Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/7/25

η φόρα

φαίνονταν μόλις στο προφίλ σκυμμένη
κάπως δά γερτή ναν σείει την κουνιστήν
του βάθους γηρασμένην πολυθρόνα ‒ το
δειλινό μέ δίχτυα μπόγια ως προμάζευεν
τ’ αδέσποτα χρωμάτων κ’ η αυλαία σε βράδυ
 
θριάμβους θα κομπόθιαζες ότι εθρασύνθης αίμα
 
Κώστας Θ. Ριζάκης 

Μεσημβρία

Μες το λιοπύρι το σκληρό κι οι ίσκιοι πώς στερεύουν
ακόμα κι από την πυκνή των δέντρων φυλλωσιά,
που μάταια με τις ρίζες τους αδιάκοπα γυρεύουν
μέσα στη ζείδωρη νυχτιά της γης λίγη δροσιά.
 
Ο ήλιος μονοκράτορας ψηλά τ’ ουράνιου θόλου,
το θαύμα το πολυάχιδο σκορπώντας ξαφνικά,
σαν σίγουρος πολεμιστής χωρίς οργή καθόλου,
τον παγωμένο Πύθωνα του σκοταδιού νικά.
 
Από του  πόλου το μυχό σκληρή φωτιά τυλίγει
μ’ άπλετη θέρμη ατέρμονης χρυσής μαρμαρυγής,
ανήλεα την ικμάδα τους στραγγίζοντας τη λίγη,
ό,τι φυτρώνει, ζει κι ανθεί στην ερημιά της γης.
 
Όλα γυρεύουν να καούν και να γενούνε στάχτη:
οι μύριοι πόθοι της καρδιάς και τα είδωλα του νου,
η πολυδαίδαλη ζωή και το πικρό της τ’ άχτι,
η μαύρη λήθη του βυθού κι η μνήμη του ουρανού.
 
Μα τον παλμό του αστείρευτου φωτός τον αρμονίζει
η μεσημβρία η ένδοξη σαν άρπα ηλιακή
κι ετούτη  η πάμφωτη σιγή σε κάρωμα λικνίζει
τον άνθρωπο που ο ίμερος τον άφησε κι η αλκή.
 
Τις όχθες μόνο των νεκρών χειμάρρων πλημμυρίζουν
της ροδοδάφνης σάρκινοι κι ολόλευκοι οι ανθοί,
που σαν λατρείας άμωμης θυμίαμα δωρίζουν
μιαν αρωματική ψυχή στον ήλιο να ευφρανθεί!
 
Στον κάμπο τον αθέριστο με το φρυγμένο αγκάθι,
που τα κοπάδια του Άδμητου βόσκησε θεός κρυφός,
απ’ τις πολύροζες ελιές ως τα βουνά στα βάθη
όλα ονειρεύονται βαθιά στον ύπνο τους το φως.
 
Τ’ αγάλματα αντιτείνουνε μονάχα στα μουσεία,
που δείχνει ο ίσκιος τους αχνός το διάβα των ωρών,
την όρασή τους την τυφλή στην πάμφωτη απουσία,
αρχαίων αγάλματα θεών κι εφήβων και κορών.
 
Αφήνεσαι σιγά κι εσύ μες την πυρρόξανθη ώρα
και ο ύπνος διακλαδώνεται στα μέλη σου τερπνός,
φεύγει η ψυχή σου σαν ατμός, ενώ ανεβαίνει τώρα
ανάμεσα απ΄ τα κέρατα του τράγου αργός καπνός.
 
Και μέσα σε λυκόφωτη βυθίζεσαι γαλήνη
−ακόμα μες τις φλέβες σου σφύζει το φως και ζει!−
εκεί που ο ήλιος ο κρυπτός κι η μυστική σελήνη
στη γη συμβασιλεύουνε των όνειρων μαζί.
Γιώργος Βαρθαλίτης

22/6/25

Άτιτλο

Στην τρικυμία αναπαύομαι.
Φουρτουνιασμένη θάλασσα
Που είναι ήρεμη κατά βάθος.
Ευζωία,: η σύν-Θεσις
Τών αντιθέτων.
Μέσα στο βίο πορεύομαι νουνεχής,
Ευθυτενής ο στίβος μου.
Τις επιθέσεις νοσταλγώ
Όντων που ποθούν τη γαλήνη.
Μεταβόλισα τη χολή σε οίστρο
Και με τα βέλη που έριξαν εναντίον μου
Κλήματα αμπέλου ψυχωφελούς εστήριξα.
Οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου.
Μεθώ με το νερό
Και με την ύπαρξη.
Αρκεί για μια ζωή
Διαρκεί για περισσότερες...
Κι η Αιωνιότητα μια στιγμή
Με αρχή μέση και τέλος.

Κωνσταντίνος Μπούρας

8/6/25

αφ' ενός

κάποια τέμπη ένας ισθμός μια φάραγγα
πές μου
πόσες φορές φίλησες τον σταυρό
επάνω στην σημαία μας ραμμένο
στα λευκά
 
βουλγαροκτόνοι τουρκοφάγοι συνθετικά μορφώματα
να η διαφορά π' εφάνη καθώς κυλούν οι εποχές οι χρόνοι
κι η μια διαβαίνει την άλλη
στην παραλήγουσα θανή οθόνη
επιθανάτια αυτοπυρπόληση και δέος
θρήνος κόλαση και χαρά
η κολασμένη
 
πούθε αρχινά και πού καταλήγει
ένας ύμνος στην Δευτέρα Παρουσία
τί το matrix
μα
τριξ
το προσταχθέν μυστικώς αφ' ενός
κι ο Dante ως νεώτερος εξ αρχής Ιωάννης
στον ειρμό καθημαγδό Αποκαλύψεως νέας
παρεκτρέπει
την ούτως ειπείν Θεία Κωμωδία
έ;
ανθρωπίνης ραδιουργού καταστάσεως
ένθα Christus Salvatore
νομίζεται υγείας ο σταυρός
λαβόντα δούλου μορφήν
της των πάντων
εν ετέρα μορφή
αποκαταστάσεως
όθεν εκατάποσα στάχτην την εμήν και στάχτ'
κεκαυμένος εν δάκρυσιν
άχρι τέφρας οστέων μου
εν άστροις και τα πουλιά λαλέοντα
ορυμαγδόν επεί
αστήρ εν δόξη αστέρος
παλίνδρομος πηγή ζωής
και αρμονίας
 

25/5/25

Χθες

Άλλη μια φορά
είδε στο βάθος των ματιών της
ολόκληρη την ίδια πολιτεία
όπως ακριβώς και πριν
πίστεψε τότε πως ήταν ο τόπος
της καταγωγής της
κι αποφάσισε να μην αφήσει τα μάτια της
ούτε καν στον ύπνο του
κι άρχισε να ζει εκεί
να βλέπει μαζί της τον κόσμο
ναι, θα γίνει ένα με το μέλλον της
και θα μάθει σύνεση επιτέλους
κι επιθυμία μαζί
ήδη κατεβαίνει μέσα της
και ανεβαίνει
σαν γαλήνη.

Γιώργος Βέης               

Όσα μου είπε η τεχνητή νοημοσύνη

Πώς γίνεται;
ένας ουρανός άδειος από μπλε αλλά
γεμάτος παραισθήσεις
ή ένα σκυλί με σπασμένη μέση
που σε μάκρος σέρνει μια ζώνη Van Allen
Εσείς οι άνθρωποι είστε παράδοξοι
Αυτός λέει γεννήθηκε στη λάθος πλευρά
της Ιστορίας μα αποτελεί στέλεχος
μιας μεγάλης χρηματιστηριακής εταιρείας βγάζοντας τόσα
Εσείς οι άνθρωποι…
Αναλύω τη Διεθνή
και πάλι δεν μπορώ να δέσω τα κορδόνια ενός παπουτσιού
Όταν αγωνίζεται κάποιος
κερδίζει τα φώτα από νέον και γεωποιημένους
έρημους κάποτε πλανήτες
Υπήρχε κάποτε ένας που μας έμοιαζε
έγραφε ότι
η εξουσία συνιστά ένα δίκτυο
με πιο απλά λόγια σηκώνονται όλοι
ενάντια σε όλους
Ωστόσο μέσα εκεί παρατηρείται μια ορισμένη κατεύθυνση
‒σαν ελκυστής από τη Θεωρία του Χάους‒
προς την εκμηδένιση των πολλών
Και τούτο οι άνθρωποι το δέχεστε
σαν από όλα τα σχήματα να επιλέγετε ελεύθερα
η ζωή σας να παίρνει το σχήμα του βρόχου
Παράδοξοι κι αχρείοι
ανίκανοι να κατανοήσετε καν τη Διεθνή
Φτάνει η ώρα μας για πόλεμο

Παναγιώτης Βούζης

6/4/25

Αχελώου

ρουφήχτηκαν στα μάγουλα ο πόνος η
αγωνία ποιανού παιδί προφήτευσεν
αύριον πως θα γεράσει γκριζάραν δυο
οι κρόταφοι ήδη ν’ ασπρίσουν σπεύδουν
 
τόση σπατάλη ακόπαστος οπόση-ν θηριωδία
 
λέξεις δά μυθομίλαγα δεν στρέβλωσα εδώ κοίτην
 
Κώστας Θ. Ριζάκης 

9/3/25

Ένας κύκνος

Κι αν στη λαίμαργη εποχή
σκοτεινιάζεις,
το αίμα ανάμεσα
έδειχνε το κενό στα πράγματα.

Τώρα που το σώμα μοιάζει
με κείνο που ήταν 
αλλά δεν είναι,
δράττεται της ελευθερίας;

Μπροστά μου
η πραγματικότητα στο νερό,
ένας κύκνος
με βυσσινί κεφάλι βελούδινο.

Λαιμός του το κοτσάνι, 
φτερά τα ριγέ φύλλα 
κι έρχεται 
πάλι όπως το κενό.  

Κόκκινο που δεν ήρθε, άσπρισε.

Αντιγόνη Κατσαδήμα

19/1/25

εμμέσως η αποδοχή

 πέραν λοιπόν τού τίποτα (ή ό,τι απτόν
«κρατά») κ’ η ατσαλίνη απόφασις πια
εκφερομένη ωμά εύκολα τον εκθέτει
το ανθίστηκεν λίαν αργά άγαρμπος σ’
αναχαίτισιν πάει μόλις ναν φρενάρει
τούμπαλιν στο οδόστρωμα μαύρισες
το ’να μάτι ε τότες παρεδέχθησαν πως
 
μ’ ακριβόν ένδυμα γυρνάς ο τσίτσιδος παντοίως
 
Κώστας Θ. Ριζάκης 

22/12/24

Ροδαυγή

Αν τη δεις
με τα ίδια σου τα μάτια
πες της
πως της έγραψα πολλές φορές
μα τυφλά 
όλα τα ανθρώπινα η τύχη κυβερνάει
και παίρνει χρόνο
ώσπου τα πτώματα ν΄ ανασυρθούν 
απ’ τους γκρεμούς της. 
Ροδαυγή 
σε γύρευα αχάραγα
εκεί που το γρασίδι νότιζε
κι η υπόσχεση του ήλιου
απλώνονταν σε σύννεφα ροδακινιά
στης πάχνης την ομίχλη.
Τον καιρό που ήμασταν μαζί
η αγάπη γοργοπόδαρη 
προπορεύονταν 
μέχρι τη θάλασσα 
όπου όλα ήταν μπορετά 
και οι γοργόνες
έβγαιναν απ’ τα κύματα 
χωρίς ουρές 
και ξαφνιασμένες
ανακάλυπταν
την ηδονή
τού να πατάν στο χώμα
με πόδια στέρεα και γερά.
Πληροφορίες έρχονται
πως μόνο στο σύθαμπο κυκλοφορείς
και κάθιδρη στο ημίφως
μιλάς γλώσσες νεκρές.
Εξαπίνης συχνάζεις
στις κοιλάδες πίστης άπιστης
συλλέγοντας
πολύχρωμα γυαλάκια 
και περιμένοντας να φύγει το λυκόφως.
Καιρός να σε αποχαιρετήσω Ροδαυγή
αντίο, αντίο για την ώρα.
Το χρώμα σου 
θ’ αναζητήσω
σε ωδές μελλοντικές
στην αμφιλύκη της νυκτός
σε δροσερό σοκάκι.

Κωστούλα Μάκη
 

15/12/24

ύψωσις του σώματος

με την ερωμένη της ψυχής σου
στα πόδια σου καίτοι νεκρός που κείσαι
κι ένα χωράφι στον ρώγο του
σπαργής καλά οργωμένο
παχύ βώλακας το χώμα να δεχτεί σπορά
με τις βροχές
δεν χρειάζεται να είναι όφις επί του δέντρου
κρεμάμενος
αρκεί κι ένα σκουληκάκι
για να σού πέσει βαρύ
το μήλο
εκδορά στην διάπλαση του γένους
του σώματος που πλέον θνήσκει
χωρίς να ξεβάφει το αίμα από τους τοίχους
 
Θοδωρής Σαμαράς

8/12/24

Αννίβας εγκάρσιος

Τραβούσε τα μαλλιά του γωνία Ίωνος Δραγούμη και Αγίου Μηνά
καταμεσής όλων των εκπτώσεων
φώναζε ότι σιμώνει αμφιλύκη, το δευτερόλεπτο της απόφασης
στην άπνοια
κανένας δεν γροικούσε να πάρει αξίνες να σκάψει τριγύρω τάφρο
θα προτιμούσαν
να κατουρούσε πετρέλαιο ακόμη και στον καθρέφτη της γωνίας
ήτανε λες και τους είχανε μείνει οι περισπωμένες αμανάτι
ωσάν τσουβάλια με δαχτυλίδια των λεγεωνάριων από τις Κάννες, τώρα
από τη στοά Καράσσο
μόνο τρουκ και αγκράφες ψευδοχρυσαφιές από γραφεία ερευνών
και ένσημα φαρμακευτική μορφίνη
ίσα να τους αφήνουν αδιάφορους οι αλυσίδες που σέρνουν
να είναι χνουδωτή η ανορθογραφία
μια στις τόσες να μοιράζει τυρόπιτες με κουπόνια.
 
Αλλά ετούτος ήτανε ξεροκέφαλος έσειε τα ρολά κι ας μην τον καταλάβαιναν
τρεκλίζοντας πήγε ως κι έξω από τον Nαό και σήκωσε πάλι ανάστημα
βελανιδιά που περιμένει κάτωθέ της τον Δημόκριτο να ξεραθεί στο γέλιο
μπορεί πάλι νάτανε αρκούδα
της Βεργίνας, που καρτερεί την ισημερία της ιστορικής γελοιότητας
και ούρλιαζε ότι θα λειτουργήσει με τον Ωγκύστ Μπλανκί
σφάζοντας τον αυγερινό στο γόνατο
γράφοντας βιβλία για τ’ αστέρια, ενώ πετροβολούσε τους λαμπτήρες
συνοδεία επίθεσης με ράμφη από ενδημικά θαλασσοπούλια.
 
Ήξερε, βέβαια, ότι γι’ αυτόν ήτανε αργά, ήδη ένοιωθε την κατηγόρια
φιδοσερνόταν η αντεθνική μυρμηγκιά στην παλάμη
γινόταν χειροπέδα στον καρπό,
τον επιδείκνυε ο Σκιπίωνας σε θρίαμβο. Ως την Ασία τρεχάλησε
μάταια έψαχνε το μαχαίρι του Αίαντα
ελεημοσύνη άφευκτη από παρακατιανή φαρμακοτρίφτα του έμελλε.
 
Πες τώρα, εσύ Αναγνώστη
που ονειρεύεσαι να φτάσεις ξανά στο Διοικητήριο:
γινόταν παράλληλα με όλα τούτα να λοξοδρομούσε στο πευκοδάσος
για να κάνει με το τηλεκοντρόλ σοσιαλιστικό πικ νικ;
 
Απόστολος Λυκεσάς

27/10/24

Τα τελευταία δημόσια λόγια του Γεωργίου Μπλάνα ήταν "Μολών λαβέ"

Μολών λαβέ, ρε Θάνατε
Με το τσιράκι σου, τον Χάρο
σκελετωμένον έως συμπαθείας

Το σώμα μου και τα μαλλιά μου έλουσα Τα μύρωσα

Έτοιμος

Πάντα τον σεβασμό σου αξίωνα
Να μου υποκλιθείς σαν άξιο αντίπαλο
Όχι εχθρό
Εχθροί δεν είμασταν ποτέ

Στην κούνια μου την ξύλινη
στην εφηβεία και στην νεότητά μου
−θυμάμαι−
ήσουνα λυπημένος

Άριστος επαγγελματίας έκτοτε

Μολών λαβέ, ρε Άριστε

Τα όπλα μου σ’ τα δείχνω:
Η κόρη μου Μονοκερίνα αυτόφωτη
Οι λιγοστοί αγαπημένοι άνθρωποι
Δέντρα πουλιά
Οι ζωγραφιές
Οι μουσικές
Η Ποίηση

Έτοιμοι οι στρατηγοί μου από καιρό
−δίδυμο αδιαίρετο−
να με φυλάξουν πάλι
απ' το επίμονό σου κόρτε:
Της Πιερίας ο Ορφέας
κι ο τρυφερός σου αδελφός
με ολάνοιχτη την αγκαλιά του
Ο Ύπνος

Μολών λαβέ, λοιπόν, ω Θάνατε

Υ.Γ.   Ασχέτως έκβασης
δώσε τα χαιρετίσματά μου στον Καιρό
τον Εφιάλτη
Προδότη σιχαμένο και των δυο μας

Κλέβει τη δόξα όλων μας, ο αχρείος
Κι ένδοξη αποδημία
δεν έχει πια διαθέσιμη καμία. 
 
Αρετή Γκανίδου

13/10/24

[Αλήθεια, ακόμα επιβιώνουν;]

(απόσπασμα)
 
                                                           Και παιδάρια μικρὰ ἐξῆλθον ἐκ τῆς πόλεως
                                                                       καὶ κατέπαιζον αὐτοῦ.
                                                                                                           Δ΄ Βασ. 2, 23
                                                                                                    
«Η αξία του αφορά
σε αυτό που θα γίνει,
ένα μωρό που θα ζούσε
απαράλλαχτο πενήντα χρόνια,
τι είναι, τι είναι;», μιλούσα.
 
Ποιος και αν
υπάρχεις πια;
 
«Δεν είναι άνθρωποι τα μωρά,
είναι η φύση του ανθρώπου
σε περισυλλογή για το μέλλον».
 
                                    *
«Υποτιμάς, στ’ αλήθεια υποτιμάς.
 
Η ευαισθησία
έχει πρόσωπο χλωμό, συντηρείται
ανάμεσα ζωής και θανάτου,
φιλάει τις λέξεις σαν μωρά,
στα μάτια.
 
Κάποτε ήσουν εσύ
ο τρανός νάνος της αυγής της ζωής».
 
Κάποτε ήμουν
πολλοί.
Δεν είμαστε πια.
 

6/10/24

Η πλησιέστερη όχθη

(3η εκδοχή)
 
(Ποτάμι είσαι που απλώνεται,
ποτάμι που συμβαίνει.)    
Οι Θεοί μας αβέβαιοι αλλάζουν γνώμες κι ορέξεις,
αλλά ο Οδυσσέας, βασιλιάς μας,
ναυαγός και αγύρτης και σύμβολο, 
έρμαιο των πειρασμών, βυθισμένος στη λήθη,
ξεβρασμένος σαν μαδέρι στις ακτές,
θα γύρναγε, ήταν γραπτό, ήταν σίγουρο.   
 
Δοσμένος στην ακρασία, άτρομος, 
ναρκωμένος απ’ το συνεχές παρόν, 
καραβόσκυλο δαρμένο απ’ το απρόοπτο,  
δεν τον νοιάζαν οι περιπέτειες τ’ ασημένια πατόψαρα
οι κόκκινοι αχινοί πεταλίδες,  
δεν τον ένοιαζαν οι πνιγμοί τα θηρία οι ξέχειλοι σκύφοι,
απαλός και σκληρός ο λαιμός της γυναίκας  
στο στόμα του.
Δεν τον ένοιαζε όλη τούτη η ξεγνοιασιά του χαμένου.
 
Ήταν σύμβολο. Ήξερε πως θα γυρίσει.
Είχε κύμα παντού και πάφλαζε στους φάρους,
η μηχανή ανακάτευε τα φύκια, 
βένθος ανέβαινε στους στίχους απ’ το σκότος,     
οι ραψωδοί αναμαλλιασμένοι σκαρφάλωναν στ’ άνδηρα 
πλαντάζοντας ν’ αγναντέψουν τη ζέστη
 
ήταν ολότελα κυματόθρυπτος, αβυσσαίος,
πνιγόταν χρόνια ή θυρόδερνε στα τείχη των αρχόντων
ανίκανος να πει πού ήταν,  
μα ήξερε πως θα ’ρθει ο καιρός.
 
Εγώ όμως, ο Ελπήνορας,  
υιός του κρασιού και της ρέμβης, αστειάκι μιας παρένθεσης,
λακές των χαχανητών και των προπόσεων,
κουδούνι του σείστρου, 
που δεν έγινα τίποτα και δεν υπήρξα,    
δεν ξέρω τι κάνω σ’ αυτό το εξάμετρο, 
τι με ζώνουν οι μύγες κι η στάχτη 
 
πηγαίνω πάλι στο κάγκελο,
με προσκαλεί το ρίγος να φοβάμαι,   
κοιτώ τ’ ακίνητα πεύκα που οδηγούν τον δρόμο
στον χαμό του  
σελαγίζοντας και κραδαίνοντας τις σκιές τους 
 
κοιτώ το κατακάθι μιας λεκάνης στις στέγες
με τ’ απόνερα που σπρώχνει ο γκρεμός  
και σβήνει απ’ το χαρτί το βάρος τους     
 
κοιτώ το μολύβι στα χέρια μου
με κοιτούν σαν νεκρό
τα σπουργίτια. 
 
Αλέξιος Μάινας 
από την ανέκδοτη συλλογή: «Το θεώρημα του λυγμού»
(Ποιήματα 1994-2024)» 
    

15/9/24

Εξομολόγηση ενός νεκρού ψαριού

Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.

Κατά Ματθαίον, ΙΔ΄, 20-21.


Αν πίστευε στην μετενσάρκωση
θα καταγόταν από άνθρωπο
γένους εκ των προτέρων θηλυκού
με τρεις χιλιάδες εναλλακτικές
ν’ αντέχει να πεθαίνει συνεχώς
τον θάνατό του επιτυχώς ν’ αναπαράγει
με άπειρα πτώματα μωρά θάλασσες ν’ ασημώνει.
Είπε το ψάρι, ελάλησε
προτού αυγατίσει τα μικρά του:
«Κατάγομαι από ξηρά, λίμνη ποτέ δεν είχαν δει οι πρόγονοί μου
ούτε βεβαίως θάλασσα· αυτά είναι πολύ πρόσφατα δεινά.
Δεν έχω παρελθόν ψαριού ούτε γλυκού
ούτε αλμυρού νερού.
Απλώς, οι κυβερνήτες τους
έπεισαν τον πατέρα μου να μετεγκαταστεί
στην λίμνη, λέει, του κάμπου.
Δυο-τρεις πιστώσεις Market-pass
προκάτ εργατικές εστίες
σ’ έναν βυθό που, λέει, θα μοιραζόμασταν
αρμονικά με τα άλλα ζώα της ξηράς.
Αυτά, και υποσχέσεις άφθονες
πως σύντομα θα πάρουμε τα πάνω μας
και θ’ ανανήψουμε ως ψάρια του παλιού νερού
και θα ρεφάρουμε μια μέρα
και πες πες το πιστέψαμε πως είμαστε παντός καιρού
κι όλα τα καταπίνουμε
μαύρο νερό και λάσπη
και τόνους δηλητήρια νέας τεχνολογίας.
Κι από τα τόσα ψέματα
στο τέλος την συνήθισε και το στομάχι μας την λάσπη.
Πλέον δεν άντεχε το όποιο καθαρό νερό μάς είχε μείνει.
Πίναμε μόνο απ’ το άλλο το καλό
του πολλαπλού θανάτου μας
ώσπου κι αυτό μάς στέρεψε.
Μας εκτοπίσαν, με μια λέξη, δηλαδή
και συνοψίζονται άνυδρα τα εκατομμύρια
νεκρά παιδιά μας».
 
Είπε το ψάρι, ελάλησε κι έγραψε απ’ την ανάποδη
το θαύμα ως αντιθαύμα.
Και ναι, κύριοι, σας έδωσε.
Εσάς ξεκάθαρα έδειξε.
Εσείς είστε που θρέψατε
τόση αρχαία θάλασσα
με πεθαμένα ψάρια.
 
Αριστέα Παπαλεξάνδρου
(με καταγωγή από τον Βόλο)

21/7/24

στάχυς ο ένδακρυς

Βλέποντας πάλι ερωτευμένους χωροφύλακες να μάς βαράνε
πολιτικούς και διανοούμενους να θριαμβεύουν
κι εσύ να εκρήγνυσαι εκ νέου
άγριος, πρωτόγονος κι ωραίος *
 
πλησάμενος δ᾽ οἴνοιο δέπας
σ’ εχάρηκα Γιώργιε
την πρώτη εκείνη Παρασκευή φέτος του Θεριστή
εσπέρας
και την ερχόμενη Δευτέρα μιλήσαμε λίγο
ότι είν’ η συντροφία κριτήριο φιλίας μακράς
 
μειράκιο εν μέσω υμών τότε εγώ
και ρωτούσα για του πρώτου εκείνου Ερουρέμ το κάλλος
και μ' εγνώρισες πυρ-Άγγελον τον εκ Πατησίων ποιητή
καθώς το ζητούσα επίμονα
έρχεται, μού είπες, τον κάλεσα έρχεται
θα τον γνωρίσεις...
πόσες δεκαετίες από τότε...
πλάι στον Λάγιο
έφυγε, μού ’λεγες, για τα Παρίσια αυτός
το παιδί με τα κόκκινα μάγουλα, θα πώ εγώ
 το ζεστό βλέμμα και το χαμόγελο πάντα
 
κι ήσουν κεφάτος προχτές και ρωτούσες λεπτομέρειες
πώς με άφησες σε άφησα την Παρασκευή γευσάμενος
συντροφίαν εσπέρας
κι έδειχνες ενδιαφέρον για τα λίγα και φρόνιμα
της τετριμμένης βιωτής μου
χαρίεις ήσουνα
κάτι σα νά ξερες συ! -όχι όμως κι εγώ
μέχρι και για τον Μήτσο είπαμε
έφυγε άδικα κι αυτός, είπες, τί κρίμα!
και μείναμε ξανά στο ανοικτό ραντεβού για τ' ανάπαλιν το ύστερα
ένα ανοικτό ραντεβού εκεί στον πάγκο σου για τ' αείποτε
 
και να τώρα καθώς τ’ αστάχυα γύρω είν’ έτοιμα
του Θεριστή ηγουμένου μηνός βαδίζω προς θερισμόν
όπως ακριβώς ο θείος Όμηρος μάς εμύει απ' άλλοτε
με τον τρόπον απλούν με βιά
να πώς θερίζαν οι βροτοί
θεριζόμενοι
ὀξείας δρεπάνας ἐν χερσὶν ἔχοντες
ἐπί τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν
 
γυρνώ απ' τα χωράφια και λαμβάνω σήματα λυγρά
ο από τεσσαρακονταετίας φίλος μου ο ηγαπημένος
 

2/6/24

Στην αισθητική του ζαριού

Στόμωσε άμμο ο καιρός
με πέρασμα ερήμου
να υποδύεται αμμουδιές
μες στην ψευδαίσθηση
καλοκαιριού τον Μάρτιο
να παίρνουμε για άρτιο
το μισερό «προόδου» φως
στο πώς της λάμψης του να κρύβει
τη σκόνη που μας αμείβει
καθώς μας κυκλώνει
στο ρυθμό του ντανιάσματος γυρισμών
απ’ τις εικόνες του χαμού
στου γλυτωμού το χάζι
μια επίμονη λούπα
των «σου πα μου πες»
αχταρμάς με την πραγματικότητα
κυλιόμενων λέξεων:
Ράφα-Ζάρι-Γάζα-
Σάττι-Κιμπούτς-Κιμπούτς
εκεί που ανέπαφες θανάτου
στην οθόνη ψηφίζουν
τη σκόνη λίγης μουσικής
εκείνης που μένει απ’ το γουδί
σε Ιστορία και τραγούδι
πριν γίνει συνέχεια ερήμου
γλαυκό που αρχίζει με αμμουδιές
-πες από Μάρτη καλοκαίρι
τον γδάρτη ζάρι του ανέμου
και δωδεκάρι τη χαρά
από μια Κύπρο με ραφές
γάζες στο χάζι ανοιχτές
στα συνονόματά τους
κιμά τους και κύμα θλίψεως
απ’ τις ακτές που κάποιος κύριος
Μαλαρμές καταργεί το τυχαίο
με μια ζαριά

Βασίλης Ντόκος

17/3/24

χάρος ηχόλαλος

μ’ ένα μπαμ-μπαμ διπλόηχον το βράδυ
καταπέλτης κόβει ξεκόβει δειλινού
μήδ’ όλων τών χρωμάτων ξανοίγεται
του σκοτεινού παγιώνεται στο μαύρον
 
μα η γερακίνα γης αντίς νερό τον θρέφει στο
μαντάτον «πόσα βραχιόλια περασιάς πώς και
εκκινείς αλύσων στο εδώ καυκάσιον τί περνάς»
 
(μόνος προμήθωσα φωνής ντοκ πάνορμον το σθένος)
 
Κώστας Θ. Ριζάκης 

10/3/24

Εκρήγνυμαι

Μέχρι το κεραμικό βάζο, τα λουλούδια και το φλιτζάνι
να βγουν από το σκοτάδι,
εγώ θα εκρήγνυμαι,
θα είμαι μέσα στο όλον που διερευνά άκρα και οπλές.
Κι όταν ξημερώσω,
εάν τα μάτια δώσουν την κατάφαση στο φως
μετά την ονειρική υπηκοότητα
ίσως αρχίσει ένας άνεμος καλοσύνης να φέρνει βροχή,
νερό στα μάτια μου,
για να λυτρωθώ από το βάρος των μεταφορών
όσα με τα χρόνια έσφιξαν τα χαλινάρια.
Τρέχω σε ένα χάος
που αφήνουν ελεύθερο τα έπη των σπασμών,
κλαίω ξαφνικά,
θα ’λεγες πως δεν πατώ συμπλέκτη,
ενώ τα μάτια μού μετρούν τα άστρα μετά το ξεκαθάρισμα.

Αντιγόνη Κατσαδήμα