19/6/22

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση «Νίκος Εγγονόπουλος: Ο Ορφέας του Υπερρεαλισμού» που πραγματοποιείται στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β & Μ Θεοχαράκη (Βασ. Σοφίας 9 & Μέρλιν 1, Αθήνα). Επιμέλεια Τάκης Μαυρωτάς. Μέχρι 19/6.

Νίκος Εγγονόπουλος, Ο σιδηροδρομικός σταθμός, 1936, τέμπερα σε χαρτί, 34 x 47 εκ., Συλλογή Κρίτωνα Ιωαννίδη

Αιμίλιος Χουρμούζιος

Ένας λαμπρός, πλην, ξεχασμένος διανοητής

Της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη*

Το κριτικό, δοκιμιακό και μεταφραστικό έργο του Αιμίλιου Χουρμούζιου ( 1904-1973) εκδότη του περιοδικού Νέα Επιθεώρηση, κυκλοφόρησε από τις «Εκδόσεις των φίλων», με διευθύνοντα επιμελητή τον Κώστα Τσιρόπουλο (ιδρυτή του περιοδικού Ευθύνη), σε επτά τόμους, που συμπληρώνουν την τρίτομη μελέτη του Ο Παλαμάς και η εποχή του και τη μελέτη του Ευγένιος Ο’ Νηλ, ένας εικονοκλάστης του θεάτρου. Η ζωή του - το έργο του - η πίστη του.
Η έκδοση αυτού του πολύτομου έργου έγινε πριν από μισό αιώνα, όταν ακόμη η λογοτεχνία, χωρίς διαφήμιση και εκδοτικές πολυτέλειες, εξακολουθούσε να είναι και να αναγνωρίζεται ως ένα βαρυσήμαντο πολιτιστικό γεγονός, λαμβάνον χώρα σε προστατευμένους θύλακες της κοινωνικής ζωής, όπου οι Τέχνες και τα Γράμματα θεωρούνταν εκ των ων ουκ άνευ συντελεστές της προαγωγής και ανόδου της χώρας. Η συμβολή του Αιμίλιου Χουρμούζιου σ΄ αυτήν υπήρξε ουσιαστική και αποφασιστική, αν όχι για τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ού αι., σίγουρα, πάντως, για τις δυο επερχόμενες του 21ου αι.
Και καθώς το ενδιαφέρον για διδακτορικές διατριβές για τα δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη πληθαίνουν, αν κάποιος αναρωτηθεί «γιατί άραγε;», θα σπεύσουν να του θυμίσουν τον ιερό κανόνα της ευκολίας της ανάγνωσης κειμένων με ειδική θεματολογία∙ κανόνα που ευλαβικά σεβάστηκε ο Παπαγιώργης στα χρόνια της μεταπολίτευσης, όταν το μεγάλο σε ουσία έργο του Χουρμούζιο, καταδικασμένο από έλλειψη ενδιαφέροντος στην αφάνεια, είναι θαμμένο στη σιωπή, μιας και αναγνώστες και επίδοξοι μελετητές του καιρού μας, παγιδευμένοι στη βιασύνη και στη λειψή συγκέντρωση, διατηρούν ως κόρη οφθαλμού έναν προσγειωτικό έως κυνικό ρεαλισμό, άσχετο με τον «ρομαντικό ρεαλισμό» που διέκρινε ο Χουρμούζιος ως θέση και στάση όσων αληθινών συγγραφέων προέκυψαν, στις δεκαετίες που ξεφύτρωσαν μέσα από τις στάχτες και τα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Με στοχαστικό λόγο, που ανακόπτει λυρισμούς και ρητορισμούς, είχε ως αρχή να αποδίδει κατά το δυνατόν πληρέστερα και ακριβέστερα τους προβληματισμούς του σε θέματα που η σοβαρότητα και το κατεπείγον τους απασχολούσαν τον νου και την πένα του. Είναι ενδεικτικό το είδος ορισμένων κειμένων που μεταφράζει, ως χρήσιμων εργαλείων για τη βασική συγκρότηση των διανοητών.

Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος, Αθηναϊκή οικία Καλλιφρονά, 1942, τέμπερα σε χαρτόνι, 36,5 x 48 εκ., ιδιωτική συλλογή

Του Κώστα Βούλγαρη

Η ιστορική προοπτική που διαθέτει η αντίληψη του Νίκου Εγγονόπουλου έχει σαν αποτέλεσμα το έργο του για τόσες δεκαετίες να μένει σχεδόν ακατανόητο. Όλο αυτό το διάστημα, διαβάστηκε απλοϊκά ως υπερρεαλιστής – λίγο ιδιότυπος βέβαια, ίσως και παραδοξολόγος για κάποιους, ή και αρκετά αντιφατικός για άλλους.
Γιατί ο Εγγονόπουλος δεν μας προσφέρει, «στο πιάτο», μια διαφορετική θέαση της ιστορίας, μια διαφορετική ιστορική αντίληψη – αν και τη διαθέτει, αν και την έχει οργανώσει με κάθε λεπτομέρεια, μέσα στο έργο του. Παρ’ ότι γιακωβίνος μέχρι το μεδούλι, και ως εκ τούτου γράφων ως μετέχων αυτοπροσώπως σε επαναστάσεις, εξεγέρσεις, εμφυλίους και ρήξεις, και φυσικά, όταν γράφει τον Μπολιβάρ, ως μετέχων στο πανευρωπαϊκό κίνημα της Αντίστασης στα χρόνια του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, έχει περιλάβει στην αντίληψή του την προϊούσα ιστορική πείρα, κι έτσι αποποιείται κάθε διδακτικό ρόλο και χαρακτήρα του έργου του. Ακριβώς γιατί γνωρίζει τις ιστορικές στρεβλώσεις που έχουν συμβεί. Ο Εγγονόπουλος προϋποθέτει εκείνο τον αναγνώστη, εκείνον τον πολίτη, που ήδη έχει μπει σε διαδικασία χειραφέτησης. Αλλιώς, δεν.
Ο Εγγονόπουλος τελικά υλοποιεί το πρόταγμα του υπερρεαλιστικού καλλιτεχνικού κινήματος, το οποίο ήθελε να είναι επανάσταση, ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και τη ζωή. Γιατί, παρά τις απανωτές διακηρύξεις και δηλώσεις, του Μπρετόν και της παρέας του, παρά τα παρισινά χάπενινγκς, παρά τον τίτλο ενός περιοδικού τους, Ο υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης, παρά την προσχώρηση αρκετών στο κομμουνιστικό κόμμα, παρά την αποχώρηση των περισσοτέρων στη συνέχεια, παρά τη διακήρυξη των Μπρετόν-Τρότσκι και Ριβέρα, «Για μια ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη», παρέμεινε ανεύρετο το πεδίο της «υπερπραγματικότας» (surréalité), όπου το πρόταγμα του κινήματος θα εμπεδωνόταν. Ο Εγγονόπουλος μας προσφέρει αυτό το πεδίο, με το έργο του: είναι η πραγματική πραγματικότητα, δηλαδή η ιστορία. Μόνο ο Εγγονόπουλος, μαζί με τον Πάμπλο Πικάσο της “Γκουέρνικα” το κάνουν αυτό, αντιμετωπίζοντας τον υπερρεαλισμό ως υψηλή τεχνική, χειραφετημένοι από τις βολονταριστικές φαντασιώσεις της υπερρεαλιστικής χορείας. Μας το λέει άλλωστε ο Εγγονόπουλος και με τον στίχο του:

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι, και τώρα, δεν είσαι όνειρο

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ Ι: Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Της Μαρίας Μοίρα

Στις ατραπούς της νεοελληνικής πεζογραφίας, τρία βιβλία με συγγενή θεματολογία, τρεις μελέτες που διερευνούν από διακριτές οπτικές γωνίες, με διαφορετικά μεθοδολογικά εργαλεία και ερμηνευτικές προσεγγίσεις την μυθοπλασία και διηγηματογραφία της πρώιμης και όψιμης περιόδου της μεταπολίτευσης. Τρεις σημαντικοί, έγκυροι και έγκριτοι κριτικοί βιβλίων με πλούσια συμβολή στα λογοτεχνικά συμβαίνοντα, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, η Ελισάβετ Κοτζιά και ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, με τρεις ευρέως ενδιαφέροντος εκδόσεις, ξεδιπλώνουν το αφήγημα της συγγραφής και της ανάγνωσης μυθιστορημάτων και διηγημάτων σε αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, καθόσον εκκινούν από την πτώση της δικτατορίας το 1974 και διαφοροποιούνται ως προς το τέλος της περιόδου αναφοράς. Και καθώς διασταυρώνονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν, συναντώνται ή ακολουθούν διακριτές πορείες στις ατραπούς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μεταδίδουν στους αναγνώστες τους την ευφρόσυνη αίσθηση μιας γόνιμης και αποκαλυπτικής περιπλάνησης στο δάσος της αφήγησης.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, εκδόσεις Πόλις, σελ. 910

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, συγγραφέας δοκιμίων και κριτικός βιβλίων με μακρά εμπειρία και ευδόκιμη θητεία στα ελληνικά γράμματα, ο οποίος παρακολουθεί τη λογοτεχνική σκηνή από το 1979 μέχρι σήμερα από ποικίλα παρατηρητήρια και καίριες θέσεις, καταθέτει μια ενδιαφέρουσα μελέτη η οποία εγγράφεται επιστημολογικά στην ιστορία της λογοτεχνίας και τη γραμματολογία, καθόσον εξετάζει αναλυτικά και κριτικά, πρωτίστως λογοτεχνικά κείμενα. Αντικείμενό της, όπως ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου, αποτελεί «η τεσσαρακονταετία της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας, γιατί στο σώμα της αποτυπώνονται όχι μόνον οι εξελίξεις του τέλους του 20ού και των απαρχών του 21ου αιώνα, αλλά και ολόκληρη η τροχιά την οποία χαράσσει η ελληνική λογοτεχνία μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου».

Πόλεις σε κρίση...

Νίκος Εγγονόπουλος, Πλατεία Αγίου Μάρκου με την προτομή του Σολωμού, Ζάκυνθος, 1957, τέμπερα σε χαρτί, 30 x 36 εκ., ιδιωτική συλλογή

Του Δημήτρη Αγγελή-Δημάκη*

Κ. ΓΑΓΑΝΑΚΗΣ, Ν. ΓΙΑΝΤΣΗ-ΜΕΛΕΤΙΑΔΗ, Μ. ΝΤΟΥΡΟΥ-ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Κ. ΡΑΠΤΗΣ (επιμ.), Ευρωπαϊκές πόλεις σε κρίση. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΕΚΠΑ - Εκδόσεις Ηρόδοτος, σελ. 595

Η έννοια της «κρίσης» καταλαμβάνει, για πάνω από δέκα χρόνια, κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, διαμορφώνει νέες συνθήκες και ασκεί, εντέλει, καταλυτική επιρροή στη ζωή των κοινωνιών. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008, η υγειονομική κρίση, ως απότοκο της πανδημίας, η πρόσφατη ενεργειακή κρίση και ασφαλώς οι πολυεπίπεδες κρίσεις που γεννά, στην παρούσα συγκυρία, ο πόλεμος αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης. Η έκδοση ενός συλλογικού έργου για τις πόλεις σε κρίση έχει επομένως έναν ιδιαίτερα επίκαιρο χαρακτήρα. Η σημασία του συλλογικού τόμου αυτού, που έχει ως αφετηρία τις εισηγήσεις στο ομότιτλο διεθνές συνέδριο που οργανώθηκε το 2017 από το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΕΚΠΑ, δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην όποια σύνδεση μπορεί να επιχειρηθεί με τις κρίσεις του σήμερα, αλλά επεκτείνεται και στην ποιότητα των μελετών, το χρονικό τους βάθος και την ποικιλία των θεματικών.
Ο τόμος περιέχει συνολικά 25 κείμενα Ελλήνων και ξένων ιστορικών και αναπτύσσεται σε πέντε ενότητες, στη βάση γεωγραφικών κριτηρίων και συμβατικών ιστορικών περιοδολογήσεων που χαρακτηρίζουν το πεδίο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Η πόλη και η κρίση τίθενται στο επίκεντρο των μελετών του τόμου. Η πυκνή και οργανωμένη δόμηση, ο μεγάλος αριθμός κατοίκων με επαγγελματική εξειδίκευση και σύνθετη κοινωνικοοικονομική διαστρωμάτωση και η παρουσία θεμελιωδών διοικητικών υπηρεσιών συνιστούν βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της πόλης, τα οποία τη διακρίνουν σαφώς από την ύπαιθρο. Από την άλλη πλευρά, η έννοια της κρίσης συσχετίζεται με αιφνίδια γεγονότα που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στο αστικό περιβάλλον και στη ζωή των κατοίκων, καθώς και με θεσμικές και πολιτικές συγκρούσεις, οικονομικούς μετασχηματισμούς, βραχύβιες κοινωνικές ταραχές και μακρές περιόδους «δοκιμασίας των αστικών κέντρων». Όπως εύστοχα σημειώνει στο εισαγωγικό σημείωμα η Μαρία Παπαθανασίου, ιστορικός και εκ των επιμελητών του τόμου, η κρίση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξέλιξη του αστικού πολιτισμού και επομένως απασχολεί «τους/τις ιστορικούς των πόλεων, ακόμη και όταν δεν προβληματοποιείται στα κείμενά τους».

Χαλεπάς, ο πλάστης

Της Βέρας Παύλου*

ΒΛΑΣΗΣ ΣΚΟΛΙΔΗΣ, Δημιουργία και ψύχωση στον Γιαννούλη Χαλεπά, εκδόσεις Ερατώ, σελ. 160

Με κομμένη την ανάσα διάβασα το βιβλίο του ψυχαναλυτή Βλάση Σκολίδη. ‘Έχοντας επισκεφτεί το σπίτι-εργαστήρι του γλύπτη στον Πύργο και την συλλογή έργων του στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, ξανασυναντήθηκα μαζί του στο Τελλόγλειο Ίδρυμα, στην έκθεση που συγκέντρωσε πάνω από 150 έργα –μεταξύ των οποίων οι Μήδειες, δέκα από τους 12 Σάτυρους και Έρωτα, το γλυπτό Οιδίπους και Αντιγόνη– και πλούσιο αρχειακό υλικό. Έφυγα με ένα ερώτημα που συνοδεύει την επώδυνη, πλούσια, μοναδική βιογραφία.
Ο Χαλεπάς γεννήθηκε το 1851 στην Τήνο, γιος του μαρμαροτεχνίτη Ιωάννη Χαλεπά -επιχειρηματία μαρμάρου με εργαστήρια σε Τήνο, Σύρο, Αθήνα, Πειραιά, Σμύρνη και Βουκουρέστι- και της Ειρήνης Λαμπαδίτη. Ασχολήθηκε από τα 18 του χρόνια με την τέχνη, στο Σχολείο Τεχνών της Αθήνας αρχικά, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου στη συνέχεια.
Η πρώτη περίοδος του έργου του (1870-1878) διακόπτεται από μεγάλη περίοδο νοσηλείας σε ψυχιατρείο. Μετά το θάνατο του πατέρα του, με αίτημα της μητέρας του εξέρχεται το 1902 και επιστρέφει στον Πύργο Τήνου, όπου ζει απομονωμένος ως βοσκός. Η δεύτερη περίοδος, μετά τον θάνατο της μητέρας του και της αδελφής του, 1918-1930 στην Τήνο, και η τρίτη περίοδος στην Αθήνα 1930-1938, αποτελούν απόγειο δημιουργίας. Η καταστροφή κάποιων σχεδίων και έργων σταματά, όπως και οι υποτροπές. Τι έγινε στις απαρχές του βίου του, πώς μεταλλάχθηκε η οδύνη σε περίοδο ήρεμη και δημιουργία έως τα 87 του χρόνια; Το αίνιγμα διαπραγματεύεται ο Σκολίδης, που έχει εντρυφήσει στη θεωρία των ψυχώσεων μεταφράζοντας το αντίστοιχο σεμινάριο του Λακάν. Με αναφορά σε πολλές πραγματείες για το έργο του Χαλεπά, έρχεται να υπερβεί μια ψυχολογίζουσα οπτική, που επιχειρεί να αναλύσει με βάση τα έργα του, τη σχέση με τον πατέρα, την μητέρα, τον ανδρισμό, τη σεξουαλικότητα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, από την ψυχαναλυτική προσέγγιση. Ο συγγραφέας θεωρεί «αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως αγγίζει την αλήθεια ενός υποκειμένου ψυχαναλύοντας τα δημιουργήματά του, τα οποία δεν είναι μορφώματα του ασυνειδήτου, δεν εμπερικλείουν υποκειμενικές σημασίες, αλλά ανήκουν στην κατηγορία του αντικειμένου».

Με τον «Πρύτανη» ή με τον «Σύμβουλο του Ιδρύματος»;

Νίκος Εγγονόπουλος, Ομηρικό με τον ήρωα, 1938, λάδι σε μουσαμά, 130,5 x 125 εκ., Συλλογή Ιδρύματος Ωνάση

Του Παναγιώτη Νούτσου*

Ποιοι συγκεκριμένοι λόγοι καθιστούν τις «προστρίψεις» στο πανεπιστημιακό πεδίο αναπόφευκτες; Μια απόπειρα κωδικοποίησης αυτού του πλέγματος των αιτίων θα μας έδιδε τα εξής:
α) η τρέχουσα επικοινωνιακή υπόσταση των βιβλίων και των ιδεών τους· β) η ευκολία μετάβασης από την αίθουσα διδασκαλίας στον εκδότη, με τη δια­νο­μή εγχειριδίων (με τις δύο σημασίες) και επομένως με τη δημοσίευσή τους χω­ρίς κά­ποια προ­γενέστερη κρίση· γ) η διάχυση ανά τη χώρα Τμημάτων που παρά την ετερογένειά τους διαθέτουν «γνωστικά αντικείμενα» που ex definitione καλλιεργούνται σε άλλα και προφανώς διαφορετικά Τμήματα· δ) η ευχερής παραχώρηση βήματος χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος κριτηρίων αρμοδιότητας· ε) ο διαχεόμενος κλονισμός της εμπιστοσύνης στον επιστημονικό λόγο, ακόμη και μέσα από τον αυτοδιασυρμό των θεραπόντων του· στ) ο κορεσμός των συνεδρίων, με τις αυτοαναλώσεις των θαμώνων τους· ζ) ο ερασιτέχνης κάποτε να αποδεικνύεται εγκρατέστερος σε σχέση με τους τυπικά «αρμοδιότερους»· η) η συχνή πρακτική να συμφύρεται «υποκείμενο» και «αντικείμενο», δηλαδή ο συγγραφέας με τον κριτικό του· θ) το συμβολικό βάρος των «πανεπιστημιακών» να φθίνει· ι) η δυνατότητα ο άλφα ή ο βήτα παιγνιδιάρης να μπερδεύει την τράπουλα· ια) η λιποβαρής επιστημολογία της επιστήμης των κειμένων· ιβ) η «μεταμοντέρνα» αμεριμνησία που αρέσκε­ται στον οποιοδήποτε «χυλό»· ιγ) η αντικατάσταση των αναλυτικών εργαλείων από τη χύμα περιγραφή· ιδ) η αυταρέσκεια ως αυτοπεριορισμός που αποκλείει τη νέα γνώση· ιε) η μετατροπή του «δικαιώματος της διαφοράς» σε «αυτοπεριχαράκωση στη διαφορά»· ιστ) η διολίσθηση σε μια πρακτική των «cultural studies» και στον υπονοούμενο «culturalism»· ιζ) η αποφυγή αμοιβαίας συνεργασίας με όμορα τουλάχιστον πεδία· ιη) η σύντμηση του χρόνου μαθητείας και το ανετότερο έτσι «δικαίωμα εισόδου», με τις υπάρχουσες βέβαια εξαιρέσεις, στο πεδίο των ιδεών· ιθ) η πληθωρική παραγωγή συγγραφικής ύλης, ηλεκτρονικής ή «συμβατικής» υφής· κ) το διασπασμένο συλλογικό ερευνητικό υποκείμενο· κα) η απουσία περιοδικών με κριτές· κβ) η εμφανής εξάρτηση από τη μέθοδο που καθίσταται τεχνική ή από τη μη-μέθοδο που προβάλλεται ως θέμα «γούστου»· κγ) η θεσμική κατανομή της οικείας επιστημονικής γνώσης, με την τριμερή διαίρεση της Φιλοσοφικής Σχολής στην οποία εκπαιδεύονται κυρίως αφιλο­σόφητοι ιστορικοί και ανιστόρητοι φιλόλογοι· κδ) η πρόδηλη φοβία για τον ιστορικό τρόπο του σκέπτεσθαι· κε) η μετατροπή της κρυψίνοιας ανυπρόκοπων σε αυτοπρο­στασία από τις συγκρούσεις· κστ) τα Τμήματα και οι Τομείς διαφορετικής κατάτα­ξης χωρίς να δείχνουν ότι την καταλαβαίνουν τα μέλη τους· κζ) η διεύρυνση των μορφών εφαρμογής της «πο­λιτικής ορθότητας»· κη) οι υποσημειώσεις σκοπιμότητας που αντί να κοστίζουν αποδεικνύονται επω­φε­λείς· κθ) η σπάνια ανταλλαγή «drafts» και η φροντιστηριακή τους αντιμετώπιση από συναδέλφους· λ) οι πανέτοιμες ανακοινώσεις που οι συντάκτες τους δείχνουν ότι δεν έλαβαν υπόψη το ακροατήριο το οποίο ενδεχομένως τις επέκρινε ή και τις απέρριψε· λα) η συνεχής έλλειψη εργαλείων βάσης (Λεξικά, Βιβλιογραφίες κ.λπ.)· (η άνω τελεία υποδεικνύει ότι η σειρά αυτή των αιτίων δεν ολοκληρώθηκε).