25/2/17

Γιάννης Βαλαβανίδης (1939-2017)

O Γιάννης Βαλαβανίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε ζωγραφική, χαρακτική και ψηφιδωτό στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1957-1963), με τον Γ. Μόραλη, τον Κ. Γραμματόπουλο και την Ε. Βοϊλα. Ήταν ενεργό μέλος φοιτητικών ενώσεων με αριστερό προσανατολισμό και συμμετείχε στις κινητοποιήσεις της νεολαίας κατά τη δεκαετία του 1960. Εξαρχής οι ιδεολογικές του απόψεις συμβάδιζαν με τις καλλιτεχνικές του επιλογές. Πριν από τη δικτατορία του 1967, συνεργαζόταν με την Επιθεώρηση Τέχνης και ήταν μέλος της Ομάδας Τέχνης Α.
Το 1968 δούλεψε για ένα χρόνο στο Παρίσι. Στις αρχές του 1970, μαζί με άλλους 4 συνομήλικους ζωγράφους (Κλεοπάτρα Δίγγα, Κυριάκος Κατζουράκης, Χρόνης Μπότσογλου, Γιάννης Ψυχοπαίδης) δημιούργησαν την ομάδα «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές», παρουσιάζοντας μια παραστατική ζωγραφική με κριτικό κοινωνικό περιεχόμενο, η οποία λειτούργησε και ως αντι-δικτατορική πρόταση.
Στην πρώτη του ατομική έκθεση (1970, Άστορ) υπήρχαν ήδη έργα που έδειχναν την τάση του να ερευνά σε βάθος την όψη των καθημερινών αντικειμένων, αποφεύγοντας τις τρέχουσες λύσεις της κολορίστικης ζωγραφικής ή της «ελληνικότητας». Οι προσπάθειές του προς αυτή την κατεύθυνση συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Χαρακτηριστικό στοιχείο του έργου του είναι η εξαντλητική επεξεργασία της γραφής μέσω της οποίας αποδίδεται η εικόνα του θέματος, είτε με χρήση φωτογραφικών ντοκουμέντων είτε με απευθείας παρατήρηση του μοντέλου. Οι θεματικές ενότητες της ζωγραφικής του (Εργαλεία, Βουνά, Πρόσωπα, Χώροι) εξελίσσονται παράλληλα από τη δεκαετία του έως σήμερα.
Έχει παρουσιάσει το έργο του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετείχε σε καλλιτεχνικές ομάδες όπως η Ομάδα για την Επικοινωνία και την Εκπαίδευση στην Τέχνη και ο Σύνδεσμος Σύγχρονης Τέχνης.
Δίδαξε ζωγραφική αρχικά στη Σχολή Βακαλό (1972-1980) και κατόπιν στην ΑΣΚΤ (1981-2005), όπου διετέλεσε Αντιπρύτανης από το 2001 έως το 2004.
Ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση βιβλίων και τη σχεδίαση εξωφύλλων.
Κείμενά του για την τέχνη έχουν δημοσιευθεί σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά.
Το 2005 οργανώθηκε αναδρομική έκθεσή του στο Μουσείο Φρυσίρα.

Από το 2007 ήταν ομότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ.

Αντίο

Η αιωνιότητα μερικές φορές δεν είναι απαραίτητα, μεγαλύτερης διάρκειας απʾ τον βίο… αυτό το γνωρίζουν άπαντες… αλλά το συμμερίζονται λίγοι, οι χειραφετημένοι, οι δημιουργικοί άνθρωποι εν γένει. Έτσι ερμηνεύεται, έτσι εξηγείται η αγωνία, η σφοδρή επιθυμία για το «έργο».
Ο Γιάννης Βαλαβανίδης ήταν αφοσιωμένος σ’ αυτή την ιδέα. Το έργο του, διαθέτοντας έναν ψυχικό τόνο, μια επιδίωξη για την ‘’αλήθεια’’, στοχεύει σε μια αποκρυστάλλωση, βοηθητική για την κοινωνία, για την κοινότητα· ο λόγος του, η φωνή του έρχεται από κάποια αφώτιστα τοπία, από κάποια πυρπολημένα έγκατα της ανθρώπινης ιστορίας, της προσφυγιάς, της εξορίας, της εργασίας, της απελπισίας, του πάθους.
Επιλέγοντας την εκδοτική εκδοχή της εικόνας και μια ζωγραφική τύπου documentation, «εντάσσεται» σ΄ αυτή την καλλιτεχνική περιοχή, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο W. Morris (1860 , arts & crafts movement) «διασχίζει» το Bauhaus και τη Ρώσικη πρωτοπορία και «εκβάλλει» σʾ ένα σύγχρονο ρεαλισμό.
Διαδέχτηκα το Γ. Βαλαβανίδη στο Δ΄ εργαστήριο ζωγραφικής της ΑΣΚΤ, ομαλά, φυσικά, σαν μια παράδοση της σκυτάλης χωρίς μεμψιμέριες προκατόχου, χωρίς βαριές κληρονομιές και μελλοντικές επιταγές! Ο Γ. Βαλαβανίδης είχε εμπιστοσύνη στους ανθρώπους γιατί ήταν δημοκρατικός πολίτης. Κυριολεκτώ!
Ο θάνατος του δασκάλου είναι ένας «άλλος θάνατος», μια παράξενη κατηγορία πένθους, μια σπορά, μια διάχυση…
Ο Γιάννης Βαλαβανίδης υπήρξε ένας πιστός, ένας άξιος δάσκαλος.

ΠΑΝΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

εικαστικός, πρύτανης της ΑΣΚΤ

In memoriam

Ήπιος, γλυκύς, επιεικής, ανιδιοτελής, συμπαγής και δωρικός, χωρίς ίχνος έπαρσης, εσωτερικευμένος και σεμνός, φύσει και θέσει μαχητής και μαχόμενος, παρών στο παρόν, αντλώντας από το παρελθόν, αγωνιζόμενος για το μέλλον, ευαίσθητος και διακριτικός, διακρίνοντας το αυθεντικό και το ουσιώδες, ουσιαστικός στα αισθήματα και τις επιλογές του, επιλεκτικός στις φιλίες του, φίλος με τους ανθρώπους, ανθρώπινος, αισθηματικός και τρυφερός στο βλέμμα, στα έργα και στις πράξεις του, πρακτικός και μεθοδικός, πάντα σε ήρεμη εγρήγορση χωρίς να βιάζεται, ήσυχα ανήσυχος αναζητώντας τον δικό του κανόνα και το μέτρο, μετριοπαθής, με πάθος, δύναμη και επιμονή στον στόχο του, στοχευμένος, λιτός και ακριβής στην κρίση του, κριτικός στο πνεύμα και την τέχνη του, διδάσκων αεί διδασκόμενος, ανοιχτός στον κόσμο και στις ιδέες, διαφυλάσσοντας πάντα τον πολύτιμο πυρήνα του μέσα κόσμου, στοχαστικός και αταλάντευτος στις αλήθειες του, αληθινός, ποιητικός, τρυφερά αυστηρός, ακέραιος και αδρός σαν τα βουνά που ζωγράφιζε ο αγαπημένος φίλος μας, ο Γιάννης Βαλαβανίδης, πάντα νέος, πάντα Έλληνας, πάντα ρεαλιστής.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΟΠΑΙΔΗΣ

Αυτός ο κύριος με το δρεπάνι δεν ξέρει τίποτα

Γιάννης Βαλαβανίδης, Σπουδή, 2008, τέμπερα σε χαρτί, 105 x 75 εκ.


ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗ

Κάποιες μικρές αλήθειες μπορεί να είναι χρήσιμες στους αυριανούς αγώνες. Η επταετία της δικτατορίας των συνταγματαρχών φαντάζει σήμερα γραφική και μακρινή. Ίσως γιατί ο εχθρός του λαού τότε είχε αυτό το γελοίο πρόσωπο, ένας κουτσοδόντης που παριστάνει κάτι άλλο απ' αυτό που είναι. Όμως απέναντί του είχε
μια φοβική και ενοχική αριστερά κι αυτό του χάρισε ολόκληρα επτά χρόνια διακυβέρνησης. Το θέμα αυτό, της ενοχικής αριστεράς, προσομοιάζει με το σήμερα, νομίζω, αλλά για άλλη συζήτηση.
Η αθωότητα εκείνης της εποχής ήταν απροστάτευτη και με πολλούς κινδύνους.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα άνθισαν κάποιες αντιστάσεις, άλλες με εμβάθυνση κι άλλες πιο τολμηρές και θαρραλέες. 
Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει για την Ομάδα "5 Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές"
(Βαλαβανίδης, Δίγκα, Κατζουράκης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης) μπορεί να δει τις μελέτες των Π. Κουνενάκη, Μ. Στεφανίδη, Μ. Χριστοφόγλου, κείμενα δικά μας στο ετήσιο περιοδικό του Μπαχαριάν "Χρονικό 1972" και αρκετά μεταπτυχιακά που βρίσκονται στο ΕΚΠΑ, στο ΑΠΘ, στην ΑΣΚΤ, στο "Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης", σίγουρα και σε άλλες πηγές που προφανώς μου διαφεύγουν.
Θα συμπληρώσω μερικά προσωπικά στοιχεία που όμως αφορούν τη δομή της Ομάδας.Τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας στήσαμε την Ομάδα με επίκεντρο τη σχέση Πολιτική/Τέχνη. Στις πρώτες συναντήσεις μας συμμετείχαν και άλλοι. Θυμάμαι ένθερμο τον Μυταρά την πρώτη φορά στο σπίτι του Μπότσογλου, τον Σκουλάκη από κοντά, την "Ομάδα Τέχνης Α" που μας κοίταζαν με προσδοκία, τον Δημητρέα. Εμείς οι πέντε όμως δεθήκαμε και η σχέση μας απέκτησε την απαραίτητη φυσικότητα.

Παρουσίες

Αυτή η σειρά έχει κάποια κοινά στοιχεία με ένα μέρος της παλιότερης δουλειάς μου, που είχε θέμα το ανθρώπινο πρόσωπο. Πάνε χρόνια που προσπαθώ να εξερευνήσω αυτό το συναρπαστικό "τοπίο", που φαίνεται τόσο οικείο, αλλά κατά βάθος παραμένει άγνωστο. Αναζητώ τα μυστικά που κρύβονται στα σχήματα, τα χρώματα και τις δομές ενός προσώπου, όχι στην περιστασιακή έκφραση των συναισθημάτων.
Το γυναικείο πρόσωπο έχει, για μένα, πιο πολλά τέτοια μυστικά, είναι πιο σύνθετο και πιο γοητευτικό. Γι' αυτό προτιμώ να ζωγραφίζω γυναίκες. Αληθινές, καθημερινές γυναίκες, ούτε πολύ ωραίες ούτε πολύ άσχημες, ούτε πολύ μικρές ούτε πολύ μεγάλες. Δεν με ενδιαφέρει και δεν με συγκινεί η τρέχουσα καταναλωτική και καταναλώσιμη εικόνα της γυναίκας.
Δουλεύω πάντα, από την αρχή ώς το τέλος, "απέναντι στο μοντέλο", σε άμεση οπτική επαφή με το πρόσωπο, με σταθερό φωτισμό, ώστε να μπορώ να μελετήσω όσο γίνεται πιο πειθαρχημένα τη μορφή του μοντέλου και να την καταγράψω με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Δεν πρόκειται για "φωτογραφική" αποτύπωση κάποιων ατομικών χαρακτηριστικών, αλλά μια ζωγραφική μεταφορά μιας ζωντανής παρουσίας, μιας πραγματικότητας με σάρκα και οστά.
Ζωγραφίζω πραγματικά πρόσωπα και σώματα γυναικών, όπως ακριβώς τα βλέπω μέσα στο εργαστήριό μου. Τα μοντέλα μου είναι οικονομικές μετανάστριες, ένα μάλλον τυχαίο γεγονός, που αφορά γενικότερα τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα και, αναγκαστικά, ενσωματώνεται στην ανθρώπινη παρουσία αυτών των γυναικών. Είναι ένα επιπλέον στοιχείο της δικής τους πραγματικότητας, σαν ένα ακόμα χαρακτηριστικό του προσώπου ή του σώματός τους. Κι αυτό, όπως όλα τα άλλα επί μέρους στοιχεία, εντάσσεται στη συνολική τους εικόνα, την καθαυτό παρουσία τους, που πρέπει να μεταφερθεί στη ζωγραφική. Η δική μου προσπάθεια είναι να βρω τα εικαστικά μέσα που θα αποδίδουν αυτή τη σύνθετη ανθρώπινη πραγματικότητα χωρίς τεχνητές εξάρσεις και μόνο με τη γλώσσα της ζωγραφικής.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ

Από τον πρόλογό του στον κατάλογο της έκθεσής του με τον τίτλο «Παρουσίες», στη γκαλερί «Νέες μορφές», το 2009

Η παρουσία του μοντέλου Βαλαβανίδη

ΓιάννηςΒαλαβανίδης, Πρόσωπο,
1998, τέμπερα σε χαρτί, 43 x 34 εκ.
Αυτή την ώρα δεν ταιριάζουν τα επίθετα, όπως «σεμνότερος όλων», ή «αριστερότερος όλων», τα οποία ο Γιάννης Βαλαβανίδης εκ της διαδρομής του και της στάσης του τα δικαιούται. Αυτά, και άλλα επίθετα, οτιδήποτε επαινετικό, εκφερόμενο τώρα, θα αμαύρωνε τη μνήμη του, αφού η προσδοκία του επαίνου δεν συνάδει με το στίγμα του Βαλαβανίδη ως δημόσιου προσώπου, δεν συνάδει με τη σεμνότητά του και την αριστεροσύνη του. Άλλωστε, στα 15 χρόνια που υπάρχουν οι «Αναγνώσεις», αρκετές φορές του ζητήσαμε κείμενα, και πάντα μας τα έγραψε. Ποτέ δεν ζήτησε αυτός να γράψει. Και, φυσικά, ποτέ δεν ζήτησε, έστω και καθ’ υποψίαν, να γράψουμε κάτι για το έργο του.
Η τελευταία του μεγάλη έκθεση, στη γκαλερί «Νέες Μορφές», το 2009, με τον τίτλο «Παρουσίες», αποτελείτο από μια σειρά γυναικεία πρόσωπα και σώματα, με μοντέλα των έργων του οικονομικές μετανάστριες. Όπως όμως σημείωνε στον πρόλογο του καταλόγου της έκθεσης, αυτό ήταν «ένα μάλλον τυχαίο γεγονός». Δηλαδή, ουσιαστικά απαγόρευε σε οποιονδήποτε να «παίξει» ή να εισπράξει το θέμα των γυναικών μεταναστριών, ως «θεματική» της έκθεσής του, ήτοι αρνιόταν να παρασιτήσει την τέχνη του πάνω σε μια θεματική που όντως «πουλούσε», και ακόμα «πουλάει». Μια στάση μετωπικά απέναντι στην κατά κόρον «αξιοποίηση» τέτοιων θεμάτων για την εμπορική προβολή της τέχνης, όπως συμβαίνει ιδιαίτερα σήμερα, όπου μας κατακλύζουν κάθε είδους προϊόντα που μας συστήνονται ως «η τέχνη της κρίσης», ή «λογοτεχνία της κρίσης» κλπ
Από εκείνη την έκθεση, μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω μια γυναικεία μορφή, ως εξώφυλλο σε μια εκτός εμπορίου μικρή έκδοση κάποιων πεζών μου, σε μια σειρά που είχε τον τίτλο «Φωνές». Όταν, αργότερα, τα εν λόγω πεζά συναποτέλεσαν ένα βιβλίο, σημείωνα την προϊστορία αυτών των κειμένων και τις οφειλές τους, μεταξύ αυτών και στον Γιάννη Βαλαβανίδη. Μου τηλεφώνησε, και διαμαρτυρήθηκε κοσμίως, γιατί πίστευε ότι δεν του όφειλα τίποτα...

«Γιάννη, τα είπαμε;»

Γιάννης Βαλαβανίδης, Βουνό, 1983, τέμπερα σε χαρτί, 36 x 58 εκ.


ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πέρασαν κοντά δεκαπέντε χρόνια από το πρωινό εκείνο της γεμάτης αγωνία αναμονής των διδασκόντων στη Σχολή Καλών Τεχνών, οι οποίοι θα επισκέπτονταν και θα έκριναν την πτυχιακή μου εργασία. Έτυχε να φιλοξενείται στους χώρους που στεγαζόταν το εργαστήριο ζωγραφικής που διεύθυνε τότε ο Γιάννης Βαλαβανίδης. Αρκετά νωρίς ακόμα, μπαίνοντας στο γραφείο του τον χαιρέτισα. Ανταπέδωσε με ένα νεύμα. Λίγο μετά επέστρεψε, ζητώντας μου να τον ακολουθήσω σε μια πρώτη σύντομη περιήγησή στην παρθενική αυτή έκθεση των έργων μου.
Προσπερνώντας γρήγορα κάποια μεγαλύτερα έργα που είχα τοποθετήσει επιδεικτικά σε προνομιακά σημεία της αίθουσας, στάθηκε απέναντι σε ένα πολύ μικρό, σε μία κόλα χαρτιού μεγέθους Α4, που βρισκόταν ανάμεσα σε πολλές άλλες. Στο σύνολό τους, γρήγορα κολλάζ και ντεκολάζ με αποκόμματα εφημερίδων, αφισών και άλλου έντυπου υλικού, συμπληρωμένα με μικρές ζωγραφικές χειρονομίες, ήθελαν να προσδώσουν την απαραίτητη «πολιτική» θεματική, σε υπό διερεύνηση ακόμα προσωπικά πλαστικά ιδιώματα. Άλλωστε, τα έργα των Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών είχαν ήδη, από τα χρόνια της σπουδής, ορίσει σε εμένα, αλλά και σε πολλούς ακόμα, αρκετά άζυμους καλλιτέχνες, ένα πρότυπο και μια στάση στα καλλιτεχνικά πράγματα, έναν τρόπο αντίληψης της τέχνης και της λειτουργίας της.

Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές (1971-1973)

ΤΗΣ ΠΕΓΚΥΣ ΚΟΥΝΕΝΑΚΗ

Αναθεώρησαν την όποια σχέση με την τέχνη της εποχής τους. Αναζήτησαν νέους τρόπους εικαστικής έκφρασης και πρόβαλλαν τον κριτικό ρεαλισμό ως μια αντανάκλαση της κοινωνίας στην τέχνη. Η ματιά τους ήταν κριτική ως προς το δικτατορικό καθεστώς αλλά και το μοντέλο ζωής που επέβαλαν τα media. Η ομάδα των «Νέων Ελλήνων Ρεαλιστών» (1971-1973), θεωρείται ιστορικά ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας του ’70, που πέρα από τις όποιες καλλιτεχνικές προεκτάσεις είχε αντίκτυπο πολιτικό και κοινωνικό, σε μια εποχή δύσκολη για την Ελλάδα με τη στρατιωτική χούντα να κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας ζωής. Την αποτελούσαν πέντε νέοι και ταλαντούχοι απόφοιτοι της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας: Γιάννης Βαλαβανίδης, Κλεοπάτρα Δίγκα, Κυριάκος Κατζουράκης, Χρόνης Μπότσογλου, Γιάννης Ψυχοπαίδης. Μια στενή φιλική και καλλιτεχνική παρέα μεταλλάσσεται σε δυναμική εικαστική ομάδα. Kοινό σημείο αναφοράς η μαθητεία των τεσσάρων στο εργαστήρι του Γιάννη Μόραλη. Μόνο ο Γιάννης Ψυχοπαίδης είχε παρακολουθήσει χαρακτική στο εργαστήρι του Κώστα Γραμματόπουλου. Iδεολογικός συνδετικός κρίκος λειτούργησε η ένταξη τους σε διαφορετικές εκφράσεις του αριστερού χώρου, με εξαίρεση τον Γ. Βαλαβανίδη που ήταν ήδη οργανωμένος στη Σπουδαστική Οργάνωση της ΕΔΑ. Κάποιοι ήταν συνδικαλιστικά στελέχη του φοιτητικού κινήματος την κρίσιμη διετία 1966-’67: Γ. Ψυχοπαίδης πρόεδρος, Κ. Κατζουράκης αντιπρόεδρος, Κλ. Δίγκα μέλος του Δ.Σ. του συλλόγου Σπουδαστών της ΑΣΚΤ. Η επιβολή της δικτατορίας καταργεί οποιαδήποτε μορφή ελεύθερου συνδικαλισμού, κι εκείνοι θ’ αποτελέσουν το τελευταίο ιστορικό προεδρείο.
Τέσσερις απ’ αυτούς -Βαλαβανίδης, Κατζουράκης, Μπότσογλου, Ψυχοπαίδης- συμμετείχαν στην «Ομάδα Τέχνης Α΄» και συνεργάζονταν με την «Επιθεώρηση Τέχνης. Ο ιστορικός τέχνης και κριτικός Γιώργης Πετρής και ο Μίμης Δεσποτίδης τους έδιναν τη δυνατότητα να εικονογραφούν κείμενα, να γράφουν, να συμμετέχουν σε συζητήσεις για την τέχνη γενικότερα και ειδικότερα για τη διαμόρφωση μιας αριστερής, προοδευτικής και συνάμα ανανεωτικής άποψης για τον πολιτισμό.

Αποσπάσματα

ΤΗΣ ΜΑΡΘΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΓΛΟΥ

Γιάννης Βαλαβανίδης, Πρόσωπο, 1999, τέμπερα σε χαρτί, 42 x 35 εκ.
Ξαναείδα αυτές τις μέρες μια φωτογραφία του Γιάννη Βαλαβανίδη, τραβηγμένη πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, όπου ο ζωγράφος ποζάρει ανάμεσα σε αυτοπροσωπογραφίες του. Είναι κοινός τόπος, ότι οι καλλιτέχνες αυτοβιογρα-φούνται ή αυτοπροσωπογραφούνται θέλοντας και μη, μέσα από το έργο τους, άμεσα ή έμμεσα. Ο έμμεσος τρόπος έχει συνήθως μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Αλλά η αμεσότητα φέρνει πιο γρήγορο αποτέλεσμα. Γι αυτό, μιλώντας για το έργο του Γιάννη, θα στηριχτώ σε δυο τρία αποσπάσματα από δικές του κουβέντες ή κείμενα.
Σε ένα σχετικά πρόσφατο κείμενό του, ο ζωγράφος διατύπωνε μια άποψη, όχι πρωτότυπη μεν, αλλά πολύ χαρακτη-ριστική της δικής του στάσης απέναντι στην τέχνη – και όχι μόνον. Έγραφε, λοιπόν: «Τα ερωτήματα δίνουν περισσότερο νόημα στην τέχνη, παρά οι απαντήσεις. Αν ξεκινούσαμε με έτοιμες απαντήσεις, θα κάναμε μια τέχνη βαρετή και συντηρητική. Το ψάξιμο, που οδηγεί κάθε φορά σε μια νέα απάντηση, κρατάει ζωντανή τη ζωγραφική. Το νιώθει κανείς, όταν ανακαλύπτει κάτι δουλεύοντας. Είναι ένα αίσθημα ευφορίας, πολύ διαφορετικό από την απλή ικανοποίηση που σου δίνει η εφαρμογή ενός έτοιμου κανόνα». Όσοι τον γνώριζαν, ξέρουν ότι εννοούσε κατά γράμμα αυτό που έλεγε, κι ας μην ήταν πάντα προς όφελός του. Στη ζωγραφική του, όπως και στη γενικότερη παρουσία του, δεν δεχόταν να αφεθεί υπάκουα σε όσα είχαν ήδη κατακτηθεί, ούτε καν σε όσα ο ίδιος είχε κατακτήσει με μεγάλο κόπο. Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι κυνηγούσε την καινοτομία, η οποία, κατά τη γνώμη του, μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα είδος «κανόνα», μια σχετικά εύκολη απάντηση, που κι αυτή τελικά οδηγεί σε λύσεις «βαρετές και συντηρητικές».

Η άγρια πλευρά του ανθρώπου

ΦΙΛΙΠ ΜΑΓΙΕΡ, Ο γιος, μτφρ. Ιλάεινα Διονυσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 688

Γιάννης Βαλαβανίδης, Σπουδή, 2007,
τέμπερα σε χαρτί, 105 x 75 εκ.
Ένα επικό μυθιστόρημα στημένο επάνω στα πολλαπλά παρακλάδια μιας αμερικανικής οικογένειας επιχειρεί να οικοδομήσει ο Φίλιπ Μάγιερ, μέσα από μια πολυφωνική αφήγηση μελών της οικογένειας. Οι βασικοί αφηγητές που ξεδιπλώνουν τις πτυχές της ιστορίας, και της Ιστορίας, είναι ο Ιλάι Μακ Κάλα, ο γιός του, Πίτερ, και η εγγονή τού Πίτερ, Τζιν Αν. Ωστόσο από την αρχή του βιβλίου, ο βασικός πρωταγωνιστής, εκείνος που τραβάει την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη και γεμίζει το μυθιστόρημα, είναι ο Ιλάι Μακ Κάλα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι εάν τα υπόλοιπα πρόσωπα κι οι ιστορίες τους απουσίαζαν και το μυθιστόρημα ήταν μικρότερο από τις 700 σελίδες με τις οποίες μας παραδίδεται, δεν θα ζημιωνόταν ιδιαίτερα.
Ο Ιλάι Μακ Κάλα, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που εκπροσωπεί την ιστορία και την πολιτιστική εξέλιξη των Ηνωμένων Πολιτειών, κι έχει μια παράξενη, σκληρή αλλά αληθοφανή μοίρα. Σε ηλικία δεκατριών ετών, απαγάγεται από τους ινδιάνους Κομάντσι και υποχρεώνεται να ζήσει στον καταυλισμό τους. Πάνω από το μισό βιβλίο αφιερώνεται στη ζωή του έφηβου στον καταυλισμό των Ινδιάνων κι είναι εντυπωσιακά τα στοιχεία και η έρευνα που έχει διεξάγει ο συγγραφέας, καθώς με ζωντανό και ωμά ρεαλιστικό τρόπο, χωρίς υπερβολές και με μετρημένη χρήση του συναισθήματος, μας μεταφέρει στη ζωή της άγριας δύσης το 1850. Έτσι λοιπόν μαθαίνουμε πολλά πράγματα για την καθημερινή ζωή των Ινδιάνων, για τις πολλαπλές φυλές και τα σκληρά έθιμά τους, για τον σταδιακό εκφυλισμό τους, που τους οδηγούσε στην απαγωγή και υιοθέτηση παιδιών από τη λευκή φυλή, για την επικίνδυνη αλλά ελεύθερη ζωή τους. Ο ήρωας του Φίλιπ Μάγιερ προσαρμόζεται ολοκληρωτικά και ενσωματώνεται με τον ινδιάνικο τρόπο ζωής και γίνεται Ινδιάνος κι ο ίδιος. Όμως μια επιδημία που σχεδόν εξολοθρεύει τη φυλή τον αναγκάζει να δεχθεί την παράδοσή του ως αιχμάλωτου στους λευκούς, ώστε η φυλή να πληρωθεί με τα απαραίτητα εφόδια και τρόφιμα. Η δύσκολη προσαρμογή του στον κόσμο των λευκών τον οδηγεί σε παράνομες πράξεις οι οποίες επιφέρουν, ως τιμωρία, την βίαιη στρατολόγησή του στους ρέιντζερς, κυνηγούς δηλαδή ινδιάνων, με μικρή πιθανότητα επιβίωσης. Έτσι ο ήρωας περνάει διαρκώς από το ένα άκρο στο άλλο και από μέλος της φυλής μετατρέπεται σε διώκτη της φυλής, και τελικά εμπλέκεται στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ βορείων και νοτίων.

Το ρολόι

To ρολόι έβλεπε ο ερημίτης στο κονάκι του. Ένα παλιό ρολόι το οποίο δεν έχανε ούτε δευτερόλεπτο. Είχε βρεθεί στην κατοχή από μια παλιά αγορά στο Μοναστηράκι. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν το κοιτούσε γιατί ποτέ δεν είχε κάποια σχέση με την ώρα, ή μάλλον από τότε που είχε βάλει το ράσο. Τις μόνες φορές που είχε άγχος με την ώρα ήταν όταν ταξίδευε με αεροπλάνο. Ραντεβού δεν είχε, επομένως δεν κινδύνευε να "στήσει" κάποιον. Η αγαπημένη του φίλη όταν ήθελε να τον δει τον έβλεπε. Δεν έκλειναν ποτέ ραντεβού. Γιατί το ραντεβού ήταν κάτι το πεπερασμένο. Τους εγκλώβιζε, εγκλώβιζε τον χρόνο. Είχαν καταλάβει και οι δύο πως η σχέση τους δεν είχε να κάνει με τον συγκεκριμένο χρόνο.
Όμως, τώρα είχε μπει το παιδί στη ζωή του. Αυτό είχε συγκεκριμένες ώρες. Για το σχολείο, για τη βόλτα του, για τις εξόδους του. Κάποιες φορές τύχαινε να το κατεβάζει στην πόλη η αγαπημένη φίλη του, η οποία είχε αυτοκίνητο. Γελούσε κάθε φορά που σκεφτόταν τη φίλη του να οδηγεί. Γιατί η σχέση της με το αυτοκίνητο είναι μια αυτοκαταστροφική σχέση. Οδηγούσε, και δεν οδηγούσε. Γιατί όταν οδηγούσε δεν ήταν εκεί. Ταξίδευε πιο γρήγορα από το αυτοκίνητο. Λες και κάτι την κυνηγούσε, λες και από κάτι ήθελε να ξεφύγει. Αυτό μερικές φορές μπορούσε να είναι επικίνδυνο, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο ήταν η χάρη του Θεού που την προστάτευε και την απέτρεπε από το στοίχημα που έβαζε με την ζωή της

Δύσκολες σχέσεις στη Νάπολη

ΤΗΣ ΜΑΓΙΑΣ ΣΤΑΓΚΑΛΗ

Γιάννης Βαλαβανίδης, Σπουδή, 2006, τέμπερα σε χαρτί, 58 x 96 εκ.


ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ, Η Τετραλογία της Νάπολης, Βιβλίο 1ο : Η υπέροχη φίλη μου, σελ. 436, Βιβλίο 2ο: Το νέο όνομα, σελ. 581, μετάφρ. Δήμητρα Δότση, Εκδόσεις Πατάκη

Ξέρεις τι είναι οι πληβείοι, Γκρέκο;
 από το 1ο βιβλίο

«Μόλις τα τελευταία χρόνια συνειδητοποίησα ότι είναι δύσκολο να επιβάλεις, τόσο στην παλιά όσο και στη νέα πολιτιστική βιομηχανία, την απουσία σου από τη δημόσια σκηνή» είπε η Ιταλίδα συγγραφέας σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις της (Το Βήμα, 10.7.2016) η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1992, με το μυθιστόρημα Βάναυση αγάπη, και εξακολουθεί να γράφει έως τις μέρες μας με το ψευδώνυμο Έλενα Φερράντε.
 Λίγους μήνες αργότερα επαληθεύεται δυσάρεστα, όταν ένας Ιταλός δημοσιογράφος, μέσα στο πνεύμα της υστερίας που έχει εκδηλωθεί γύρω από το όνομά της αποκάλυψε την πραγματική της ταυτότητα. Σε μια εποχή επίδειξης και ηδονοβλεψίας όπου ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δημοσιοποιεί τα μέσα και τα έξω του, ένας συγγραφέας που θέλει η γνώση του κοινού για τον ίδιο να εξαντλείται στη γνώση του έργου του, καθίσταται αφενός ύποπτος επιτήδευσης και διαφημιστικής στρατηγικής, αφετέρου η ψευδωνυμία του τροφοδοτεί τη λαίμαργη σκανδαλοθηρία, ανεξάρτητα ίσως από την πρόθεση του ίδιου.
Η τετραλογία της Νάπολης, (η οποία θα ολοκληρωθεί στα δυο επόμενα βιβλία) ένα πολυπρόσωπο έργο-ποταμός, κοινωνικού ρεαλισμού, με το οποίο η συγγραφέας του γίνεται παγκόσμια γνωστή, ανοίγει με το -γνώριμο στην ίδια- θέμα της οικειοθελούς εξαφάνισης. Με έντονο άρωμα Νεορεαλισμού, τουλάχιστον στα δυο πρώτα βιβλία, μας δίνει μια λεπτομερή παρουσίαση της καθημερινότητας στις λαϊκές συνοικίες της Νάπολης της μεταπολεμικής Ιταλίας. Σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά μιζέριας και αμάθειας, με καβγάδες και μαλλιοτραβήγματα, φτωχοί άνθρωποι προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα. Οι δύο κεντρικές ηρωΐδες συμμετέχουν σε ένα πλέγμα σχέσεων με θυρωρούς, τσαγκάρηδες και καφετζήδες, μάγκες της καμόρα, τρελές χήρες και απατεώνες ποιητές. Το ενδιαφέρον του έργου, το οποίο υπερβαίνει τη νοσταλγία και τη γραφικότητα, βρίσκεται τόσο στις σημαντικές κοινωνικές αλλαγές που παρακολουθούμε σε κλίμακα γειτονιάς όσο και στην καθολικότητα των χαρακτήρων και τη χαρτογράφηση σχέσεων με διαχρονικά γνωρίσματα, που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρώων.
Το Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο σας προσκαλεί την Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017, στις 8.00 μ.μ., στην παρουσίαση του βιβλίου των εκδόσεων Κουκκίδα:
Ο άγνωρος δεσμός
Για τη μεταβίβαση στην ψυχανάλυση
της Ράντμιλα Ζυγούρη
Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Ελισάβετ Κούκη - Ψυχαναλύτρια
Βέρα Παύλου - Ψυχαναλύτρια
Κατερίνα Μελισσινού - Ανθρωπολόγος

στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 Αθήνα, 210 3802644

Η Γεωλογία της οικειότητας

ΤΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Γιάννης Βαλαβανίδης, Βουνό, 1982, τέμπερα σε χαρτί, 20 x 30 εκ.


ΣΩΤΗΡΗΣ Π. ΒΑΡΝΑΒΑΣ, Γράμματα Εμπράγματα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 68

Η διάθεση του Σωτήρη Βαρνάβα προς οικείωση των βιωμένων καταστάσεων –οι οποίες στο παρόν αποτελούν αναμνήσεις– είναι διάχυτη σε ολόκληρη την ποιητική του βιβλίου. Η μεταφυσική διάσταση των ποιητικών του συνθέσεων, άλλοτε απροκάλυπτη και άλλοτε κεκαλυμμένη, μαρτυρά την εσωτερική διεργασία την οποία ο ποιητής διανύει. Με τις λέξεις του αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης διάστασης, οι οποίες βρίσκουν  διέξοδο και υποστασιοποιούνται μέσω της δημιουργικής ενοποίησής τους στο ποίημα. Ο ίδιος καθοδηγεί με έναν κρυπτικό και ενίοτε αινιγματικό τρόπο τον αναγνώστη του, προκειμένου να χτίσει μία δίοδο επικοινωνίας, η οποία θα επιτρέπει την ανταλλαγή ενστικτωδών ψυχικών ενεργημάτων αναμεταξύ τους. Τα ποιητικά του σχήματα ενσωματώνουν διάφορες θεματικές όπως, η φύση, η μνήμη, οι προγονικές ρίζες, η αναζήτηση του οικείου, η ταυτοποίηση του ποιητικού εαυτού, καθώς και η ποιητική τεχνοτροπία ή/και τεχνική (με την έννοια της μαστορικής και της χειρωνακτικής τέχνης).
Συνθέματα ποιητικής, όπως τα «Γέννα», «Έμεινα σύξυλος», «Ωσότου ο ήλιος βγει», «Φύλλα συλλεκτικά», «Χειρωνακτικά», «Η τέχνη των τεχνών», «Το σφυρί μου», «Το μελανοδοχείο» μορφοποιούν την προσωπική του σφραγίδα και αποδεικνύουν πως η ποιητική ιδιοσυγκρασία του Βαρνάβα έχει εσωτερικεύσει την ολότητα της ζωής σε μια προσπάθεια για εξωτερίκευσή της. Ειδικότερα, στο ποίημα «Απόδειξη» η εσωτερική και ψυχική διεργασία με την οποία ο δημιουργός έρχεται σε συνδιαλλαγή προκειμένου να γράψει, είναι χαρακτηριστική της τροπικότητας του ποιητικού του ίχνους: «Αναζητώ τα πράγματα/ σε μαγαζιά/ όπου στη σιωπή εργάζονται άνθρωποι/ μια συγκυρία/ ή από αφοσίωση πολλή/ κάτι απ’ τον εαυτό τους/ πίσω θα λησμονήσουν […] ή/και πιο κάτω στην ίδια ποιητική σύνθεση: «Πίσω απ’ τον πάγκο/ τα βλέφαρα της δίναν εντολές/ τα πλήκτρα υποχωρούσαν/ Περίεργη αρμονία/ του σώματος/ του ήχου της φωνής/ και εκείνης των δακτύλων// γλυκιά επανάληψη». Τα πράγματα του ποιητικού σύμπαντος του Βαρνάβα αποτελούν έμψυχες οντότητες, με τις οποίες ο ίδιος αποκτά οικειότητα, αγγίζοντάς τις με τις λέξεις του, γράφοντάς τις με γράμματα και τυπώνοντάς τις στο φύλλο του χαρτιού. Η επανάληψη αποτελεί κύρια διαδικασία, προκειμένου όλα αυτά τα φαινομενικά άψυχα να αποκτήσουν ψυχή, να πραγματωθούν και να υποστασιοποιήσουν τις διαστάσεις τους. Με την αφοσιωμένη εργασία, την επαναληπτικότητα του βλέμματος, του αγγίγματος, του ανθρώπινου φωνητικού ήχου, η πραγματικότητα και η φυσική/υλική της διάσταση υποτάσσεται στους νόμους της κίνησης και της μεταμόρφωσης. Έτσι, «Μεταμορφώθηκε γυναίκα η μηχανή/ χειρόγραφα και από στήθους/ καταχωρούσε κώδικες, οδούς/ σφραγίζοντας δέματα με γεύση ανθρώπου».