18/11/18

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την ατομική έκθεση του Θεόδωρου Ζαφειρόπουλου, με τίτλο Its my property, που πραγματοποιείται στη Nitra Gallery (Αλωπεκής 34, Κολωνάκι, Αθήνα). Μέχρι 15/12

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 40.855232,20.980565, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 70 x 100 εκ.


ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η εσαεί επικαιρότητα ενός συνθήματος

ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Είναι εντυπωσιακό το πώς αυτό το συμπυκνωμένο μήνυμα-κραυγή, ανυπόκριτης θέλησης για πέρασμα από την ανάγκη στην ευτυχία, εκείνης της Εξέγερσης, εκείνου του Νοέμβρη της καταχνιάς, ως εσαεί ζωντανό αιτούμενο, επανέρχεται αυθόρμητα και ακαθοδήγητα, στους δρόμους των διαδηλώσεων, της κάθε νέας διεκδίκησης, με μια εκπλήσσουσα επικαιρότητα και στα τρία αλληλένδετα αξιακά αιτούμενά του, όλη την μεταπολιτευτική περίοδο. Απτή απόδειξη της σημαντικής καταγραφής στην ιστορική μνήμη της κοινωνίας, εκείνης της πράξης υπεύθυνης Πολιτικής Ανυπακοής, ως δημοκρατικό ισοδύναμο, απέναντι στη βία του δικτατορικού καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης, που η ίδια η λαϊκή συνείδηση βίωσε και κατέγραψε, όχι τυχαία, ως ΕΞΕΓΕΡΣΗ.
Πρόκειται άλλωστε για την μόνη αδιαμεσολάβητη πράξη της κοινωνίας των πολιτών –με την γκραμσιανή έννοια του όρου– μετά την κατοχική περίοδο. Ακριβώς γι’ αυτό, οι εκ των υστέρων προσπάθειες υποταγής της σε σκοπιμότητες –από την μυθοποίηση κάποιων αδούλωτων νιάτων που ξαφνικά «ως είς άνθρωπος…» , την κομματική εκμετάλλευση του «εμείς το οργανώσαμε», μέχρι την πλήρη αμφισβήτηση της ύπαρξής της– δεν μπορούν να αντέξουν στη βάσανο της κριτικής ανάλυσης, ούτε και να κλονίσουν ή να καλουπώσουν σε προκατασκευασμένα πλαίσια το γεγονός εκείνης της εξέγερσης. Γι’ αυτό και τούτο το συμπυκνωμένο μήνυμα-κραυγή έρχεται και επανέρχεται στην επικαιρότητα.
Μια επικαιρότητα, στη σημερινή συγκυρία, ενός μετά από χρόνια Νοέμβρη ελπίδων, μέσα σ’ έναν, όπως και τότε, ιδιαίτερα πυκνό πολιτικό χρόνο, που παράγει γεγονότα κι εμπειρίες, προφανώς μιας τελείως διαφορετικής, πολύ πιο σύνθετης κι’ αντιφατικής, ίσως και γι’ αυτό πιο δύσκολης, κοινωνικό-πολιτικής πραγματικότητας. Στην οποία όμως και οι τρεις λέξεις-έννοιες εκείνου του Νοέμβρη επιμένουν να αποκτούν ζωτικής σημασίας κοινωνικά αιτούμενα.

Η χούντα με τη ματιά μιας έφηβης

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 40.537938,21.146461, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 45 x 60 εκ.


ΜΑΡΙΖΑ ΝΤΕΚΑΣΤΡΟ, 2.651 ημέρες δικτατορίας, 21 Απριλίου 1967 - 24 Ιουλίου 1974, εικόνες: Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 87

«Με διαβάσματα, κουβέντες και ακούσματα, είχαμε έρθει σ’ επαφή με το καινούργιο που διαμορφωνόταν στις κοινωνίες, σ’ ολόκληρο τον κόσμο εκτός απ’ την Ελλάδα, και ήμασταν σίγουροι πως μας αφορούσε. Τίποτα απ’ όσα ζούσαμε δεν κόλλαγε...»
Με αυτά τα λόγια, η Μαρίζα Ντεκάστρο συμπυκνώνει την καθημερινότητα που βίωναν οι έφηβοι στα χρόνια της δικτατορίας, εκείνοι και εκείνες που τον Απρίλιο του 1967 άκουγαν με απορία τα εμβατήρια από το ραδιόφωνο, δυσφορούσαν με τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» στις σχολικές αίθουσες και ανακάλυπταν έναν ολόκληρο κόσμο κρυμμένο στα υπόγεια των παλαιοβιβλιοπωλείων ή στις σκοτεινές αίθουσες των κινηματογράφων.
Στο αυτοβιογραφικό αφήγημα 2.651 ημέρες δικτατορίας, η συγγραφέας αναπλάθει τα χρόνια της δικτατορίας μέσα από τρεις διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, πετυχαίνοντας με αυτόν τον τρόπο να αποδώσει, για ένα νεότερο αναγνωστικό κοινό, το κυρίαρχο κλίμα της εποχής, όπως αποτυπωνόταν στα μάτια μιας έφηβης, αλλά και τις αλλαγές του, που πήγαιναν μαζί με την αλλαγή του ίδιου του εφηβικού βλέμματος.

Ο Γκαίτε ως κριτικός


H κριτική θέση του Γκαίτε γίνεται σαφής μόνο στο συγκείμενο του συνολικού διανοητικού κόσμου του. Οι κριτικές του για τα Gedichte in Nurenberg Mundart [Ποιήματα στη διάλεκτο της Νυρεμβέργης] του Grubel ή το Olfried und Lisena του Hagen, για παράδειγμα, μπορεί να μοιάζουν κάτι παράδοξο, εκτός αν τις δούμε μέσα στην οικονομία του Γκαίτε ως μεθοδικού οργανωτή και διαμορφωτή του γούστου. Ο κριτικός Γκαίτε ελάχιστα βρίσκεται στα γραπτά του για τη λογοτεχνία. Οι σκέψεις του για την ποίηση και για τη λειτουργία του ποιητή στην κοινωνία βρίσκονται διάσπαρτες στο Βίλχελμ Μάιστερ, στο Noten zum Divan [Σημειώσεις για το "Ντιβάνι"] και στο Maximen [Αποφθέγματα].
Οι συνομιλίες με τον Έκκερμαν προσφέρουν πλούσιο υλικό.Καθορίζονται, βέβαια, σε μεγάλη έκταση από τις κυμαινόμενες διαθέσεις που επηρέαζαν τον Γκαίτε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, γιατί ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος στις καιρικές μεταβολές. Καθορίζονται επίσης από τον μάλλον δουλικό χαρακτήρα του ακροατή του. Είναι, εντούτοις, αξιόπιστες εφόσον ο Γκαίτε παρακολουθούσε την καταγραφή τους. Πρέπει όμως να προστεθούν κι άλλα στοιχεία για να συγκροτηθεί το σώμα της κριτικής του Γκαίτε: κάτι από τα πρώιμα θεατρικά του, που διακωμωδούν τη φιλολογίτιδα των ημερών με τον τρόπο του Αριστοφάνη και του Λουκιανού· πολλά από την ποίηση, από τις σημειώσεις του για τον Ανιψιό του Ραμώ, και από την ανεξάντλητη αφθονία των επιστολών του. Ακόμη και τα επιστημονικά του γραπτά είναι γεμάτα πολύτιμες φλέβες κριτικού μεταλλεύματος. Στο Materialien zur Geschichte der Farbenlehrer [Υλικά για μία ιστορία της θεωρίας των χρωμάτων] υπάρχει μια θεώρηση της ιδέας της μεταβίβασης που γεννά έναν συγκριτικό χαρακτηρισμό της Βίβλου, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Ο προδιαγεγραμμένος αποχαιρετισμός στην ανθοφορία

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 38.479562,22.441597, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 83 x 100 εκ.


ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ, Αφόρετα Θαύματα, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 111

Τα Αφόρετα θαύματα, είναι πέρα από τίτλος μια έννοια αμφίσημη, όπως και πολλές άλλες μεταφορικές έννοιες που η Ε.-Α. Λουκίδου έχει δείξει ως τώρα ότι χειρίζεται το συμβολικό ή το διφορούμενό τους με υπαινικτική και συνειρμική αξιοσύνη. Θυμίζω έναν άλλο τίτλο συλλογής της, Ν΄ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) όπου δένεται αντιθετικά μ΄ένα εύληπτο συνειρμικό δίπολο, η ζωή κι ο θάνατος, η αίσθηση της ύπαρξης και το δέος για την ανυπαρξία, δημιουργώντας ένα πολύπτυχο νόημα, αχανούς προοπτικής. Ούτως ή άλλως, όχι μόνο οι αμφίδρομοι τίτλοι αλλά κι ένα σωρό ακόμα αντιθετικά δίπολα που θα συναντήσουμε στα πρόσφατα ποιήματά της (λ.χ. αγκαθωτό νερό, το φως του σκοταδιού και πιο ολοκληρωμένα και ρητά στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή πως φτάσαμε ως εδώ»: «ό,τι μετριέται/πάντα φαίνεται λειψό/ κι ό,τι ονοματίζεται/ ως απουσία υπάρχει...», 16-18), κομίζονται εσκεμμένα στο ποίημα ως σχήματα εννοιολογικά, που επειδή δεν ακουμπούν πια σε αιχμηρά βιώματα, όπως στο παρελθόν, καταφεύγουν στη δημιουργία ενός είδους πυκνά διατυπωμένης στοχαστικής αφαίρεσης από την οποία προσδοκά η ποιήτρια να υποκαταστήσει την προηγούμενη συναισθηματική ένταση του ποιήματος. Βέβαια, δεν συμβαίνει αυτό γενικά, γιατί υπάρχουν στα Αφόρετα θαύματα και ποιήματα όπου το πρόσωπο δεν καταντά δυσδιάκριτο, καθώς το καλύπτουν τα πολλαπλά μαγνάδια του. Γίνεται όμως σ΄ένα σημαντικό αριθμό των τωρινών ποιημάτων ∙ η Λουκίδου θεωρεί το είδωλο της ύπαρξης μέσα από τα πολλαπλά της απεικάσματα, όπως λόγου χάριν, το επιχειρούσε άλλοτε πολλές φορές ο Γιώργος Θέμελης (1900- 1976), τείνοντας προς μια ποίηση, ας πούμε οντολογική, σ΄ένα τοπίο οιονεί καθημαγμένο  από όπου δύσκολα ξεχώριζες το πάσχον πρόσωπο.

Με σκοπό την αλήθεια μας

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

PAUL CELAN, Καμπή Πνοής, μτφρ. Μιχάλης Καρδαμίτσης, εκδόσεις Κίχλη, σελ. 249

H ποιητική συλλογή «Καμπή Πνοής» του Πάουλ Τσέλαν (Paul Celan) αναπτύσσεται σε έξι ενότητες ποιημάτων. Η πρώτη εξ αυτών είχε αρχικά δημοσιευθεί αυτοτελώς σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, με τον τίτλο «Κρύσταλλος πνοής», συνοδευόμενη, όπως και η παρούσα έκδοση, με χαρακτικά της γυναίκας του ποιητή Gisèle Celan-Lestrange. Κάπως έτσι, σαν κρυστάλλους κρεμασμένους τον ένα δίπλα στον άλλο, σε διάφανη αιθρία, μπορούμε να δούμε τους στίχους του Τσέλαν: κοφτερούς, διαυγείς, ταγιαρισμένους στα άκρα με μεγάλη μαεστρία, πολυεδρικούς, με άπειρες χρωματικές διαθλάσεις να παιχνιδίζουν μέσα τους καθώς τους διασχίζει η λάμψη μιας ποιητικής μαγείας. Ιδού λοιπόν: Το πιο πικρό μου όνειρο/ σε κοιμόταν ολόκαρδα (σελ. 73). Μαζί σου,/ πάνω στων φωνητικών χορδών τη γέφυρα, στο/ Μέγα Μεταξύ,/ περνώντας τη νύχτα (σελ. 173).
Τα ποιήματα της συλλογής, γραμμένα μετά την εμβληματική του συλλογή «Του Κανενός το Ρόδο» (Die Niemandsrose), ξεδιπλώνουν το προσωπικό και αναγνωρίσιμο ύφος του Τσέλαν, εκείνο που αξιοποιεί στο έπακρο τον ριζικό διασκελισμό, το «τσάκισμα» των λέξεων, τις επαναλήψεις, τη ρυθμικότητα, αναδεικνύοντας το ειδικό βάρος μιας λέξης και φτιάχνοντας πλέγματα γλωσσικής γοητείας, όπως τα έχει ονομάσει ο Ελύτης. Και φυσικά το δίλημμα πλέον είναι πώς να μιλήσεις για στίχους όπως οι προηγούμενοι; Μήπως η όποια ερμηνεία γίνεται σα δαχτυλιά που αγγίζει τον κρύσταλλο και τον θολώνει; Ποιος ξέρει, ίσως καταφέρει να ξεσκονίσει, έστω και μια του γωνιά. Εξάλλου το ρίσκο πρέπει ν’ αναληφθεί, το χέρι να μπει στη φωτιά (και στο φως) των λέξεων.
Εδώ όμως το νήμα σα να το ξετυλίγει ο ίδιος ο Τσέλαν και ο τίτλος της συλλογής αυτής: «Καμπή Πνοής». Τι ακριβώς κάμπτεται; Ποια είναι η πνοή που υφίσταται την καμπή; Βαθιά/ μέσα στο ρήγμα των καιρών,/ κοντά/ στην κηρήθρα του πάγου/ προσμένει, κρύσταλλος πνοής,/ η δική σου ακλόνητη / μαρτυρία (σελ. 51). Η αλήθεια καθαυτή/ φανερωμένη (σελ. 157)

Η ιδέα της μητροκτονίας

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, 41.353504,19.745275, 2018, εκτύπωση UV, ακρυλικά και λάδι σε ξύλο, 45 x 60 εκ. 


ΜΑΧΗ ΤΖΑΒΕΛΛΑ, Φτερά παγωνιού, εκδόσεις Γκοβόστης, σελ. 128

Ξεκινώ την αναφορά μου στο αφήγημα της Μάχης Τζαβέλλα, Φτερά παγωνιού, επισημαίνοντας, πρώτ’ απ’ όλα, την ομολογουμένως αξιοσημείωτη, κάποτε και εντυπωσιακή, ικανότητά της να κινείται με κατακτημένη τεχνική, αφηγηματική ωριμότητα και περίσκεψη ανάμεσα στο βίωμα και τη μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα απολύτως ρεαλιστικό και αληθοφανές σκηνικό, στις διαστάσεις του οποίου συντίθεται και, ταυτοχρόνως, εξελίσσεται, η ιστορία της. Κι ακόμα, επισημαίνοντας, με έμφαση, την άνεση με την οποία κινείται ανάμεσα στο πραγματικό, το φανταστικό, ενίοτε και φαντασιακό, ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, άλλοτε μυθοποιώντας το πραγματικό, εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία απελευθερωμένα από τα δεσμευτικά όρια του τόπου και του χρόνου, συχνά περιβάλλοντάς το με την απροσδιοριστία του ονείρου, και άλλοτε δίνοντας διαστάσεις του πραγματικού στις ονειρικά συναρμολογημένες φαντασιώσεις της, με συνέπεια τη σύνθεση μιας μάλλον ρεαλιστικής, πλην όμως διαπερασμένης, διεμβολισμένης από νότες νοσταλγικές, ιστορίας, με πρωταγωνιστές την αφηγήτρια και πρόσωπα του στενού οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού της περιβάλλοντος, με προεξάρχουσα και καθοριστική όλων των εξελίξεων, εσωτερικών και εξωτερικών, αφηγηματικών αλλά και υπαρξιακών, τη μορφή της μητέρας, κάτω από το ακινητοποιημένο, στο επίκεντρο της ιστορίας, και συνάμα διάσπαρτο ως αίσθηση και πανταχού παρόν βλέμμα της οποίας συμβαίνουν όλα.

Ωκεάνεια ωδή

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Ω θάλασσα που την αυγή διαβαίνεις κανηφόρα
σα γιορτινή πομπή
και μ' όλες σου τις θέαινες ξαναγεννιέσαι τώρα
σε γρήγορη αστραπή:
Αστάρτη με κατάμαυρο το στέμμα των κεράτων
κι ολόγυμνο κορμί,
π' ορτή στην πλώρη διαπερνάς το μένος των κυμάτων
μ' ακράτητην ορμή-
καλοπροαίρετη Ίσιδα, που σώζεις τα καράβια
στου πόντου τη βοή,
Τανίτ, που η Τύρος πάντοτε σε προσκυνά μ' ευλάβεια
και βράδυ και πρωί-
Κυβέλη, Δίκτυννα, Άσχερα και Καλυψώ και Ρέα
κι αέναη Τηθύς,
κι ατέρμονη επικράτεια του μυστικού Νηρέα
σ' ωκεανούς βαθείς-
Ύδρα γαλάζια κι άνδηρο γλαυκό της Ατλαντίδας
και πάγχρυση δορά,
και πράσινο  βασιλικό παγώνι της Κολχίδας
με διαμαντένια ουρά-
μινωικέ λαβύρινθε και θρόνε Ωκεανίδων
κι αείρροες στοές,
και στίβε πάμφωτε ανοιχτέ που τρέχουν Νηρηίδων
δροσιστικές πνοές!

Γιάννης Ρίτσος

Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του

Έσχατο σημείο

Εφημερίδες, χειρόγραφα, αγάλματα, σταχτοδοχεία,
κι άλλοι νεκροί (από φυσικό ή βίαιο θάνατο) – γέμισε ο τόπος,
δεν έχεις πού ν’ ακουμπήσεις το χέρι σου ή μια σκέψη. Το χειρότερο:
ετούτες οι φωτογραφίες, χιλιάδες – πώς σωριάστηκαν εδώ πάνω; –
όλες δικές του, ναι, σε διάφορους χώρους και χρόνους, σε διάφορες στάσεις,
άλλες ρητορικές ή ερημικές, με πλάγιο φωτισμό ή κάθετο,
άλλες σε ημίφωτα πρωινά ή εσπερινά μ’ ένα σκυλί στ’ ακρογιάλι,
ή μ’ ένα κηροπήγιο στη σκάλα, ή στην εξέδρα με όλα τα παράσημά του,
Ποσειδώνας; Απόλλωνας; Χριστός; δημαγωγός; θεατρίνος; ή μήπως ερημίτης
με μιαν ακρίδα στον ώμο του, μια πεταλούδα στα μαλλιά του,
με κίτρινα αγκάθια στους κροτάφους και στα πόδια. Ποιος είναι
αυτός ο υμνημένος και λιθοβολημένος; Πού να κρύψει το βλέμμα;
Πού την απόσταση; Πώς να ανταποκριθεί; Σε ποιον; Κι έτσι καθώς βουλιάζει
μέσα στα τόσα πρόσωπα που του ’χουν δώσει, που έχει πάρει, τον βλέπω
να βγάζει το δεξί του χέρι, διάτρητο, μόνο, πάνω απ’ την πλημμύρα, χαιρετώντας
ένα πλυμένο λευκό φανελάκι κρεμασμένο στο δέντρο, πάνω στο λόφο.

Αθήνα, 25.ΧΙΙ.79