23/4/17

Μισό αιώνα μετά

21η Απριλίου (Αφιέρωμα)

Έργο από την έκθεση του Νίκου Αρτέμη με τίτλο Joy D που πραγματοποιήθηκε στην Cheap Art


ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟΥ

 Σε μια εποχή «χρόνων αμνημοσύνης» -όπως ονοματίζει τη σύγχρονη περίοδο ο Max Friss - το δικτατορικό καθεστώς που επεβλήθη με την απροκάλυπτη βία των όπλων, και την τουλάχιστον ηθική αυτουργία των Ηνωμένων Πολιτειών, από μια Χούντα επίορκων «εθνικοφρόνων» αξιωματικών, στις 21 Απριλίου 1967, και διήρκεσε 7 χρόνια, 3 μήνες και 3 μέρες -το μεγαλύτερο διάστημα δικτατορικής εκτροπής από την σύσταση του νεοελληνικού κράτους- αποτελεί πια ένα απώτατο χθες.
 Ένα χθες που φαντάζει όχι απλά οριστικά τελειωμένο και αποενοχοποιημένο αλλά, στα χρόνια της πολύπλευρης κρίσης που βιώνουμε, προβάλλει σε τμήματα του πληθυσμού και με μια εξιδανικευτική μορφή.
Στην ατμόσφαιρα αυτής της σταδιακής απο-ενοχοποίησης ακόμη και εξιδανίκευσης, συντείνουν μια σειρά παράγοντες:
- Η παντελής έλλειψη κυρώσεων των συνεργατών της δικτατορίας, με εξαίρεση την αποχουντοποίηση που επέβαλε το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.
- Η παραμονή ή ανάρρηση σε κεντρικές ή δευτερεύουσες θέσεις της διοίκησης και της πολιτικής σκηνής αρκετών από τους συνεργάτες ή συνομιλητές της δικτατορίας, και της Αβερωφικής έμπνευσης «γέφυρας» στο στράτευμα. Ακόμη και ο πρόεδρος της νεολαίας του Παπαδόπουλου φιγουράρει σήμερα ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος της Αξιωματικής αντιπολίτευσης.
- Η αδιατάρακτη σχέση κράτους και εκκλησίας κάτω από την σκέπη του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος, που επιτρέπει να παραμένει η Ελλάδα η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα, όπου δεν έχει γίνει δυνατή η θεσμική ολοκλήρωση του χωρισμού εκκλησίας και κράτους, που η πολιτική ζωή νομιμοποιείται από χριστιανικές τελετές –ακόμη και τα εγκαίνια μιας οδικής αρτηρίας. Και όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, παρά τη σταδιακή υπέρβαση μιας σειράς αρνητικών θεσμικών ρυθμίσεων, που έγινε π.χ. με τον πολιτικό γάμο, το σύμφωνο συμβίωσης, την κατάργηση της ψήφου κατά ενορίες, την απάλειψη από τις ταυτότητες του θρησκεύματος, τη δυνατότητα οι ορκωμοσίες δημόσιων λειτουργών ή μαρτύρων σε δικαστήρια να γίνεται χωρίς θρησκευτικό τύπο.

Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο Σπουδαστικό Τμήμα της Ασφάλειας

Άποψη της έκθεσης του Κώστα Ρουσσάκη με τίτλο Σήμερα έπρεπε που πραγματοποιείται στη γκαλερί Elika (Ομήρου 27, Αθήνα). Μέχρι 29/4      


ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Το 1969 ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη. Τις εντάσεις και τις μαχητικές συμμετοχές στα πυκνά, σχεδόν καθημερινής συχνότητας γεγονότα των πρώτων μηνών του ’67, τα είχε διαδεχτεί μια εκτεταμένη περίοδος συσπείρωσης και αναμονής. Συναντήσεις διστακτικές, καθώς οι γονείς τροφοδοτούσαν συνεχώς τον φόβο του αναπάντεχου να συμβεί, μισόλογα που για να τα ολοκληρώσουμε, οι έμπιστες μεταξύ μας παρέες, χρειαζόταν να κάνουμε πεζή μεγάλες διαδρομές, ανεβαίνοντας ας πούμε ως τα κάστρα και την πασίγνωστη Δόμνα ή, σπανιότερα, οργανώνοντας μικρές εκδρομές ως τη Θέρμη, τον Χορτιάτη και το Ασβεστοχώρι, όπου βέβαια οι φωνές (και τα τραγούδια μας), μέσα στην ερημιά του τοπίου, μπορούσαν να υψωθούν πιο άφοβα. Μπορεί λοιπόν να έλειπε η δράση, αλλά σίγουρα τον πρώτο καιρό μετά την 21η, όταν υποχώρησε η ανεδαφική αισιοδοξία ορισμένων παλαιότερων ότι «λίγα θα είναι τα ψωμιά τους», δεν υπήρχαν και πολλές διέξοδοι για να διοχετευτεί από αυτές η νεανική κινητικότητα: το σινεμά οπωσδήποτε, το ποδόσφαιρο ως γηπεδικός τόπος πιο ελεύθερων μαζικών συνάξεων, οι ολιγομελείς συνήθως σπιτικές συγκεντρώσεις και χωρίς άλλο το βιβλίο, οι μοναχικές εντέλει αναγνώσεις.
Θυμόμουν στο σχολείο, στο Χαλάνδρι, τον δάσκαλό μου, τον πατέρα του Γιάννη Καλιόρη, να μας λέει ότι η γενιά του είχε κάνει τα περισσότερα διαβάσματά της στα χρόνια της Κατοχής, και δεν πίστευα ότι μπορεί τα πράγματα να κάνουν τον κύκλο τους και να έρχονται πάλι εποχές στις οποίες θα είμασταν σχεδόν ταγμένοι να κάνουμε περίπου το ίδιο με τους μεγαλύτερους! Όπως και να έχει, το βιβλίο στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ήταν στις δόξες του, το πολιτικό και το μεταφρασμένο προπάντων, όχι μόνο γιατί ο καιρός αυτό απαιτούσε, την αντικατάσταση της δράσης από τη θεωρία, αλλά και γιατί η ελληνική λογοτεχνία είχε αποφασίσει από μόνη της να τεθεί σε αναστολή, μιμούμενη κατά κάποιο τρόπο -θα μπορούσε να πει κανείς ειρωνικά- την επιβεβλημένη από το δικτατορικό καθεστώς απόσυρση των συνταγματικών ελευθεριών! Μέτρο άμυνας ίσως, που, πάντως, τόσο εγώ όσο και άλλοι συνομήλικοί μου, ουδέποτε καταλάβαμε τη σκοπιμότητά του –ούτε τότε, ούτε αργότερα- καθώς η έλλειψη επικοινωνίας στο χρονικό εκείνο σημείο ήταν εντονότερη από τη συναίσθηση της (διαμαρτυρόμενης) αλαλίας όσων έγραφαν.

Η ελληνική μεταπολίτευση στον ισπανικό Τύπο

(Ιούλιος-Δεκέμβριος 1974)

Έργο από την έκθεση του Νίκου Αρτέμη με τίτλο Joy D που πραγματοποιήθηκε στην Cheap Art


ΤΟΥ ΣΥΘΕΛΟΥ-ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΜΠΑΛΙΟΥ

Άμα ορίσουμε την μετάβαση στη δημοκρατία σαν την διαδικασία συγκρότησης δημοκρατικών θεσμών μετά από ένα δικτατορικό καθεστώς (Gunther, Diamandouros και Puhle, 1995), τότε η ελληνική διαδικασία μετάβασης ολοκληρώθηκε το αργότερο το καλοκαίρι του 1975, με την έγκριση του νέου Συντάγματος.
Τα σημαντικότερα γεγονότα υπήρξαν η νομιμοποίηση του ΚΚΕ τον Σεπτέμβριο του 1974, οι εκλογές του Νοεμβρίου, το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος τον επόμενο Δεκέμβριο και η έγκριση του νέου συνταγματικού κειμένου τον Ιούνιο του 1975.
Χωρίς αμφιβολία, η ελληνική μετάβαση υπήρξε πολύ πιο γρήγορη και λιγότερο σύνθετη από την αντίστοιχη ισπανική (Κορνέτης, 2015), που όταν ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1975 με τον θάνατο του Φράνκο, η μετάβαση στην Ελλάδα είχε ολοκληρωθεί. Από την μελέτη του ισπανικού Τύπου, από τον Ιούλιο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1974 (συνολικά εξετάστηκαν πέντε έντυπα, ABC, La Vanguardia Española, Pueblo, Cambio 16 και Triunfo), προκύπτει ότι, παρά το γεγονός ότι η πτώση του σαλαζαρικού καθεστώτος τον Απρίλιο του 1974 στην Πορτογαλία είχε απασχολήσει πολύ περισσότερο την Ισπανία, λόγω των κοινών χαρακτηριστικών μεταξύ των δύο καθεστώτων και της γειτνίασης τους, η ελληνική περίπτωση επίσης απασχόλησε τον ισπανικό Τύπο, δίνοντας την ευκαιρία για ένα κεκαλυμμένο σχολιασμό της ισπανικής πραγματικότητας, σε μία περίοδο που υπήρχε και ο φόβος της λογοκρισίας.
Βέβαια, η πτώση του καθεστώτος Ιωαννίδη ήταν κάτι που δεν είχε προβλεφθεί από την ισπανική κυβέρνηση: ο πρέσβης της Ισπανίας στην Αθήνα έγραφε στον ισπανό υπουργό Εξωτερικών, την άνοιξη πριν την πτώση της χούντας, ότι μόνο ένα πολιτικό ατύχημα θα την ανέτρεπε.

«Να ξεφύγουμε από την κατάρα του ενός»

Της ΧΡΥΣΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΤΕΟΣ ΡΟΜΒΟΣ, Ασσασίνοι του Βορρά, Δροσουλίτες του Νότου, Εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, σελ. 101

Ένα μυθοπλαστικό ταξίδι απ’ τον ελληνικό βορρά ως το νότο αποπειράται ο Τέος Ρόμβος στη συλλογή διηγημάτων του «Ασσασίνοι του βορρά Δροσουλίτες του νότου», η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1991 και επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Opportuna. Ένα ταξίδι στη γη, τους ανθρώπους και την ιστορία της χώρας, το οποίο εκτυλίσσεται μέσα από ένα χείμαρρο ασύνδετων, σύγχυσης μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, ατέρμονης μείξης φυσικών στοιχείων και πλασμάτων, ανθρωπίνων ή μη. Με μπρεχτική αποστασιοποίηση ο συγγραφέας αποκαλύπτει απ’ το πρώτο ήδη διήγημα τον ρου της πένας του κατά τη στιγμή της συγγραφής, έτσι «όπως φουσκώνει σιγανά στις ρώγες των δαχτύλων». Δεν καταχωνιάζει τη συγγραφική του περσόνα πίσω απ’ τους μανδύες του επίπλαστου της σύμβασης. Αντίθετα, εξωτερικεύει τη στιγμή σύλληψης του φανταστικού. H ψευδαίσθηση, ωστόσο, είναι άκρως αληθοφανής, με κινηματογραφικό τρόπο. Σαν αγγελοπουλικό μονόπλανο, η κάμερα-ματιά του συγγραφέα κάνει ένα μακρύ τράβελιγκ, συλλαμβάνοντας άκριτα εικόνες. Tο θεώμενο εγκαταλείπεται στην τύχη της λήψης, αποκαλύπτοντας αποσπασματικές μορφές, ιστορίες, τόπους. Από τα φαντάσματα των Δροσουλιτών ως τον χασικλίδικο παράδεισο των Ασσασίνων, η αληθινή ζωή μετουσιώνεται σε φαντασίωση, σαν τζίνι που βγαίνει απ’ το λυχνάρι, όπου όλα είναι «άηχα, σιωπηλά, υποθετικά» και με «πλασματικές μορφές που μοιάζουν άνθρωποι αλλά δεν είναι». Η αληθινή ζωή είναι μια φαντασίωση, μια «αόρατη πόλη», όπου οι άνθρωποι βιώνουν την καθημερινότητα με «πιτσιλιές αποστροφής».
Οι άνθρωποι-πλασματικές μορφές περιστοιχίζονται από ένα αρκαδικό-εδεμικό σύμπαν, το οποίο περιγράφεται με νατουραλιστική λεπτομέρεια. Η θάλασσα ζωοποιός, «γεννάει ανθρώπους, πόλεις, ερήμους». Και ο κάμπος το ίδιο. Μια ολόκληρη σειρά ζώων της ξηράς και της θάλασσας παρελαύνουν απ’ το συγγραφικό σκηνικό, μια πληθώρα ερεθισμάτων οπτικών, απτικών και οσφρητικών ζωντανεύουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, προκαλώντας λαχάνιασμα στον αναγνώστη. Όσο περισσότερες οι λεπτομέρειες, τόσο περισσότερο αυτό το σύμπαν γίνεται ένας κλοιός προστατευτικός για αυτά τα πλάσματα, τα οποία έτσι νοιώθουν ότι «είναι ένα απειροελάχιστο κάτι μέσα στο πελώριο όλο».

Οι κληρονόμοι του Καβάφη

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος είναι ένας εγγράμματος άνθρωπος. Ο ίδιος βέβαια έχει επιλέξει να ξιφουλκεί καθημερινώς από τη στήλη του και να αυτοκαταργείται, αφού το γαρ πολύ της πολιτικής εμπάθειας γεννά παραφροσύνη (για να παραφράσουμε το τραγούδι του φίλου του, Μάνου Χατζιδάκι). Αλλά ένας εγγράμματος άνθρωπος, όσο και αν πολιτικά εκτίθεται, παραμένει εγγράμματος. Και, κατά καιρούς, μας δίνει κάποια κείμενα τα οποία όντως αντιστοιχούν στην παιδεία του.
Ένα από αυτά ήταν στο φύλλο του Πάσχα της Καθημερινής, απ’ όπου αντλώ το εξής απόσπασμα: «Ο​​ Αντρέ Μαλρό έλεγε πως τον πολιτισμό δεν τον κληρονομείς. Τον πολιτισμό τον κατακτάς. Τον πολιτισμό τον κατακτάς μέσω των έργων σου. Είναι η μεγαλύτερη παγίδα που έστησε η σύγχρονη Ελλάδα στον εαυτό της. Επειδή είδε το φως της Ιστορίας μέσα στα ερείπια του κλασικού πολιτισμού και επειδή η γλώσσα που μιλάει είναι παιδί των αρχαίων ελληνικών, θεώρησε πως είναι ο μόνος νόμιμος κληρονόμος της ελληνικής αρχαιότητας. Πολλά έχουν γραφτεί για την ψυχική δυσπλασία που δημιούργησε το αίσθημα του κληρονόμου στη συλλογική μας συνείδηση. Το σύνδρομο είχε καταστροφικά αποτελέσματα, ορατά διά γυμνού οφθαλμού, κυρίως στην εκπαίδευση. Η αδυναμία να διδαχθούν η ελληνική γλώσσα και η ελληνική σκέψη με δημιουργικό τρόπο δεν έχει ακόμη ξεπερασθεί μετά δύο αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο πως τον 19ο και τον 20ό αιώνα ελάχιστοι Έλληνες μελετητές έχουν βρει τη θέση τους σε ένα ευρωπαϊκό στερέωμα που δεν έπαψε να παράγει σκέψη για την κλασική αρχαιότητα».
Αυτό είναι το επιχείρημα/πρόταγμα του κειμένου του, ενώ η αφορμή, και η στόχευση, είναι η τύχη του πολύπαθου αρχείου Καβάφη, το οποίο επί δεκαετίες σέρνεται ανάμεσα σε αξιώσεις κληρονόμων και αγοραστών και δικαστικές απαγορεύσεις. Πλέον το αρχείο ανήκει στο Ίδρυμα Ωνάση (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών), αλλά οι αξιώσεις ιδιοκτησίας, και οι συνακόλουθες απαγορεύσεις, συνεχίζουν να εγείρονται, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Λες και δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί η τεχνική της ανάρτησης, των ήδη σκαναρισμένων καταλοίπων του Καβάφη, στην ιστοσελίδα του ιδρύματος. Εσχάτως μάλιστα υπήρξε έντονη αντιπαράθεση από τις σελίδες του ARB, σχετικά με το θέμα και τις εξουσίες του διαχειριστή του αρχείου.

Η ζωή από άλλη οπτική γωνία

Ο Μανώλης Γαλιάτσος «διαβάζει» ποιήματα του Γιώργου Βέη



ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

Ο άκρως ιδιωματικός (όσο και αν ο ίδιος απεχθάνεται τον χαρακτηρισμό) συνθέτης Μανώλης Γαλιάτσος αγαπάει πολύ την ποίηση. Όταν από ένα σημείο και μετά στράφηκε σε πολύ σύνθετες και αποκλειστικά ορχηστρικές φόρμες, τα εκτενή συνοδευτικά κείμενά του διαπνέονταν από μιαν έντονη ποιητική διάθεση.
Στον προηγούμενο δίσκο του, «Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών», που κυκλοφόρησε το ’15, έξι από τα συνολικά δέκα εννέα κομμάτια του album ήταν μελοποιήσεις ποιημάτων, που δύο ήταν του Γιώργου Βέη, ο οποίος επίσης είχε κάνει και την μετάφραση ενός του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Υπό μιαν έννοια λοιπόν το επόμενο βήμα είχε ήδη προαναγγελθεί, αλλά όχι στον βαθμό που συμβαίνει στην τελευταία του εργασία και ομολογουμένως αρχικά μου προξένησε κάποιαν έκπληξη. Γιατί από τα δέκα εννέα και πάλι κομμάτια του δίσκου του Μανώλη Γαλιάτσου, τα έντεκα αυτή τη φορά είναι μελοποιήσεις ποιημάτων και μάλιστα ενός και μόνον ποιητή, του Γιώργου Βέη.
Η «αποκωδικοποίηση» του ανά χείρας CD δεν μπορεί παρά να αρχίσει από το εξώφυλλο, έναν πίνακα της εικαστικού Σταυρούλας Σταυροπούλου, που «μπορεί να περιγράφει ένα άνθος, την παιωνία του δίσκου ίσως ή ένα πρωτόπλασμα, μια άγνωστη μορφή ζωής σε σπερματική κατάσταση που δεν έχει δείξει ακόμη τα όριά της», σύμφωνα με τον συνθέτη. Κάτω από το όνομα του τελευταίου, ένας παράδοξος συνδυασμός τίτλου και του ονόματος του έτερου βασικού συντελεστή, «Η Ζωή σε έντεκα ποιήματα του Γιώργου Βέη». Ήδη η πρώτη ακρόαση φανερώνει ότι ο δίσκος δεν αποτελεί μόνο μορφικά αλλά και νοηματικά την «συνέχεια» του προηγούμενου του δημιουργού. Όπως δηλαδή είχα αναλύσει εκτενώς τότε (Αναγνώσεις, 15/11/2015) στο «Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών» ο Μανώλης Γαλιάτσος διερευνούσε με την μουσική του τη διάσταση εντός της οποίας εγγράφεται η πεπερασμένη ανθρώπινη ύπαρξη, δηλαδή τον χρόνο. Στο νέο δίσκο του έρχεται λοιπόν ομαλά η στιγμή για να ασχοληθεί με το διάστημα αυτής της εγγραφής, εκείνο δηλαδή που αποκαλούμε ζωή. Και το κάνει επιλέγοντας σαν όχημα την ποίηση του Γιώργου Βέη.

Η παράδοση και το πνεύμα της εποχής

Κώστας Ρουσσάκης, “Pieta” (λεπτομέρεια), 2017, ξύλο, ύφασμα και σφιγκτήρες, 285 x 275 x 135 εκ., από την έκθεση με τίτλο Σήμερα έπρεπε που πραγματοποιείται στη γκαλερί Elika (Ομήρου 27, Αθήνα). Μέχρι 29/4        


ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ  

Τι μας διδάσκει η παράδοση και γιατί είναι τόσο σημαντική; Δεν μας διδάσκει μόνο ότι είμαστε η συνέχιση του παρελθόντος που ιστορικά μας ανήκει, αλλά και ότι το παρελθόν διαρκώς ανανεώνεται στο παρόν και στην ιδέα μας για το μέλλον. Έτσι η παράδοση δεν είναι κάτι το ακίνητο και ορισμένο, αλλά βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση και ταυτίζεται με την ύπαρξή μας.
Για να καταλάβουμε καλά αυτή τη συγχρονία  παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, πρέπει να σκεφτούμε ότι η παράδοση είναι όπως ένα δέντρο: οι ρίζες βρίσκονται βαθιά στο μακρινό και προ-ιστορικό παρελθόν, ο κορμός είναι ολόκληρη η ιστορία αυτού του παρελθόντος, τα κλαδιά, τα τελευταία κλαδιά είμαστε εμείς, και μπορούμε να ανθίσουμε, δηλαδή να παράγουμε κάτι το καινούριο και δημιουργικό που πριν δεν υπήρχε μόνο αν κάποια δύναμη από εκείνες τις μακρινές ρίζες που καταβυθίζονται στο παρελθόν του γένους μας, διατρέχοντας τον κορμό και όλες τις διακλαδώσεις του δέντρου, φτάνοντας μέχρι τα τελευταία κλαδάκια που τεντώνονται στον ουρανό του μέλλοντος: ως εκείνα τα κλαδάκια που είμαστε εμείς.
Έτσι ολόκληρη η δυτική λογοτεχνία μετά τον Όμηρο, έχει μια ταυτόχρονη ύπαρξη και δημιουργεί μια ταυτόχρονη τάξη. Αυτή η έννοια του ταυτόχρονου είναι η ιστορική αίσθηση, που είναι μαζί η αίσθηση του άχρονου και του χρονικού. Για παράδειγμα ο Όμηρος είναι χωρίς χρόνο γιατί σήμερα τον διαβάζουμε και μας μιλά ακόμη με την αιώνια γλώσσα της ποίησής του∙ και είναι χρονικός όχι μόνο γιατί είναι δεμένος με τον καιρό του και με την επική φόρμα του καιρού του, με μια αντίληψη του κόσμου και των ανθρώπινων παθών της εποχής του, αλλά και γιατί κάθε φορά που τον διαβάζουμε καθορίζουμε μια σχέση ανάμεσα στον καιρό του και τον δικό μας, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτόν, και μ’ αυτόν τον τρόπο καταλήγουμε στο να τον αναδημιουργούμε μέσα από την κουλτούρα μας και τις ευαισθησίες μας. Έτσι, κάθε φορά που διαβάζουμε έναν ποιητή του παρελθόντος, το παρελθόν ανανεώνεται από το παρόν, δηλαδή ανανεώνεται σε μας, και το παρόν υποστηρίζεται από το παρελθόν.

Καβαφικοί απόηχοι, σημερινά προτάγματα

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Μαρία Χατζηνικολάου, «Καφενείο», ζωγραφική σε τζάμι και εκτύπωση σε αρχειακό χαρτί, 50 x 50 εκ., από την έκθεση με τίτλο Life Patterns που πραγματοποιείται στο Χώρο Τέχνης “δ.”  (Χατζηαργύρη  4, Βόλος). Μέχρι 29/4


ΤΑΣΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ, Μέμνησο, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 64

Μέμνησο, λουτρών οις ενοσφίσθης… της Ηλέκτρας; των Αθηναίων του Δαρείου; του Επίκτητου; Ποιού; Μήπως εκείνου που έλαμπε στα περασμένα μεγαλεία και στις σελίδες των βιβλίων με τα οποία μεγαλώσαμε, σπουδάσαμε, ονειρευτήκαμε, υπερηφανευτήκαμε, ξεχνώντας τελείως το άμμες δε γ’ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες;
Τι απέμεινε από εκείνη τη λαμπρή προγονική γενιά στον σύγχρονο «Ρωμιό»; Το Μέμνησο είναι μια προστακτική εις εαυτόν ή προς εμάς όλους του Νεοέλληνες και συγχρόνως είναι μια πληγή, μια υπόδειξη του σημείου που η μνήμη στάζει αίμα. Κι εκεί ο «Ρωμιός» πρέπει να θυμηθεί ποιος είναι, τι είναι και τι Θεό πιστεύει, αν πιστεύει, δηλαδή. Μέμνησο, σαν επιτάφια υπόμνηση. Η Αρκαδία είναι εκεί για όλους. Όχι η γεωγραφική, αλλά η άλλη, η αλληγορική, κυρίως αυτή· η υπόμνηση του θανάτου· και ο ποιητής ξέρει. Χαμένες Αρκαδίες είναι η ζωή. Και είναι πολλές: Μεγαλεία της πατρίδας, ηρωικές εικόνες, πρόσωπα του παρελθόντος που αν ψάξεις τη ζωή τους, πέρα από το μύθο τους, τελείωσαν άδοξα, θλιβερά ή φριχτά, πλούτη και άλλα. Δεν λέω νιάτα και ομορφιά, αλλά κάτι πέρα από τα αυστηρώς προσωπικά, αν και ο ποιητής όλα τα συμπεριλαμβάνει. Περαστικά όλα που αφήνουν καημούς αθεράπευτους.
Πέντε είναι οι ενότητες της συλλογής, σαν τα επεισόδια μιας τραγωδίας. Γιατί, με λίγη αφαίρεση από τον τύπο, σαν τραγωδία εξελίσσεται. Ο Τάσος Γαλάτης είναι ο ποιητής της Ιστορίας. Σαν τον Καβάφη και αυτός, παρατηρεί, στοχάζεται και γράφει. Με κάθε συλλογή, επαναλαμβάνει το στοίχημα με τον εαυτό του, με τον άνθρωπο που κρύβει μέσα του, με τον φιλόλογο που έχει διαβάσει όλα τα βιβλία και γι’ αυτό η σάρκα είναι θλιμμένη, όπως λέει ο Μαλαρμέ. Με τον πολίτη που βλέπει και θλίβεται και συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Να βλέπει μονάχα και να καταγράφει μπορεί.