17/9/17

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από έκθεση αφιερωμένη στο έργο του Μίκη Ματσάκη που πραγματοποιείται από το ΜΙΕΤ στο Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου, Αθήνα). Μέχρι 30/9

Μίκης Ματσάκης, Γυμνά, 1924, μελάνι σε καφέ χαρτί, 23,9 x 33 εκ. 

Ο Αριστοφάνης, ως πολέμιος της δημοκρατίας

LUCIANO CANFORA, Cleofonte deve morire. Teatro e politica in Aristofane [Ο Κλεωφών πρέπει να πεθάνει. Θέατρο και πολιτική στον Αριστοφάνη] Laterza 2017, σελ. 484

Η κωμωδίες του Αριστοφάνους είναι, μαζί με τις Ιστορίες του Θουκυδίδου, την ανώνυμη Αθηναίων Πολιτεία (του Κριτία;) και αρκετούς Λόγους του Λυσία, ένα πολυτιμότατο ντοκουμέντο για την αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου της Αθήνας στην τελευταία περίπου τριακονταετία του Ε΄ αιώνα π. Χ, ενώ το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα συνιστά ένα καινούργιο κεφάλαιο της εξονυχιστικής έρευνας που ο διάσημος φιλόλογος διεξάγει εδώ και χρόνια, και ήδη αποτυπώνεται σε σημαντικά βιβλία: Ο κόσμος της Αθήνας (2011), Ο αθηναϊκός εμφύλιος (2013), Η κρίση της ουτοπίας. Αριστοφάνης κατά του Πλάτωνος (2014), Ο Θουκυδίδης. Το ψέμα, η ενοχή, η εξορία (2016).

«Ιδιοφυής μόρτης» ή πολιτικός συγγραφέας;

Με αυτό το βιβλίο, η γενική εικόνα εκείνης της ταραχωδέστερης περιόδου είναι πλέον πλήρης. Ότι ο Αριστοφάνης δεν ήτανε απλώς «gamin de génie» («ιδιοφυής μόρτης»), με μόνο σκοπό να προκαλεί το γέλιο των συμπολιτών του, αλλά ήταν πολιτικός συγγραφέας και (κατά συνέπεια) σημαντικότατη ιστορικολογοτεχνική πηγή, το είχαν ήδη επισημάνει κάποιοι από τους καλύτερους φιλολόγους του 19ου αιώνα. Στο σπουδαίο βιβλίο του, Aristophane et lancienne comédie attique (Παρίσι 1889) ο Γάλλος Auguste Couat φώτισε τους πολιτικούς στόχους που κρύβονται πίσω από την αρχαία κωμωδία, κυρίως την αριστοφανική. Όπως, ήδη το 1875/76 ο Friedrick Nietzsche, σε μια πανεπιστημιακή εργασία του, είχε γράψει ότι «από την νεότητά του, ο Αριστοφάνης έγινε το εργαλείο του μίσους της αριστοκρατίας κατά της δημοκρατίας». Άλλωστε, ο Νίτσε είχε στη διάθεσή του τις πρωτοποριακές για την εποχή μελέτες περί της αρχαίας κωμωδίας, των συμπατριωτών του K. F. Kanngiesser και Hans Gustav Droysen.
Όλα αυτά τα έργα ανέλυαν την κωμωδία στο ταραχώδες πολιτικό συμφραζόμενο, που χαρακτήριζε την αθηναϊκή κοινωνία στην πιο ριζοσπαστική φάση της δημοκρατίας (429/405), ούτως ώστε να συλλάβουν την ποιότητα των σχέσεων που ένωναν τους κωμωδιογράφους με την κρυφή αντιπολίτευση των ολιγαρχικών εταιριών, και να εξηγήσουν μια αντίφαση: ότι οι Αθηναίοι στο θέατρο μεν χειροκροτούσαν και βράβευαν τους «συντηρητικούς» ποιητές, όμως στην πράξη εξέλεγαν κάθε χρόνο ως στρατηγούς τους δημαγωγούς, δηλαδή τους βιαίως κωμωδούμενους επί σκηνής.

Η Ρωσία ανάμεσα στις δύο Επαναστάσεις

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ

Μίκης Ματσάκης, Στην παράσταση, Λούνα Παρκ, 1926, μολύβι σε χαρτί, 21,5 x 32,4 εκ.


ΑΝΤΡΕΙ ΜΠΕΛΥ, Πετρούπολη, μετάφραση από τα ρωσικά Σταυρούλα Αργυροπούλου, επίμετρο Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Εκδόσεις Κίχλη σελ. 747

Η λογοτεχνία, η Τέχνη γενικά, είναι συνήθως η πρώτη που αντιδράει στην αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών ανέμων, που πνέουν στη χώρα, στην ήπειρο, στον κόσμο. Μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, τη διάλυση των Αυτοκρατοριών και την αναδιανομή των κρατικών συνόρων, δηλαδή, από τις αρχές του 19ου αιώνα, κανένα σημαντικό γεγονός σε καμιά χώρα του πολιτισμένου κόσμου δεν μπορεί να θεωρείται μεμονωμένο, «ιδιωτικό», δεν μπορεί να μην επηρεάζει –σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό– τις υπόλοιπες χώρες. Έτσι και η πρώτη ρωσική Επανάσταση, του 1905 -1907, όχι μόνο δεν ήταν ένα συμβάν τοπικού χαρακτήρα αλλά επηρέασε βαθιά την πορεία της Ρωσίας, της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Τα προβλήματα της Ρωσίας έγιναν προβλήματα παγκοσμίου μεγέθους, μια και με την πρώτη ρωσική Επανάσταση ολοκληρώθηκε μια μακρά περίοδος στην Ιστορία ενός τεράστιου κράτους, που καταλαμβάνει το ένα έκτο της Γης, και προετοιμάστηκε η επόμενη «γιγαντομαχία», η σύγκρουση της Ανατολής-Δύσης.
Μόνο λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά θα μπορέσουμε όχι μόνο να διαβάσουμε τον τεράστιο τόμο της Πετρούπολης, που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά, αλλά να κατανοήσουμε το βαθύτατο νόημά του, να αποκρυπτογραφήσουμε το σημειολογικό του περιεχόμενο, και, το βασικότερο, να συνειδητοποιήσουμε, ότι βρισκόμαστε και πάλι, 105 χρόνια μετά τη συγγραφή της Πετρούπολης, στο κατώφλι ίδιων και χειρότερων κοσμοϊστορικών αλλαγών και συγκρούσεων, στο κατώφλι του τέλος πολλών Αυτοκρατοριών και της (ξανά!)αναδιανομής των κρατικών συνόρων. Η Ανατολή και η Δύση βρίσκονται πάλι αντιμέτωπες: αν δεν μάθουμε να διαβάζουμε τα «σημεία», τα «σημάδια», θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας.

Η ηθικοπολιτική ανανέωση της δημοκρατίας

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΠΑΥΛΟΣ ΣΟΥΡΛΑΣ, Δημοκρατία και αυτονομία, εκδόσεις Πόλις, σελ. 434

Η κρίση της πολιτικής, σε όλη την Ευρώπη, οδηγεί σε κρίση της δημοκρατίας. Άλλωστε η κυριότερη αιτία για την πολιτική ανεπάρκεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το μεγάλο δημοκρατικό της έλλειμμα. Η αναγκαία δημοκρατική, πολιτική της ενοποίηση, επί τη βάσει των αρχών της αλληλεγγύης, της ίσης μεταχείρισης και των θεμελιωδών αξιών του ευρωπαϊκού, συνταγματικού πολιτισμού, εξακολουθεί – και πρέπει – να συνιστά στρατηγική επιδίωξη, εν επιγνώσει, όμως, του ότι αυτή η προοπτική ξεθωριάζει μέσα στη σύγχυση, την αβεβαιότητα και την ίδια την αμφισβήτηση της δημοκρατίας ως συνέπεια αυτού του ελλείμματος. Για να παραφράσουμε το τρέχον οικονομικό-πολιτικό λεξιλόγιο, ένα αναγκαίο δημοκρατικό πλεόνασμα θα προϋπέθετε την ηθικοπολιτική ανανέωση και την εκ νέου επιβεβαίωση της αξίας της αντιπροσωπευτικής, συνταγματικής δημοκρατίας.
Το βιβλίο του Παύλου Σούρλα αγγίζει τον πυρήνα των προβλημάτων, σε σχέση με την κρίση, άρα και με την αξία της δημοκρατίας. Η κρίση, όμως, τόσο της πολιτικής όσο και της δημοκρατίας, καθώς και η ουσιώδης συνάφειά τους με την κρίση του πολιτικού συστήματος, επιτείνουν τη διάχυτη αβεβαιότητα ως προς την αξία της δημοκρατίας. Στο πεδίο αυτής της αβεβαιότητας εκδηλώνεται και η αμφισβήτηση της ηθικοπολιτικής πεποίθησης ότι η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα. Έτσι, ο συγγραφέας ξεκινά από τη στοχαστική διερεύνηση αυτής της αμφισβήτησης, εντοπίζοντας ορισμένα παράδοξα που την συνοδεύουν. Το πρώτο παράδοξο είναι ότι η πολιτική φιλοσοφία αρχίζει να υπερασπίζεται τη δημοκρατία κατά τη νεότερη εποχή, όχι νωρίτερα. Αντίθετα, οι φιλόσοφοι της κλασικής Αρχαιότητας, που θεμελίωσαν την πολιτική φιλοσοφία, είναι κριτικοί, έως επικριτικοί, απέναντι στη δημοκρατία. Το δεύτερο παράδοξο συνίσταται στο ότι, ακόμη και κατά τη νεότερη εποχή, που καταφάσκεται η αξία της δημοκρατίας, τα καθεστώτα που αυτοπροσδιορίζονται δημοκρατικά εμφανίζουν μεγάλες, μη  συγκεράσιμες διαφορές μεταξύ τους, ώστε να καθίσταται πολύ δύσκολη η ένταξή τους σε μια κοινή μορφή πολιτεύματος. Υπάρχει και ένα τρίτο παράδοξο, το πιο βαθύ και ανησυχητικό, όπως επισημαίνει ο Παύλος Σούρλας: παρόλο που, στη σημερινή εποχή, σε καθημερινό επίπεδο, ελάχιστοι, είτε από σαφή αντιδημοκρατική, ιδεολογική επιλογή  είτε λόγω προτίμησης σε ολοκληρωτικά, αυταρχικά καθεστώτα, με την  προσδοκία ωφελημάτων από αυτά, αμφισβητούν την αξία της δημοκρατίας, αντιθέτως, σε θεωρητικό επίπεδο, τα πράγματα διαφέρουν. Με άλλα λόγια, στη θεωρία, όπου η αξία και η ισχύς ενός συμπεράσματος εξαρτάται από την επιχειρηματολογική πορεία που διανύθηκε μέχρι τη διατύπωσή του, οι επιχειρηματολογικοί τρόποι που οδηγούν στην αξιολογική θέση για τη δημοκρατία – ακόμη και αν καταφάσκουν την αξία της – είναι πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον.

Παραλληλίες και απρόσμενες συγγένειες

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

Μίκης Ματσάκης, Σίφνος, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χάρντμπορντ, 42,3 x 52 εκ. 


ΚΩΣΤΑΣ ΑΚΡΙΒΟΣ, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 278
      
Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος στο νέο του βιβλίο εμπνέεται από τα πάθη, τα παθήματα και τα κατορθώματα, των εμβληματικών ηρώων της Οδύσσειας. Με αυτό το έναυσμα στήνει ένα δίκτυο εφευρετικών παραλληλιών κατασκευάζοντας 26 μικρές, απολαυστικές μυθιστορίες, οι οποίες ουδόλως εγγράφονται μιμητικά στο πλαίσιο των περιπετειών του ομηρικού έπους.
Στις αφηγήσεις επιστρατεύονται για να εκπροσωπήσουν τους ομηρικούς ήρωες, πρόσωπα τραγικά ή κωμικά, σημαντικά ή ασήμαντα. Άγνωστοι, ανώνυμοι και αφανείς ήρωες της καθημερινότητας, γυναίκες, άντρες, παιδιά και ανάμεσά τους κι ένα δέντρο, μια γέρικη ελιά, αναλαμβάνουν να σηκώσουν στις πλάτες τους, αδύναμες πλάτες κοινών θνητών, το βάρος των ομηρικών στίχων, χωρίς να έχουν αναγκαστικές και προφανείς συγγένειες και αναλογίες με τους αντίστοιχους ήρωες της Οδύσσειας. Ο συγγραφέας αναδομεί και επικαιροποιεί το μύθο κινούμενος σ’ ένα ευρύ χρονικό φάσμα. Παλινδρομεί στον ιστορικό χρόνο, κάνοντας άλματα από το παρόν στο παρελθόν, γεφυρώνοντας εποχές και γεγονότα. Ανασύρει από τη λήθη πρόσωπα πολύπαθα, πράξεις με ηθικό μεγαλείο και ιδιαίτερο νοηματικό βάρος και καταστάσεις με πολλαπλά σημαίνοντες συμβολισμούς.

Μικρές καθημερινές τραγωδίες

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ, Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ, διηγήματα, Εκδόσεις Μελάνι, σελ. 150

Ο Διονύσης Μαρίνος είναι ένας νέος συγγραφέας που εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα στα ελληνικά γράμματα το 2011 με τα «Χαμένα Κορμιά» κι έκτοτε εκδίδει με ρυθμό «πολυβόλου» για τα ελληνικά δεδομένα κι αισίως στα 46 χρόνια του φτάνει στο πέμπτο βιβλίο. Το «όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ» πιστεύω ότι αναδεικνύεται σε βιβλίο-σταθμός στην πορεία του συγγραφέα, καθώς οι πειραματισμοί και οι επήρειες του στην πεζογραφική φόρμα  φαίνεται να κατασταλάζουν σε ένα απλό, ευαίσθητο, προσωπικό ύφος και η θεματολογία του κι η επιλογή στιγμών μοιάζει να έχει πατήσει με σιγουριά κι ευαισθησία στις κρυφές πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Κι είναι πραγματικά συγκινησιακή η πορεία που ακολουθούμε ως αναγνώστες, καθώς ο Διονύσης Μαρίνος μας ανοίγει τις πόρτες των διπλανών μας σπιτιών (ή και των δικών μας) και μας κάνει μέτοχους σε μικρές καθημερινές τραγωδίες, που δεν θα γραφτούν ποτέ στην Ιστορία, που αποκρύπτονται κάτω από την επιφάνεια μιας ευυπόληπτης κοινωνικής ευπρέπειας, που όλοι έχουμε ακούσει κάτι γι’ αυτές κι έχουμε κουνήσει το κεφάλι λυπημένοι για να συνεχίσουμε παρακάτω. Η κοινότοπη ιστορία του άνεργου που εξαναγκάζεται σε εξευτελιστικές εργασίες για να επιβιώσει, η κοινότοπη ιστορία του ψυχοπαθή, ο θάνατος αγαπημένων προσώπων, τόσο απλές καθημερινές στιγμές κι όμως τόσο τραγικές γι’ αυτούς που τις ζουν, έρχονται στο προσκήνιο της διηγηματογραφίας του Διονύση Μαρίνου, χωρίς επίπλαστη συγκινησιακή φόρτιση, με μια απλότητα που συχνά συγκλονίζει. Χωρίς να είναι πάντα στο ίδιο επίπεδο και με μερικά διηγήματα να ολισθαίνουν στην συμβατική γραφικότητα και περιπτωσιολογία, τα μικρά πεζογραφήματα του Διονύση Μαρίνου αποδεικνύουν πως ο συγγραφέας πατάει πια καλά στα πόδια του, έχει κατακτήσει τον χειρισμό των εκφραστικών του μέσων, ξέρει με ποιάν αρχιτεκτονική και ποια οπτική θα στήσει το δράμα του και, το κυριότερο, έχει πετύχει κάτι δύσκολο: έχει βρει τον τρόπο να εξωτερικεύει το εσωτερικό του συναίσθημα αποφεύγοντας κραυγαλέους εκφραστικούς δρόμους και υπερβολές.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ

Ο κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης

ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΡΑΡΗΣ, Μια διπλή απόκλιση της κυπριακής διαλέκτου και του ποιητικού λόγου: Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917), εκδόσεις Γαβριηλίδης και Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, σελ. 96

Το βιβλίο του Γιώργου Μοράρη, ευαίσθητου φιλόλογου και ποιητή, λεπταίσθητη ανάλυση τριών ποιητικών συνθέσεων – των κορυφαίων αδιαμφισβήτητα – του Βασίλη Μιχαηλίδη ήρθε στην κατάλληλη στιγμή, στο χάραμα της εκατονταετίας από τον θάνατο του κύπριου βάρδου. «Στην Ελλάδα αγνοούν το ζωντανό του έργο», γράφει ο Μοράρης, αποκαλύπτοντας τη σκοποθεσία του βιβλίου του, και έχει δίκιο, αφού δεν αξιώθηκε ο Μιχαηλίδης, ολόκληρον αιώνα από τη θανή του, να δικαιωθεί: να διαβαστεί, εννοούμε, να συγκινήσει, να γίνει μύθος και οδηγός και για το ελλαδικό κοινό, όπως οι μεγάλοι ποιητές του έθνους, ο Σολωμός πριν απ’ όλους, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης και ο Ελύτης, για παράδειγμα, που πέρασαν αθάνατοι στην ψυχή της Ρωμιοσύνης· κακοδαιμονία για τον κύπριο υμνητή της Ρωμιοσύνης και του αθάνατου πνεύματός της, για τον οραματιστή της επανασύνδεσης της μάνας Ελλάδας με την κόρη της την Κύπρο. Ο Μιχαηλίδης δεν ευτύχησε, εκτός της γενέτειρας Κύπρου να τύχει των τιμών που του πρέπουν. Ανεράδα που «χάθηκεν ’πο’ μπρος του σγιαν άνεμος περαστικός» έγινε η Ρωμιοσύνη του και «’που τότες ξηστηκός» αναμένει την καλή την ώρα.
Με αυτή την ευκαιρία της επετείου, πράγματι το βιβλίο του Μοράρη έφτασε την κατάλληλη στιγμή, για να ευαγγελιστεί, το ελπίζουμε, μια καλύτερη τύχη για τον ποιητή. Το κυπριακό ιδίωμα αποτέλεσε ισχυρή τροχοπέδη στην πρόσληψη της ποίησης του Μιχαηλίδη στον μητροπολιτικό χώρο, η ταύτιση της ποίησής του στην Ελλάδα με τη δημοτική ποίηση, η οποία λειτούργησε στην Αθήνα ως προπύργιο (από καθαρεύοντες και δημοτικιστές) της επικράτησης της δημοτικής γλώσσας, καθιερωμένης ήδη στη λογοτεχνία όταν ο Μιχαηλίδης βρέθηκε στη μεγάλη ακμή του, η παράλειψη των ειδικών, ποιητών και φιλολόγων, να εστιάσουν επίμονα στο έργο του, όλα αυτά και άλλα, συνέτειναν σε μια ιδιότυπη περιθωριοποίηση και μόνο λίγοι, Κύπριοι κυρίως που έζησαν στον ελλαδικό χώρο,  προσπάθησαν χωρίς μεγάλα αποτελέσματα να δείξουν την αξία, πατριωτική και αισθητική, του έργου του, εδρασμένοι στα τρία κορυφαία συνθέματά του και αποσιωπώντας – αδίκως κατά τη γνώμη μας – το τεράστιο ποιητικό έργο του, το γλωσσικά πολύμορφο, στη φθίνουσα καθαρεύουσα, στη χειραφετούμενη δημοτική και στο ιδίωμα της πατρίδας του. Αλλά και το έλλειμμα λογιοσύνης, που υπήρξε προίκα των μεγάλων δημιουργών, λειτούργησε ανασταλτικά στην περίπτωση του Μιχαηλίδη, αυτοδίδακτου, όχι όμως και απαίδευτου, υπό τις τότε συνθήκες, όπως αβασάνιστα θεωρείται.

Λαογραφικά της Μυτιλήνης

ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΤΣΟΥΠΡΟΥ

Μίκης Ματσάκης, Τοπίο, λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε χαρτόνι, 31 x 40 εκ. 


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΡΔΑΣ, Αδιάντροπα του Κλήδονα, Λαογραφικές συλλογές Βάσου Βόμβα & Ακίνδυνου Σκωπτικού, Εκδόσεις Μύθος, Μυτιλήνη, σελ. 136

«“Η γιορτή τού λιοτροπιού!” είπε ο Χανς Κάστορπ. “Το θερινό ηλιοτρόπιο!
Φωτιές στα βουνά και συρτοί χοροί γύρω από τη σπινθηροβόλα φλόγα
πιασμένοι χέρι χέρι! […] γιορτάζουν έτσι την πρώτη νύχτα τού καλοκαιριού
[…] Γιατί είναι τόσο αχαλίνωτα εύθυμοι; […] το κάνουν από απέλπιδα
αποδοχή, αν θέλεις, προς τιμήν τής αυταπάτης τού κύκλου και της
 άπιαστης κατεύθυνσης της αιωνιότητας, όπου όλα επαναλαμβάνονται”»
(Thomas Mann, Το μαγικό βουνό)

Ο συγγραφέας, φιλόλογος και δημοσιογράφος, Παναγιώτης Σκορδάς, πολιτιστικά δραστήριος καθώς υπήρξε πάντοτε, προσφέρει στο κοινό με τον παρόντα τόμο (έχει ήδη εκδώσει άλλα δύο βιβλία, καρπούς τού συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του: Πρόσωπα. Συζητήσεις και συνεντεύξεις με σημαντικούς ανθρώπους και Αναγνώσεις. Βιβλία που σημάδεψαν τη μνήμη και τον χρόνο) δύο, αδημοσίευτες μέχρι τώρα, συλλογές τετράστιχων και δίστιχων ποιημάτων, καταγεγραμμένων από τους δύο γενναιόδωρους, σε πνεύμα και ψυχή, συντοπίτες του, τα οποία στρέφονται γύρω από τις εθιμικές εκδηλώσεις τού Αι-Γιαννιού: τα Κάψαλα και, κυρίως, τον Κλήδονα.
Στο Πρώτο μέρος τού βιβλίου, ο συγγραφέας, βασιζόμενος, πέραν των δύο αρχείων, στην υπάρχουσα πλούσια σχετική βιβλιογραφία, καθώς και σε αντίστοιχες προφορικές συνεντεύξεις, παρουσιάζει την τελετουργία των δύο εθίμων στην Μυτιλήνη και σε πολλά χωριά τής Λέσβου, συνοδευμένη από φωτογραφικό υλικό αντλημένο από σύγχρονες εκδηλώσεις – αναπαραστάσεις. Παραπέμποντας, δε, μεταξύ και άλλων, στους σπουδαίους λαογράφους Δημήτριο Λουκάτο και Γεώργιο Μέγα, μας πληροφορεί ότι μαζί με την γιορτή τού Αγίου Ιωάννη τού Προδρόμου, μία από τις «ειδωλολατρικότερες» του εορτολογίου μας, «λατρεύεται, με παλιά υποσυνείδητη εθιμολογία, ο Ήλιος των θερινών τροπών», «αι οποίαι εξελαμβάνοντο ως σημαντική, ενίοτε δε και επικίνδυνος καμπή τού χρόνου». Εξ ου και οι διαβατήριες και καθαρτήριες πυρές (Κάψαλα) και, βέβαια, η άσκηση της μαντικής (Κλήδονας), συναπτόμενη εύλογα με το Γενέθλιον (24 Ιουνίου) του Ιωάννη τού Βαπτιστή, Άγιου και Προφήτη του Χριστιανισμού.