωτερικότητας, χωρίς την οποία η μετανεωτερικότητα καθίσταται μάλλον χαώδης και ακατανόητη στις διάφορες εκφάνσεις της στο κοινωνικό πεδίο.
Κατά τον Bauman, το κεντρικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι η νεωτερικότητα αντικαταστάθηκε από μια μετανεωτερική αντίληψη του κόσμου και των δομών και δικτύων που συγκροτούν τη μετανεωτερική συνθήκη, αλλά στο θεμελιώδες γεγονός ότι η μετανεωτερικότητα εκπροσωπεί κατ’ εξοχήν έναν οδυνηρό συμβιβασμό με τα οριακά σημεία και τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας. Κατά συνέπεια, η κριτική της νεωτερικότητας τίθεται αναπόφευκτα στο κέντρο του αναστοχασμού σχετικά με τη μετανεωτερική τάξη πραγμάτων. Διότι, με αυτόν τον τρόπο, η μετανεωτερικότητα αποκαλύπτει τους όρους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τα αδιέξοδα, τα οποία η νεωτερικότητα δημιούργησε για τον εαυτό της, οδήγησαν εντέλει στο συμβιβασμό στον οποίο επιχείρησε και επιχειρεί εξακολουθητικά η μετανεωτερικότητα, πολλαπλασιάζοντας, στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική σφαίρα, τη δυσφορία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στις καταστροφικές συνέπειες που επέφερε και επιφέρει αυτός ο ολέθριος συμβιβασμός.

Καθιστικὴ ἀκολουθία

1.
Τί γρήγορα στεγνώνουνε τὰ δάκρυα,
ἀλλά ὁ πόνος διαρκεῖ σὰν τὸ χυμένο λάδι
κάτω ἀπ’ τὸ βιαστικὸ σφουγγάρισμα.
Ἄ, νὰ μποροῦσα ν’ ἀγαπήσω, ὅπως ἐρωτεύομαι,
νά ’ χα τὴ δύναμη τοῦ Κόστια καὶ τοῦ Γλάρου
τί γλύκα θά ‘χε μέσα μου ὁ πόνος,
πόσο γλυκύς θὰ ἦταν καὶ ὁ θάνατος ποὺ περιμένω.
2.
Εἶναι τυχαῖο πὼς εἶδα χθὲς τὴν πεθαμένη Ρέα
καὶ πὼς τὴν ἤθελα γυναίκα κι ὄχι γυναικαδελφή μου!
Εἶναι τυχαῖο πὼς κάθε μέρα θέλω νὰ πεθαίνω
ἀπάνω σ’ ἔνα σῶμα ποὺ ἀποκαλῶ «ἀγάπη μου» !
3.
Τί ψευδαπάτη κι ἡ αἰώνια φράση :
ἐδῶ ἀναπαύεται ὁ τάδε καὶ ἡ τάδε.
Τὰ λείψανά της  ἔμοιαζαν
μὲ ξεφτισμένη ταβανόβουρτσα.
Τὴ σύραμε καὶ τὴν πετάξαμε
στὸν πέρα τοῖχο τοῦ νεκροταφείου.
Δὲν θά ‘κανε κὰν γιὰ σκιάχτρο.
Ἦταν ἡ μέρα τῆς ἀνακομιδῆς ὀστῶν.
4.
Καινούργια δάκρυα, γοργὰ στεγνώματα.
Καὶ ὁ χαβάς, χαβάς. Δὲν βγαίνει ἄκρη.
Αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια τῆς ἀλήθειας.
Μόνο νὰ κλαίω θέλω, μόνο νὰ κλαίω,
δηλαδή : ποῦ καὶ ποῦ.

11 Δεκ. 2016


Αντώνης Ζέρβας

Μια προσευχή σ’ ένα θέατρο



Στο αρχαίο θέατρο της Λάρισας βρέθηκε ο ερημίτης, μια νύχτα του παγωμένου χειμώνα. Εκεί πάτησε στις θέσεις που συναζόντουσαν οι αρχαίοι της Λάρισας και του κοινού των Θετταλών, για να στοχαστούν πάνω στα οικεία πράγματα. Εκεί για να δουν και θέατρο. Κι ένοιωθε ο ερημίτης τις φωνές τους να περνούν τον χρόνο, να φτάνουν μέχρι το σήμερα. Και θάμαξε κι απόρησε ότι πολύ σπάνιο αίσθημα ήταν τούτο δω. Και γονάτισε να προσευχηθεί, μα η φωνή του δεν έβγαινε, γιατί πολλά είχε εντός του, και τα πάθη του, τα κρίματά του ήταν ο ψόγος που δεν τον άφηναν ελεύθερο να στοχαστεί πάνω στην προσευχή του, αυτός που είχε χρόνους τώρα ξεχάσει τον Θεό. Και χάιδευε τις πέτρες και προσπαθούσε να μιλήσει για τα ωραία και τα θαμαστά. Κι η πόλη της Λάρισας, που ήταν η μόνη πια που είχε καταμεσής στο κέντρο της ένα τέτοιο μεγάλο θέατρο, προσπαθούσε χρόνια τώρα να το κάνει να μιλήσει. Ν’ ανέβουν πάνω στην σκηνή του με δέος και φόβο ηθοποιοί και να βρεθεί ισόκυρος σκηνοθέτης να διδάξει. Να συναχτούν πάλι οι Λαρισαίοι και οι Θετταλοί κι όποιος άλλος θέλει για να συγκινηθούν και να μυηθούν πάλι στο θέατρό τους.
Κι έβλεπε ο ερημίτης τον χιονιά που είχε κατακλύσει το θέατρο, και στα μάτια του έπαιρναν οι νιφάδες πρόσωπο και γινόντουσαν άντρες και γυναίκες καλότυχες που τους έλαχε τούτη η χαρά. Να ξαναπερπατήσουν πάνω στο θέατρό τους. Κι άκουγε όλος κατάνυξη τον χορό να ψέλνει και πάλι.

Οι παραδοσιακές μορφές ξανά στο προσκήνιο

Jimmie Durham, Himmelfahrt [Ανάληψη], 1992, ξύλο, σίδερο, ακρυλικό, 29 x 55 εκ. 


Πριν από πάνω από 80 χρόνια ο Καρυωτάκης σατίριζε την ανούσια εμμετρογραφία των τότε ποιητών γράφοντας: «όλοι μαζί τραβάμε συρφετός / γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».
Απαντώντας στην εξάντληση της παράδοσης, τα πιο δυναμικά ρεύματα της νέας ποίησης επιχείρησαν μιαν επανάσταση, που ανανέωσε τον λυρικό λόγο: έσπασε (και αδυνάτισε) την αυστηρή μορφή, αλλά ισχυροποίησε μοναδικά το περιεχόμενο, άλλοτε στο επίπεδο του νοήματος (Καβάφης, Έλιοτ, στοχαστική ποίηση) κι άλλοτε στο επίπεδο ης εικονοπλασίας. Τόσο δυνατούς νοηματικά στίχους όπως «το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου / είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι» ή «Θα σου δείξω τον τρόμο μες σε μια φούχτα σκόνη» (Έλιοτ) ή τόσο τολμηρές εικόνες όπως «ο θάνατος έβαλε αυγά στις πληγές» (Λόρκα) ή «έσπασε τον τρομερό κόμπο φιδιών των δεσμών του αίματος» (Ελυάρ) ή «στο εγκέφαλο τίποτε πάρεξ μια ηχώ ουρανού κατεστραμμένη» (Ελύτης) δύσκολα θα τις συναντήσουμε στην παραδοσιακή ποίηση.
Σε λιγότερο όμως από πενήντα χρόνια, την έμμετρη ευκολία αντικατέστησε η ελευθερόστιχη. Μείναμε με τις παρεκβάσεις, με τις αρνητικές πλευρές της εκφραστικής επανάστασης των αρχών του (προηγούμενου) αιώνα. Αυτό που κράτησαν οι αναιμικοί επίγονοι ήταν η χαλάρωση της μορφής, (μάλλον η απελευθέρωση της μορφής έδωσε τη θέση της στην παντελή απουσία μορφής), ενώ δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν τις κατακτήσεις των πρωτοπόρων: τις οξύνσεις του νοήματος και την εικονοπλαστική τους τόλμη. Τουναντίον, οδήγησαν το περιεχόμενο σε πρωτοφανή εκφυλισμό, στη θολούρα, την ασυναρτησία, το ψευδολυρικό νεφέλωμα.