23/2/20

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση έργων του Γιώργου Ζογγολόπουλου με τίτλο «Έργα οικεία, του εργαστηρίου και του σπιτιού» που πραγματοποιείται στη Roma Gallery (Ρώμα 5, Κολωνάκι, Αθήνα) σε συνεργασία με το Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου. Επιμέλεια Κατερίνα Κοσκινά. Μέχρι 29/2.

Γιώργος Ζογγολόπουλος, Χωρίς τίτλο (λεπτομέρεια), 1987, ακρυλικό σε καμβά, 70 x 64 εκ.

Οικογένεια και σεξουαλικότητα στο μεταίχμιο μιας εποχής

ΤΗΣ ΑΙΓΛΗΣ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ

ΑΝΝΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Οικογένεια και σεξουαλικότητα. Μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας. Ελληνικές μαρτυρίες, 17ος - αρχές 19ου αι., εκδόσεις Μέλισσα,σελ. 280

Προσέχετε λοιπόν άπασαι αι παρθένοι να μην αγαπάτε τους χορούς, να μην αγαπάτε τα παιγνίδια, αλλ’ ούτε τα τραγούδια, ότι αυτοί οι χοροί και τα παιγνίδια είναι η πομπή του Σατανά (...) Από αυτούς τους χορούς γεννώνται ορέξεις σατανικαί, επιθυμίαι ασελγείς και οφθαλμοπορνεία και άλλα πολλά σατανικά πάθη της αλόγου σαρκός (...)

Ευτυχώς το απόσπασμα αυτό (από το Βιβλίον ηθικόν καλούμενον Οδός Αγαθή σώματος και ψυχής) του Πηλιορείτη λόγιου Αργύρη Φιλιππίδη, γραμμένο το 1817, δεν αφορά την ιστορικό Άννα Ματθαίου, παρά μόνον ως μαρτυρία που φωτίζει το θέμα με το οποίο καταπιάνεται στο τελευταίο βιβλίο της: οι όψεις του αφηγηματικού και κανονιστικού, του θρησκευτικού και του ιατρικού λόγου για την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα, από τον 17ο έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Οι ορέξεις και οι επιθυμίες της συγγραφέως, αλλά και το πάθος της, σοφά και με υπομονή καλλιεργημένα, την οδηγούν, εδώ και πολλά χρόνια, στη συνεπή μελέτη πολλαπλών όψεων του παρελθόντος: τη διατροφή, την οικογένεια, την παιδική ηλικία, την ιστορία του εντύπου και όχι μόνον.
Στο βιβλίο αυτό, που εγκαινιάζει στις εκδόσεις Μέλισσα τη νέα σειρά «Ζητήματα Ιστορίας», η Άννα Ματθαίου εισάγει καταρχάς τις ζωτικές σχέσεις των ιστορικών μελετών με τις υπόλοιπες κοινωνικές επιστήμες, έτσι όπως ήρθαν σε επαφή και διαμορφώθηκαν, γύρω από τα ζητήματα της ιστορίας της οικογένειας, της παιδικής ηλικίας, των γυναικών και του φύλου, της σεξουαλικότητας, των συναισθημάτων. Ακόμα, προσεγγίσεις που αναφέρονται στις μορφές συμβίωσης χριστιανών, μουσουλμάνων και εβραίων, εδώ ιδιαίτερα τους μεικτούς γάμους.  Η έμφαση στις μελέτες γύρω από την ελληνική κοινωνία αυτών των αιώνων, σε διάφορους τόπους, στην αγροτική αλλά και στην αστική κοινωνία, στηρίζεται στην παρουσίαση μιας πολύτιμης βιβλιογραφίας που έχει παραχθεί τις τελευταίες δεκαετίες και που είναι, στην ουσία, κατάκτηση προς την κατεύθυνση της διεπιστημονικότητας στην Ελλάδα.

Η έκπτωση του Κήπου της Εδέμ

Γιώργος Ζογγολόπουλος, Γυμνό, 1955- 1957, χυτός ορείχαλκος, 14 x 20 x 6 εκ.



ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, ποιήματα, εκδόσεις Μελάνι, σ. 66

Σαράντα εννέα εικοσιτετράστιχα ποιήματα κι ένα εννεάστιχο, το «Σχόλιο» της σελίδας 25 – στο κέντρο ακριβώς αυτής της δομημένης κατοικίας, όπου στεγάζεται μια θλίψη κρυστάλλινη, που όταν δεν αναλύεται σε δάκρυα, γίνεται χιόνι, γίνεται τσακισμένο ρολόι που εξακολουθεί να μετράει το Χάος πάνω από μια Δημιουργία ατυχή.
Αυτή η αντίληψη του θεού, άλλοτε ως δράκοντα κι άλλοτε ως άστοχου, αδέξιου χωροτάκτη μηχανικού, που δεν ήταν στην καλύτερη στιγμή του όταν έπλασε τον κόσμο και μαζί μ’ αυτόν έναν Κήπο της Εδέμ που διόλου ασφαλής και σφραγισμένος στο Κακό δεν αποδείχτηκε. Μόνο που το Κακό εδώ έχει τη μορφή της ανίας, της πλήξης, της μη-Αγάπης, της ανεπίδοτης φιλότητας. Το Καλό δεν είναι κατάκτηση, αλλά απουσία, μια εγγενής κληρονομιά που φέρουμε στα κύτταρά μας σαν νοσταλγία προς τα Άνω, χωρίς αυτό το άνω όμως να είναι επιθυμητό ή καλύτερο από το κάτω.
Η πολυβραβευμένη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου σε αυτή την δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή της είναι κοντά πλέον στους αρχαίους δραματικούς ποιητές, αφού η θλίψη της δεν είναι λυρική, δεν είναι καν προσωπική, αλλά διαμαρτυρία για τη μοίρα της ανθρωπότητας. Το εμείς είναι που λιώνει σε χιλιάδες σπασμένα κρύσταλλα, που αναλύεται σε χιόνι και σιωπή, αναγκαστική, όχι το εγώ. Η ποιητική φωνή που ομιλεί είναι απλώς μια μάσκα, ένα τραγικό προσωπείο, μέσα από το οποίο περνάει όση αλήθεια κι όσο φως δεν αντέχει ο καθημερινός, βιοποριστικός λόγος.

Μεταμορφώσεις στο φέισμπουκ

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΟΥΖΟΥΡΗ

ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ, Πύλη εισόδου, μυθιστόρημα, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 333

Η Μάρω Δούκα μετά την εμβληματική τριλογία της  σχετικά με την ιστορία της Κρήτης κατά τη διάρκεια  των ταραγμένων δεκαετιών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, με το νέο της μυθιστόρημα τολμά να περάσει μια Πύλη η οποία σηματοδοτεί τον 21ο αιώνα: Εκείνη των  των κοινωνικών μέσων δικτύωσης, με επίκεντρο το περίφημο πια φέισμπουκ. Ταυτόχρονα μας συστήνει μια «ηρωίδα του καιρού μας», την Αφεντούλα Μπακάλογλου, μια γυναίκα 69 ετών, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ηρωίδων της Δούκα, αρχής γενομένης από την  Μυρσίνη, της κλασικής πια «Αρχαίας Σκουριάς».
Η Αφεντούλα Μπακάλογλου όμως, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ηρωίδες της Δούκα, δεν είναι μόνον μια επινοημένη μυθιστορηματική ηρωίδα αλλά, επί πλέον, μια ψευδωνυμική μυθιστορηματική ηρωίδα, η οποία αφηγείται  τις αλλεπάλληλες ιστορίες της χρησιμοποιώντας την ελευθερία της ψευδωνυμίας που της προσφέρει το φέισμπουκ.  Το φέισμπουκ γι’ αυτήν λειτουργεί σαν μια πύλη εισόδου τόσο στον εσωτερικό της κόσμο όσο και σ’ αυτόν που την περιβάλλει. Η ψευδωνυμία τής επιτρέπει να αφηγείται, να αποκαλύπτει, να κρίνει με τόλμη οτιδήποτε την έχει κατά καιρούς απασχολήσει ή την απασχολεί καθώς γράφει, αλλά και να «συνομιλεί» με δύο επίσης ψευδωνυμικά alter ego της, την Αίθρα και την Σεβαστή.
Η Δούκα  συνέλαβε ευφυώς την λειτουργία του φέισμπουκ,  ως προς την, δυνάμει, πολλαπλή ψευδωνυμική του διάσταση και την δυνατότητα χρήσης  προσωπείων πίσω από τα οποία μπορούν να κρυφτούν οι χρήστες του, και την μεταστρέφει σε λογοτεχνικό ιδίωμα, εμπλουτίζοντας ουσιαστικά τους λογοτεχνικούς αφηγηματικούς τρόπους. Μόνον προς το τέλος του μυθιστορήματος η  Αφεντούλα αποκαλύπτει την πραγματική της περσόνα, επινοημένη και αυτή από την συγγραφέα, καθώς δηλώνει ότι:  «άπειρες περσόνες με όχημα το φέισμπουκ θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε. Να πιάνουμε απ’ το πρωί δουλειά. Από τον έναν στον άλλον και την άλλη, σ’ εμένα, την Κατερίνα Καλημέρη, που έγινα για τις ανάγκες της περιπλάνησης η Αφεντούλα Μπακάλογλου, και μ’ εσένα, την Πελαγία Αναστασάκη, που έγινες για τις ανάγκες του υπαινιγμού η Αίθρα Βλαντή».

Άνθρωπος, φύση, μηχανή

Γιώργος Ζογγολόπουλος, Χέρια, 1992, ορείχαλκος, 33 x 13,5 x 10 εκ

ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ, Αίμα Μηχανή, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 429

Πρώτα και κύρια, δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο χώρια από τα κείμενα που συνομιλεί. Ορισμένα από τα βασικότερα κείμενα που συνομιλεί είναι του ίδιου του συγγραφέα, επομένως καταλήγουμε στο συγγραφικό υποκείμενο, στον άνθρωπο (και στη γλώσσα, αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση): εν προκειμένω, έχουμε να κάνουμε με έναν πολυσχιδή, ακάματο εργάτη του εν-γράμματου μόχθου. Από το συγγραφικό, μεταφραστικό έργο του Λαμπράκου ξεχωρίζω, με δυσκολία επιλογής, τη νουβέλα Αναμνήσεις από το ρετιρέ, το δοκίμιο για τον Μπουκόφσκι Ο κυνικός Κυνικός (αλλά και τα ποιήματά του ιδίου), τις μεταφράσεις του Τζον Γκρέι και του Τζορτζ Στάινερ – ενώ από κριτικογραφίες, δυσκολεύομαι να επιλέξω κάποια από τις υποδειγματικές που έχει δημοσιεύσει, τα τελευταία χρόνια στη bookpress: Περιορίζομαι να πω ότι η κριτικογραφία Λαμπράκου αποδεικνύει για ποιον λόγο ακριβώς η κριτικογραφία δεν πρέπει να θεωρείται, όπως κακώς συμβαίνει, πάρεργο της δουλειάς του γραφιά ή όχημα βελτίωσης διαπροσωπικών σχέσεων.
Αίμα Μηχανή λοιπόν, ή Μηχανή Αίμα, καθώς το lay out του βιβλίου παίζει με το μάτι του αναγνώστη σχετικά με το ποιο προτάσσεται. Ειδολογικώς, το Αίμα Μηχανή κινείται μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και κοινωνικής φαντασίας, είδη με ισχνή έως ανύπαρκτη παρουσία στην ελληνική πεζογραφία, με μία όμως, θαρρώ, μικρή ενισχυτική τάση και σε αναμονή ένταξης στον λογοτεχνικό κανόνα διεθνώς (εικάζω ότι εφόσον έχει σχεδόν ολοκληρωθεί η εισδοχή του αστυνομικού μυθιστορήματος σε αυτόν, σε μία δεκαετία περίπου θα έχει ολοκληρωθεί και της ε.φ.). Είδος που θέλγει τον συγγραφέα∙ παραπέμπω στο εξαιρετικό σχετικό του κείμενο με τίτλο «Προσοχή, επιστημονική φαντασία!»

Διάλεξη

Το Εργαστήριο «Κρίση της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης» του Ινστιτούτου «Νίκος Πουλαντζάς», σας καλεί στη διάλεξη της καθηγήτριας Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής πολιτικής Σοφία Βιδάλη
«Η τέχνη της εγκληματοποίησης. Οργανωμένο έγκλημα, αλλαγές στο κράτος και τη δημοκρατία»
Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2020, Ι.Ν.Π. Κεραμεικού 46 και Μυλλέρου, 6-8 μ.μ.
Υπεύθυνοι Εργαστηρίου: Μιχάλης Μπαρτσίδης, Επιστημονικός Διευθυντής Ι.Ν.Π., Στέφανος Δημητρίου, μέλος του Δ.Σ. του Ι.Ν.Π.

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ


Κοιτούσε την έρημη ζωή του. Εκεί στους δρόμους της Πλάκας σκεφτόταν την παρακμιακή Πλατεία. Εκεί που οι σιδερόφραχτοι μπάτσοι του ρέκτη υπουργού άφηναν να εμπορεύονται οι ζωές και κυνηγούσαν τα πιτσιρίκια που ψάχνανε γη και ελευθερία. Ή έναν μύθο που θα τους έβγαζε ακόμη μια νύχτα γεμάτη καπνό και φτηνή μπύρα και λίγο ηρωισμό για την επομένη.
Κομμάτια μνήμες είχε γίνει η ζωή του. Χωρισμένη σε πολλά πριν και μετά. Αλλά μια φωνή που ούρλιαζε στα αυτιά του, η φωνή του βιβλιοπώλη που φώναζε “να φύγουν να φύγουν να φύγουν”.  Να φύγουν οι Ματωμένες ζωές του πολέμου και της ανέχειας γιατί η αισθητική του βιβλιοπώλη δεν τους αντέχει.
Σκεφτόταν έξω από μια μονοκατοικία, εκεί στα Αναφιώτικα, εκεί στον ου τόπο του άστεως, εκεί που δεν θα ’φταναν ποτέ οι μπουλντόζες, εκεί που τα χαρτιά με την επιγραφή «κατάσχεται» δεν είχαν λόγο. Σκεφτόταν τις θαλερές μέρες που θα έρθουν, αυτές που κρύβουν την οργή και τον έρωτα. Δεν ήξερε αν θα τις προλάβαινε, αν θα ζούσε να τις δει, αλλά ήξερε ότι θα ’ρθουν.
Πώς θα ’ναι τότε τα πράγματα; Κανείς δεν ξέρει. Αλλά εκείνος ένοιωθε μια παράταιρη αισιοδοξία. Ίσως εκείνη η ανεπούλωτη πληγή να έφταιγε, που στάλα στάλα του έπαιρνε το αίμα του και του δημιουργούσε μια ευχάριστη διάθεση, αυτή που νοιώθουν όσοι σε κάμπους μιας ευτυχίας μυστικής απολαμβάνουν ενός θανάτου χωρίς τέλος το αγιοκέρι που κρατούν.
Άναψε ένα τσιγάρο κι άφησε τον καπνό να ταξιδέψει μέχρι να συναντήσει το βλέμμα εκείνο που του είχε γίνει ο εαυτός του.

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ

Έχει μέλλον η ανθρωπότητα;

Γιώργος Ζογγολόπουλος,  Χωρίς τίτλο, 1982, ανοξείδωτος χάλυβας και πλέγμα, 24 x 29 x 8εκ., παραχώρηση του αρχείου του Ιδρύματος Γιώργου Ζογγολόπουλου


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

MICHIO KAKU, Το μέλλον της ανθρωπότητας, μετάφραση: Βαγγέλης Πρατικάκης, Εκδόσεις Κωσταράκη, σελ. 516

Οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν επειδή δεν είχαν διαστημικό πρόγραμμα.
Κι αν εξαφανιστούμε κι εμείς επειδή δεν έχουμε διαστημικό πρόγραμμα,
καλά να πάθουμε
ΛΑΡΙ ΝΙΒΕΝ

Ζούμε σε μια περίοδο της ιστορίας, όπου οι εσχατολογικές προβλέψεις είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Η αίσθηση τέλους εποχής είναι διάχυτη και όχι αδίκως. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που σέρνεται, καταστρέφοντας χώρες και ανθρώπους, περισσότερο από μια δεκαετία τώρα, η κλιματική κρίση, η οποία είναι πλέον ορατή δια γυμνού οφθαλμού και δεόντως απειλητική, η πολιτισμική δυσφορία, που εκδηλώνεται ως αίσθηση αδιεξόδου, η ακραία pro-capitalist πολιτική μονοχρωμία –μαύρη κι άραχλη- που δηλώνει προς όλες τις κατευθύνσεις “there is no alternative” μπροστά σε αυτό το προφανές αδιέξοδο διαμορφώνουν ένα πλαίσιο, στο οποίο ο καταστροφισμός είναι απολύτως λογικό να ευδοκιμεί.
Η ιδέα πως η ανθρωπότητα ίσως δεν έχει μέλλον εξαιτίας της ανθρωπότητας γίνεται σιγά σιγά πλειοψηφική. Ακόμη κι αν δεν είναι η ανθρωπότητα γενικώς, αλλά η συγκεκριμένη καπιταλιστική πραγματικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, που ναρκοθετεί όλο και περισσότερο τις προοπτικές μας μαζί με αυτές του πλανήτη μας, δεν υπάρχει αμφιβολία πως απαιτούνται δραστικές παρεμβάσεις σε πολλά επίπεδα προκειμένου να βελτιωθούν οι ζοφερές προγνώσεις. Μια κοινωνική επανάσταση πολύ εκτενέστερη ίσως αυτής που φανταζόμασταν τους τελευταίους δύο αιώνες είναι αυτό που απαιτείται.
Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο του Μίκιο Κάκου, εκ των κορυφαίων θεωρητικών φυσικών του κόσμου τις τελευταίες δεκαετίες, διευρύνοντας την σκοπιά σε ό,τι αφορά τους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο πλανήτης, στην πραγματικότητα, δίνει και κάποιους λόγους, για να αισιοδοξήσουμε.