29/11/20

Οι εικόνες του τεύχους προέρχονται από την έκθεση με τίτλο “Please Please Me” που πραγματοποιήθηκε στο Παλιό Νοσοκομείο της Άμφισσας στο πλαίσιο του The Symptom Projects σε επιμέλεια της Βασιλικής- Μαρίας Πλαβού.

The Callas (Άρης και Λάκης Ιωνάς), Peepee, 2011, κέντημα, 350 x 250 εκ.

Ένας Καταλανός κλασικιστής

Του Κωνσταντίνου Μπούρα* 

CARLES RIBA, Οι ελεγείες της Μπιερβίλλ, εισαγωγή-μετάφραση: Eusebi Ayensa – Νίκος Πρατσίνης, επίλογος: Jaume Medina, εκδόσεις Printa, σελ. 128 

Οι κλασικοί εθνικοί ποιητές δεν διαμορφώνουν απλώς τη γλώσσα στην οποία φιλοτεχνούν τα πονήματά τους αλλά συνδημιουργούν ένα αφήγημα ικανό να υποστηρίξει το αίτημα ξεχωριστής ταυτότητας από τους περιβάλλοντες λαούς και τις άλλες πολιτισμικές μειονότητες εντός. 
Αντίστοιχος του Διονυσίου Σολωμού είναι ο Καταλανός Κάρλες Ρίμπα (1893-1959), επηρεασμένος από τον παρνασσισμό, τον συμβολισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό και όλες τις νεορομαντικές και νεοκλασικιστικές αποχρώσεις που δημιούργησαν τα έθνη-κράτη στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Η Κλασική Αρχαιότητα, ο συμβολισμός και η μυθολογία της είναι το κατάλληλο υπόστρωμα, ως φαίνεται, για τη σπορά και την καλλιέργεια εθνικών αφηγημάτων. Είναι το ασφαλές καταφύγιο των Διαφωτιστών όταν θέλουν να υποστηρίξουν το κληρονομικό δικαίωμα των ανθρώπων στην ελευθερία, στην ελεύθερη βούληση, στην Δημοκρατία, ενάντια σε κάθε είδους πολιτικούς ή θρησκευτικούς απολυταρχισμούς, ενάντια σε οιουσδήποτε φεουδαρχισμούς και μεσαιωνικές δουλείες. 
Η Ελευθερία ως απόλυτο ιδανικό συνδυάζεται με την πειθαρχία, τη συνεργασία και την ομαδική δουλειά που χάρισαν την επιτυχία στους Σαλαμινομάχους (ένατη ελεγεία). Ο Ορφέας με την κάθοδό του στον Άδη για να αναζητήσει την μυθική ερωμένη του, το ρομαντικό «άλλο του μισό», διαπνέει την επομένη δεκάτη ελεγεία, που είναι τόσο σκοτεινή όσο και η Σκιά του ανθρώπου. Αυτός ο μανιχαϊστικός αγώνας φωτός-σκότους, αλλά και η μεσογειακή φωτολατρεία, η ελληνορωμαϊκή αισιοδοξία κι η εκστατική χαρά της ζωής που αναγεννιέται πάντα σαν τον Άδωνη, μαζί με την αρχαιολατρεία και έναν υψηλό ποιητικό τόνο που θυμίζουν το «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού, αντισταθμίζουν την υπερχειλίζουσα κατάθλιψη, το υπαρξιακό αδιέξοδο, την «νύχτα της ψυχής» στην οποία βουλιάζει ο εξόριστος κλασικιστής και ποιητής μετά την ήττα των Δημοκρατικών στην Ισπανία και βρίσκει ευοίωνο πολιτικό άσυλο στην φιλόδοξη Γαλλία, χώρα των εξόριστων καλλιτεχνών, διανοητών, λογοτεχνών απανταχού του κόσμου.

Εκπεπτωκός άγγελος

Μαρίνα Βελησιώτη, Lost Loves Paved With Gold, 2020,υφαντό, 200 x 110 εκ.

Της Σοφίας Κασβίκη* 

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ, Οι ρετσίνες του βασιλιά, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 456 

Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του κατέδειξε πως η Ποίηση – η Λογοτεχνία στα καθ’ ημάς – είναι σπουδαιότερη από την Ιστορία και προσεγγίζει περισσότερο από αυτήν την Φιλοσοφία, επεξηγώντας ότι η Ιστορία, εφ’ όσον «τὰ καθ᾽ ἕκαστον λέγει» (μιλάει για τα ατομικά και τα επιμέρους), καταγίνεται με το τυχαίο και το ενδεχόμενο του ανθρώπινου βίου, ενώ η Ποίηση αναζητά τον καθολικό άνθρωπο (τὰ καθόλου) μέσα από την βεβαιότητα που διασφαλίζει το εικός (το εύλογο) και το αναγκαίο. Επομένως η Ποίηση / Λογοτεχνία λειτουργεί ως βασικός αρωγός της Φιλοσοφίας στην υπαρξιακή αναζήτηση. Μόνο που η αναζήτηση αυτή, ανεξάρτητα από τις διαδρομές και τα θεωρητικά σχήματα που επιλέγει και προτείνει για την επιτυχέστερη διευθέτηση του ανθρώπινου βίου, καταλήγει αναπόδραστα στη μοναδική απόλυτη βεβαιότητα της ύπαρξης, η οποία διατυπώνεται στον Εκκλησιαστή της Παλαιάς Διαθήκης με την διαβόητη φράση «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». Μια φράση, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Ι. Ζουργό είτε ως τίτλος, είτε ακόμη και ως περίληψη του νέου του βιβλίου «Οι ρετσίνες του βασιλιά», όπου ο αφηγητής- ήρωας, αποσυρμένος σε μια εσχατιά της ελληνικής υπαίθρου, βιώνει την πλήρη ματαίωση κάθε έργου και κάθε προσδοκίας της ζωής του. Όμως η λέξη «ματαίωση», δεν σχετίζεται μόνο ετυμολογικά αλλά και εννοιολογικά με την λέξη «ματαιότητα». 
Επανερχόμενος ο συγγραφέας στο μοτίβο του απαρτισμένου κύκλου ζωής της πρωταγωνιστικής λογοτεχνικής περσόνας που χρησιμοποιεί και σε προηγούμενα βιβλία του («Λίγες και μία νύχτες», «Σκηνές από το Βίο του Ματίας Αλμοσίνο»), εγκολπώνεται τις θέσεις του ιερού Γρηγορίου Νύσσης και μέσα από την εμπειρία του Λεόντιου Έξαρχου, αποτρέπει τον αναγνώστη από τον θαυμασμό ακόμη και των μειζόνων επίγειων αγαθών, όπως είναι ο πλούτος, η ευζωία, οι απολαύσεις, η επαγγελματική επιτυχία και η κοινωνική καταξίωση. Η απαξίωση όλων των εγκοσμίων είναι τόσο ολοκληρωτική που δεν προσφέρεται ως παραμυθία ούτε η υπαρξιακή βακτηρία του καβαφικού Αντώνιου, που, έστω, «αξιώθηκε μια τέτοια πόλη».

Δεν μπορώ να ανασάνω...

Δεν υπάρχουν ήρεμες νύχτες. Βράζουν από την απουσία. Νοιώθω μια στιγμή ακέραιας γαλήνης. Δεν μπορώ να ανασάνω. Βλέπω συνέχεια τους σιδερόφρακτους να γεμίζουν τις πλατείες και τους δρόμους. Να σκορπούν την χυδαία βία τους στα τιμαλφή μας. Σε αυτά που συγκροτούν το είναι μας. Δεν μπορώ να ανασάνω από τα κλειστά μαγαζιά και τους ρημαγμένους ανθρώπους. Αυτούς που κοιτούν τις σιδεριές των μαγαζιών τους και ζουν τις σιδεριές της ζωής τους. Δεν μπορώ να ανασάνω από τις ικεσίες των γιατρών και των νοσηλευτών. Θέλουμε κόσμο. Αλλά αυτός ο κόσμος ο τόσο αναγκαίος μένει φυλακισμένος εξαιτίας μιας ιδεοληπτικής μανίας των κυβερνώντων. Μισούν τον δημόσιο χώρο. Είναι καλός μόνο όταν είναι να πουληθεί για ένα ξεροκόμματο σε αδηφάγα τέρατα. Δεν μπορώ να ανασάνω όταν βλέπω μικρό παιδί να προσπαθεί να "τηλεμάθει" και το τυφλώνει η αλαζονεία μιας υπουργού που νομίζει ότι όλα είναι αγοραία. Να οι σιδερόφρακτοι κατεβαίνουν στο Σύνταγμα, ήχος φως, κρότου λάμψης είναι, να σκοτώσουν τα δέντρα, να διαλύσουν τα κλειστά μαγαζιά, γιατί άνθρωποι δεν υπάρχουν. Είναι κλεισμένοι οι άνθρωποι στον φόβο τους, έναν φόβο που πριμοδοτούν οι μονοθεματικοί των 8:00. 
Γυρνώ στις γειτονιές σε ψάχνω αλυσοδεμένη στις ενοχές μιας ζωής που έζησες λίγο. Σε ψάχνω πίσω από τα κλειστά μαγαζιά, πίσω στις αυλές των έρημων σκέψεων. Να, βλέπεις, ακόμα και αυτές θέλουν να κλειδώσουν οι σιδερόφρακτοι ενός σερίφη που νομίζει ότι είναι δικά του πράγματα οι σκέψεις, η ζωή, ο έρωτας. Δεν μπορώ να ανασάνω, δώσε μου μια στάλα δάκρυ, από το δάκρυ σου να καταλάβω πως σημαίνει η ζωή. Πως δεν έγινε ένας νεκρός που περπατάει, πως δεν γίναμε ο λόχος των νεκρών που περπατάνε. Λίγο από το γέλιο σου, να θυμηθώ πάλι πώς είναι να είμαι ζωντανός. Δεν μπορώ να ανασάνω πίσω από τις κουρτίνες, μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο, με ένα μονό ξύλινο κρεβάτι, λίγα βιβλία και ελάχιστα αποστειρωμένα τρόφιμα. Μόνο οι λέξεις μου μένουν, στον τοίχο μου ζωγραφίζω έναν φεγγίτη. Θα ’ρθουν κι αυτόν να τον κλείσουν. Δεν αγαπούν τις ζωγραφιές που θυμίζουν και σημαίνουν. Βλέπω μέσα από τον φεγγίτη που ζωγράφισα στον τοίχο και βλέπω εσένα από τον έξω κόσμο. Οι σιδερόφρακτοι ανησυχούν. Ούτε μια στιγμή ανάσας "παράταιρης" δεν πρέπει να επιτρέψουν. Ούτε λέξεις πέραν των υπηρεσιακών. Δεν μπορώ να ανασάνω, ανάβω τσιγάρο, βλέπω τον καπνό να φεύγει μέσα από τον ζωγραφισμένο φεγγίτη, να κοροϊδεύει τα σιδερόφρακτα κτήνη, να βγάζει γλώσσα στον φεγγίτη και να σ’ αγκαλιάζει. Κανείς δεν τους είπε για τα υπόκωφα πράγματα που πλουταίνουν τις βοές και γκρεμίζουν εξουσίες. Δεν μπορώ να ανασάνω ακόμα, σε λίγο, να σε λίγο οι ανάσες όλων μας θα γίνουν αέρας, θα γίνουν φως, θα γίνουν γη, θα γίνουν ζωή. 

Σταμάτης Σακελλίων

Λέρος: Στρώματα μνήμης

Χρήστος Δεληδήμος, Untouchable romancers, 2020, επιμεταλλωμένες ρητίνες, μεταβλητές διαστάσεις

Του Κωστή Γκοτσίνα* 

ΔΑΝΑΗ ΚΑΡΥΔΑΚΗ (επιμ.), Η Λέρος στο επίκεντρο και το περιθώριο: Ιστορία, πολιτική, ψυχιατρική, εκδόσεις Ψηφίδες, Θεσσαλονίκη, σελ. 224 

Πριν από λίγες εβδομάδες είχε προγραμματιστεί η έναρξη της δίκης για τον θάνατο τριών ασθενών σε πυρκαγιά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής στο Δαφνί τον Σεπτέμβριο του 2015. Σύμφωνα με τη δικογραφία, την ώρα της πυρκαγιάς οι ασθενείς ήταν ακινητοποιημένοι με ιμάντες. H είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων, σε αντίθεση με τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης στο ψυχιατρείο της Λέρου, οι οποίες έδωσαν λαβή σε εκτεταμένα δημοσιεύματα του ελληνικού και διεθνούς Τύπου τη δεκαετία του ’80. Με τον σάλο που προκάλεσαν τότε, οι αποκαλύψεις έκαναν μεν το όνομα του νησιού συνώνυμο του «κολαστηρίου», αλλά έδωσαν ταυτόχρονα το έναυσμα για ένα κίνημα μεταρρύθμισης των ψυχιατρικών δομών. 
Αυτή είναι η πιο γνωστή πτυχή της ιστορίας της Λέρου, αλλά όχι και η μοναδική. Τα κεφάλαια του βιβλίου Η Λέρος στο επίκεντρο και το περιθώριο, φωτίζουν την πτυχή αυτή, αλλά δεν μένουν στο πεδίο της ιστορίας της ψυχιατρικής. Ανασυνθέτουν καλειδοσκοπικά τα επάλληλα στρώματα του πρόσφατου παρελθόντος της Λέρου, που παρουσιάζει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια του τόμου Δανάη Καρυδάκη και αποτυπώνονται στο τοπίο του νησιού μέσα από τα κτίσματα της ιταλικής ναυτικής βάσης, η οποία λειτούργησε μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά την αποχώρηση των Ιταλών από τα Δωδεκάνησα και το τέλος του Εμφυλίου, τα κτίρια στέγασαν αντάρτες και αντάρτισσες νεαρής ηλικίας στις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 τρόφιμοι ψυχιατρικών ιδρυμάτων από όλη την Ελλάδα μεταφέρθηκαν στη νεοσυσταθείσα «αποικία ψυχοπαθών» και παιδιά με νοητική αναπηρία στο τοπικό παράρτημα του ΠΙΚΠΑ. Κατά την περίοδο της χούντας η Λέρος αποτέλεσε, εκτός των άλλων, τόπο εξορίας για πολιτικούς κρατουμένους, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, που συνέθεσε στη Λέρο τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, και ο Χαρίλαος Φλωράκης, που δάνεισε το μαγνητόφωνό του για την παράνομη ηχογράφηση 16 τραγουδιών από τους εξόριστους, κάτω από συνθήκες που περιγράφει στο κείμενό του ο Μάκης Σολωμός. Τα τελευταία χρόνια η δημιουργία προσφυγικού hotspot στους ίδιους χώρους ξαναέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα του εγκλεισμού, καταδεικνύοντας την αμφισημία του «ασύλου», αφενός ως παροχής προστασίας σε ένα διωκόμενο άτομο και, αφετέρου, ως θεσμού εγκλεισμού και πειθάρχησης, όπως επισημαίνει η Ειρήνη Αβραμοπούλου, που πραγματοποίησε επιτόπια εθνογραφική έρευνα (σ. 164). 

Αφήγηση αναμνήσεων

Της Κωστούλας Μάκη 

PACO IGNACIO TAIBO II, Προσκλητήριο Ηρώων, Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου, εκδόσεις έρμα, σελ. 165 

«Μερικοί πιστεύουν ότι το να κατανοήσουν κάτι τους επιτρέπει να το βάλουν σ’ ένα συρτάρι με όμορφα τακτοποιημένες αναμνήσεις και να το αφήσουν εκεί. Είναι οι κήρυκες της θεωρίας του εξορκισμού των φαντασμάτων μέσω της πρόσκλησής τους σε δείπνο, εξαναγκάζοντάς τα να χρησιμοποιούν μαχαιροπίρουνα και χαρτοπετσέτες». 
(σ. 129-130) 

Όταν συστήματα και άνθρωποι καταρρέουν, τα προσκλητήρια ηρώων κινητοποιούν, όχι μια εξιδανικευμένη διάσταση του παρελθόντος, αλλά την εγκαθιδρυμένη ιστορικότητα του παρόντος και του μέλλοντος. Στις άγριες πολιτικές συνθήκες, όπου παγιώνεται η αστυνομοκρατία και διαρρηγνύεται διαρκώς η δημοκρατία με υποκριτικές επιφάσεις νομιμότητας και οργάνωσης του κοινωνικού ιστού, χρειάζονται πράξεις αντίστασης, επανακαθορισμοί ταυτότητας, δεσμευτικές αναγνώσεις της ιστορίας, αναγνώριση των ανθρώπων και των συγγραφέων που επέδρασαν στις ζωές μας. Σε κάθε ήττα ιστορική και πολιτική, όλα μπορούν να επαναδιατυπωθούν δραστικά, αυτό προτάσσει ο Taibo II στο βιβλίο του «Προσκλητήριο ηρώων». Η μυθολογία με τη μορφή μεταμυθοπλασίας και η ιστορική ανασύσταση των γεγονότων είναι αυτή που επιτρέπει την επανεγγραφή στο προσωπικό, το πολιτικό και το κοινωνικό. 
Με αφορμή τη σφαγή στο Τλατελόλκο του Μεξικού, στις 2 Οκτωβρίου του 1968, στην οποία πάνω από διακόσιοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν από την κυβέρνηση του Ντίας Ορντάς, χωρίς ποτέ να τιμωρηθεί κανείς, ο συγγραφέας συντάσσει το δικό του προσκλητήριο νεκρών. Έτσι, διαχειρίζεται την οδυνηρή πολιτική ήττα των αριστερών κινημάτων σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Επιτυγχάνει, επίσης, να αποποιηθεί τον ρεαλισμό του παρόντος, που μπορεί να οδηγήσει στην αίσθηση ματαίωσης κάθε ριζοσπαστικής αλλαγής για την οποία αγωνίστηκαν οι αριστεροί με κάθε πρόσημο παγκόσμια. Επιθυμώντας την ανατροπή του καθεστώτος του Ορντάς, ο ήρωας του βιβλίου, δημοσιογράφος Νέστορ Ρίκα, προσκαλεί τους παιδικούς του ήρωες: τους Τίγρεις της Μαλαισίας, τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Σέρλοκ Χολμς και άλλους πολλούς. Προσκαλεί επίσης, τους φίλους του που αγωνίστηκαν για την ανατροπή της πολιτικής κατάστασης στο Μεξικό. 

Ο γιος

Ξένια Βήτου,Mum and flowers were more commercial, 2020, μικτή τεχνική, μεταβλητές διαστάσεις

Της Μαρίας Μοίρα*

ΑΘΗΝΑ ΤΣΑΚΑΛΟΥ, Τι χορούς να χορέψω, εκδόσεις Τόπος, σελ. 189 

Όταν ο Βασίλης, ο γιος της Ήρας και του Μιχάλη, εξαφανίζεται ξαφνικά από προσώπου γης για να μην συλληφθεί, επειδή καταζητείται ως μέλος μιας παράνομης επαναστατικής οργάνωσης, η οικογενειακή ζωή του ζευγαριού κλονίζεται συθέμελα και η ισορροπία της σχέσης τους διαταράσσεται. Όλα τα όνειρα, οι πόθοι και οι προοπτικές για μια ομαλή συνέχεια, ένα ευοίωνο μέλλον και μια ανέφελη κανονικότητα, με επίκεντρο και κινητήρια δύναμη τον μονάκριβο γιο, καταρρέουν. Η οδύνη της απώλειας, του ζωντανού χωρισμού, όπως λέει και το τραγούδι, τους αφήνει κεραυνοβολημένους και απαρηγόρητους. Χωρίς την δύναμη να ενώσουν το νήμα της ζωής τους και να συνεχίσουν. 
Ο πατέρας προσπαθεί να κρατηθεί από τα καθημερινά και να ξεχάσει. Θέλει να προχωρήσει μπροστά, έστω και φορτωμένος με τα ράκη του παρελθόντος. Η μάνα αφήνεται χωρίς αντιστάσεις σε μια διαρκή διεργασία πένθους. Αποσύρεται σε μια ένδον κρύπτη όπου η μνήμη γίνεται τραύμα και η νοσταλγία απόγνωση. Όλη της η ύπαρξη καταλαμβάνεται από την επιθυμία της συνάντησης, την προσδοκία της επανόδου, το όραμα της επανένωσης. Εγκαταλείπει χωρίς ενοχές την προηγούμενη ζωή της, την δουλειά, τον άντρα, το σπίτι, τους γονιούς, την πόλη της και περιπλανιέται σε άγνωστα και απόκοσμα χειμέρια τοπία, ανιχνεύοντας με πείσμωνα προσμονή αδιόρατα σημάδια του γιου της στην έρημη παγωμένη φύση. Κατασκευάζει στους λαβυρίνθους του μυαλού της μια ουτοπία και προσχωρεί σ’ αυτήν. Επινοεί μια απομονωμένη μυστική κοινότητα, επιθυμώντας ολόψυχα να καταλάβει την ιδεολογία του, να πιστέψει σ’ αυτήν και να κοιμίσει τις ανησυχίες της. Δημιουργεί μια κολεκτίβα συντρόφων που δουλεύουν με πάθος και ενθουσιασμό, με παλιές πρακτικές και νέες τεχνολογίες, να ανατρέψουν την εξουσία και να αλλάξουν την πορεία της ανθρωπότητας και εντάσσεται σ’ αυτήν. Εκεί συναντά τον γιο της σαν σε όνειρο και ξεχνά τις αμφιβολίες της. Εκεί κάποιες φορές έρχεται και ο πατέρας του για να φύγει ξανά, σκεπτικός και αβέβαιος.