25/3/17

Οι εικόνες του τεύχους είναι του Γιάννη Ψυχοπαίδη, από το βιβλίο του Αγωνιστές του 1821, ξυλογραφίες, εκδόσεις Διάττων & Καστανιώτη, 2014


1821 Διαδρομές εθνικού προσδιορισμού

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης


ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ-ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Ο ήχος των ερπυστριών και ο θόρυβος των υπερηχητικών θα ακουστεί και φέτος, εν είδη εορτασμού, στο κέντρο της Αθήνας. Σχολεία και τοπικές μονάδες του στρατού θα παρελάσουν στις επαρχιακές πόλεις. Τέσσερα χρόνια πριν τη συμπλήρωση διακοσίων ετών από την Επανάσταση, οι οθόνες θα γεμίσουν πρόσκαιρα με φουστανελοφόρους, δεκάρικους και νέα εθνικά οράματα. Καθ’ όλο τον υπόλοιπο χρόνο, οι ερευνητές και οι διδάσκοντες των επαναστατικών χρόνων θα εργάζονται, στο παρασκήνιο, προάγοντας την ιστορική γνώση.
Σε σύγκριση με την «άλλη» εθνική μας επέτειο, της 28ης Οκτωβρίου, η μνήμη της οποίας εορτάζεται, τα τελευταία χρόνια, δις εβδομαδιαίως, πλην διά της τεθλασμένης, μιας που η δεκαετία του ’40 σημαίνει εδώ και χρόνια εμφύλιος, για το κοινό και την πλειοψηφία των μελετητών της, η σημερινή μοιάζει σαν βαθέως καταψύξεως κι άνοστος βακαλάος εμπορίου. Το 1821 δεν ξυπνά «πάθη», δεν συγκινεί το «λαϊκό αίσθημα», δεν παράγει ευπώλητες αναθεωρήσεις.
Μοιάζει σαν να έχουν ειπωθεί τα πάντα για την Επανάσταση, σε κάποια απροσδιόριστη εποχή, πριν από χρόνια πάντως. Κι όμως, αν κανείς κοιτάξει προσεκτικά το ακαδημαϊκό τοπίο, αν ενδιαφερθεί δηλαδή, θα εντοπίσει νέες μελέτες, ατομικές και συλλογικές προσπάθειες, νέες απαντήσεις σε παλιά ερωτήματα, νέα ερωτήματα που πρωτοδιατυπώνονται σήμερα.
Ας κάνουμε ένα άλμα. Πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, ένας Έλληνας της Αλικαρνασσού αποφάσισε να γράψει, με τις δικές του δυνάμεις, και χωρίς την εύνοια ή την ανάθεση από κάποιον μονάρχη, την ιστορία της εξέγερσης των Ελλήνων της Ασίας εναντίον της Περσίας, και, ιδίως, την ιστορία της Περσίας, καθώς και των δύο περσικών εκστρατειών εναντίον της Ελλάδας. Μάλιστα, άρχισε και να την διαβάζει δημοσίως. Το πλήθος που τον άκουγε, δεν χειροκροτούσε μόνο αλλά συχνά του ασκούσε και κριτική.
Σε μια τέτοια περίσταση, όταν ο Ηρόδοτος υποστήριξε ότι, κατά τη διάρκεια της δυναστικής κρίσης που είχε ξεσπάσει στην Περσία όταν η εξουσία ήταν να περάσει από τον Καμβύση στον Δαρείο, είχε διατυπωθεί επισήμως πρόταση για εγκαθίδρυση «δημοκρατίας», «κάποιοι Έλληνες» δεν πίστεψαν τα λόγια του Ηροδότου.

Τα τρία πολιτικά νοήματα της ελευθερίας το 1821

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Μαντώ Μαυρογένους


ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΙΖΑΝΙΑ

Θα είχαμε διαρρήξει τις σχέσεις με την ιστορική πραγματικότητα εάν υποστηρίζαμε ότι η ελευθερία  προεπαναστατικά ήταν υπόθεση του συνόλου των ελληνικών πληθυσμών. Ωστόσο, η ιδέα της ελευθερίας, η ταυτότητα «Έλληνας» και ιδίως η απονομιμοποίηση της οθωμανικής κυριαρχίας είχαν τύχει προεπαναστικά ευρείας κοινωνικής διάχυσης.
Πιστεύω, ωστόσο, ότι ειδικά το πολιτικό νόημα της ελευθερίας πρέπει να το αντιμετωπίσουμε στον πληθυντικό. Πώς θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε κάτι τόσο υποκειμενικό, όπως το νόημα που έδινε στην ελευθερία κάθε μία από τις ηγετικές ομάδες της Επανάστασης;  Νομίζω ότι θα αντιληφθούμε το νόημα αυτό εάν στηρίξουμε την ερμηνεία στο αντικείμενο της δράσης που αναπαρήγαγε την δύναμη της κάθε ελληνικής ηγετικής ομάδας και ταυτόχρονα διαμόρφωνε τις εμπειρίες και τις στοχεύσεις τους.
Ας ξεκινήσουμε από τους εμπόρους. Στην μακροχρόνια εμπορική τους δράση ασκούσαν εν πολλοίς ελεύθερα τις συναλλαγές τους. Μολονότι τα κεφάλαιά τους, όπως άλλωστε και οι ζωές τους ενίοτε, βρίσκονταν στην διάθεση του δεσποτικού  περιβάλλοντος, παρά ταύτα μπορούσαν να σκέφτονται και να σχεδιάζουν στο επίπεδο του ευρωπαϊκού οικονομικού ορίζοντα, και πέραν αυτού, με τα δικά τους κριτήρια. Για να υπενθυμίσω ένα παράδειγμα, οι μεγάλοι έμποροι της Κωνσταντινούπολης με δική τους απόφαση είχαν υιοθετήσει τον Ναπολεόντειο Εμπορικό Κώδικα για τις συναλλαγές τους, στα γαλλικά, μόλις εκδόθηκε τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Είναι λοιπόν εύλογο να υποθέσουμε ότι ο καθαρός ορίζοντας της ελευθερίας που διακονούσαν με χίλιους τρόπους οι διανοούμενοι διαφωτιστές, μπορούσε να γίνει αντιληπτός, να τον αφομοιώσουν οι έμποροι στην δική τους άσκηση του ελεύθερου εμπορίου και του μεγάλου ορίζοντα αντίστοιχης σκέψης που απαιτούσε η διαχείριση αυτού του τύπου οικονομικής ισχύος. Και τούτο θα πρέπει να ίσχυε τόσο για τους εμπόρους της διασποράς όσο και για τους μεγάλους εμπόρους της Αυτοκρατορίας, αλλά και για τους καραβοκυραίους των ναυτικών νησιών του Αιγαίου. Στους τελευταίους, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε την ελεύθερη θαλάσσια μετακίνηση ως μια άμεση εμπειρία ανεξάρτητης δράσης. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποθέσουμε ότι σε αυτές τις ομάδες είχε διαμορφωθεί ένας τύπος ατόμου με κοσμοπολίτικο ορίζοντα δράσης, που προσιδίαζε σε ποικίλους βαθμούς στη νεοτερική ατομικότητα η οποία βρισκόταν κοντά στην αντίστοιχη σημασία της ελευθερίας. 

Ο «ελευθέριος» στρατηγός Ροζαρόλ

Ένας ξεχασμένος φιλέλληνας

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Λόρδος Μπάυρον


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

Στην κατ’ έτος επαναλαμβανόμενη μεγαλόστομη ρητορεία τις μέρες της επετείου της Επανάστασης του ’21 υποβαθμίζεται η διεθνής της διάσταση η οποία και δημιούργησε ένα τεράστιο ρεύμα φιλελληνισμού. Ένα ρεύμα το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί μονοδιάστατα στον τότε ρομαντισμό κάποιων προσωπικών ευαισθησιών ή αδιεξόδων, την αρχαιολατρία ή τον τυχοδιωκτισμό κάποιων άλλων. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η δευτερεύουσα σημασία που του αποδίδεται στους επίσημους γιορτασμούς, κρατικούς και σχολικούς. Αν εξαιρέσουμε άλλωστε τον Λόρδο Μπάυρον, άντε και τον Σανταρόζα –λόγω ίσως και της ονομασίας ενός δρόμου στο κέντρο της Αθήνας– ελάχιστα γνωρίζουμε για τους εκατοντάδες εθελοντές που ήρθαν και πολέμησαν, και κάποιοι έπεσαν για την ελληνική επανάσταση, για τις επιτροπές αλληλεγγύης που συγκροτήθηκαν σε όλο τον κόσμο με συμμετοχή προσωπικοτήτων διεθνούς κύρους.
Πολύ περισσότερο, ελάχιστα γνωρίζουμε για το γεγονός πως η ελληνική επανάσταση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επαναστατικό κύμα, που ως απάντηση στην παλινόρθωση των παλιών βασιλικών καθεστώτων και την επιβολή της Ιερής Συμμαχίας συγκλόνισε την ίδια εποχή την Ισπανία, την Νάπολη και όλη την Λατινική Αμερική. Ότι όλα αυτά τα επαναστατικά κινήματα ήταν αποτέλεσμα των ιδεών της μεγάλης εκείνης αστικής επανάστασης του 1789, που σήμανε το τέλος του παλιού κόσμου, την έναρξη της εποχής της νεωτερικότητας, που καμιά ήττα στο Βατερλό και καμιά παλινόρθωση δεν μπορούσε να ανακόψει την δυναμική των ιδεών της. Αυτών των αξιακών προταγμάτων ήταν παιδιά τα επαναστατικά κινήματα όλου του 19ου αιώνα. Κι ανάμεσά τους η ελληνική επαναστατική έκρηξη νεανικού θράσους και φαντασίας, η οποία συγκλόνισε κάθε προοδευτική σκέψη, λειτουργώντας, όπως γράφει ο Hobwbawn, ως «ο εμπνευστής του διεθνούς φιλελευθερισμού» παίζοντας καταλυτικό ρόλο στην «ανασυγκρότηση της Ευρωπαϊκής αριστεράς των ετών του 1820, ένα ρόλο ανάλογο με εκείνον που επρόκειτο να παίξει προς το τέλος των ετών του 1930 η υποστήριξη στην Ισπανική Επανάσταση».
Ακριβώς σ’ αυτόν τον καταλυτικό ρόλο εντάσσεται το φαινόμενο που ονομάστηκε φιλελληνισμός. Πρόκειται δηλαδή για ένα διεθνές κίνημα, ριζικών ελευθεριακών προσδοκιών και οραμάτων Δημοκρατίας,, στο οποίο ο κλασικισμός, ο ρομαντισμός, ο οριενταλισμός και τα προτάγματα της Γαλλικής Επανάστασης, δημιουργούσαν ένα ανεπανάληπτο κράμα χωρίς προηγούμενο, «αναζήτησης ολόψυχα της χώρας των Ελλήνων…» όπως τελειώνει ο Γκαίτε τη δική του παραλλαγή της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι».

Βαλκάνιοι «σοφοί» στην Ελληνική επανάσταση

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Ρήγας Φερραίος


ΤΗΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το πολιτικό πρόταγμα της Ελληνικής επανάστασης του 1821, εμπνευσμένο από το αντίστοιχο αντιμοναρχικό, δημοκρατικό και κοσμοπολίτικο του Διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης, μπορεί να γίνει σαφέστερο μέσα από τις πολιτικές και θεσμικές επιλογές των πρωτεργατών αλλά και από τον αντίκτυπό της στο εξωτερικό. Στο σύντομο αυτό σημείωμα θα αναφερθούμε σε δύο βαλκάνιους εκπροσώπους της ολιγομελούς ομάδας «σοφών», που συστρατεύτηκαν με σαφώς νεοτερικούς πολιτικούς όρους στην Ελληνική επανάσταση, από κοινού με την πολυπληθέστατη των «μαχητών».[1] Η διάκριση «μαχητές»-«σοφοί» αποτυπώνεται στο ποίημα «Γραικομανία» του «ελληνιστή», γιατρού σπουδαγμένου στην Αθήνα (Γυμνάσιο 1839, Ιατρική Σχολή 1844) και στο Παρίσι, Πέταρ Πρότιτς (1822-81) εξέχοντος μέλους της βουλγαρικής ελίτ στη Ρουμανία έως το 1878, οπότε εγκαταστάθηκε στη Βουλγαρία. Αποδοκιμάζοντας με χιούμορ τη σπουδή αρκετών βαλκάνιων να υιοθετούν την ελληνική γλώσσα παραμελώντας τη μητρική τους, ο Πρότιτς θίγει έμμεσα μια αξιοσημείωτη ιδιοτυπία των αναδυόμενων εθνικοτήτων της Βαλκανικής, με την οικειοποίηση καταρχήν των ιδεών του Διαφωτισμού και των συναφών πολιτικών τους προταγμάτων μέσω της ελληνικής –μη εθνικής– γλώσσας, γεγονός που οδήγησε μερικούς από αυτούς στην πολιτογράφησή τους στο ελληνικό κράτος. Γράφει ο Πρότιτς στην Αθήνα το 1844:
«[…] Τρέχουν πανταχόθεν ξένοι/ Στας Αθήνας, αλλ’ εν γένει,/ Άμα φθάσωσιν εκεί,/ Πόθεν ήλθαν, λησμονούσι,/ Ποίοι ήσαν, αγνοούσι·/ Αίφνις γίνονται γραικοί./
Πόσοι δ’ εξ αυτών και πόσοι/ Φήμην, δόξαν αποκτώσι,/ Ως σοφοί, ή μαχηταί./
Αλλ’ ως Έλληνες περνώσι/Κι ως τοιούτοι έτι ζώσι/ Πλείστοι πρωταγωνισταί./
Η Ελλάς αυτούς εντίμως/ Παραδέχεται προθύμως·/
Η Πατρίς των δε πενθεί/ Τέκνα της τ’ απολωλότα,/ Τα δε άθλα των και φώτα/ Εκτιμά κ’ επιποθεί.».[2]
Όταν γράφεται το παραπάνω ποίημα, το φαινόμενο της βαλκανικής ελληνοφωνίας ή, απαξιωτικά, «γραικομανίας» βρίσκεται στην καμπή του. Δεν πρόκειται, ωστόσο, απλώς για την ανάσχεση της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας, αλλά γενικότερα για το αναδυόμενο μέτωπο ενάντια στον ριζοσπαστικό πατριωτισμό, από τον οποίο αντλούνταν αξίες και ιδεολογικά όπλα υπέρ του «φωτισμού τους γένους», με διαβατήριο την ελληνική γλώσσα. Όπως είναι γνωστό, αυτή η πρώιμη εκδοχή εθνικής ιδεολογίας[3]στις μετα-ναπολεόντειες ευρωπαϊκές συνθήκες («Ευρώπη των συνθηκών» 1815, καταστολή κινημάτων, παλινόρθωση) υποχωρούσε, ενώ το μοντέλο του εθνικού κράτους αναπροσανατολίστηκε προς ανταγωνιστικό πνεύμα και αντι-κοσμοπολίτικες εσωστρεφείς ιδεολογικές αφετηρίες (λαϊκή ψυχή, εθνικός χαρακτήρ, εθνική ατομικότης κ.τ.ό.). Σ’ αυτή τη συγκυρία, μορφωμένοι Βαλκάνιοι με συνείδηση έως τότε χριστιανού οθωμανού υπήκοου (Γραικοί/ Ρωμιοί), από την τελευταία δεκαετία του 18ου αι., επέλεξαν να ενστερνιστούν το νεοτερικό πνεύμα, εμπνεόμενοι από τον «Πατριωτισμόν», «τα όπλα του λογικού» και το σύμφυτο με τις «Πατριωτικές πράξεις» «πνεύμα της Θρησκείας». Σύντομα όμως βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ανερχόμενο ευρωπαϊκό αντεπαναστατικό μέτωπο και την εκκλησία και, από το 1844,  με την επιρροή της ρωσικής «σλαβονιστικής» ιδεολογίας.

Επιθυμία γνώσης και εφαλτήριο ιδεολογικής ένταξης στο έθνος

ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΠΟΥΛΙΑΣΗ 

Η επανάσταση του 1821 αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά θέματα που απασχόλησαν ιδιαίτερα την ελληνική κοινωνία, τόσο τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους, που ο δημόσιος διάλογος διεξάγονταν από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στον Αγώνα, όσο και αργότερα όταν η γενιά εκείνη δεν ζούσε πια. Η ονομασία του γεγονότος η οποία επικράτησε ήταν Επανάσταση. Ο όρος Παλιγγενεσία καθιερώθηκε αρκετά αργότερα, από τον Μεσοπόλεμο, όταν η εμφάνιση της αριστεράς και η επαναστατικές τις διεκδικήσεις απέτρεπαν τους συντηρητικούς να ονοματίζουν το '21 με τον όρο επανάσταση. Κατά τον 19ο αιώνα ο όρος Παλιγγενεσία τόνιζε το αποτέλεσμα της Επανάστασης, δηλαδή τη δημιουργία ξανά μετά την αρχαιότητα, του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με διαδικασία τον Αγώνα ή ιερό Αγώνα όπως εμφατικότερα χαρακτηριζόταν. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, λοιπόν, αποτελούσε για τους Έλληνες της εποχής την απευθείας συνέχεια της Κλασικής Ελλάδας και δεν είχε καμία σχέση με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο ηρωισμός των αγωνιστών του 1821 ήταν εφάμιλλος με τον ηρωισμό των αρχαίων προγόνων κατά τους Μηδικούς πολέμους, σύγκριση που προσέφερε ένα ακόμη επιχείρημα έναντι των φυλετικών θεωριών του Φαλμεράγιερ που εκείνη την περίοδο είχαν ταράξει αρκετούς από τους διανοούμενους της ελληνικής κοινωνίας.
Η κρατική εξουσία φρόντισε να αναλάβει από νωρίς την διαχείριση της μνήμης της ελληνικής Επανάστασης, με τρόπο φυσικά που την ενίσχυε, φροντίζοντας παράλληλα, μέσα από διάφορες δημόσιες τελετουργίες, την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης. Με το Βασιλικό Διάταγμα της 15/27ης Μαρτίου 1838 καθιερώθηκε «εις το διηνεκές», όπως χαρακτηριστικά έγραφε, η 25η Μαρτίου ως εθνική επέτειος, έτσι ώστε στην τυπική και συμβολική εναρκτήρια ημερομηνία του ξεσπάσματος της Επανάστασης να εντάσσεται και η σχετική θρησκευτική εορτή. Ο επίσημος εορτασμός δεν απέκτησε αρχικά ενιαία αποδοχή. Ο λόγος ήταν πως πολλοί, μεταξύ αυτών και σημαίνοντες, θεωρούσαν πως έπρεπε να εορτάζονται οι στρατιωτικές επιτυχίες του Αγώνα, όπως η περικύκλωση του Κιουταχή και η τελική ήττα του, άλλοι πρότειναν σημαντικές ναυμαχίες και τέλος αρκετοί διαφωνούσαν με την ταύτιση εκκλησιαστικής εορτής και Επανάστασης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση και για όλους, η ελληνική Επανάσταση, ως γενέθλιο γεγονός του ελληνικού εθνικού κράτους, αναδείχθηκε ταυτοχρόνως σε εφαλτήριο ιδεολογικής ένταξης ποικίλων κοινωνικών ομάδων στο έθνος και αναγκαίο κεντρικό σύμβολο αναφοράς για όλους.

Το 1821 ως απαρχή συγκρότησης εθνικού κράτους

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Αλέξανδρος Υψηλάντης


ΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΜΠΟΖΙΚΗ

Μπορεί το 1821 να αντιμετωπίζεται ως ορόσημο της ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους, ωστόσο έχει επικρατήσει ευρέως να τοποθετούνται οι ουσιαστικές απαρχές της συγκρότησής του στο 1828 ή στο 1833. Ειδικότερες εκδοχές της παραπάνω άποψης είναι ότι η Επανάσταση μετά το 1823 είχε φθίνουσα πορεία∙ ότι ο πόλεμος και οι εσωτερικές συγκρούσεις είχαν διαλυτική επίδραση, και ότι η Διοίκηση ήταν ένα νεοτερικό περίβλημα στις ποικίλες παραδοσιακές μορφές ρύθμισης. Εδώ θα υποστηρίξω ότι η πραγματικότητα δεν ήταν τόσο απλουστευτική, καθώς το γίγνεσθαι της κρατικής συγκρότησης άρχισε από τα πρώτα επαναστατικά χρόνια, εισάγοντας σωρευτικά σύγχρονες πρακτικές, οι οποίες είχαν ουσιαστική συμβολή στη διακυβέρνηση των πραγμάτων. Πόσο μάλλον αν θυμηθούμε πως η συγκρότηση κράτους το ’21 (σε αντίθεση π.χ. με την Γαλλική Επανάσταση) ξεκίνησε σχεδόν χωρίς κανένα ουσιώδες νεοτερικό θεσμικό προηγούμενο.
Ως σημείο εισόδου στο γίγνεσθαι της συγκρότησης κράτους χρησιμοποιώ τα οικονομικά του αγώνα: την κινητοποίηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση εξαναγκαστικών μέσων και πόρων για τη διεξαγωγή πολέμου, η οποία ενίσχυε εκούσια και ακούσια τη δημιουργία σταθερού θεσμικού πλέγματος για την διατήρηση-αναπαραγωγή της επαναστατικής διαδικασίας.
Κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, οι τοπικοί οργανισμοί και οι περιφερειακές Διοικήσεις (Γερουσίες, Άρειος Πάγος) ασχολήθηκαν ιδιαιτέρως με την οριοθέτηση των εισοδημάτων, των δαπανών, και των μηχανισμών που θα επιμελούνταν κατά τόπους και σε περιφερειακή βάση την ροή των πόρων για τις ανάγκες του πολέμου. Βαθμιαία τέθηκε το ζήτημα της δημιουργίας ενιαίας πολιτικής αρχής για όλη την επαναστατημένη επικράτεια – αν και αυτό ήδη είχε γίνει συνείδηση από την εποχή του Ανώνυμου με την Ελληνική Νομαρχία.
Η αξίωση να συγκεντρωθεί σε έναν εθνικό φορέα η Διοίκηση, ο συντονισμός των πολεμικών ενεργειών, η διαχείριση των εθνικών πόρων και φυσικά η συνολική πολιτική οργάνωση της Επανάστασης πήρε θεσμική μορφή στην Α΄ Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβριος του 1821 - Ιανουάριος του 1822), με τη συγκρότηση της εθνικής Διοίκησης και την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της από το Πολίτευμα της Επιδαύρου. Μία από αυτές, η άντληση οικονομικών πόρων για τις ανάγκες του πολέμου και εν γένει για τον Αγώνα –η οποία γινόταν ως επί το πλείστον με την πρακτική της εκμίσθωσης αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις απευθείας μέσω των επαρχιακών και άλλων αρχών– παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς η άσκησή της σχετίζεται με το πλαίσιο της νομιμοφροσύνης που όριζε η εθνική Διοίκηση. Περιορίζομαι σε τρία σχετικά παραδείγματα από το Αιγαίο, τη Ρούμελη και την Πελοπόννησο στο διάστημα 1822-1827.

Δύο φιλμικές στάσεις περί ελληνικής παλιγγενεσίας

Από τα «κλασικά εικονογραφημένα» στην «κρυπτοαναφορικότητα»

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Γεώργιος Καραϊσκάκης


ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Εν αρχή ην ο «Λόρδος Κούνδουρος»: ο Μπάυρον. Μπαλάντα για ένα δαίμονα (1992) παραμένει μια κορυφογραμμή στο είδος των Heritage Film της ελληνικής κινηματογραφίας. Στην ταινία δεν αναγνωρίζουμε ούτε τη μεταφυσική αχλή μιας παράδοξης ιστορίας από τον καιρό της τουρκοκρατίας (Στο χάνι [2003, Γιώργος Μπακόλας] και Μαύρο λιβάδι [2010, Βαρδής Μαρινάκης]) ούτε μια προσέγγιση που υπαγορεύεται από την πολιτική συγκυρία (Παπαφλέσσας. Η μεγάλη στιγμή [1971, Ερρίκος Ανδρέου και Η δίκη των δικαστών [1974, Πάνος Γλυκοφρύδης]). Ο Μπάιρον, ολοκληρώνοντας την ιστορική τριλογία (1922 [1978] και Μπορντέλο [1985]) της όψιμης καλλιτεχνικής περιόδου του Κούνδουρου, είναι ένα έργο με πνευματικό μέγεθος και συναισθηματική ένταση (το τελευταίο δεκάλεπτο παραμένει αλησμόνητο στον γράφοντα) που σχολιάζει ως δι’ εσόπτρου (βλέμμα ενός ξένου Ποιητή), πέρα από την υπαρξιακή αγωνία, και την ελληνική κακοδαιμονία. Παρά το μέγεθος και την αψεγάδιαστη αισθητική μιας μεγάλης παραγωγής (γυρίσματα στη Ρωσία), δεν διαφεύγει της προσοχής μας ο (κρυπτο)αναφορικός χαρακτήρας της ταινίας. Ο ποιητής, έγκλειστος στο λασπωμένο Μεσολόγγι, εμπύρετος και κυνηγημένος από «φαντάσματα», είναι ένας ξένος («αφέντης λόρδος»): «και για σένα Ελλάδα θα έχω πάντα φυλαγμένο ένα δάκρυ». Ως χαρακτήρας εκφράζει τη νοσταλγία για ένα απολεσθέντα Οίκο (ή κέντρο), ταυτίζεται με τον πόθο της Ουτοπίας, εξεγείρεται απέναντι στο συμβατικό και αγοραίο. Ο ασυγκράτητος συναισθηματικός αυθορμητισμός του φιλμικού Μπάιρον συμπληρώνει ένα υπερτροφικό «Εγώ» το οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κοινωνικό ηγέτη. Παρότι κάποιος θα εντόπιζε στην αφήγηση της ταινίας μια προγραμματική θεατρικότητα (συχνοί μονόλογοι αναφορικά με την ερωτική και πολιτική ταυτότητα), ο «Μπάιρον» του Κούνδουρου είναι μακριά από την δραματογραφική εκδοχή της ελληνικής σκηνικής παράδοσης όπως αυτή εκφράστηκε στα έργα των Αλέκου Λιδωρίκη (Λόρδος Βύρων, Εθνικό Θέατρο, 1934, Φώτος Πολίτης) και Μανώλη Σκουλούδη (Η τραγωδία του Λόρδου Μπάυρον, «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» Μάνου Κατράκη, 1955, Τάκης Μουζενίδης). Ο φιλμικός ποιητής μιλά σε μια γλώσσα αποχρώσεων, παραστατική, με τολμηρές μεταφορές και εμφανή την τάση προς την υπερβολή. Μπορεί οι χαρακτήρες της ταινίας να ανήκουν στο γνώριμο βιογραφικό υλικό του «βάρδου του Ρομαντισμού» αλλά ο Κούνδουρος μετατρέπει τη δραματουργική και οπτική συνθήκη: η Αυγούστα δεν είναι η κοσμική κυρία της ευρωπαϊκής καλής κοινωνίας αλλά ένα όραμα αιμομικτικών φαντασιώσεων, ενώ στον αρσενικό κόσμο του ποιητή υπερέχει η σχεδόν συζυγική εξάρτηση του Μπάιρον (Μάνος Βακούσης) από τον Φλέτσερ (Βασίλη Λάγγος), αποδέκτη όσων αφορούν την υστεροφημία διάσημου ανδρός. Με τα πολύ κοντινά πλάνα (αίσθηση εγκλωβισμού χαρακτήρων) υπογραμμίζονται τόσο η τάση φυγής όσο και η αγωνία ενός άνδρα που επιλέγει τόπο θανάτου. Συγχρόνως, δεν απουσιάζουν τα γνώριμα αισθήματα του λογοτεχνικού ρομαντικού ήρωα: μελαγχολία, νοσταλγία, απελπισία, απογοήτευση από την πραγματικότητα, ανία ως «αρρώστια του αιώνα», δεινά της εξορίας. Ο «Μπάιρον» του Κούνδουρου, ως γνήσιος ρομαντικός ήρωας, ταυτίζεται με το «εμπύρετο», την αρρώστια, το γοτθικό έρεβος. Η «μετοίκηση» του Ποιητή ως μυθοπλαστικού ήρωα σε μια χώρα του εξωτικού οριενταλισμού αλλάζει τη δυναμική του ταξιδιού: παύει να αποτελεί πρόκληση η οποία αποφορτίζει το άτομο από τις ανησυχίες και το φέρνει κοντά σε περιβάλλοντα όπου εκφράζεται η φθορά του χρόνου.

Το Εικοσιένα στην ελληνική πεζογραφία

Από το ενιαίο εθνικό αφήγημα στις πολλαπλές ανθρώπινες ιστορίες

Γιάννης Ψυχοπαίδης, Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς)


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΤΑΘΗ

Η επανάσταση του 1821 και η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας στην ελληνική πεζογραφία δεν έχουν την ισχυρή παρουσία που θα ανέμενε κανείς, στο μέτρο που το Εικοσιένα συνιστά την κύρια ιστορική τομή και τη γενέθλια πράξη του ελληνικού έθνους-κράτους και της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Στις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες, πεζογραφήματα με θέματα από την προεπαναστατική και επαναστατική εποχή έχουν αξιοσημείωτη παρουσία· άλλωστε το Εικοσιένα αποτελούσε ακόμη κομμάτι της ατομικής βιωμένης μνήμης των ανθρώπων της εποχής. Ωστόσο, η νεοελληνική φιλολογία δεν αξιολόγησε θετικά αυτά τα πεζογραφήματα, αφενός λόγω της καθαρεύουσας γλώσσας τους, αφετέρου διότι θεώρησε ότι ήταν λογοτεχνικά πρωτόλεια. Αντίθετα αξιολόγησε θετικά την ποίηση της εποχής για το Εικοσιένα, κυρίως αυτή των Σολωμού και Κάλβου. Ορισμένα από τα σημαντικότερα πεζογραφήματα για το Εικοσιένα γράφτηκαν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα: ο Λουκής Λάρας του Δημήτριου Βικέλα, ο Χρήστος Μηλιόνης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Το Φίλημα» του Μιχαήλ Μητσάκη, τα σχετικά διηγήματα του Γιάννη Βλαχογιάννη και το διήγημα «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» της Πηνελόπης Δέλτα. Στη μεταπολεμική περίοδο τα σημαντικότερα σχετικά μυθιστορήματα είναι η τριλογία Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Αίμα χαμένο και κερδισμένο, και Τα στερνά του Μίχαλου του Μ. Καραγάτση, οι Μαυρόλυκοι και ο Ελληνικός όρθρος του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη και Ο Δαίμονας και οι Σουλιώτες του Μιχάλη Περάνθη. Κατά τα άλλα, στη σχετική με το Εικοσιένα πεζογραφία του 20ού αιώνα κυριαρχούν οι μυθιστορηματικές βιογραφίες κλεφταρματολών και ηρώων της Επανάστασης. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κοινό στοιχείο σε όλη αυτή λογοτεχνία περί το Εικοσιένα είναι η προσέγγιση της οθωμανικής περιόδου ως ενός διαρκούς αγώνα των υπόδουλων Ελλήνων απέναντι στους κυρίαρχους Τούρκους, αγώνα που οδηγεί κατά φυσικό τρόπο στην επανάσταση. Η ηρωοποίηση των αγωνιστών συνιστά επίσης φυσικό επακόλουθο αυτής της προσέγγισης.