24/6/18

Η κατάρρευση και η ανασυγκρότηση του λόγου

ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Νίκος Παπαδόπουλος, The forest, 2018, εγκατάσταση, διαστάσεις μεταβλητές, φωτ. Ελένη Μυλωνά


ΚΩΣΤΑΣ ΓΟΥΛΙΑΜΟΣ, Η ομιλία της νύχτας, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 55

Μπορεί να έχουν περάσει περίπου σαράντα χρόνια από τα πρώτα ποιήματα του Κώστα Γουλιάμου (στην τωρινή Ομιλία της νύχτας, δεν αναφέρει, ίσως και αδίκως, τις πρώτες του συλλογές), αλλά ορισμένα χαρακτηριστικά τους που είχαν προλάβει και σχηματιστεί, έτσι ώστε να ξεχωρίζουν στον μόλις εικοσιδυάχρονο ποιητή, βλέπω εντυπωσιασμένος ότι μένουν ενεργά. Δεν έχουν χαθεί, μάλλον λόγω του ότι η άρθρωση της ποιητικής γλώσσας (ή και γενικότερα της γλώσσας) εν πολλοίς προέρχεται από τη βιωματική παιδεία μας, από το παιδικό μας περιβάλλον. Επανεμφανίζονται λοιπόν αυτά τα χαρακτηριστικά (ας αναφέρω ένα: το πυκνό πλέγμα των συνειρμών που ενίοτε συναθροίζουν πραγματολογικά δεδομένα από διαφορετικούς χρόνους) και στην πρόσφατη συλλογή του, πράγμα που σημαίνει ότι το υπέδαφος της ομιλίας του έχει σταθερά και ανθεκτικά υλικά. Θα σταθώ, για να είμαι σαφέστερος, σε δυο ακρογωνιαία σημεία της ποίησης και εν ταυτώ του μεταφορικού λόγου του Γουλιάμου: το πρώτο έχει να κάνει με την  αγάπη του προς την αναπεπταμένη ρητορική, τον ανυψωμένο λόγο που τον ετοίμασε η πρώιμη συνάφεια του ποιητή με τον υπερρεαλισμό, ενισχυμένη τώρα από τον ώριμο και (αναμενόμενα) γόνιμο διάλογο του με την αρχαία δραματουργία,
Η αλήθεια δεν είναι λέξη/ αλλά η νυχτερινή έφοδος των απόντων/ Η ελευθερία δεν είναι λέξη/ αλλά το μεγάλο βυζί της αγρύπνιας/ στο τηλεγράφημα της Αντιγόνης/ το βράδυ που ο Κρέων/ υφαίνει τον ιστό της αδυναμίας του/ και οι αυλικοί του νιώθουν τη μάχαιρα του φόβου (σ. 24-25)

Και μαζί με τον έντονα μεταφορικό λόγο του ποιητή, το δεύτερο σημείο που μας ενδιαφέρει: η σταθερή αγάπη του για την εικόνα ή, ακόμα, την αυτούσια, μοναδική λέξη που σημαίνει πολλαπλά. Εικόνα και λέξη εδώ ως δομικά υλικά κεραυνοβολούν το πεδίο πρόσληψης του αναγνώστη, ορμούν  προς αυτόν με διαδοχικές εκλάμψεις μέσα από το μάγμα της γλώσσας, όπως μας «δίδαξε» τον τρόπο και την τεχνική τους ο Αρθούρος Ρεμπώ. Αυτή η ιδιότυπη σχέση με την εικόνα και τη λέξη, όπως επίσης και η ανταπόκριση της ποιητικής γλώσσας του Γουλιάμου στην ισχύ των συνειρμών και της έκλαμψης του νοήματος,  νομίζω ότι έχουν τις ρίζες τους στην προσδοκία της αιρετικής λειτουργίας της γλώσσας. Σε κάτι που ξεπερνά εντούτοις τα όρια της γλωσσικής μορφολογίας και μεταβάλλεται σε θέση ή στάση ηθικής διαφοροποίησης. Η αίρεση, λοιπόν, ως στάση ηθική, ως νόημα ηθικό που δίνει καινούργια τροπή πρώτ’ απ’ όλα στη φαντασία, δημιουργώντας νέες πραγματικότητες. Γι’ αυτό και σε μια προοιμιακή του σημείωση ο ποιητής αναφέρει ότι «οφείλει» τον (διακειμενικό) δανεισμό ορισμένων στίχων ή φράσεων που έχουν ενσωματωθεί στο δικό του σύνθεμα, όχι μόνο σε σύγχρονους ποιητές του ελληνικού μοντερνισμού, όπως οι υπερρεαλιστές ή υπερρεαλίζοντες, Επαμ. Γονατάς,  Δημ. Παπαδίτσας,  Ανδ. Εμπειρίκος, Νίκος Εγγονόπουλος.
Αλλά πλαγίως υπομοεί και διαχρονικούς δημιουργούς / πολίτες που αντιτάχθηκαν στη δημαγωγία και στον ανά τους αιώνες σκοταδισμό, όπως ο Αισχύλος, ο Αριστοτέλης, ο Ευριπίδης, ο Τζιορντάνο Μπρούνο. Προσθέτει ακόμα τον συνομήλικό του Βαγγέλη Κάσσο (γ. 1956) που κι αυτός στα ποιήματα της συλλογής του Αδιαπέραστο φως (2004) πραγματεύεται μέσα από μια σειρά ιστορικών βιοπορτραίτων το νόημα του θανάτου ως ζήτημα ήθους του βίου, αλλά και τον συμπατριώτη εκ Μεσσηνίας Βαγγέλη Τασιόπουλο (γ. 1959), με την ποίηση του τελευταίου συχνά να περιστρέφεται (λ.χ. στη συλλογή Γράνα, 2007) γύρω από τη σχέση φθοράς, ματαίωσης και επιβολής της ιστορικής βίας.
Για να προεκτείνω και να διευρύνω λίγο ακόμα τα ανάλογα με την τεχνική χαρακτηριστικά της ποίησης του Γουλιάμου, να σημειώσω εδώ ότι και από παλαιότερα έβλεπα πως, έστω και αυτονομημένα, ως μονάδες δηλαδή, τα ποιήματά του διαπνέονται από μια ομοψυχία, εντάσσονται στον ίδιο κύκλο συναισθηματικής ή νοηματικής αναφοράς και το ομοειδές τους μαρτυρά προφανώς το ομόρριζό τους. Φερ’ ειπείν, κεντρικό αφηγηματικό μοτίβο που περνάει στην Ομιλία της νύχτας από το ένα επιμέρους κομμάτι στο άλλο, είναι η διαχρονική μορφή του πρόσφυγα ή, αν το δούμε γενικότερα, οι πάσης φύσεως νομάδες (διωκόμενοι ή περιπλανώμενοι) που οδοιπορούν, ανοίγοντας δρόμους, συνδέοντας τόπους, θάλασσες, νησιά, ιδέες, ήθη, πόλεις, έργα τέχνης κ.α. Κατ’ αυτή την έννοια, ο ομιλών στο ποίημα μεταβάλλεται κι αυτός σ’ έναν ιδιότυπο  flaneur, καθώς «επισκέπτεται» διαφορετικούς χρόνους και διαφορετικούς τόπους, διαφορετικά πρόσωπα και προσωπεία, συναιρώντας τα στην ποιητική στιγμή: από την αρχαιότητα στο σήμερα, από τον Έγελο στην υδροκέφαλη Ευρωπαϊκή Ένωση, από την μικρασιατική καταστροφή στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, από την σμυρναίικη Ενόπη «στ’ αχανή περιβόλια της Μόρφου»:
Κάθε οδοιπόρος κρύβει την αλήθεια του/ Ξενιτεύεται για μιαν άλλη μάχη/-ούτε σπίτι μήτε δέντρο-/ αφήνει το σκυλί στην αυλή να γαβγίζει/ και τρέχει εξαγριωμένος/ στον προθάλαμο ενός γυάλινου ουρανοξύστη/ Το βράδυ πάλι πλαγιάζει με τα χρόνια του/ με γυναίκες που δεν γνώρισαν/ τους αιώνες της μιας μέρας (σ.35)
Δημιουργείται έτσι (πρόδηλα ή υπόρρητα) ένα σύνθεμα ποιητικό, όπου παρά τα φαινομενικά του αποσπάσματα ο λόγος είναι ένας, έτσι ώστε όλα μαζί να φτιάχνουν ένα πλέγμα, ένα συνδυασμό, ένα συνεκτικό σώμα στο οποίο μας καλεί να συναντηθούμε. Εκεί «ακουμπούν» (τρόπος του λέγειν) και συναρμόζονται η προσωπική μυθολογία του ποιητή, οι συμβολισμοί της, οι συνιστώσες της, η ενότητα του υποκειμενικού του χρόνου και χώρου, μάλλον των υποκειμενικών του χρόνων και τόπων, καθώς όσο η ζωή προχωρά πληθαίνουν μέσα μας τα βιώματα από πρόσωπα, χώρους και χρονικά σημεία. Η ποιητική σύνθεση της Ομιλίας της νύχτας αποτελεί λοιπόν την σύντηξη πολλών και διαφορετικών χρονικών στιγμών, διαφορετικών επεισοδίων, πολλών προσώπων της ιστορίας αλλά και των μύθων που μας περιβάλλουν. Κι έτσι ξεδιπλώνεται, απόσπασμα σ’ απόσπασμα, ένα είδος κυλιόμενου τάπητα αναμνήσεων, βιωμάτων ευφρόσυνων και τραυματικών, στοχασμών για το νόημα της ζωής και της ιστορίας, οραματισμών που ξεχωρίζουν, πέρα από τη σπαραγμένη σε ασύνδετα κομμάτια εικόνα του παρόντος και την ευκταία, όπως μας προμηνύει το βιβλίο αυτό, ενότητα.
Την ενότητα που δεν υπάρχει μεν, αφού επιδρά διαλυτική «η [εκάστοτε] ιστορία της νέας τάξης», αλλά είναι επιθυμητή και σχεδόν μοιραία για την ποιητική φαντασία, προτρέποντάς την «να κομματιάσει τα θλιβερά χειρόγραφα του γερασμένου δάσους». Συναρθρωμένος από 56 μέρη που, όπως είπαμε, δεν είναι αυτόνομα και αυτοτελή, αλλά το ένα περνάει στο επόμενο μ’ έναν διαδραστικό τρόπο, ο μονόλογος αυτός χωνεύει μέσα του μια αλυσίδα διαχρονικών συμβάντων και τροφοδοτείται από δυο γραμμές απολύτως δομικής σημασίας. Είναι η γραμμή της ιστορικής περιπλάνησης που συνδέει σ’ ένα πέρα-δώθε την μυθική αρχαιότητα και το σήμερα, και μαζί, η δεύτερη γραμμή που συμπλέκεται με την πρώτη και συνιστά, έστω και διακεκομμένα, τη συνέχεια της λογοτεχνικής, της καλλιτεχνικής ή και της φιλοσοφικής παράδοσης.
Άλλοτε η παράδοση αυτή έχει στην Ομιλία της νύχτας ως οδοδείχτες της στίχους ποιημάτων, άλλοτε αναφορές εμβληματικών ονομάτων της μακροϊστορίας και της μικροϊστορίας, όπως ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο ΄Εγελος ή ο Άρης Βελουχιώτης, άλλοτε συνδηλωτικές αναφορές ονομάτων της ελληνικής αρχαίας γραμματείας,  όπως ο Οδυσσέας, ο Έκτορας, η Αντιγόνη, η Εκάβη, ο Κρέων, ο Αγαμέμνων, άλλοτε ονομάτων της τέχνης γενικότερα και ειδικότερα της λογοτεχνίας, όπως ο Φρανσουά Βιγιόν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Εμπειρίκος, αλλά και ο σκηνοθέτης Αλμοδόβαρ ή ο σχεδιαστής Φίλιπ Σταρκ, και άλλοτε αναφορές τόπων, επίσης συνδηλωτικές, αφού οι τόποι δεν είναι απλώς γεωγραφικά σημεία αλλά φορείς μηνυμάτων, φορτισμένων ιστορικά, πολιτικά, βιωματικά, συναισθηματικά-ιδίως φορτισμένων με τη δραματική διασταύρωση της ατομικής με τη συλλογική μοίρα. Η νήσος Σφακτηρία του Πελοποννησιακού πολέμου, η γέφυρα του Όρεσουντ στη Δανία, το Χάνι της Γραβιάς, το κάστρο της Κερύνειας, οι ελαιώνες της Μεσσηνίας, η Ενόπη ή αλλιώς το Γκιοζτεπέ κοντά στη Σμύρνη, το ιταλικό Σαλέρνο και η Μόρφου κι η Αμμόχωστος στην Κύπρο.
Γίνεται τ’ όνειρο θρύψαλο της ύλης/ είδος λέξης δίχως τύψεις/ σε άπειρες μικρές υποθέσεις/ από αγριεμένα άλογα μιας ιδιαίτερης λογικής/ που χάσκουν στις αποβάθρες της Αφρικής/στη φρίκη της Σφακτηρίας/ καθώς Σπαρτιάτες και Αθηναίοι/ ποτίζουν μ’ αίμα τα καράβια τους/ υπερασπίζοντας το φιλοπαίγμον έπος τους (σ. 19-20).
Η ομιλία της νύχτας, αφήγημα ονείρου, όραμα, διήγηση παραμυθητική ή παρατεταμένος αναστοχασμός με την μορφή ενός εις εαυτόν μονολόγου άτακτου, απελευθερωμένου από τη συμβατική λογική και τη συμβατική χρονική συνέχεια, προβάλλει μια ακατάπαυτη αλληλουχία σκέψεων και εικόνων, διαποτισμένων από μια πυκνή συναισθηματική ένταση και αγωνία, καθώς συνοψίζει διαρκώς παραστάσεις ενός διασαλευμένου κόσμου.  Αν και η ενότητα, όπως σημείωσα λίγο πιο πριν, δεν χάνεται ως προοπτική των πραγμάτων, αφού, όπως φαίνεται προς το τέλος του μονολόγου του Γουλιάμου, η επίκληση στις μορφές και στα οικεία ονόματα της Μαρίας και της Σοφίας, εμφανίζεται ως παρακαταθήκη που αφήνει ανοιχτή την προοπτική, ο κύκλος της ζωής δεν μοιάζει να έχει φτάσει στο μη περαιτέρω, και, συνεπώς, το στοίχημα της ζωής δεν έχει ακόμα χαθεί.
και όλα μοιάζουν/ μόνο διαδρομή/ μόνο φως/ στο ελάχιστο σύμπαν της σελήνης// στο συγκρατημένο/ μόνο χρώμα/ του οίνου της εσπέρας/ το πυρόραγο/ της ηδονής / μόνο/ το φωνήεν της απειρίας του σύμπαντος/ Νola/ του Giordano Bruno// στην πυρά της άγνοιας/ κάποιου καρδινάλιου Roberto Bellarmino (σ. 31-33)
Αυτή η διατοπικότητα, η διακειμενικότητα και ο συμφυρμός των διαφόρων προσώπων που ξεπροβάλλουν στη σύνθεση του Γουλιάμου, συναιρούνται σ΄έναν ενιαίο λόγο. Υφοποιούνται δηλαδή μέσα στην ποιητική ομιλία του. Άλλωστε, το βιβλίο αρχίζει μ΄ένα απόσπασμα από την «Παρθενεία» του Αλκμάνος και κλείνει μ’ ένα άλλο από τον πλατωνικό διάλογο του Τίμαιου, ενώ εγκατεσπαρμένοι (και πλαγιογράμματοι) εμφανίζονται οι στίχοι των δέκα ποιητών που ήδη αναφέραμε. Εν τω συνόλω είναι το θησαύρισμα δεινών και ελπίδων, αίματος, βασάνων, πόνου αλλά και ενόρασης του αγαθού, μιας ύπαρξης που αγωνιά να κοινωνήσει όχι μόνο ό,τι της έχει ταράξει τη συνείδηση, μέσω του διαρκούς αναστοχασμού της, αλλά και ό,τι της έχει ταράξει τα σπλάχνα, καθώς ο φόβος και η αγάπη, το κεντρικό δίπολο αυτού του εκτενούς ποιήματος, γίνονται δώρα του σώματος προτού προσφερθούν στη Μαρία και στη Σοφία, τις «γυναίκες της έρημης χώρας». 

Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: