4/8/12

Οι κρεμαστές πισίνες

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ


«Όταν όμως μιλούσε, δεν έλεγε ποτέ του βλακείες. Ήταν ολοφάνερα ντροπαλός. Όπως αποδείχτηκε, ζούσε στην Ανατολή και βρισκόταν στην πατρίδα με άδεια»
                       Γ. Σόμερσετ Μομ, Το βαμμένο πέπλο

Η πρόχειρη βεντάλια των επιθυμιών. Η βαθιά ριζωμένη έξη των φαντασμαγοριών. Ταλάντωση πάνω από την εκκωφαντική αφθονία της σκηνής. Πάνω από τις δομές του αναγκαίου, του εξόφθαλμα ωφέλιμου, αλλά και του ενδεχομένως περιττού. Επείγουσα κινητοποίηση των αισθητηρίων. Το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής. Εννοώ την ανοιχτή πόρτα στην ενδεχομένως ορθή ερμηνεία του τυχαίου. Ίσως για μερικούς να είναι πράγματι η βασιλική οδός προς το απώτερο, το όντως περιεχόμενο του κόσμου. Ας την ονομάσω, προσωρινά έστω, ιδεώδη πρόσληψη προτύπων. Ασφαλή νομή και κατοχή πεδίου όρασης. Ας τυλιχτώ ακαριαία στην ωριμότητα της πρώτης σημασίας. Εκείνης δηλαδή που με επισκέπτεται χωρίς καμία εκ των προτέρων προειδοποίηση, που επείγεται να με χαράξει, και στη συνέχεια να με κατοικήσει. Να γίνει τώρα εαυτός.
Την ώρα ακριβώς που όλα φαίνονται ρευστά, αγοραία, αναλώσιμα. Πρόχειρα δείγματα του χαοτικού. Προσπαθώ να διακρίνω στον ορίζοντα, όπως μου τον προσφέρει το μπαλκόνι του εστιατορίου «Ku dé ta» της Σιγκαπούρης, το καθησυχαστικό σημάδι, την ακύρωση της παρακμής, τη διάρκεια των απολαύσεων εις το διηνεκές των φώτων.
Διακρίνω τα πλέον εντυπωσιακά δεδομένα και καταμετρώ: τις κλίμακες της Ασίας σε μια συνοπτική εκδοχή τους, την αυθάδεια ορισμένων υπερυψωμένων πολεοδομικών όγκων, αλλά και τις συμπαγείς ομολογουμένως αλήθειες των κτισμάτων, πέρα από τα μπαρόκ επιτηδεύματά τους, εγγυήσεις των διακηρύξεων της ευνομίας από τα φερέφωνα της πολιτικής ηγεσίας. Κατανοώ το εδάφιο από το Περί ύψους του Κάσσιου Διόνυσου ή Ψευδο-Λογγίνου «όμως το υψηλό, όταν λάμπει καίρια, φωτίζει σαν κεραυνός όλα τα πράγματα κι αναδεικνύει μεμιάς συγκεντρωμένη τη δύναμη του ρήτορα», σαν να αφορά και τους πολεοδόμους της νεωτερικής Ασίας. Ένας κόσμος λείος, κατεργασμένος, όπως αυτό το τοιχογραφικό σύμπαν δίπλα μου. Με κερδίζει όμως εκείνος ο πίνακας, στα δεξιά μου όπως κάθομαι. Στο κέντρο του τοίχου. Τα μάτια του λιονταριού εμβλήματος. Η λάμψη, ο κίνδυνος, η παραδοχή του ισχυρότερου. Του προσώρας μόνον ακινητοποιημένου βασιλέως των ζώων. Μάτια καρφωμένα πάνω μου. Θέλουν προφανώς να με ζαλίσουν, να με παρασύρουν εκεί που ξέρουν καλύτερα από οπουδήποτε αλλού, στην καρδιά του αρχαίου δάσους της Σιγκαπούρης. Να με βουτήξουν για τα καλά στην υπόθεση μιας ακραίας τόλμης. Υπνωτισμένο, ανέκκλητα τρωτό. Αναρωτιέμαι, καθώς συνέρχομαι από τη στιγμιαία αυτή απόσυρση στα ενδότερα του πίνακα, είχε διαβάσει άραγε ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε ο ζωγράφος; Τις Ελεγείες του Ντουίνο για παράδειγμα; Εκεί που βγαίνουν τα λιοντάρια να περπατήσουν μαζί με τους αναγνώστες στο δάσος των συμβόλων. Ακούμε στην αρχή της Τετάρτης Ελεγείας: «Und irgendwo gehn Löwen noch und wissen, / solang sie herrlich sind, von keener Ohnmacht». Ή, όπως αποδίδει στη γλώσσα μας ο περίτεχνος εκείνος Θεσσαλονικιός, από την Επανωμή, ο Δημ. Στ. Δήμου: «Όμως ζουν κάπου ακόμα λιοντάρια, κι όσο είναι / μεγαλόπρεπα, τ’ είναι αδυναμία δεν γνωρίζουν». Οι μύθοι ανέκαθεν διαμόρφωναν ήθη και βεβαίως πολιτικές αγαστής συμβίωσης με το πεισματικά παράλογο. Ο σταθερός κανόνας διεθνούς εμβελείας. Πως λάμπει τώρα και σ’ αυτή την περίσταση; Προσπαθώ να αφοσιωθώ για λίγο στο φαγητό μου.
Ό,τι προλαβαίνω να αφομοιώσω δεν είναι ο λαμπρός περίγυρος μιας μείζονος θρησκευτικής τελετής, αλλά μια καθόλα πραγματιστική, ειλικρινέστατη και βατή κοσμικότητα. Εντατικής μάλιστα ανέλιξης. Η βίωση μιας ανεπαίσθητης απόκλισης. Ίσως το απαραίτητο προστάδιο μύησης στις κύριες παραμέτρους του συγκεκριμένου χώρου. Ο ανιδιοτελής, αναλυτικός προσεταιρισμός των ορατών σημάτων. Τα λόγια, όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες συνθήκες δράσης, φτάνουν κάπως αργά για να στήσουν, για να γράψουν τις εικόνες. Το πεδίο δράσης των συγκινήσεων είναι επόμενο να διευρύνεται συνεχώς. Αλλά και μήπως η ίδια η γλώσσα δεν είναι μια επιπλέον εικόνα, όπως ισχυρίζεται ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ; Το βλέμμα με έχει ήδη πείσει προ πολλού ότι μπορεί πράγματι να διαβάσει απερίσπαστο όλα τα τεκμήρια της πολεοδομικής δράσης. Από δω που στέκομαι τώρα, στο νοτιότερο άκρο αυτής της επιφάνειας, η οποία στεφανώνει ως αψίδα φουτουριστική ολόκληρο το ξενοδοχείο, το μάτι, σαν χορτάτο πια, πιστεύει πως αγκαλιάζει ανεμπόδιστο το γηγενές γίγνεσθαι. Η αίσθηση της πληρότητας μέσα στην έκπαγλη προσφορά των χρωμάτων. Ακόμη και οι πενέστεροι στους κύκλους των κατοίκων φαίνεται κάποια στιγμή ότι ζουν, ότι αναπνέουν διάρκεια και αντοχή μέσα στα χρώματα της σπατάλης των φωτεινών δεσμών. Σπατάλη, η οποία ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί στοργή.
Καθαρογράφω ή μάλλον αποπειρώμαι να αποτυπώσω σε έναν πρώτο βαθμό το προϊόν της εξισορρόπησης των περίπλοκων στοιχείων. Την αφανή αλλά πρόσφορη συναίρεση των εναντιωματικών προαιρέσεων. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για την εσκεμμένη μη περαιτέρω κατάτμηση και αντιδιαστολή των όγκων. Τα συστατικά και τα παραρτήματα της πραγμοποιημένης βούλησης ανήκουν ασφαλώς στο ίδιο μουσικό κομμάτι. Εξ ου και η επιβλητική αρετή, η δομημένη, η περίβλεπτη πειθώ. Ένα είδος καρτεσιανής προοπτικής. Ανιχνεύεται κι εδώ, παρά το πέπλο της σύγχυσης που πέφτει ενίοτε εδώ κι εκεί.
Είναι φανερό ότι το νησί περνάει με ιδιαίτερη ευκολία από τον ένα κύκλο των παραγωγικών του μεταμορφώσεων στον άλλο. Τοπίο χαμαιλέων. Αρχαιολογία των πρώτων δέντρων, βράχοι σαν απειλή στην αρχή, στο ξύπνημα της ημέρας, στο πρώτο φιλί της νύχτας, αποτυπώματα καταιγίδων κι άλλα σκαριφήματα των καιρών. Τα πάντα βουτηγμένα στην υγρασία ενός υποθετικού μυστηρίου. Σήμερα, συνιστά πλέον την απαρτίωση μιας υποδειγματικής μητρόπολης. Αρχιτεκτονικές φωτοχυσίας πάνω στο κύμα. Η ισχυρή εντύπωση ότι δηλαδή υπερίπταται κι εδώ ένα είδος γρανίτη. Ή μάλλον όνειρο από γρανίτη. Οι ουρανοξύστες υπερ-φωλεές. Στην κορυφή τους η πισίνα της απροκάλυπτης τεχνολογικής έπαρσης. Κολυμπάμε διακόσια μέτρα πάνω από τη γη, στον αέρα της ματαιοδοξίας, στο ζεστό κενό της σιγκαπουριανής νύχτας. Η επωδός ότι είμαστε ίσως οι πλέον αβέβαιοι, οι επισφαλείς κάτοικοι του κόσμου, οι παρείσακτοι, οι οποίοι βιώνουμε εξακολουθητικά την πραγματικότητα μέσα σε μια καλοβαλμένη πλάνη, σε μια υπερβολή ηδονών. Να προσεγγίσουμε ξανά τις Ελεγείες του Ντουίνο. Την Πρώτη αυτή τη φορά. «Tiere merken es schon / daß wir nicht sehr verläßlich zu Haus sind / in der gedeuteten Welt». Με τον τρόπο πάλι του Δημ. Στ. Δήμου: «... κι αυτά ακόμα τα ζώα, τα σοφά το μαντεύουν, / πως δεν είμαστε βέβαια τόσο ασφαλείς / μες στον γνώριμο κόσμο».
Πρόσθιο κολύμπι. Το θεσπέσιο αίσθημα του αβαρούς. Μακριά, πολύ μακριά από το έδαφος του βίου και των συνθηκών του. Εδώ, σ’ αυτό το ύψος, τα πράγματα φαίνονται κοσμήματα. Για λίγο ακόμη μέσα στις διαβεβαιώσεις της μουσικής. Την εκτελεί με συγκρατημένη ευθυμία ο χορός των Σειρήνων, μιας ακριβής αλλά όχι και τόσο απαγορευτικής απόλαυσης. Ίσως, για να συμβουλευτώ κι εδώ τον Διονύσιο Σολωμό, ένα είδος «αυτοΰπαρχτου» κόσμου», στην υλική του διάσταση, μας περιβάλλει με ήρεμη αποφασιστικότητα. Με έχει ήδη καταγράψει στο μητρώο του. Στην άκρη της πισίνας, στην απόληξη της πρόσκαιρης αυτής χαλάρωσης, περιμένει βεβαίως, πιστή αλογόμυγα, η καθημερινότητα. Ο βλοσυρός, πρώτος βαθμός της πραγματικότητας. Ο συμπαγής χρόνος. Ο χωρίς καμιά εγκοπή.
Φρονώ ότι επαληθεύεται άλλη μια ειδική στάση ζωής. Την παραθέτω αυτούσια: «Να βλέπεις αυτό που επέρχεται και όχι μόνο αυτό που είναι. Επικέντρωσε την εργασία σου στις συνέπειες του νέου. Αποδέξου την πειθαρχία που προσιδιάζει στο γίγνεσθαι αυτών των συνεπειών. Μετάτρεψε την πολλαπλότητα που είσαι, σώμα μέσα σε σώμα, σε ανεξίτηλη ύλη του Αληθούς». Πρόκειται για χαρακτηριστικές ρήσεις του Αλαίν Μπαντιού. Διδάσκει, μεταξύ άλλων, ετοιμότητα στην «Ενσωμάτωση», όπως εντοπίζεται στο έργο του Δεύτερο μανιφέστο για τη φιλοσοφία. Συνεισφέρει κι εδώ ένα αξιακό μέτρο συμπεριφοράς. Ικανό να μου εξασφαλίσει, σε σταθερή βάση, την απαραίτητη δημιουργική έκπληξη.

Ο Γιώργος Βέης είναι ποιητής

Δεν υπάρχουν σχόλια: