15/7/18


Οι φωτογραφίες του τεύχους προέρχονται από το Antiparos International Photo Festival 2018 που πραγματοποιείται στο Κάστρο της Αντιπάρου. Διοργάνωση Διεθνές Σωματείο Φωτογραφίας & Τέχνης Αντιπάρου. Μέχρι 16/7

Μάντη Λυκερίδου- Αφροδίτες της Μήλου

Ο Λόγος ενάντια στους εθνικιστικούς κρωγμούς


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ
 Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί
 πατριωτικό ότι είναι αληθινό
 Διονύσιος Σολωμός
Διακόσα σχεδόν χρόνια από τότε που διατυπώθηκε τούτος ο λόγος-παρότρυνση του ποιητή, κι όμως αυτός παραμένει ακόμη ανοικτό αιτούμενο στον κοινωνικό μας σχηματισμό.
Οι κοινωνικές οικονομικές, πολιτικές εσωτερικές και διεθνείς πραγματικότητες είναι προφανώς ριζικά διαφορετικές, μα κάποια διάχυτα πολιτιστικά στερεότυπα-μυθεύματα, δείχνουν να διέπονται από μια άχρονη ιδιότυπη εμμονή, η οποία τα αναπαράγει κάθε τόσο, λες και όλα παραμένουν αναλλοίωτα μέσα στο χρόνο.
Δεν πρόκειται για αξιακές, βασικές σταθερές ενός λαού, αλλά δυστυχώς για άλογα ανορθολογικά προτάγματα, εθνικιστικών μυθευμάτων, εμπλουτισμένων με δόσεις θρησκευτικού αντιχριστιανικού σκοταδισμού, ρατσισμού, αρχαϊκών συνωμοσιολογιών σιωνιστικών κύκλων που μόνιμα στοχεύουν στην …εξαφάνιση των Ελλήνων(!), υποτίμησης, μα και ταυτόχρονα ενός ενδόμυχου φόβου, προς τον «άλλο» και ιδιαίτερα τον κοντινό άλλο, τον μειονοτικό γείτονα στο εσωτερικό, τον αλλοεθνή γείτονα στα εξωτερικά σύνορα, κι ας είμαστε η πιο εθνοτικά ομοιογενής χώρα της περιοχής, με διεθνώς κατοχυρωμένα τα όρια της επικράτειάς μας. Λησμονώντας ηθελημένα τις καταστροφικές συνέπειες αυτών των «υπερ-πατριωτικών» εθνικιστικών εξάρσεων ( πόλεμος του ’97, εθνικός διχασμός και μικρασιατική καταστροφή του ’22, τουρκική εισβολή και κατοχή του 40% της Κύπρου το ’74.)
Είναι ιδιαίτερα παράλογο, για έναν ιστορικό λαό που περηφανεύεται για την τρισχιλιετή αδιάλειπτη πολιτιστική και γλωσσική παρουσία του σ’ αυτή την ανατολική άκρη της Ευρώπης και την καταλυτική συμβολή του στο πολιτισμικό γίγνεσθαι του πλανήτη, ταυτόχρονα να διακατέχεται από διάχυτο φόβο για την εθνική του ταυτότητα.

Αυτονόητοι παπαδιαμαντικοί έρωτες


ΤΗΣ ΣΑΡΑΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

Φωτ.: Renee Revah


ΑΓΓΕΛΑΣ ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗ, Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σελ. 440

Παρότι δεν είναι θεολόγος η ίδια, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει, η Αγγέλα Καστρινάκη θίγει το θέμα ακριβώς στην καρδιά του: μπορεί ο κοσμοκαλόγερος Παπαδιαμάντης, αυτός ο όσιος αλήτης κατά Λουκά Κούσουλα, να ερωτευτεί; Θέτει το βασικό πρόβλημα των κάθε λογής ηθικιστών: ο Χριστιανισμός είναι αντιερωτικός, η Εκκλησία μισάνθρωπη, πετά το σώμα από τη μέση και κάτω, όπως έλεγε ο Ρίτσος στην Ισμήνη… Το ερώτημα όμως έτσι επανέρχεται δριμύτερο: γιατί ο χριστιανός Παπαδιαμάντης ερωτεύεται στο έργο του με πάθος και αισθησιασμό; Μήπως γιατί ο Χριστιανισμός είναι ερωτικός κατεξοχήν, καθώς εγκαινιάζει τον πολιτισμό της σάρκωσης, όπως τον όρισε ο Χρυσόστομος Σταμούλης, στον οποίο η σάρκωση αυτή υπαγορεύεται από τον έρωτα του Θεού για το δημιούργημά του. Όμως ο έρωτας αυτός είναι αδαπάνητος. Δεν ζητεί, αλλά προσφέρει. Δεν είναι ένας έρωτας που εξαντλείται στην μέχρις αφαιμάξεως εκμετάλλευση του άλλου για να ικανοποιήσει ένα ναρκισσιστικό εγώ. Δημιουργεί την ποιητική της θυσίας.
Ο Χριστός είναι ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, όπως την θεία ευχαριστία, την κατεξοχήν ερωτική συνεύρεση Θεού και ανθρώπου, περιγράφει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Χριστός προσφέρει το σώμα του, το μοιράζει, και αυτό διαρκώς ανανεώνεται, σε έναν έρωτα που ολοένα δυναμώνει καθώς τρέφεται από την έκπληξη μπροστά στο μυστήριο της ζωής, την έκσταση της επαφής των δύο κόσμων που οδηγεί τον άνθρωπο στη θέωση. [Και αν θεωρούμε τον εαυτό μας λιγοστό για κάτι τέτοιο, ας μη βιαστούμε να οδηγηθούμε στην κενοδοξία και τα ποικίλα υποκατάστατα του έρωτα, της τέχνης, ενίοτε, περιλαμβανομένης. Θέωση είναι και η έκσταση δύο ερωτευμένων ανθρώπων, η κατ’ οίκον εκκλησία, που κάνει τον έναν να βλέπει στο πρόσωπο του άλλου μια εικόνα του ίδιου του Θεού.] Πόσοι άνθρωποι είναι όμως διατεθειμένοι να αγαπήσουν έτσι; Ο Παπαδιαμάντης, ίσως…

Ο νέος και η θάλασσα

John Masters, The Sun Creates the Sea



ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

Πρόσφατα ήλθε ξανά στην επικαιρότητα, αυτή τη φορά μέσω θεατρικής σκηνής, ο Φώτης Κόντογλου. Ο νεαρός Κόντογλου (σ’ αυτό το κείμενο θα επιμείνω αποκλειστικά στον Pedro Cazas που εξέδωσε, με «ντελικάτο χέρι», μόλις εικοσιτετράχρονος στο Αϊβαλί, στην «Τράπεζα του Διαό­λου», πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή και πριν επισκεφθεί το Άγιον όρος· χρησιμοποιώ το κείμενο που περιλαμβάνεται στον Ε΄ τόμο των Έργων του, Αθήνα 41995) αρθρώνει επίσης ένα πα­ρόμοιο σχεδίασμα κοινωνικής οντολογίας αντλώντας από ένα συ­γκεκριμένο πλαίσιο συνεπαφής με το υγρό στοιχείο. Το σχεδίασμα αυτό, ως μορφή και ως περιεχόμενο, θα μπορούσε να ανασυγκρο­τηθεί ως εξής:
α) Η θάλασσα, ως συγκρουσιακή ταυτότητα, καταφάσκει τη νε­ότητα της πλάσης. Στο «ρημονήσι» του Ωκεανού η «φύση είναι απλή και πρωτόγονη»: «βλέπω τα πράγματα ίσια, χωρίς η εντύπωση να βλαφτεί απ’ ό,τι έμαθα να καταλαβαίνω ώς τώρα». Χωρίς τα επί­κτητα ονόματα τα πράγματα «πέφτουν απάνου στην ψυχή μου με το βάρος τους, άγρια κι αδιάφορα, γυμνά από τη φιλική διάθεση, που τους δίνει στα μάτια μας η ανθρώπινη γλώσσα». Παρατώντας το Πανεπιστήμιο της Βομβάης και καίγοντας τα βιβλία μπορείς να «κολυμπήσεις μέσα σ’ έναν ωκεανό που δε βαφτίστηκε κανένα τέκνο της γης», όταν βέβαια ένας «πρωτάκουστος σεισμός» ταράξει το «είναι» σου. Μ’ αυτήν την «ανάκουστη μεταβολή» φέρνεις κοντά σου ό,τι «είναι όξω από τα πλέον τολμηρά σύνορα» των βολεμένων στη «βουή που δίνει στον άνθρωπο της πολιτείας την ιδέα πως ζει και πως συλλογίζεται» (σσ. 43, 74, 44, 26, 28, 63, 74, 9).

Ο γιατρός των στρατοπέδων συγκέντρωσης


OLIVIER GUEZ, Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε, μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδόσεις Κριτική, σελ. 312

Ένα από τα καλά σύγχρονα γερμανικά μυθιστορήματα, ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, μας παρουσιάζουν οι εκδόσεις Κριτική στη σειρά των γερμανόφωνων πεζογράφων και μεταφράζει με ζωντάνια και κέφι η Ευγενία Γραμματικοπούλου.
Εκείνο που κάνει πρώτα απ’ όλα εντύπωση, δεν είναι μόνο η δυναμική της γλώσσας, η ακρίβεια στις περιγραφές, η ζωντάνια ενός κειμένου γραμμένο με μια σχεδόν δημοσιογραφική αποστασιοποίηση, αλλά με την ιδεολογική φόρτιση του αντιναζιστή συγγραφέα. Υπάρχουν πολλοί γερμανόφωνοι συγγραφείς που έχουν λεπτοδουλεμένη και προσεγμένη πρόζα. Δεν είναι η αρχιτεκτονική του, η οποία ακολουθεί τα γεγονότα σειριακά, τα εμπλουτίζει ιστορικά, ούτε η ισορροπημένη αφήγηση, που προσέχει να μη φλυαρεί ακόμα και όταν το θέμα «τραβάει», να μην ρίχνει το βάρος στη φρίκη και στη συγκινησιακή φόρτιση εις βάρος της ιστορικής αλήθειας και των γεγονότων. Εκείνο που πάνω από όλα εντυπωσιάζει, είναι η έρευνα που έκανε ο συγγραφέας προκειμένου να συγγράψει ένα σύντομο μυθιστόρημα. Πέρα από τις βιβλιογραφικές αναφορές που καλύπτουν έξι (!) σελίδες, ο συγγραφέας φρόντισε να επισκεφτεί όλους τους τόπους που αναφέρει στο μυθιστόρημά του, να ταξιδέψει στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, προκειμένου να έχει προσωπική εικόνα και επαφή με το υλικό του. Αυτή η σχεδόν αδιανόητη, για τους έλληνες πεζογράφους, εμμονή στην αντικειμενική πληροφορία, εμποτίζει το μυθιστόρημα και του δίνει μια σπάνια αληθοφάνεια. Ο αναγνώστης παρακολουθεί το κείμενο μέχρι το τέλος ακόμα κι αν γνωρίζει τη λύση.

Τζέιμς Τζόις: ο συγγραφέας στο εργαστήριό του


ΤΗΣ ΠΟΛΥΣ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Φωτ. Henri Kandiyoti


JAMES JOYCE, Giacomo Joyce. Η απόκρυφη ιστορία του Τζέιμς Τζόις στην Τεργέστη, αρχές του εικοστού αιώνα, μτφρ. Άρης Μαραγκόπουλος, εκδόσεις Τόπος, σελ. 224

Ένα βιβλίο από το οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει
Μια ματιά στα σχόλια των αναγνωστών που έχουν αναρτηθεί για τον “Οδυσσέα” (Ulysses) του James Joyce στην ιστοσελίδα γνωστού βιβλιοπωλείου της Αθήνας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα της αντιφατικής συνύπαρξης φανατικών εχθρών και φανατικών φίλων του βιβλίου και για ένα πράγμα μπορεί να είναι κανείς βέβαιος: πως δεν πρόκειται για ένα βιβλίο της εύκολης ανάγνωσης – για άλλους είναι αναμέτρηση, για άλλους είναι μύηση, για άλλους είναι Οδύσσεια στην οποία δεν επιθυμούν να πάρουν μέρος. Σίγουρα ένα βιβλίο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. «Η πιο σημαντική έκφραση που βρήκε η εποχή μας», έχει γράψει ο Έλιοτ και συνεχίζει: «ένα βιβλίο στο οποίο όλοι έχουμε οφειλές και από το οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει».

“Δεν θα υπηρετήσω”
Διαβάζοντας τη διακήρυξη πίστεως τρόπον τινά του ίδιου του Joyce, όπως διατυπώνεται στο «Πορτρέτο του καλλιτέχνη» του, το βιβλίο που αφορά τη νεότητά του και την θητεία του στα σχολειά των Ιησουιτών στην Ιρλανδία, δεν μπορείς να μην σταθείς στο εμβληματικό «Δεν θα υπηρετήσω» από το φλογερό κήρυγμα του καλόγερου. Το «Νon serviam» που κι αυτός το δανείζεται από τον εκπεσόντα Άγγελο, την κραυγή του Εωσφόρου όταν αρνείται να υπηρετήσει τον Θεό και εκδιώκεται από τον Παράδεισο. Ο Joyce με τη σειρά του οικειοποιείται αυτήν την κραυγή για να δηλώσει στο τέλος του βιβλίου σε τρεις αράδες ένα «μανιφέστο» πίστεως στην αλήθεια και τη δημιουργία για το πώς θα προσπαθήσει να εκφραστεί όσο καλύτερα μπορεί με την τέχνη του και τη ζωή του. Θυμάμαι λοιπόν, ας μου επιτραπεί να καταθέσω την προσωπική αναγνωστική μου εμπειρία κατά τη δεκαετία του ’90, τότε που προσπαθούσα στις αρχές ακόμα της προσωπικής μου διαμόρφωσης και παιδείας έξω και πέρα από τις θετικές μου επιστήμες, να αναμετρηθώ με το κείμενο του Joyce.

Βορειοδυτικά … πάντα ξημερώνει


ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ Ν. ΨΑΧΟΥ

Φωτογραφία του Κώστα Καραμολέγκου


ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΑΡΚΑΔΗΣ, Μελισσόχορτο, Μελάνι, Αθήνα 2017

Το Μελισσόχορτο της ποίησης του Γιάννη Ζαρκάδη, κουβαλώντας τις μυρωδιές της ελληνικής γης και τις πλούσιες ιδιότητες του ταπεινού βότανου που καταπραΰνει τον πόνο και την θλίψη, αξιοποιώντας τη γλώσσα των αισθήσεων των σωματικών ποιητών,  έρχεται να απαλύνει το άλγος της σύγχρονης ανθρώπινης περιπέτειας ως εξορίας από τον γενέθλιο τόπο, αλλά και ως  επώδυνης προσαρμογής στις νέες συνθήκες. Παραπέμπει στις καταγωγικές αφετηρίες του ποιητικού λόγου του κλινικά ηπειρώτη[1]  ποιητή, στη βιωματική σχέση του με τη δημοτική παράδοση, υπενθυμίζοντας την παρηγορητική, με τους καβαφικούς όρους, λειτουργία της Τέχνης της Ποιήσεως.
Η ποιητική μυθολογία και η γλώσσα του, ένας πλούσιος κώδικας συμβόλων και σημείων της μορφολογίας, της χλωρίδας και της πανίδας της ηπειρωτικής πατρίδας που συνθέτoυν την αλληγορία της φύσης, κυρίαρχο χαρακτηριστικό της συλλογής, προσδιορίζουν την ευδιάκριτη ποιητική του ταυτότητα, εντάσσοντας τον στην «κομπανία μιας χερσαίας και ορεσίβιας ποιητικής, που γενάρχης της θα μπορούσε να αποκληθεί ο σημαντικότατος Εδεσσαίος ποιητής Μάρκος Μέσκος»[2] κατά τον Μ. Γκανά. Μέσω μιας γόνιμης διαλεκτικής με ομοτέχνους της ελληνικής ενδοχώρας διασώζει το ατομικό βίωμα μετέχοντας ταυτόχρονα στο συλλογικό αποτύπωμα ενός συγκεκριμένου ιστορικού χωροχρόνου, επιστρέφοντας με ευαισθησία και πολιτική συνείδηση εναργή στην πονεμένη εμφυλιακή περίοδο, μεταπλάθοντας το ιστορικό τραύμα της διαμεσολαβημένης εμπειρίας σε ποιητικό μύθο σύμφυτο της ποιητικής του ιδιότητας. Υπερασπίζεται το απωλεσθέν αίσθημα της ελληνικότητας στην εικόνα των ερημωμένων ελληνικών χωριών, αλλά και των σύγχρονων πολιτειών της βίαιης αστικοποίησης των αρχών του ‘60  και της αμφιλεγόμενης παγκοσμιοποίησης του 21ου αιώνα.

Το ψωμί της μάνας μου


στον Χρήστο Χαρτοματσίδη

Λύγιζε κάθε τόσο η μάνα μου
σκυμμένη πάνω απ’ την πλαστική λεκάνη
με το ένα χέρι σταθερό και το
δεξί ανάπηρο τουμπανιασμένο
και πόσο κόκκινο-φωτιά θεέ μου
ανάμεσα στο ολόλευκο αλεύρι.

Λιώνει η μαγιά λύνονται διάφανοι μικροί λεπτοί οι κόμποι
Βροχή γλυκάνισο, το κύμινο, τ’ αλάτι
Εγώ από δίπλα αργά αργά ρίχνω αλεύρι
σαν να χιονίζει μέσα στην κουζίνα 
Και πάνω που ετοίμαζα νερό στη σόμπα
γιατί χλιαρό, λένε, το θέλουνε στο ζύμωμα
βλέπω να πέφτουν αχνιστά τα δάκρυα στη λεκάνη
με αναλογία σταθερή ίσα για να τα πιει το αλεύρι
εκείνα τρέχουν
η μάνα να ζυμώνει να ζυμώνει να ζυμώνει
εγώ ρίχνω αλεύρι χιονισμένο στη χιονισμένη κάμαρη
οι κόμποι λύνονται μαζί με την ψυχή της

Μετά από χρόνια την ξαναβρήκα στην ίδια θέση
να ζυμώνει να ζυμώνει να ζυμώνει
να κλαίει να κλαίει να κλαίει
Ένας σκελετός που φέγγιζε στ’ άδειο δωμάτιο
Μόνο το χέρι της έμενε κόκκινο  κατακόκκινη
φωτιά που ζέσταινε τα δάκρυά της
σταγόνα τη σταγόνα για να κυλά
σιγά σιγά στην πλαστική λεκάνη

Και κάπως έτσι έγινε άρτος ζωής αιώνιας
το σώμα της το άγιο

Κωνσταντίνος Α. Κρεμμύδας

Το αυτονόητο του χορού

Φωτογραφία της Χαράς Σκλίκα



ΤΗΣ ΠΩΛΙΝΑΣ ΚΡΕΜΑΣΤΑ

Ο χορός είναι μια γλώσσα ζωντανή, με λόγο, πρόθεση και μνήμη. Ο χορός είναι μια γλώσσα που ζωντανεύει κάθε φορά που παίρνει το πρώτο βήμα μόνο και μόνο για να εξαφανιστεί την επόμενη στιγμή. Είναι η στιγμή του παρόντος σε διαστολή. Δεν επαναλαμβάνεται. Συμβαίνει τώρα κι έπειτα γίνεται κάτι άλλο. Χορός είναι η στιγμή της συνάντησης. Νους και σώμα, μουσική και σιωπή, κίνηση και ακινησία, ρυθμός και χώρος, ανάγκη και επιθυμία, σώμα που κατοικεί και κατοικείται. Αν μπορούσα να διακρίνω δυο βασικά του συστατικά του εκείνα θα ήταν το εφήμερο και η δημιουργία κοινωνιών.   
Η γλώσσα αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους. Είναι το σύστημα σημείων, συμβόλων, κινήσεων και ήχων που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία. Το σύστημα γίνεται ζωντανή γλώσσα όταν βγαίνει από το χαρτί και τη θεωρία και γίνεται μέσο έκφρασης. Ο χορός είναι γλώσσα, «όπως και στη γλώσσα, ο ομιλητής οργανώνει τις απομονωμένες λέξεις σε ομιλία ακολουθώντας τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού, έτσι κατ’ αναλογία, ένας χορευτής οργανώνει κινήσεις και χειρονομίες σε δομημένες ενότητες». Τα βιώματα, οι μνήμες, οι ποιότητες, η χροιά, ο τόνος, το βλέμμα, το σώμα, η πρόθεση, ο λόγος πίσω από τη λέξη ή την κίνηση, μεταμορφώνουν τον κώδικα σε ζωντανή γλώσσα με άπειρες αποχρώσεις. Η ζωντανή γλώσσα «μιλιέται» εξαρτάται από το «πού» και το «με ποιον», μεταμορφώνεται και προσαρμόζεται.

Portrait de Dame en Diane


Πίνακας του François Flameng/ Μουσείο του Paul Valery
Ακούστηκε η σάλπιγγα του κυνηγού
Πώς να ξεγελαστεί ο δαίμονας
όταν το τρέμουλο στο σώμα
η καταιγίδα και οι σπασμοί
ξέπνοο αφήνουνε τον πόθο

Κοάζουν τα βατράχια έρωτα
Ντυμένη Άρτεμις θ’ αφάνιζες την αμαρτία
Στη φαρέτρα κάθε βέλος μια πληγή
Αλφειαία τη χρυσή αμνάδα αναζητάς
Ποιον θα σκοτώσεις? Ποιανού το αίμα θα χυθεί?

Ο Ακταίων στη ρεματιά κομματιασμένο ελάφι
κι ο έρωτας σε ράμφος κορακιού παγιδευμένος
Μαζεύει  η σελήνη τις απατηλές σκιές της
Έρχεται η αυγή, η αυγή προβάλλει.

Ιωσήφ Βεντούρα
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
*To ποίημα μεταφρασμένο στα Γαλλικά από την Ελένη Καρρά,  θα περιληφθεί στον κατάλογο του Μουσείου του Paul Valery στη Γαλλία που θα εκδοθεί εφέτος και θα έχει τίτλο “PEINTURES ET POESIES

Φρέσκια Μήδεια


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Μήδεια και Ευριπίδης...


Η παρώδηση της «Μήδειας» του Ευριπίδη από τον Μποστ, μας έχει δώσει ένα κείμενο ανοιχτό, που 25 χρόνια μετά τη συγγραφή του παραμένει ακμαίο και θαλερό. Η ταυτόχρονη παρώδηση της καθαρεύουσας (δηλαδή της δομής και της γλώσσας της επίσημης, καθεστωτικής αφήγησης της νεοελληνικής ταυτότητας), αλλά και του δεκαπεντασύλλαβου (δηλαδή του τρόπου και του ρυθμού με τον οποίο είναι οργανωμένο το νεοελληνικό φαντασιακό), καθώς και της περιβόητης και αδιατάρακτης «συνέχειας» του ελληνισμού (αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και βυζαντινή-χριστιανική παράδοση), όπως και άπειρων πλευρών της νεοελληνικής ζωής, μαζί με τη διορατικότητα του Μποστ, όσον αφορά τις πολιτικές προοπτικές που διαγράφονται ευκρινείς (και αδιέξοδες) με βάση την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη και τα στερεότυπα που τη συνέχουν, αποτελούν ένα ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος, είτε για εύκολες θεατρικές αρπαχτές είτε για απαιτητικές δοκιμασίες.
Ο Κώστας Ν. Φαρμασώνης, με περίζηλους τίτλους θεατρικών σπουδών και παραστάσεις που έχουν αφήσει ευδιάκριτο το στίγμα τους στα σύγχρονα θεατρικά δρώμενα, επιστρέψας τα τελευταία χρόνια στα αρκαδικά πάτρια, έχει δημιουργήσει το Θεατρικό Εργαστήρι Άστρους, με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές των παραστάσεών του είναι επαγγελματίες, ενώ, στη «Μήδεια», το σκηνικό το έκανε ένας λαϊκός καλλιτέχνης του Καρναβαλιού. Αν συνυπολογίσουμε και τις μέχρι τώρα επιλογές των έργων, «Επίσκεψη γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ και «Το σακάκι που βελάζει» του Στάνισλαβ Στρατίεβ, νομίζω πως ο στόχος του εγχειρήματος του Φαρμασώνη είναι ευδιάκριτος: έχοντας μελετήσει ουσιωδώς τον Μπρεχτ, δημιουργεί μια διαδικασία «ολιστική», όπου συνυπάρχουν όλα τα επίπεδα, οι δυνατότητες και τα αποτελέσματα της θεατρικής πράξης, σε ένα γεγονός ταυτόχρονα θεατρικό και κοινωνικό.